Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Μονή Αγίου Γεωργίου, Κολυβάτα Λευκάδας

πηγή φωτογραφίας: www.imli.gr

Βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο έξω από το ορεινό και παραδοσιακό χωριό Κολυβάτα, οικισμός που ανήκει σήμερα στο Δημοτικό Διαμέρισμα Αλεξάνδρου του Δήμου Λευκάδας και ήτανε ένα από τα πιο παλιά και πιο πλούσια κάποτε στο νησί της Λευκάδας. 


Είναι χτισμένο στους πρόποδες του δάσους των Σκάρων, στη δυτική τους πλευρά. Θα το συναντήσει κανείς μπροστά του, αν ακολουθήσει το παλιό μονοπάτι, παμπάλαια στράτα κτηνοτρόφων, που οδηγεί από το χωριό στην κορυφή του βουνού. 

Για το πότε ακριβώς ιδρύθηκε το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στα Κολυβάτα αναφέρονται διάφορες χρονολογίες στη σχετική λαογραφική βιβλιογραφία. Ο Κωνσταντίνος Μαχαίρας γράφει στο σύγγραμά του «Ναοί και Μοναί της Λευκάδος» (Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών, Αθήναι 1957) ότι το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1611. Το ίδιο ισχυρίζεται και ο Πάνος Ροντογιάννης στο εκτενές σύγγραμά του «Ιστορία της Νήσου Λευκάδος» (Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 1980) και άλλοι μετέπειτα, που φαίνεται να θεωρούν την ημερομηνία αυτή ως απολύτως εξακριβωμένη και απλώς την αντιγράφουν.


Το μοναστήρι είναι χτισμένο στους πρόποδες του δάσους των Σκάρων, στη δυτική τους πλευρά.


Πρώτος ο Λευκαδίτης φιλόλογος Σπύρος Σούνδιας, στο βιβλίο του «Άνθρωποι και τόποι της πατρίδας μου» (Αθήνα 1999), εκφέρει την άποψη ότι το μοναστήρι ιδρύθηκε σίγουρα πριν από το 1500 και ίσως τη βυζαντινή περίοδο. Βασίζεται σε παλιότερες μαρτυρίες και ιδιαίτερα στις γραπτές του γυμνασιάρχη Νικολάου Πετρή, ο οποίος ερεύνησε τα αρχεία του μοναστηριού το 1883. 

Αναφέρει ο Πετρής στο σημείωμά του για τον Άγιο Γεώργιο που έχει δημοσιευτεί στον Η” τόμο του έγκυρου περιοδικού «Παρνασσός»: «…Η δε ίδρυσις αυτής (σημ.: της μονής) ανάγεται κατά την ομολογίαν του εριτίμου αυτής Ηγουμένου ιερομονάχου Γρηγορίου Σούντια εις την βυζαντιακήν περίοδον, ως μαρτυρούσι τα λείψανα των ποικίλων εν αυτή κτισμάτων. Παρεκτός τούτου υπάρχουσι διάφορα συμφωνητικά… α)…., β) συμφωνητικά ελληνιστί εκ των οποίων το μεν πρώτον χρονολογείται από του 1514 και περιέχει αφιερώσεις και βεβαιώσεις κτημάτων κληρονομηθέντων στη μονή…»




Σύμφωνα με τον Νίκο Πετρή το μοναστήρι ιδρύθηκε «εις την βυζαντιακήν περίοδον». 

Υπάρχουν βέβαια κατά τον Πετρή και γραπτές μαρτυρίες «συμφωνητικά ελληνιστί, ων το μεν πρώτον χρονολογείται από του 1514 και περιέχει αφιερώσεις και βεβαιώσεις κτημάτων κληροδοτουμένων τη μονή». 

Φαίνεται λοιπόν καθαρά ότι το μοναστήρι πρέπει να έχει ιδρυθεί τουλάχιστον πριν από το 1500. Ο Πετρής σκόπευε να επανέλθει με άλλο σημείωμά του σχετικά με το μοναστήρι του Αη Γιώργη «οπόταν αναγνώμεν τον κώδικα και πάντα τα οικεία έγγραφα της μονής, φυλασσόμενα εν τη οικία του Ευπατρίδου κ. Επαμ. Κόνδαρη, πρώην αρεοπαγίτου» γράφει. 

Υπάρχει σημείωση στο τέλος της σελίδας 313 του σχετικού άρθρου του στο περιοδικό «Παρνασσός» όπου επίσης την παραθέτουμε. Δεν το έκανε όμως. Δεν ξέρουμε το λόγο.

Δεν ξέρουμε επίσης γιατί φυλάσσονταν τότε ο κώδικας του μοναστηριού και κάποια άλλα σημαντικά έγγραφά του στην οικία του Επαμ. Κόνδαρη, πρώην αρεοπαγίτου, τη στιγμή που το προσωπικό της μονής την περίοδο εκείνη, δηλαδή τό έτος 1884, «συναποτελείται εκ πέντε μοναχών, δύο δοκίμων και τριών υπηρετών». Μένει επίσης εκεί και ένας δασοφύλακας στρατιώτης που πρέπει να φύλαγε το δάσος των Σκάρων. 


Αν είναι έτσι, τότε τα πιο παλιά έγγραφα του μοναστηριού ενδεχόμενα να μην έχουν γίνει βορά των ποντικιών και της υγρασίας, αλλά να έχουν σωθεί και κάπου να βρίσκονται, ενδεχόμενα μαζί με το αρχείο του Κόνδαρη. 

Ας ελπίσουμε να είναι έτσι. 

Στα χρόνια της ακμής του το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου έφτασε να έχει μέχρι και οκτώ μετόχια: Αγιος Βησαρίωνας στην πόλη της Λευκάδας, Παναγία στους Σκάρους, Άγιος Βάρβαρος στους Σκάρους, Άγιος Ηλίας, Ναός Παντοκράτορα στη θέση Σωτήρω, Παναγία των Εισοδίων στην Ακόνη, Άγιος Νικόλαος στο Κατωτικό και Άγιοι Πατέρες στη Νικιάνα. 




Ήτανε πλούσιο και κέντρο της κοινωνικής ζωής της ευρύτερης περιοχής. 

Σε πίνακα των περιουσιακών του στοιχείων του έτους 1727 που σώζεται στο Αρχειοφυλάκειο Λευκάδας και περιγράφει ο Κωνσταντίνος Μαχαίρας στο προαναφερθέν βιβλίο του, το μοναστήρι φαίνεται να κατέχει: «Γαίαι καλλιεργήσιμοι, πλην των αμπελώνων, στρέμματα 708 – Αιγοπρόβατα 900 – Κτήνη 30». 

Κατέχει επίσης από το 1662 το δάσος των Σκάρων, εκτάσεως άνω των 1.300 στρεμμάτων, που αγόρασε τότε από τον Αχμέτ Αγά αντί της συμβολικής τιμής των οκτώ ρεαλίων.

Με την πάροδο των αιώνων οι διάφοροι κατά καιρούς δυνάστες που πέρασαν από την Λευκάδα άρχισαν να κουτσουρεύουν τα περιουσιακά στοιχεία του μοναστηριού. Οι απαλλοτριώσεις του 1928 θα δώσουν τη χαριστική βολή. 

Τα περισσότερα όμως και τα καλύτερα κτήματα του μοναστηριού χαρίστηκαν τότε σε «ημέτερους», όπως συμβαίνει συνήθως εκάστοτε στον τόπο μας, και λίγα απ” αυτά πήγαν σε ακτήμονες. Από το 1930 τα κελιά των καλογήρων είναι πλέον άδεια. Ο παπά Θοδωρής (Φρεμεντίτης), ο τελευταίος καλογερόπαπας, θα πεθάνει το 1965. 


Έκτοτε το μοναστήρι αφήνεται έρμαιο στην φθορά του χρόνου και την αδιαφορία των ανθρώπων. 

Τίποτε σχεδόν δεν διασώθηκε. Η πλούσια βιβλιοθήκη του, που περιλάμβανε εκτός των εκκλησιαστικών και άλλα βιβλία αρχαιοελληνικής γραμματείας παλιών εκδόσεων, όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο Σπύρος Σούνδιας, καταφαγώθηκε από τα ποντίκια και την υγρασία. 

Κάποιες παλιές ξύλινες εικόνες του μοναστηριού είχαν μεταφερθεί για προστασία από ενδεχόμενη κλοπή στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου που ήταν πιο κοντά στο χωριό Κολυβάτα. 


Σήμερα λειτουργίες γίνονται στον υπαίθριο χώρο του μοναστηριού



Όταν όμως στις αρχές της δεκαετίας του ’70 κάηκε η εκκλησία εκεί (κατ” άλλους την έκλεψαν και ακολούθως την έκαψαν) χάθηκαν κι αυτές μαζί.

Λέγεται ότι κάποιες άλλες εικόνες, που βρισκόταν στις πόρτες του Ιερού και στο εικονοστάσι του τέμπλου, μεταφέρθηκαν στο Μουσείο Βυζαντινών Εικόνων που λειτουργεί στο μοναστήρι της Φανερωμένης. 

Σήμερα λόγο του ότι το καθολικό του μοναστηριού έχει υποστεί σημαντικές φθορές, λειτουργίες και κάθε άλλη θρησκευτική λατρευτική δραστηριότητα γίνονται επιτρέποντος του καιρού στον υπαίθριο χώρο του μοναστηριού.


Έχει ήδη εκπονηθεί και εγκριθεί η μελέτη στερέωσης – αποκατάστασης του Καθολικού και των κελλιών, με την ελπίδα εξεύρεσης κάποιου προγράμματος ή ευσεβών δωρητών.

Η Ιερά Μονή πανηγυρίζει στις 23 Απριλίου, ενώ το Πάσχα και το καλοκαίρι τελούνται υπαίθριες ακολουθίες.


Τηλέφωνο εφημέριου: 26450 61284.