Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Ναός Αγίας Σοφίας, Μυστράς Πελοπόννησος

πηγή φωτογραφίας: www.religiousgreece.gr

Ο ναός βρίσκεται στη συνοικία των παλατιών των Δεσποτών του Μυστρά, δηλαδή των Καντακουζηνών και των Παλαιολόγων , στα νοτιοδυτικά και ψηλότερα από την πλατεία.


Το μονόγραμμα του Μανουήλ Καντακουζηνού σε
γλυπτό του ναού της Αγίας Σοφίας
Κτήτορας ήταν ο Μανουήλ Καντακουζηνός, πρώτος δεσπότης του Μοριά (1348 - 1380). 

Στα επίκρανα ψευδοπαραστάδων και στα επιθήματα των κιόνων του ναού υπάρχουν μονογράμματα του, που διαβάζονται "Μανουήλ Καντακουζηνός Παλαιολόγος Δεσπότης Κτήτωρ". 

Την ίδια πληροφορία παρείχε και μια επιγραφή στη στοά της εκκλησίας, που δεν υπάρχει σήμερα, σώζεται όμως στις σημειώσεις ενός Γάλλου περιηγητή του 18ου αιώνα, του Michel Fourmont. Η επιγραφή αυτή ανέφερε ακόμα ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στο Λόγο του Πατρός κι ότι μπροστά στις πύλες του υπήρχε παράσταση των γονέων του Μανουήλ.

Ο Μ. Χατζηδάκης ταυτίζει την εκκλησία αυτή, την αφιερωμένη στο Λόγο του Πατρός, με το ναό του Χριστού Ζωοδότου, που ίδρυσε ο Μανουήλ και που ένα πατριαρχικό έγγραφο του 1365 επέτρεψε να μεταβληθεί σε καθολικό ανδρικής μονής. Αν η παραπάνω ταύτιση είναι σωστή, τότε το μνημείο μπορεί να χρονολογηθεί στα χρόνια 1350 - 1365.

H Αγία Σοφία ήταν σε κακή κατάσταση ως το 1938, όταν ο Αναστάσιος Ορλάνδος την αναστήλωσε. Κατά την αναστήλωση, προστέθηκε ο τρούλος και η βορινή στοά, άνοιξαν τα παράθυρα των αψίδων και στο εσωτερικό αντικαταστάθηκε ένας από τους πεσσούς.

Ο ναός ανήκει στον τύπο του απλού δίστυλου, σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο, με τρεις τρίπλευρες εξωτερικά αψίδες ανατολικά, νάρθηκα δυτικά και δύο στοές βόρεια και δυτικά, από τις οποίες διατηρείται η πρώτη και το βόρειο τμήμα της δεύτερης. Σύγχρονά του είναι το ταφικό παρεκκλήσι με την υπόγεια κρύπτη ανατολικά της βόρειας στοάς, το τριώροφο καμπαναριό δυτικά και η άλλοτε διώροφη Τράπεζα βορειοδυτικά της εκκλησίας, ενώ μεταγενέστερες προσθήκες αποτελούν τα τρία παρεκκλήσια στη νότια πλευρά του. Ο ναός στο μεγαλύτερο μέρος έχει κτιστεί κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα και φέρει πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο στα τύμπανα των κεραιών του σταυρού.




Ο τρούλος του στηρίζεται δυτικά σε δύο κίονες και ανατολικά στους τοίχους, που διαιρούν σε τρία μέρη το ιερό. Ο τύπος αυτός είναι συνηθισμένος στον ελλαδικό χώρο, ενώ στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεσσαλονίκη συναντάμε τον τύπο του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού.

Ο νάρθηκας καλύπτεται από χαμηλό τρούλο που δεν ξεπερνάει το ύψος της δυτικής κεραίας του σταυρού. Το ναό περιέβαλλαν δύο στοές. H βόρεια, η οποία σήμερα έχει αναστηλωθεί και έχει θέα προς την κοιλάδα του Ευρώτα και η δυτική, που δεν υπάρχει στις μέρες μας. Στη βορειοδυτική άκρη του μνημείου υψώνεται καμπαναριό, αρχικά τριώροφο, που χρησιμοποιήθηκε, επί Τουρκοκρατίας, για μιναρές, όταν η εκκλησία είχε γίνει τζαμί. Σήμερα σώζονται δύο όροφοι και τμήμα της εσωτερικής σκάλας. Ένα παρεκκλήσι στην ανατολική άκρη της βορινής στοάς είναι περίπου σύγχρονο με τον κυρίως ναό, ενώ ένα δεύτερο παρεκκλήσι μεταγενέστερο, όπως δείχνει η κάπως αμελής τοιχοδομία του, υπάρχει στα νοτιοανατολικά του μνημείου. Από τους χώρους του μοναστηριού σώζονται ακόμα ερείπια ενός διώροφου εστιατορίου, μια στέρνα με υποστυλωμένη οροφή και διάφορα μικρά κτίρια στα δυτικά.




Η εξωτερική διακόσμηση του μνημείου είναι απλή. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι με μια κάπως ελεύθερη πλινθοπερίκλειστη τοιχοδομία, ενώ οδοντωτές ταινίες υπάρχουν κάτω από τις στέγες. 

Πλούσια κεραμική διακόσμηση έχουν τα τύμπανα των κεραιών του σταυρού και τα δίλοβα παράθυρα τους τονίζονται με διπλές σειρές ακτινωτών τούβλων και μεγάλα οδοντωτά τόξα.

Ο ναός διακρίνεται για τις στενές και ψηλές αναλογίες του, που τονίζουν τον κατακόρυφο άξονα του κτιρίου. Η εντύπωση αυτή είναι πιο έντονη στο εσωτερικό, με τα ψηλά και στενά πλάγια κλίτη και με το φωτισμό, που προέρχεται από τα λίγα παράθυρα του τρούλου και των κεραιών του σταυρού. 

Τέτοιες αναλογίες δεν είναι συνηθισμένες στη βυζαντινή αρχιτεκτονική. 

Η επιλογή τους μπορεί να θεωρηθεί επίδραση δυτική, από γοτθικούς ναούς, όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση και σημασία σε παρόμοιες φόρμες.


Η Αγία Σοφία, στα βασικά χαρακτηριστικά της, κινείται στα πλαίσια της ελλαδικής σχολής. Ο τύπος του δίστυλου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο, η πλινθοπερίκλειστη τοιχοδομία, τα καθαρά περιγράμματα, οι οδοντωτές ταινίες, είναι στοιχεία συνηθισμένα στις εκκλησίες του υστεροβυζαντινού ελλαδικού χώρου. 

Ο πυρήνας αυτός εμπλουτίζεται με χαρακτηριστικά δυτικά, όπως οι ψηλές και στενές αναλογίες του μνημείου, αλλά και με στοιχεία που εμφανίστηκαν στον Μυστρά, για πρώτη φορά, στις αρχές του 14ου αιώνα. Ο νάρθηκας με τρούλο, οι στοές, το καμπαναριό - που συνδέεται χαλαρά με το ναό - τα δύο παρεκκλήσια έχουν προστεθεί σε απομίμηση των ανάλογων χώρων του Αφεντικού. Φαίνεται ότι η Οδηγήτρια, με το μέγεθος και τη λαμπρότητα της, λειτουργούσε ως πρότυπο κι ως πηγή έμπνευσης για τους αρχιτέκτονες των μεταγενέστερων εκκλησιών της πόλης.



Ο γραπτός διάκοσμος του Ναού της Αγίας Σοφίας δεν διατηρείται δυστυχώς σε καλή κατάσταση. 

Το εικονογραφικό πρόγραμμα περιελάμβανε τον Χριστό ένθρονο στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας, θέματα του Ευχαριστιακού κύκλου, ιεράρχες και την Ανάληψη στο ιερό βήμα και κάτω αλλά στους τοίχους, μια ζώνη με ύψος 1.50 μέτρα, που μιμείται ορθομαρμάρωση,   όπως και στην Περίβλεπτο. 

Οι "Εορτές" παριστάνονται στις τρεις ψηλές καμάρες του σταυρού και τα Πάθη του Χριστού εικονίζονται στο διακονικό και στις δύο χαμηλές δυτικές καμάρες, αλλά σώζονται όμως σε όχι καλή  κατάσταση

Την επιμελημένη διακόσμηση του εσωτερικού του ναού της Αγίας Σοφίας συμπληρώνουν διάφορα μαρμαροθετήματα, οι δύο κίονες δυτικά και το παλιότερο, του 12ου αιώνα, επιστύλιο του τέμπλου, το οποίο σώζεται όμως αποσπασματικά.

Το λίγο μεταγενέστερο νοτιοανατολικό παρεκκλήσι έχει κυρίως θέματα από τη ζωή της Παναγίας. 

Το βορειοανατολικό παρεκκλήσι είχε ταφικό χαρακτήρα, όπως δηλώνουν δύο ολόσωμες μορφές αρχαγγέλων, αντικριστές στους τοίχους και η ύπαρξη υπόγειας κρύπτης του 15ου αιώνα. Στον τρούλο του διακρίνεται ο Χριστός και γύρω του αγγελικές δυνάμεις. Στο τεταρτοσφαίριο εικονίζεται η Παναγία ανάμεσα σε δύο αγγέλους, στον ανατολικό τοίχο ο Ευαγγελισμός, δυτικά η Σταύρωση, βόρεια η Κάθοδος στον 'Αδη και νότια η Κοίμηση της Θεοτόκου.



Οι τοιχογραφίες της Αγίας Σοφίας δεν αφήνουν περιθώρια για ακριβείς τεχνοτροπικές παρατηρήσεις, αφού δεν σώζονται σε καλή κατάσταση. Είναι φανερή όμως η στενή σχέση τους με τις παραστάσεις και το εικονογραφικό πρόγραμμα της Περιβλέπτου, που είναι περίπου σύγχρονη. Οι δύο εκκλησίες ανήκουν στην ίδια φάση της παλαιολόγειας ζωγραφικής - τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα - που χαρακτηρίζεται από τάσεις ιδεαλιστικές και συντηρητικές. 

Τα αριστοκρατικά ιδεώδη, έτσι όπως εκφράζονται μέσα από τη ζωγραφική της Αγίας Σοφίας, συνάδουν με τη λειτουργία του μνημείου ως εκκλησίας του παλατιού, όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς από τη θέση της, δίπλα στο διοικητικό κέντρο της πόλης και του κράτους. 


Μπορούσε να φτάσει κανείς στην Αγία Σοφία με τα πόδια από το παλάτι, ανεβαίνοντας μια πλαγιά με μικρή κλίση, ενώ για να φτάσουν στον 'Αγιο Δημήτριο, ο δεσπότης και η ακολουθία του έπρεπε να βαδίσουν σε πομπή μέσα από τους στενούς δρόμους της πυκνοκατοικημένης Κάτω Πόλης.

Ο Μυστράς απέχει 5 χιλιόμετρα από την Σπάρτη, και περί τα 230 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Ο αρχαιολογικός χώρος είναι ανοικτός καθημερινά, από τις 8.00 το πρωί έως τις 20.00 το βράδυ την θερινή περίοδο. Το εισιτήριο κοστίζει 5 ευρώ, και ισχύει για πολλαπλές εισόδους και από τις δύο πύλες που υπάρχουν στον Μυστρά, όλη την ημέρα.

Τηλέφωνο 5ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων: (+30) 27310 83377, 27310 25363.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου