Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Σέρρες

πηγή φωτογραφίας: hellas-orthodoxy.blogspot.gr

Bρίσκεται σε απόσταση 12 χιλιομέτρων βορειο ανατολικά των Σερρών στα δυτικά μιας βαθιάς χαράδρας του Μενοίκειου Όρους και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Ορθόδοξου μοναχισμού στα Βαλκάνια. Η ίδρυση της το 1270 και η μακραίωνη ιστορία της μαρτυρούν τον πολιτισμό, την παράδοση και την πλούσια πνευματικότητα του Βυζαντίου. 


Ως πρώτος ιδρυτής της από την ιστορία αναφέρεται ο Αγιος Ιωαννίκιος. 

Σερραίος στην καταγωγή περί το έτος 1250 επέλεξε το Άγιον Όρος, για να βιώσει μία ανώτερη πνευματική ζωή. 

Σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα η είδηση του θανάτου του αδερφού του και της συζύγου του, τον ανάγκασαν να επιστρέψει εσπευσμένα στην πατρίδα του για να αναλάβει την κηδεμονία του διετούς ανιψιού του Ιωακείμ. 

Για πολλά χρόνια έζησε ως ασκητής σε σπήλαια και κελλιά στις ορεινές πλαγιές του Μενοικείου Όρους. 

Από δίπλα τον ακολούθησε και ο μικρός ανιψιός του, λαμβάνοντας κοντά στον θείο του μοναχική παιδεία. 

Η ολοκλήρωση της περιπλάνησης του Αγίου Ιωαννικίου ως ερημίτη τον οδήγησε στην τοποθεσία όπου σήμερα είναι χτισμένη η Ιερά Μονή.

Σύμφωνα με το Τυπικόν του Μοναστηριού, επέλεξε τη θέση μίας ερημωμένης και «ασκέπου εκκλησίας», αφιερωμένης στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, την οποία και ανακαίνισε. Ο Κτήτορας της Ιερής Μονής σύντομα διαμόρφωσε τη δυσπρόσιτη εκείνη στους ανθρώπους περιοχή σε ένα συγκροτημένο κοινοβιακό ίδρυμα, το οποίο προσέλκυσε πλήθος μοναχών. 

Στο διάστημα αυτό ο ανιψιός του Ιωακείμ αναδείχθηκε σε μία σημαντική πνευματική φυσιογνωμία της ευρύτερης περιοχής αναλαμβάνοντας το 1288 την Επισκοπή της Ζίχνης, στους νοτιοανατολικούς πρόποδες του Μενοικείου. Το 1300 ο άγιος Ιωαννίκιος, πλέον και Επίσκοπος Εζεβών, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Τον διαδέχθηκε, ως αντάξιος συνεχιστής του θεάρεστου έργου του, ο ανιψιός του Ιωακείμ. 



πηγή φωτογραφίας: www.religiousgreece.gr
Ο δεύτερος Κτήτορας της Μονής, παράλληλα με τα επισκοπικά του καθήκοντα, ανέλαβε ένα σημαντικό έργο ανοικοδόμησης, περιφρούρησης και διαφύλαξης των κεκτημένων της μονής, για την οποία μάλιστα όρισε να είναι άβατη. 

Το 1300 ανήγειρε τον σημερινό καθολικό ναό, ενώ ανάμεσα στα άλλα έργα του περιλαμβάνεται και η ίδρυση μέσα στην πόλη των Σερρών μίας ακόμη Μονής αφιερωμένης και πάλι στον Τίμιο Πρόδρομο. 

Γενναιόδωροι χορηγοί των προσπαθειών του αναδείχθηκαν σημαντικοί βυζαντινοί αυτοκράτορες όπως ο Ανδρόνικος Β (1282 - 1328), ο Ανδρόνικος Γ (1328 - 1341) και ο Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός (1341 - 1354) όπως και η Βυζαντινή πριγκίπισσα Σιμωνίδα, θυγατέρα του Ανδρονίκου ΙΙ και σύζυγος του ηγεμόνα των Σέρβων Μιλούτιν (1282 - 1321), που υπήρξε έφορος της Ιεράς Μονής. 


Με πρόσταγμα του Ανδρόνικου Γ η μονή αναγνωρίστηκε ως σταυροπηγιακή και πατριαρχική.

Παράλληλα, η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου δέχθηκε σημαντικές δωρεές από ορισμένους τοπικούς άρχοντες, όπως αυτή του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου του Κρυονερίτη κατά το 1333 που αποτέλεσε μία προσφορά από τη μοναχή Υπομονή, χήρα του Σερραίου σημαντικού αριστοκράτη Γεωργίου Σακελλάριου.

Χάρη στη σπάνια πολιτική διορατικότητά του ο Ιωακείμ προείδε τον κίνδυνο που η μονή διέτρεχε από την πιθανή μελλοντική επέκταση των Οθωμανών στη Μακεδονία.




Για αυτό φρόντισε ο Ιωακείμ να σταλεί στο πρώτο ηγεμόνα των Οθωμανών, Οσμάν, στην Προύσα, μία αντιπροσωπεία μοναχών με επικεφαλής κάποιον Μαργαρίτη, έναν πλούσιο πολιτικό καθώς και έναν άριστο δεξιοτέχνη στην τούρκικη γλώσσα αλλά και την διπλωματία, ο οποίος αργότερα έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ.

Καρπός της σημαντικής αλλά και δύσκολης αυτής αποστολής αυτής ήταν η υπογραφή από τον Οθωμανό ηγεμόνα Οσμάν ενός εγγράφου που προφύλασσε μέχρι της συντέλειας των αιώνων την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου από τις αυθαιρεσίες των Τούρκων επιδρομέων, προστασία που επισφραγίσθηκε και το 1372 με την έκδοση ενός φιρμανίου από τον σουλτάνο Μουράτ Α΄ που σώζεται σήμερα στις συλλογές της βιβλιοθήκης της μονής. 

Στις 12 Δεκεμβρίου του έτους 1333, ο Αγιος Ιωακείμ ύστερα από μία οσιακή ζωή και ενώ είχε δεχθεί τη μεγαλοσχημία με το όνομα Ιωάννης, κοιμήθηκε οσιακά και αργότερα, μετά την αγιοποίησή του, άρχισε να τιμάται κάθε χρόνο συνεορταζόμενος με τον άγιο Σπυρίδωνα στις 12 Δεκεμβρίου.




Στα δεξιά της εισόδου υπάρχει τοιχογραφία του πρώτου
μετά την Άλωση Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως
 Γεννάδιου του Σχολάριου.
Ο τάφος του βρίσκεται εντός του Καθολικού.
Μετά την κοίμηση του Β' Κτήτορα της, η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου συνέχισε να ευημερεί με την βοήθεια τοπικών αρχόντων όπως ο Κωνσταντίνος Χολεβιάρη που το 1342 αφιέρωσε στην μοναστική κοινότητα τον ναό του Τιμίου Προδρόμου στην πόλη των Σερρών (σημερινό Προδρομούδι). 

Κατά την περίοδο της Σερβοκρατίας στην περιοχή των Σερρών (1345 - 1371), οι Ορθόδοξοι Σέρβοι ηγεμόνες Στέφανος Δουσάν και Ιωάννης Ούγγλεσης προστάτευσαν και ενίσχυσαν την Ιερά Μονή. Η σύζυγος του Κράλη Δουσάν Ελένη υπήρξε ενεργός έφορος της μονής 

Η παράδοση της εφορευτικής παρουσίας γυναικείων μελών της Σερβικής βασιλικής αυλής στη Μονή Προδρόμου διασώζεται έντονη στην τέχνη, την αρχαιολογία, την τοπογραφία αλλά και την προφορική παράδοση της.

Η είσοδος στο Καθολικό της Μονής
Μετά την άλωση της Πόλης, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος μετά το 1453 Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, αφού παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο, αποσύρθηκε στη μονή Τιμίου Προδρόμου όπου και μόνασε (1457 - 1472) μέχρι το τέλος της ζωής του και τάφηκε κοντά στους τάφους των δύο κτητόρων. 

Το 1854 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία φυλάσσονται σε ειδική λάρνακα έως σήμερα. 

Η ησυχία του Μενοικείου Όρους υπήρξε βασικός λόγος της επιλογής του ενώ η παρουσία των συλλογών της περίφημης μοναστηριακής βιβλιοθήκης τον ενίσχυσαν στο πλούσιο συγγραφικό του έργο. 

Την περίοδο αυτή, η μονή συνέδεσε στενά το όνομά της με τον άγιο Ραφαήλ, ο οποίος αφού μυήθηκε στη ασκητική ζωή, εκάρη μοναχός στη Μονή του Προδρόμου. Δεν άργησε ωστόσο να επέλθει προσωρινή παρακμή για την Ιερά Μονή. Δυσεπίλυτα οικονομικά χρέη και οι ποικίλες αλλαγές που επέφερε η εμφάνιση του Τούρκου κατακτητή δυσχέραιναν την κατάσταση.


Παρά το σεβασμό και την ανοχή που οι Οθωμανοί επέδειξαν προς τη μονή, οι Πατέρες το 1518 αναγκάστηκαν να αποστείλουν αντιπροσωπεία τους στον ισθμό του Σουέζ, όπου και ήρθαν σε διαπραγματεύσεις με τον Αλή, Κριτή της Ερυθράς Θάλασσας.

Με αυτή τη διπλωματική αποστολή η Ιερά Κοινότητα απεκόμισε ένα αντίγραφο του Ακτιναμέ του Προφήτη Μωάμεθ, γεγονός που σήμαινε ασφάλεια των κεκτημένων της και προστασία για τους επόμενους αιώνες.

Ωστόσο αυτά τα προνόμια δεν εμπόδισαν τη Μονή σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821, να συμμετάσχει ενεργά στον εθνικό αγώνα. Ο αρχηγός μάλιστα του επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία, ο
Εμμανουήλ Παπάς, συνδεόταν στενά με την μοναστική κοινότητα η οποία του είχε παραχωρήσει οίκημα εκτός του περιβόλου του μοναστηριού. Η λειτουργία ελληνικής σχολής από το 1825 και Ιερατικής από το 1869 επιβεβαίωσαν την επωνυμία που δικαιολογημένα είχε κερδίσει χάρη στη λογιοσύνη των μοναχών και την πλούσια βιβλιοθήκη της, ως «Μονή των Γραμμάτων».


Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδος για την Μονή Τιμίου Προδρόμου. Ακολουθώντας τη γενικότερη πολιτική κατάσταση φιλελευθεροποίησης του Οθωμανικού καθεστώτος η ευρύτερη περιοχή γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση. Οι προσοδοφόρες οικονομικές δραστηριότητες της Μονής αλλά και των πέριξ αστικών κέντρων (Σέρρες, Μελένικο, Βροντού κ.α.) δημιούργησαν τον απαιτούμενο πλούτο μέρος του οποίου διοχετεύτηκε μέσω δωρεών στην επισκευή και την ανοικοδόμηση τμημάτων του μοναστηριακού συγκροτήματος. Αναπτύχθηκαν επίσης ισχυροί δεσμοί της Μονής με την ομόδοξη Ρωσική Αυτοκρατορία. Αποστολή μοναχών της Μονής Τιμίου Προδρόμου στα 1862 - 1863 περιόδευσε σε επαρχίες του ρωσικού κράτους συγκεντρώνοντας συνδρομές ευσεβών Ρώσων χριστιανών υπέρ της Μονής.

Ο 20ος αιώνας άρχιζε να ανατέλλει και μαζί με αυτόν για το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου άρχιζε μία ριζική εκ θεμελίων καταστροφή.

Ήταν Ιούνιος του 1917, όταν λυσσαλέοι οι Βούλγαροι επιδρομείς, ύστερα από πολλές λεηλασίες στο χώρο της Μακεδονίας, απογύμνωσαν και ερήμωσαν τη μονή. 

Οι Πατέρες εξορίστηκαν όλοι ως όμηροι στη Βουλγαρία, ενώ ανάμεσα στην κτηματική περιουσία που είχε συληθεί, συγκαταλέγονταν 1500 τόμοι με έντυπα βιβλία, πλήθος από χειρόγραφα, βυζαντινά χρυσόβουλλα, πατριαρχικά σιγίλλια, σουλτανικά φιρμάνια και πλείστα ιερά σκεύη υψηλής τέχνης και μεγάλης αξίας. 

Την πρώτη αυτή λαφυραγώγηση ακολούθησε και δεύτερη κατά τα έτη 1941 - 1944. 

Κατά το χρονικό διάστημα αυτό οι μοναχοί της Μονής είχαν εκδιωχθεί, και την Διοίκηση της είχαν αναλάβει οι Βούλγαροι. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αφαιρεθούν εικόνες πολύ παλαιές ανεκτίμητου αξίας και οτιδήποτε άλλο είχε απομείνει από την πρώτη λεηλασία. 

Συντάχθηκε δε και ένα πρωτόκολλο παραλαβής υπογεγραμμένο από τους Βουλγάρους, το οποίο ανέφερε με κάθε λεπτομέρεια όλα τα υπεξερεθέντα και παρανόμως κατασχεθέντα κειμήλια. 

Όλα τα κλοπιμαία μεταφέρθηκαν και τις δύο φορές στην Βουλγαρία. 

Μετά την λήξη των εχθροπραξιών και σύμφωνα με την συνθήκη ειρήνης που υπεγράφηκε, την Συνθήκη του Νεϊγύ, το 1919 θα έπρεπε να επιστρέψουν όλα τα κλεμμένα στην Ιερά Μονή Τιμίου Πορδρόμου, όμως με παράβαση των κανόνων της συνθήκης τα συληθέντα χειρόγραφα και κειμήλια δεν επιστράφηκαν ποτέ.

Όσο για τα αφαιρεθέντα από την δεύτερη επιδρομή του 1941 - 1944, μετά την λήξη του πολέμου στάλθηκαν στη Γενική Διεύθυνση δημοσίου Λογιστικού Διεύθυνση ΙΧ τμήμα Β΄ και στην Ελληνική Αντιπροσωπεία της Διασυμμαχικής Επιτροπής στην Σόφια κατάλογοι με τα κλοπιμαία, οι οποίοι συντάχθηκαν σύμφωνα με το πρωτόκολλο παραλαβής. 

Τους καταλόγους συνόδευε το αίτημα για επιστροφή των κλοπιμαίων στην Ιερά Μονή, το οποίο ποτέ όμως δεν ικανοποιήθηκε. 

Το μεγαλύτερο μέρος των χειρογράφων φυλάσσονται σήμερα στο Κέντρο Σλάβο - Βυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev στη Βουλγαρία και κάποια λιγοστά μικρότερης αξίας βρίσκονται στην Εθνική βιβλιοθήκη στην Αθήνα. 

Όσο για τα ιερά σκεύη, τα κειμήλια, τις παλιές εικόνες 
και ότι άλλο αφαιρέθηκε από το Καθολικό και το Σκευοφυλάκιο της Μονής, βρίσκονται σε μουσεία της Βουλγαρίας και στο μοναστήρι της Ρίλα. 

Το Καθολικό της Μονής αποτελεί μνημείο βυζαντινής αγιογραφίας, οι τοιχογραφίες του οποίου αποδίδονται στον Μακεδόνα Αγιογράφο Μ. Πανσέληνο. Οι παλαιότερες είναι αυτές που έγιναν κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του δεύτερου κτήτορα Ιωακείμ και διακρίνονται για την εκφραστικότητα, το ρεαλισμό και την παθητικότητα. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο και χρονολογείται στα 1804. Δεξιά και αριστερά είναι αναρτημένες οι εικόνες του Χριστού Παντοκράτορα και της Παναγίας Οδηγήτριας που προέρχονται από το αρχικό τέμπλο του Καθολικού και μαζί με το πρώτο στρώμα τοιχογραφιών της Ενάτης αντιπροσωπεύουν την τέχνη της ακμής των Παλαιολόγων. Το καθολικό δεσπόζει στο μέσον μιας απότομης και κατηφορικής αυλής, στρωμένης με καλντερίμι, γύρω από την οποία οργανώνονται τα υπόλοιπα κτίρια: οι πτέρυγες των κελλιών στην ανατολική και νότια πλευρά, οι αποθήκες, τα εργαστήρια και η τράπεζα στη βόρεια, το νοσοκομείο και ο ξενώνας στη δυτική. 

Ο οχυρωματικός περίβολος σχηματίζει τον εξωτερικό τοίχο των κτιρίων. 

Στη νοτιοδυτική γωνία του υψώνεται τετραώροφος πύργος με τις εξωτερικές του πλευρές να διαμορφώνονται με αντηρίδες. 

Η είσοδος της μονής ανοίγεται στη δυτική πλευρά. 

Το καθολικό θεωρείται κτίσμα του Ιωακείμ και η αρχική του φάση χρονολογείται στα 1300. 

Αποτελείται από δυο νάρθηκες, τον κυρίως ναό που καταλήγει στην τρίπλευρη εξωτερικά, ημικυκλική εσωτερικά, αψίδα του ιερού. 

Από τους νάρθηκες ο εξωνάρθηκας ονομάζεται Ενάτη και ο εσωνάρθηκας Μεσονυκτικό ή Λιτή. Το τέμπλο που χωρίζει τον κυρίως ναό από το χώρο του ιερού είναι ξυλόγλυπτο και χρονολογείται στα 1803. 

Ο κυρίως ναός ανήκει στην κατηγορία του μονόχωρου τρουλαίου ναού με τον τρούλο να στηρίζεται μέσω αβαθών τόξων στους περιμετρικούς τοίχους. Πιθανόν στην αρχική φάση να υπήρχε μια ανοιχτή στοά που περιέβαλε στις τρεις πλευρές, βόρεια, δυτική και νότια, τον πυρήνα του ναού. 


Ο Τάφος του Πατριάρχη Γενναδίου Α.
Σήμερα στη βόρεια πλευρά διαμορφώνονται δυο συνεχόμενα παρεκκλήσια αφιερωμένα στον Άγιο Σπυρίδωνα και στον Αγίο Ιωάννη τον κτήτορα. 

Κατά μήκος της νότιας πλευράς προσκολλάται μια μακρόστενη αίθουσα που ονομάζεται Μακρυναρίκι.

Τέλος, στη δυτική πλευρά προστέθηκε ανοικτή στοά με τον πύργο του κωδωνοστασίου στη βοριοδυτική γωνία. 

Στο πάνω μέρος της Ενάτης υπάρχει το μονόχωρο τρουλαίο παρεκκλήσιο προς τιμήν του Αγίου Νικολάου, όπου βρίσκεται και ο τάφος της Ελένης, αδελφής του Σέρβου δεσπότη των Σερρών Ιωάννη Ούγκλεση (1365 - 1371) και των δύο κοριτσιών της. 

Στο δεύτερο νάρθηκα "εσωνάρθηκα" ή "Μεσονυκτικό" υπάρχουν οι τάφοι του κτήτορα Επισκόπου Εζεβών Ιωαννίκιου και του κτήτορα Μητροπολίτου Ζιχνών Ιωάννη καθώς και του Πατριάρχη Γεννάδιου του Α'


Εκτός από το καθολικό και τον πύργο που ανήκουν στην αρχική φάση (14ος αιώνας), τα υπόλοιπα κτίρια χρονολογούνται σε διαφορετικές εποχές από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα και φανερώνουν τη συνεχή και σπουδαία ανάπτυξη που είχε η μονή καθ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Το Καθολικό αλλά και τα παρεκκλήσια είναι κατάγραφα με εξαίσιες τοιχογραφίες που ανήκουν σε διαφορετικές μεταξύ τους εποχές. 

Στο καθολικό σώζονται τοιχογραφίες που ανήκουν σε διαφορετικές χρονολογικές φάσεις και σε ποικίλα τεχνοτροπικά ρεύματα της παλαιολόγειας εποχής και καλύπτουν όλο τον 14ο αιώνα. 

Στην αρχική φάση που αποδίδεται στον δεύτερο κτήτορα Ιωακείμ (1300 - 1333) ανήκουν η παράσταση των Τεσσαράκοντα μαρτύρων που βρίσκεται σε αρκοσόλιο στο βόρειο άκρο της ανατολικής πλευράς της Ενάτης, η παράσταση της Δέησης με τη Θεοτόκο, τον Άγιο Ιωάννη Πρόδρομο και τον αρχάγγελο Μιχαήλ στο αντίστοιχο νότιο αρκοσόλιο, η παράσταση του Ιησού με τον κτήτορα πάνω από το βόρειο αρκοσόλιο, καθώς και οι μεμονωμένες μορφές του ανατολικού τοίχου του. 

Στα 1319 χρονολογείται επίσης και η παράσταση της Παναγίας Περιβλέπτου, πάνω από την είσοδο που οδηγεί από τη νότια στοά στον εξωνάρθηκα.

Ο Χριστός Αναπεσών σε τοιχογραφία του καθολικού, 1300-1335,
πηγή φωτογραφίας: www.imma.edu.gr

Τοιχογραφία του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄Παλαιολόγου


Οι τοιχογραφίες αυτές, καθώς και οι παλαιές δεσποτικές εικόνες του Χριστού Παντοκράτορα και της Θεοτόκου Οδηγήτριας, σήμερα σε προσκυνητάρια μπροστά από το τέμπλο, διακρίνονται για την εκφραστικότητα, το ρεαλισμό και την πλαστικότητα που χαρακτηρίζει το σύνολο σχεδόν της ζωγραφικής αναγέννησης της παλαιολόγειας ζωγραφικής και συσχετίζονται με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Μακεδονίας και ιδίως της Θεσσαλονίκης (οι τοιχογραφίες) αλλά και της Κωνσταντινούπολης (οι δυο εικόνες).

Σε μια δεύτερη φάση, στα χρόνια της Σερβοκρατίας (1345 - 1370), ανήκουν οι υπόλοιπες τοιχογραφίες που κοσμούν τις καμάρες της Ενάτης και οι δυο μοναδικές σωζόμενες από τον αρχικό διάκοσμο παραστάσεις του εσωνάρθηκα (Μεσονυκτικό): η Βάπτιση σε μικρή κόγχη στη νότια πλευρά του ανατολικού τοίχου και η νεκρική προσωπογραφία με το Χριστό στο βόρειο τοίχο.

Στην ίδια εποχή ανήκει και η προσωπογραφία του Στεφάνου Δουσάν με την οικογένεια του, η οποία αναφέρεται από τους περιηγητές του 19ου αιώνα και η οποία σήμερα δεν είναι ορατή.

Οι υπόλοιπες τοιχογραφίες που καλύπτουν τις επιφάνειες του εσωνάρθηκα χρονολογούνται στα 1805. Νεώτερες τοιχογραφίες του 1803 που πιθανόν να καλύπτουν βυζαντινά στρώματα διακοσμούν και τον κυρίως ναό.

Η νότια στοά φέρει επίσης τρία στρώματα τοιχογραφιών από τα οποία αυτό που κυριαρχεί είναι του 1630. Οι τοιχογραφίες που κοσμούν τα παρεκκλήσια χρονολούνται από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα: το Γενέθλιον του Προδρόμου άλλως και Προδρομούδι ανατολικά του καθολικού (1535), η Σύναξη Ταξιαρχών στη βόρεια πτέρυγα των κελλιών (1634), του Αγίου Σπυρίδωνος (1761) και του Αγίου Ιωάννου του κτήτορος (β΄μισό 19ου αιώνα) στη βόρεια πλευρά του καθολικού, ο Άγιος Νικόλαος πάνω από την Ενάτη (1852), ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στην αυλή (1859).

Οι τοιχογραφίες αυτές αντιπροσωπεύουν τα ποικίλα ρεύματα της κάθε εποχής, ενώ στο Γενέθλιον του Προδρόμου και στον Άγιο Νικόλαο σώζονται και παραστάσεις που τοποθετούνται στα 1360 - 1370.

Το σύνολο των σωζομένων τοιχογραφιών καλύπτουν μια περίοδο έξι αιώνων δημιουργίας και αντιπροσωπεύουν επάξια τη ζωγραφική τέχνη στην περιοχή των Σερρών από τους χρόνους των Παλαιολόγων ως τους νεώτερους. Μαζί με τις σωζόμενες εικόνες, τα εκκλησιαστικά κειμήλια, τα χειρόγραφα και τα αντικείμενα της μικροτεχνίας δίνουν μια πλήρη εικόνα της καλλιτεχνικής και πνευματικής ακτινοβολίας που γνώρισε η μονή από την ίδρυσή της έως σήμερα και την καθιστούν ένα ζωντανό μουσείο της βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης.





Την ερειπωμένη μονή έως τότε ήρθε το 1986 να αναλάβει η γυναικεία αδελφότητα από την Ιερά Μονή Παναγίας Οδηγητρίας Πορταριάς Βόλου υπό την πνευματική καθοδήγηση του Πανοσιολογιωτάτου Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους Γέροντος Εφραίμ, Αρχιερατεύοντος τότε εν Σέρρες του Μητροπολίτου κυρού Μαξίμου και σε συνεργασία με τη 12η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, που εδρεύει στην Καβάλα ανέλαβαν τη συντήρηση και την αναστήλωση της μονής.

Σήμερα η αδελφότητα κάτω από την καθοδήγηση της Καθηγουμένης Φεβρωνίας Μοναχής, προβαίνει καθημερινά σε μία υπεράνθρωπη προσπάθεια για να ανασυστήσει το κτιριακό συγκρότημα ώστε να ανακτήσει την πρώτη του δόξα και τιμή.

Στις 13 Δεκεμβρίου του 2010 η Μονή χτυπήθηκε από πυρκαγιά που ξέσπασε από ξυλόσομπα μέσα στο αρχονταρίκι και κατέστρεψε
το αρχονταρίκι, το παλιό εκθετήριο, την τράπεζα, το μαγειρείο, τον ξενώνα και τους αποθηκευτικούς χώρους, προκαλώντας συνολικά ζημιές αξίας 2 εκατομμυρίων ευρώ. Ωστόσο, ευαισθητοποίησε τους απανταχού προσκυνητές και φίλους της να συμβάλουν στην ανοικοδόμησή της. 

Η αυτοθυσία των μοναχών και η έγκαιρη επέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας πραγματικά έσωσαν την ιστορική βυζαντινή Μονή.

Στα ιερά λείψανα του μοναστηριού υπάρχουν, η κάρα του Αγίου Ιωάννου του κτήτορος και βέβαια το ιερό λείψανο του Οικουμενικού Πατριάρχου Γεννάδιου του Σχολάριου, η μνήμη του οποίου εορτάζεται στις 25 Αυγούστου.

Η πρόσβαση στην Μονή γίνεται και με πούλμαν 60 θέσεων μέσω καλού ασφαλτοστρωμένου δρόμου που όμως δεν μπορεί να προσεγγίσει μέχρι την είσοδο της Μονής λόγο ανάποδης κλίσης 2 στροφών. 

Υπάρχει parking στο οποίο παρκάρει το πούλμαν και οι επισκέπτες διασχίζουν με τα πόδια μία απόσταση περίπου 500 μέτρων έως την είσοδο της Μονής.

Σήμερα στην Μονή υπάρχει γυναικεία μοναχική αδελφότητα με 27 μοναχές με Καθηγουμένη την Φεβρωνία Κρομμύδα.

Εορτάζει στις 29 Αυγούστου την Αποτομή της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.


Τηλέφωνα Μονής: (+30) 23210 74544, (+30) 23210 74623, email:website@im-prodromou.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου