Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Ιερά Μονή Γενέσιον της Θεοτόκου, Κλεισούρας Καστοριά


Στο Μοναστήρι ασκήτεψε η Οσία Σοφία η Νέα, μία σύγχρονη Πόντια Αγία, όπου και φυλάσσονται τα σεπτά της και άγια Λείψανα


Βρίσκεται χτισμένη σε μια εύφορη κοιλάδα, σε υψόμετρο 970 μέτρων κάτω από το χωριό Κλεισούρα, 35 χιλιόμετρα ανατολικά από την Καστοριά, στα όρια με το νομό Φλωρίνης. Αποτελεί σημαντικό θρησκευτικό προσκύνημα της περιοχής και ιδιαίτερα γνωστό τα τελευταία χρόνια λόγω της Οσίας Σοφίας της Νέας.


Η ξακουστή αυτή Ιερά Μονή ιδρύθηκε περίπου στα 1314 από τον Κλεισουριώτη ιερομόναχο Νεόφυτο και ανακαινίστηκε το 1813 από τον επίσης Κλεισουριώτη ιερομόναχο της Μονής Ιβήρων, Ησαΐα, μετά από ένα όραμα που αυτός είδε, της Παναγίας. 

Το μοναστηριακό συγκρότημα, με τον επιβλητικό φρουριακό του χαρακτήρα, σώζεται αυτούσιο στο σύνολο του σχεδόν ενώ τα υπάρχοντα κτίσματα είναι του 18ου καθώς επίσης και του 19ου αιώνα.

Το συνολικό οικοδομικό συγκρότημα της Μονής είναι κτισμένο σε μία περίοπτη θέση που του εξασφαλίζει μία σχετική προστασία, σε μικρή ομαλή πλαγιά του βουνού, ανάμεσα σε δύο ρεματιές και οργανωμένο σε μία ορθογώνια φρουριακή διάταξη των κελλιών του ενώ στο κέντρο μιας τετράγωνης εσωτερικής αυλής, είναι κτισμένο το Καθολικό. 

Το καθολικό της μονής Κλεισούρας είναι ρυθμού τρίκλιτης ξυλοστεγής, τρουλαίας βασιλικής με νάρθηκα και κοσμείται με πολύ αξιόλογες τοιχογραφικές παραστάσεις, περίτεχνα και εντυπωσιακά έργα Χιοναδιτών αγιογράφων. 






Το ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο
της Μονής Κλεισούρας
Στο Καθολικό βρίσκεται ενθρονισμένη σε ένα ειδικό προσκυνητάριο στα αριστερά από την Ωραία Πύλη η Εφέστιος και θαυματουργός εικόνα της Μητρός του Θεού, η Παναγία η Κλεισουριώτισσα.

Το αριστουργηματικό ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο χρυσώθηκε το 1772 από τον Κωνσταντίνο Κτίπα καταγόμενου από το Λινοτόπι. 

Η επιγραφή στο τέμπλο της μονής αναφέρει: 

ΕΧΡΙΣΟΘΗ ΔΙΑ / ΧΥΡΟΣ ΚΩΝΣΤ / ΝΤΙΝΟΥ ΚΤΙΠΑ ΜΕΝ / ΓΟΥΛΙΝΟΤΟΠΟΙΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝ / ΕΥΟΝΤΩΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΤΑΤΟΥ ΚΥ / ΡΙΟΥ ΠΑΗΣΙΟΥ 1772.






Η είσοδος στην Μονή
Εντός του οικοδομικού μοναστικού συγκροτήματος της Μονής της Κλεισούρας, βρίσκονται τα παρεκκλήσια της Αγίας Παρασκευής αλλά και των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης των Ισαποστόλων.

Εκτός αυτού και σε απόσταση περίπου 150 μέτρων βρίσκεται το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστή και επίσης σε υψόμετρο 1300 μέτρων βρίσκεται το Κάθισμα της Αγίας Τριάδος που ιδρύθηκε στα 1813 και είναι το παλαιό ασκητήριο της Μονής. 

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα η Μονή της Κλεισούρας φιλοξένησε και περιέθαλψε πολλούς Μακεδονομάχους με πρώτο και ξακουστό τον Παύλο Μελά, αλλά και κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής υπήρξε και αποτέλεσε ασφαλές κρησφύγετο όλων των ταλαιπωρημένων και διωκόμενων, από τους Γερμανούς, κατοίκων της περιοχής.




Όταν το 1903 οι Τούρκοι έκαψαν το γειτονικό χωριό Βαρικό πολλοί κάτοικοί του βρήκαν καταφύγιο στο μοναστήρι. Από το 1933 και έπειτα ήταν μετόχι της Ιερής Μονής Αγίων Αναργύρων Μελισσοτόπου. 

Στα νεότερα χρόνια, το μοναστήρι εγκαταλείφθηκε για να επαναλειτουργήσει από το 1992 ως γυναικεία κοινοβιακή Ιερά Μονή. 

Η οσία Σοφία (Χοτοκουρίδου) καταγόταν από τον Πόντο, από το χωριό Σαρή - ποπά (ή Σαρή - παπά) της επαρχίας Αρδάσης της Ιερής Μητροπόλεως Τραπεζούντος και γεννήθηκε το 1883. 

Το 1914 πήραν οι Τούρκοι τον άντρα της στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον απεβίωσε. 

Είχε αποβιώσει και το παιδί της, κι έτσι η νεαρή χήρα κατέφυγε στα βουνά, όπου ζούσε ασκητικά, με μεγάλη νηστεία.

Εκεί της εμφανίστηκε ο Αγιος Γεώργιος και την προειδοποίησε για επικείμενη επιδρομή των Τσετών και έτσι η Σοφία ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο.
Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας στην Ελλάδα κινδύνεψε να καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία.







Ζήτησε απ᾿ αυτήν να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι συγχωριανοί της.

Η Παναγία όμως τους έσωσε όλους και ο καπετάνιος δεν το πίστευε πώς σώθηκαν κι έλεγε συνέχεια: «Κάποιον άγιο έχουμε» και οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία».

Η Παναγία την έστειλε στο μοναστήρι της στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα. 

Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο, τον πατέρα Γρηγόριο, που είχε έλθει από το Άγιο Όρος, ο οποίος την κατάρτισε στη μοναχική ζωή. 

Έζησε ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως, καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του.

Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή υγρασία του τόπου. Όταν της έλεγαν ν᾿ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρὀσυρτο «Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. 

Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις σκληρές συνθήκες της περιοχής. 

Της έδιναν καινούργια και δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. 

Κοιμόταν και σ᾿ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες.

Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ. 

Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα. 

Κι όμως παρ᾿ όλη την αλουσιά, το κεφάλι της Αγίας Σοφίας πάντοτε ευωδίαζε. 

Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως με ό,τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων, ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη. Τα σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της.

Η Τιμία Κάρα της Οσίας Σοφίας εν Κλεισούρας
Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα. 

Όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου»

Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους. 

Δεν κρατούσε δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους αναγκεμένους όταν θα ερχόταν η ώρα. 

Τα τότε κοριτσάκια, σημερινές γερόντισσες της Κλεισούρας, που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της. 

Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ᾿ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους έλεγε. 

Το δεξί χέρι της Οσίας Σοφίας εν Κλεισούρας
Ποτέ δεν πλήγωσε ή στενοχώρησε κανένα. 

Αν καταλάβαινε ότι κάποιος είχε προβλήματα μέσα του, περνούσε από δίπλα του, του έλεγε ένα δυο λόγια, χωρίς να την αντιληφθούν οι άλλοι, απομακρυνόταν, κι εκείνος την ακολουθούσε. 

Τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε, τον ενίσχυε με τη χάρη του Θεού, κι αυτός έφευγε άλλος άνθρωπος. Έλεγε πολλές φορές: «Αυτοί ήρθαν μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι». Γνώριζε πολλά σκάνδαλα από ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς... Δεν κατηγορούσε ποτέ κανέναν, αλλά έλεγε: «Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός». Αγαπούσε και τα ζώα, είχε μια αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «ρούσα». 


Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι επέστρεφε στο δάσος. Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια, κι αυτά, όταν η αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.

Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους. Κάποτε αρρώστησε βαριά, από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο. 

Δεν δέχτηκε να την δεί γιατρός αλλά έλεγε: «Θα ᾿ρθει η Παναγία να με πάρει από τον πόνο». Έβαζε στουπιά η φιτίλια από τις καντήλες, ώσπου σάπισε η πληγήτης και έβγαζε κακοσμία. 


Τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Αγιο Γεώργιο και της είπε ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις».

Μια «εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά. Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα της ή το φόρεμά της, για να δείξει στον κόσμο την τομή που της έγινε και έκλεισε μόνη της.

Η οσία, που συνεχώς τόνιζε τη σημασία της υπομονής, κοιμήθηκε στις 6 Μαΐου 1974. Η πρώτη ανακομιδή των λειψάνων της έγινε στις 7 Ιουλίου 1981 , και για μέρες ευωδίαζαν βασιλικό.

Η εφέστιος και θαυματουργός εικόνα,
της Μονής, Παναγία η Κλεισουριώτισσα.
Στις 27 Μαΐου 1998 γίνεται η δεύτερη ανακομιδή των λειψάνων της τα οποία μεταφέρονται στο μοναστήρι από το Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ.


Η Εκκλησία την ανακήρυξε Αγία το 2011 και την 1η Ιουλίου του 2012, έγινε η επίσημη ανακήρυξή της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Καστοριά που παρέστη στις εορταστικές εκδηλώσεις αγιοκατατάξεώς της.

Ο Τάφος της όπως και τα Αγια λείψανά της σώζονται στο μοναστήρι και εκτίθενται προς προσκύνηση στους επισκέπτες, αν το ζητήσουν από τις μοναχές.

Σήμερα στην μονή εγκαταβιώνει γυναικεία μοναστική αδελφότητα από το 1992 με 5 μοναχές υπό την ηγουμένη Γερόντισσα Ευφραιμία Χριστοφορίδου. 

Η αδελφότητα εργάζεται ακαταπόνητα με όλες τις δυνάμεις να αναστήσει το σημαντικό αυτό λατρευτικό κέντρο της Δυτικής Μακεδονίας, σύμφωνα με το ορθόδοξο τυπικό, τηρώντας τους ιερούς κανόνες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, που αφορούν στον ορθόδοξο μοναχισμό, οργανώνοντας την Μονή πνευματικά και υλικοτεχνικά εν μέσω πολλών δυσχεριών.

Το μοναστήρι εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, στο Γενέθλιο της Θεοτόκου και στις 6 Μαίου, ημέρα μνήμης της Οσίας Σοφίας Εν κλεισούρας.

Τηλέφωνο Μονής: (+30) 24630 94330 Fax: (+30) 24630 94079


Δείτε το βίντεο