Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Ιερά Μονή Οσίου Λουκά, Στείρι Βοιωτία


Είναι χτισμένη στα δυτικά του Ελικώνα κάτω από την ακρόπολη της αρχαίας Στείριδας, κοντά στο χωριό Στείρι, στη Βοιωτία. 



Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της βυζαντινής τέχνης, κυρίως λόγω των ψηφιδωτών της και περιλαμβάνεται στον κατάλογο των μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ από κοινού το 1990 με τα μοναστήρια της Νέας Μονής της Χίου και του Δαφνίου στην Αθήνα. Η Μονή είναι αφιερωμένη στον Όσιο Λουκά τον εν Στειρίω (7 Φεβρουαρίου 953). 

Το μοναστήρι με τις δύο μεγάλες εκκλησίες (το ναό της Παναγίας και το Καθολικό), την Κρύπτη, το καμπαναριό, τα κελιά και τα άλλα κτίσματα, αφιερωμένο στον θαυματουργό Όσιο Λουκά, απέκτησε σύντομα μοναδική ακτινοβολία και τούτο γιατί η μορφή της τέχνης του θεωρείται πρότυπο για τα βυζαντινά μνημεία του 11ου αιώνα σε όλη την Ελλάδα.



Πληροφορίες για την ιστορία του μοναστηριού αντλούνται από τον βίο του Οσίου Λουκά, έργο ανωνύμου του 962, και τις Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του, πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες κατά τους αρχαιολόγους. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ιδρυτής της μοναστικής ζωής στη Μονή είναι ο ίδιος ο Όσιος, ο οποίος ασκήτευσε εκεί τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του (946 - 953). 

Είχε γεννηθεί στο Καστρί Φωκίδας το 896 από γονείς πρόσφυγες από την Αίγινα. Ακολούθησε το μοναχισμό νωρίς και στα τέλη του 910 ή 911 βρίσκεται ως μοναχός στην Αθήνα, ύστερα σε διάφορα ησυχαστήρια της Φωκίδας και της αντίπερα κορινθιακής ακτής στο Κόρφο Κορινθίας. Οι μετακινήσεις του Οσίου υπαγορεύονταν από την απειλή των Βουλγάρων, του Συμεών Α, το 946 - 947 εγκαθίσταται στην τοποθεσία του σημερινού μοναστηριού όπου και πεθαίνει το 953.





Η λάρνακα στην οποία είχε ταφεί ο όσιος Λουκάς.
Βρίσκεται στην λεγόμενη Κρύπτη της Αγίας Βαρβάρας.
Ο Όσιος ήταν μορφή αγαπητή στον τοπικό πληθυσμό αλλά και στους αξιωματούχους του θέματος Ελλάδος του οποίου έδρα ήταν η Θήβα. Άσκησε φιλανθρωπικό και θεραπευτικό έργο ενώ είχε το χάρισμα να προφητεύει το μέλλον. Είχε μάλιστα προβλέψει το 941 την ανακατάληψη της Κρήτης από τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά επί Ρωμανού του Β΄ (961) με τα αποδιδόμενα λόγια: «Ρωμανὸς Κρήτην χειροῦται»

Αυτές οι ικανότητες του οσίου και η φήμη του μετά θάνατον συνέβαλαν ώστε να αποκτήσει η περιοχή προσκυνηματικό ενδιαφέρον και μάλιστα ο στρατηγός του θέματος Κρηνίτης χρηματοδότησε την οικοδόμηση εκκλησίας όσο ζούσε ο όσιος το 946, την Αγία Βαρβάρα, η οποία ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του Οσίου. Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελιού του και το 955 μοναχοί έκτισαν σταυροειδές κτήριο γύρω από τον τάφο του καθώς και τα πρώτα κελιά της μοναστικής κοινότητας.



Το ιερό Βήμα στο Καθολικό της Μονής
Οι πληροφορίες σχετικά με την οικοδόμηση νέου μεγαλοπρεπέστερου ναού με σκοπό την στέγαση του λειψάνου αποκλίνουν μεταξύ τους. Πάντως η ανακομιδή τοποθετείται στα 1011 και η ανέγερση του νέου καθολικού θεωρείται πως έγινε την εποχή που ηγούμενος ήταν κάποιος Φιλόθεος. Στα 1014 το μοναστήρι ακμάζει και διαθέτει δύο μετόχια στην Εύβοια, στην Αντίκυρα και στον Άγιο Νικόλαο στα Καμπιά Βοιωτίας. 

Σύμφωνα με την συζήτηση που θέλει το μοναστήρι να απολαμβάνει αυτοκρατορικής εύνοιας (είτε του Ρωμανού Β' ή του Βασιλείου Β' ή του Κωνσταντίνου Θ Μονομάχου) λόγω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής του και του πλούσιου διακόσμου, ως επικρατέστερη εκδοχή θεωρείται η ανάμειξη αυτοκρατορικών εργαστηρίων επί Κωνσταντίνου Θ' Μονομάχου, η οποία συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο. 





Οι αρχαιολόγοι διαφωνούν ως προς την χρονολόγηση των παλιότερων κτηρίων, ο Χατζηδάκης υποστηρίζει το 1011 επί Βασιλείου Β' και ο Στίκας το 1042 επί Κωνσταντίνου Θ'. 

Μετά το 1204 και τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι μοναχοί ενώ με την Τουρκοκρατία επανέρχεται σε ελληνικά χέρια.

Στη διάρκεια των αιώνων γνώρισε καταστροφές και λεηλασίες, ωστόσο διασώζει σπανιότατο αρχιτεκτονικό και διακοσμητικό πλούτο. Εργασίες αναστήλωσης ξεκίνησαν το 1938 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την Αρχαιολογική Εταιρία και συνεχίζονται ως σήμερα με σημαντική επιτυχία.




Δύο χρόνια μετά το θάνατο του Οσίου οι μαθητές και συμμοναστές του τελειοποίησαν και κόσμησαν την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, μετέβαλλαν το κελί όπου το άφησε ο Όσιος σε ιερό προσκύνημα με σχήμα σταυρικό και ανοικοδόμησαν νέα κελιά και ξενώνες. Το Καθολικό, που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. 

Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς οκταγωνικού ναού, στον οποίο ο τρούλος (διαμέτρου περίπου 9 μέτρων) στηρίζεται σε οκτώ πεσσούς αντί των τεσσάρων του κανονικού εγγεγραμμένου σταυροειδούς ναού. Οι πεσσοί αυτοί είναι τοποθετημένοι πιο κοντά στους τοίχους διευρύνοντας τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι ειδικότερα γνωστός ως σύνθετος οκταγωνικός ή ηπειρωτικός, καθώς η σταυροειδής διάταξη διατηρείται στις καμάρες της οροφής και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ημιχώνια. Χαρακτηριστικό του τύπου είναι και η διαμόρφωση περιστώου γύρω από τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού.



Η οικοδομή του Καθολικού, πού τοποθετείται χρονολογικά στις πρώτες δεκαετίες του 11ου αιώνα, αποδίδεται, σύμφωνα με την παράδοση, σε τρεις αυτοκράτορες του Βυζαντίου: Τον Ρωμανό Β΄ (959 - 963), τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο (976 - 1028) και τον Κωνσταντίνο Θ΄ το Μονομάχο (1042 – 1056). 

Το Καθολικό περιέχει τα πιο καλοδιατηρημένα σύνολα ψηφιδωτών από την περίοδο της Μακεδονικής Αναγέννησης στο Βυζάντιο. Όμως το σύνολο δεν είναι ολόκληρο: η αρχική εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα, στον τρούλο λείπει, όπως και οι μορφές των αρχαγγέλων που τοποθετούνται συνήθως ανάμεσα στα επάνω παράθυρα.




Η είσοδος στην "Κρύπτη" της Αγίας Βαρβάρας
Υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μονή ήταν ξακουστή σε όλο το Βυζάντιο για την πολυτελή της διακόσμηση, η οποία απλωνόταν σε όλες τις επιφάνειες. Άλλα κτήρια που έχουν αναστηλωθεί είναι το βορδονάρειο (στάβλος), στο οποίο εκτίθενται αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του 18ου αιώνα από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος μετόχι του Οσίου Λουκά στην περιοχή Στειρίου, το φωτάναμμα με τη χαρακτηριστική καπνοδόχο και η τράπεζα, που από το 1993 λειτουργεί ως μουσείο και περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά μέλη από διάφορες οικοδομικές φάσεις της και ευρήματα από τη γύρω περιοχή. Εκτός από τα τείχη, τη γλυπτική, τα χρυσά και αργυρά πινάκια, τις τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά (εξαιρετικά εντυπωσιακά στις κοίλες επιφάνειες, το εσωτερικό κοσμούσαν εικόνες, πολυέλαιοι, μεταξωτές κουρτίνες και υφάσματα βωμών (αντιμήνσια). Μόνο ένα τμήμα τους σώζεται σήμερα στη θέση του, κυρίως οι χρωματιστές επενδύσεις των μαρμάρων και τα κιγκλιδώματα των παραθύρων. Παρά τις απώλειες το Καθολικό «δίνει την καλύτερη εντύπωση που μπορεί να αποκομίσει κανείς οπουδήποτε σήμερα για τη μορφή του εσωτερικού ενός ναού τους πρώτους αιώνες μετά το τέλος της Εικονομαχίας».



Ειδικότερα, ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος του Καθολικού περιλαμβάνει: Συνθέσεις από χρωματιστά μάρμαρα που καλύπτουν το δάπεδο του ναού, όπως και τις κατακόρυφες επιφάνειες των τοίχων. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. 

Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αιώνα, είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνίου. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. 




Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. 

Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αιώνα.




Στην Επανάσταση του 1821 η Μονή έγινε το επαναστατικό ορμητήριο της Ρούμελης. Ο Δεσπότης Σαλώνων Ησαΐας, ευλόγησε στις 27 Μαρτίου 1821 τα ρουμελιώτικα όπλα και κήρυξε επίσημα την Επανάσταση. Μετά την πυρπόληση της Λιβαδειάς τον Ιούνιο του 1821 από τον Ομέρ Βρυώνη, οι διασκορπισμένοι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στον Όσιο Λουκά και ξεκίνησαν για την επιστροφή στο Μοριά. Από τον Όσιο Λουκά πάλι, ξεκίνησε λίγους μήνες αργότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και ξαναπήρε τη Λιβαδειά. 

Κατά την κάθοδο του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη οι Τούρκοι αποτελείωσαν ότι απέμεινε στον Όσιο Λουκά το 1822 και το 1823. Όμως και πάλι το μοναστήρι επιβίωσε, διαθέτοντας την τεράστια περιουσία του στον Αγώνα. Μετά την απελευθέρωση, επί Καποδίστρια, το μοναστήρι ερήμωσε, όπως και κατά τη διάρκεια της μεσοβασιλείας (1831 - 1833), της βασιλείας του Όθωνα (1833 - 1862) και στη μεσοβασιλεία του 1862 - 1863. Με τον ερχομό του Γεωργίου του Α΄ (1863 - 1913) άρχισαν επισκευές στα κτίρια και ενισχύθηκαν τα οικονομικά της Μονής.




Το 1943 υπέφερε και πάλι από τους κατακτητές Γερμανούς.  Ήδη όμως η Αρχαιολογική Υπηρεσία και η Αρχαιολογική Εταιρεία ανέλαβαν από το 1938 πολυετείς εργασίες συντήρησης. 

Αναστήλωσαν την Τράπεζα και άλλα κτίρια της Μονής με τον Διευθυντή Αναστηλώσεως Αρχαίων και Ιστορικών Μνημείων Ευστάθιο Στίκα, υπό την επίβλεψη του Ακαδημαϊκού Aναστασίου Ορλάνδου, στερέωσαν και καθάρισαν τα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες με τον Φώτη Ζαχαρίου και τον έμπειρο Δημήτριο Σκόρδο. Στην διάρκεια αυτών των εργασιών αποκαλύφθηκε η τοιχογραφία του Ιησού του Ναυή και αποκαταστάθηκε ορθά η διαδοχή των οικοδομικών φάσεων των δύο ναών.

Το σκήνωμα του Οσίου Λουκά εντός του Καθολικού
Ο Ναός το 1950 χαρακτηρίστηκε αρχαιολογικός χώρος. Ύστερα από επίπονες προσπάθειες του πρώην Σεβασμιότατου Μητροπολίτου Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερωνύμου  Β΄ και νυν αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος δόθηκε το 1987 εκ νέου ο ναός του Οσίου Λουκά σε λειτουργική χρήση.

Στη Μονή σήμερα ηγούμενος είναι ο πατέρας Χρύσανθος. Εορτάζει στις 7 Φεβρουαρίου (Πανήγυρις), 3 Μαίου (Ανακομιδή Ιερού Λειψάνου και επέτειος εγκαινίων του καθολικού της Μονής), Κυριακή των Προπατόρων (Επανακομιδή του Ιερού Λειψάνου), 15 Αυγούστου (Πανήγυρις του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου).

Πως θα μεταβείτε 

Η Ιερά Μονή Οσίου Λουκά απέχει 165 χιλιόμετρα από την Αθήνα, 32 χιλιόμετρα από την Λιβαδειά και 35 χιλιόμετρα από τους Δελφούς

Από την Αθήνα μέσω της Εθνικής Οδού περνάμε περιφερειακά την Λιβαδειά με κατεύθυνση τους Δελφούς, στη συνέχεια κατευθυνόμαστε προς το Δίστομο και ακολουθούμε τις πινακίδες για την Μονή.

Ώρες λειτουργίας 10:00 - 17:00 (Δευτέρα - Παρασκευή) το καθολικό της Μονής και η κρύπτη της Αγίας Βαρβάρας κλείνουν στις 16:00.

Τηλέφωνα Μονής: (+30) 22670 22228, (+30) 22670 21305, Fax: (+30) 22670 21167




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου