Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ, ΔΙΧΩΣ ΤΑ ΤΑΜΑΤΑ.


Το 1821, στις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης, εμφανίστηκε στον ύπνο ενός γέροντα, του Μιχάλη Πολυζώνη, η Παναγία και τον διέταξε να σκάψει στον αγρό του Αντώνη Δοξαρά, έξω από την πόλη της Τήνου για να ανεύρει την εικόνα της. Πράγματι, ο μπαρμπα - Μιχάλης εκτέλεσε το θέλημά της, αλλά η εικόνα δεν βρέθηκε.

H εικόνα της Μεγαλόχαρης με τα Τάματα
Ένα χρόνο αργότερα, το καλοκαίρι του 1822, η μοναχή Πελαγία (κατά κόσμον Λουκία Νεγρεπόντη), που εγκαταβιούσε στο ορθόδοξο μοναστήρι της Παναγίας Κεχροβουνίου ύστερα από τη βραδινή προσευχή της, αποσύρθηκε στο κελί της να ησυχάσει. Ενώ είχε αποκοιμηθεί, ένοιωσε ξαφνικά μιαν άρρητη ευωδία, κι αμέσως άκουσε την πόρτα του κελιού να ανοίγει με πάταγο.

Μια μεγαλόπρεπη γυναίκα, πού άστραφτε σαν Βασίλισσα, μπήκε μέσα και στάθηκε απέναντι από το κρεβάτι της.. «Σήκω γρήγορα, της είπε. Πήγαινε να συναντήσεις τον Σταματέλλο Καγκάδη, και πες του πώς στο χωράφι του Αντώνη Δοξαρά είναι χωμένη χρόνια τώρα ή εικόνα μου. Να φροντίσει να τη βγάλει και να χτίσει το σπίτι μου». Ή γερόντισσα ξύπνησε τρομαγμένη, άλλα από ταπείνωση δεν υπάκουσε στην εντολή.

Την άλλη εβδομάδα, την ώρα πού ή μοναχή προσευχόταν, δέχτηκε στον ίδιο τόπο για δεύτερη φορά την επίσκεψη της Παναγίας. Τη φορά αυτή ή Θεοτόκος συνόδευε τα λόγια της με ένα γλυκό μειδίαμα, σαν να έλεγε: «Γνωρίζω τούς λογισμούς και δισταγμούς σου, άλλα μη φοβάσαι. Εσένα διάλεξα για να εκπληρώσεις τη βουλή μου. Λοιπόν, μη διστάζεις»Αλλά ο δισταγμός κρατούσε ακόμη δέσμια την αγαθή γερόντισσα. Για αυτό η Θεοτόκος την επισκέπτεται και τρίτη φορά, την 29η Ιουλίου 1822, σε ώρα πάλι προσευχής. Την είδε τότε η μοναχή να στέκεται μπροστά της ακίνητη και να εκπέμπει τριγύρω της ένα ουράνιο φως, απαλό και λευκό. Ύστερα κάρφωσε το βλέμμα επάνω της και είπε: «Πελαγία, γιατί δεν υπάκουσες στην εντολή μου; Την επαναλαμβάνω τώρα για τελευταία φορά».

Εκείνη τρομαγμένη επιστράτευσε όλο το θάρρος της και ρώτησε: «Ποιά είσαι, Κυρία, πού με διατάζεις τέτοια πράγματα και οργίζεσαι μαζί μου;» Τότε η Κυρία φάνηκε πώς ανέκτησε την πρώτη γλυκύτητα, σήκωσε το χέρι σαν να έδειχνε όλο τον κόσμο και είπε χαριτωμένα: «Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην». «Αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν», ψέλλισε ή μοναχή κι έπεσε στα γόνατα. Ή καμπάνα σήμανε για τον όρθρο. Ή μοναχή Πελαγία σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό της και κατηφόρισε για τον ναό. Όταν διηγήθηκε στην ηγουμένη το δράμα της, εκείνη την άκουσε με προσοχή και δέος. Τέλος της είπε: Πελαγία, το όραμά σου είναι θεϊκό και σε μακαρίζω. Αύριο το πρωί να ενεργήσεις σύμφωνα με την εντολή πού έλαβες.


Την επομένη η εκλεκτή της Παναγίας ξεκίνησε για την Κάρυά, όπου συνάντησε τον Σταματέλλο Καγκάδη. Κι αυτός συγκινημένος την παρέπεμψε στον επίσκοπο Γαβριήλ.

Ο επίσκοπος παρακολούθησε δακρυσμένος την αφήγηση. Ύστερα με σοβαρή και τρεμάμενη φωνή έδωσε την ακόλουθη εξήγηση: 

Τo δράμα σου, γερόντισσα, είναι πολύ σημαντικό. Η Παναγία, ή υπέρμαχος Στρατηγός, πού πάντοτε μάς προστατεύει, είδε τα δεινοπαθήματά μας, γ’ αυτό ευαγγελίζεται στο δούλο γένος μας την απελευθέρωση του από τον βαρβαρικό ζυγό. Και μάς φανερώνει την αγία εικόνα της, για να ενδυναμώσει το έθνος μας στον αγώνα αυτό.

Οι καμπάνες του ιερού ναού των Ταξιαρχών αναστατώνουν τούς κατοίκους. 

Ο δεσπότης με λόγια θερμά συγκλονίζει τον λαό, ο όποιος με θρησκευτική έξαρση αποδύεται στην προσπάθεια για την εύρεση της εικόνας.

Ζητούν αμέσως άδεια από τη γυναίκα τού Δοξαρά, για ν’ αρχίσουν τις ανασκαφές στο κτήμα του. Εκείνη όμως αρνείται, με τη δικαιολογία ότι δεν έχει τέτοια πληρεξουσιότητα από τον σύζυγό της, ό όποιος λείπει στην Κωνσταντινούπολη. Εξ άλλου το κτήμα είναι καλλιεργημένο και δεν πρέπει να καταστραφεί.

Τη νύχτα βλέπει στον ύπνο της φοβερό όνειρο. 

Ένας άγριος φουστανελοφόρος την απειλεί πώς, αν δεν δώσει την άδεια, θα την εξοντώσει. 

Τρομαγμένη εκείνη ξυπνά και τρέχει να βγει από το σπίτι. Στην παραζάλη της όμως, αντί ν’ ανοίξει την πόρτα του δωματίου, άνοιξε της ιματιοθήκης και κλείστηκε μέσα. 

Το πρωί τη βρήκαν εκεί λιπόθυμη. Μόλις συνήλθε ειδοποίησε τον Επίσκοπο πώς όχι μόνο δίνει την άδεια, άλλα προσφέρει και το ίδιο ακόμη το κτήμα για ανέγερση ναού, αν βρεθεί ή εικόνα.

Έτσι λοιπόν αρχίζουν οι ανασκαφές στο κτήμα του Δοξαρά τον Σεπτέμβριο του 1822. Δουλεύουν εργάτες απ' όλο το νησί, αλλά η εικόνα δεν φανερώνεται. Ο ζήλος μαραίνεται και σε δύο μήνες το σκάψιμο σταματά. Τότε επεμβαίνει ή Μεγαλόχαρη με νέο θαύμα για να υπενθυμίσει στους κατοίκους το χρέος τους. Η σύζυγος και η αδελφή του Καγκάδη, τον όποιο η Θεοτόκος υπέδειξε ονομαστικά για την εύρεση της εικόνας: αρρωσταίνουν βαριά. Ο κίνδυνος αυτός τον κάνει να συναισθανθεί την ιερή ευθύνη πού είχε επωμιστεί από τη Θεοτόκο. Σπεύδει λοιπόν στον επίσκοπο και τον παρακαλεί να προκαλέσει γενική κινητοποίηση αρχόντων και λαού. Είναι πρόθυμος και χρήματα να δώσει προ- κειμένου να ξαναρχίσουν οι ανασκαφές.

Πράγματι το σκάψιμο ξαναρχίζει. Οι χωρικοί δουλεύουν με βάρδιες, άλλα τούς τριγυρίζει και πάλι η αποκαρδίωση. Η μεγάλη όμως ήμερα πλησιάζει. Στις 30 Ιανουαρίου 1823 σκάβουν με τη σειρά τους στο χωράφι οι Φαλαταδιανοί. Γύρω στο μεσημέρι η αξίνα τού Δημήτρη Βλάσση χτυπά πάνω σε ένα ξύλο. Ρίγησε ο ευλαβής χωρικός από συγκίνηση, και πλημμυρισμένος με χαρά πήρε στα χέρια το κομμάτι πού βρήκε.

Πράγματι, είχε βρει την εικόνα, άλλα μόνο τη μισή τον Άγγελο. Σε λίγο βρήκαν και την άλλη μισή. Η αξίνα του την είχε χωρίσει στα δύο, χωρίς να βλάψει καθόλου τα πρόσωπα. Η τομή από θεία επέμβαση είχε γίνει κάθετα. Η ιερή εικόνα καθαρίστηκε και πρόβαλε η γλυκιά μορφή της Παρθένου που παριστάνει τον Ευαγγελισμό και πρόκειται για ένα αριστούργημα τέχνης που αποδίδεται στον Απόστολο Λουκά.

Η ανακάλυψη της πολύτιμης εικόνας μετά το όραμα της μοναχής θεωρήθηκε μεγάλο θαύμα που συνδέθηκε αναπόφευκτα με την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Άλλωστε έσπευσαν αμέσως στο νησί για να την προσκυνήσουν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Νικηταράς και ο Ιωάννης Μακρυγιάννης. Η εικόνα βγαίνει από τον ναό για την περιφορά της τον Δεκαπενταύγουστο και στο σημείο που βρέθηκε οικοδομήθηκε ο μεγαλοπρεπής ναός, που αποτελεί το πρώτο σπουδαίο αρχιτεκτονικό έργο του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους. Μεταφέρθηκαν μάρμαρα από τη Δήλο και κάθε φορά που οι εργασίες πάγωναν εξαιτίας του κόστους, έφθανε σαν μάννα εξ ουρανού μια προσφορά από την Τήνο, την υπόλοιπη Ελλάδα ή τους Έλληνες της διασποράς. 

Έως το 1832 είχε ολοκληρωθεί η ανατολική πτέρυγα και τα τμήματα ανατολικά του καμπαναριού και της κεντρικής εισόδου, ενώ ο ναός περατώθηκε τελικά το 1880. Ο ναός συνδέθηκε από την αρχή με τις θαυματουργές ιδιότητες της εικόνας. Χιλιάδες λαού συνέρρεαν από κάθε μέρος της Ελλάδας ή ακόμη και από περιοχές όπως η Μικρά Ασία, που το ελληνικό στοιχείο ήταν κυρίαρχο, αλλά όχι ανεξάρτητο. Κάθε χρόνο στις 23 Ιουλίου, επέτειο της ημέρας που είδε το όραμα η μοναχή Πελαγία στο κελί της, η Εικόνα μεταφέρεται στο μοναστήρι της «Κυρίας των Αγγέλων» στη Χώρα και το απόγευμα γίνεται περιφορά της στην πόλη. Ακολουθεί δέηση στην εξέδρα της παραλίας και αργά το βράδυ η Ιερή Εικόνα επιστρέφει στον Ναό.

Η Παναγίας της Τήνου γιορτάζει τέσσερις φορές τον χρόνο.

Στις 30 Ιανουαρίου, ημέρα εύρεσης της θαυματουργής εικόνας.

Στις 25 Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Στις 23 Ιουλίου, ημέρα οράματος της Αγίας Πελαγίας .

Στις 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοίμησης της Θεοτόκου.