Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ.

πηγή

Παρόλες τις προσπάθειές μας, συναντήσαμε δυσκολίες στην ενημέρωση και δεν στάθηκε δυνατόν να διευκρινήσουμε το που ακριβώς φυλάσσεται. Σε περίπτωση εξακρίβωσης θα επανέλθουμε.


Φορητή εικόνα του Αγίου Χριστοφόρου του
Παπουλάκου μεμ σκηνές απο τον βίο του.
πηγή
Ο Άγιος Χριστόφορος Παπουλάκος, κατά κόσμον Χριστόφορος ή Χριστοπανάγος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στον
Άρμπουνα  Κλειτορίας των Καλαβρύτων, το 1770 και το παρατσούκλι της οικογένειάς του ήταν Μπουλούσου.

Για την παιδική του ηλικία δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία, ωστόσο αργότερα,  σύμφωνα με την παράδοση, έγινε κρεοπώλης, πιθανότατα, εκδορέας γουρουνιών. 

Το 1842 σε προχωρημένη ηλικία προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό, επέζησε όμως και θεώρησε το περιστατικό θεϊκό θαύμα, η εκδοχή αυτή όμως μάλλον θεωρείτε αβάσιμη από τους περισσότερους μελετητές.

Μία άλλη εκδοχή αναφέρει ότι μετά από ένα όραμα έχασε τις αισθήσεις του, θεωρούνταν νεκρός για 3 μέρες αλλά επανήλθε θαυματουργικά όταν οι γονείς του τον μετέφεραν στο πίσω μέρος του ιερού του Ναού του Αγίου Αθανασίου, στον χωριό του. Το συμβάν αυτό τον συγκλόνισε και αποφάσισε να δώσει την όποια περιουσία του στα αδέρφια του Αντώνη, Γεώργιο, Αθανάσιο και μια αδερφή του και να εγκαταλείψει την κοσμική ζωή.

Σύμφωνα με τις πηγές, ήταν μάλλον τελείως αγράμματος όταν πήρε την απόφαση να μονάσει περίπου στην ηλικία των 60 ετών, αρχικά στην Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα και κατόπιν στην Ιερά Μονή Αγίου Αθανασίου Φίλια, σημερινό μετόχι της Μονής Αγίας Λαύρας.

Η νέα φορητή προσκυνηματική εικόνα (2025, Ι. Μητρόπολη Μόρφου)
του Αγίου Χριστοφόρου (Παπουλάκου), είναι έργο του αγιογράφου και
Αρχιμανδρίτου Αμβροσίου Γκορελώβ, προϊσταμένου του Ιερού
Ησυχαστηρίου Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ στην Σκουριώτισσα.
πηγή
Το 1830 εγκαταστάθηκε σε ένα κατάλυμα ζώων που ανήκε στην οικογένειά του, εκεί έχτισε μια καλύβα και άρχισε την ανέγερση μικρής Ιεράς Σκήτης προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της οποίας είχε και μια μικρή θαυματουργή εικόνα, οικογενειακό κειμήλιο.

Εκεί έμεινε σε απομόνωση 20 χρόνια, διάστημα στο οποίο έμαθε γράμματα και μόνασε με άλλους δύο Μοναχούς, τον Αβέρκιο και τον Κοσμά, με τους οποίους θα μείνει μαζί μέχρι το 1847, περίοδο που τους εγκαταλείπει και ξεκινά το κηρυκτικό του έργο σε προχωρημένη ηλικία, περίπου 80 ετών.

Ο Χριστόφορος ήταν βραχύσωμος, με υπόλευκη γενειάδα, έφερε ράσο, καλογηρικό σκούφο και σταυροφόρο ράβδο, ήταν όμως ακμαίος, παρά το μικρό ανάστημά του και ο κόσμος τον επονόμασε Παπουλάκο ή Αγιοπατέρα..

Τα πλήθη τον ευλαβούνταν για τις διδαχές και τα θαύματά του, εκδηλώνοντας την ευλάβειά τους παντοιοτρόπως, έκοβαν μάλιστα κομμάτια από το ράσο του, τρίχες από τα γένια του, ακόμα και πέτρες από τα σημεία που πατούσε και αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τα κομμάτια από το ράσο του μόλις κόβονταν, αμέσως αναπληρώνονταν.

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης σε πίνακα του Διονύσιου Τσόκου, 1858
πηγή
Τα αποτελέσματα των διδαχών του ήταν εντυπωσιακά, αναζωπυρώθηκε η συμμετοχή του κόσμου στην Ορθόδοξη λατρεία και ενισχύθηκε η πίστη στις χριστιανικές αξίες. Μειώθηκαν δε οι ληστείες και οι ζωοκλοπές, αυξήθηκαν οι ελεημοσύνες προς τους πτωχούς και η αγάπη φώλιασε στις ψυχές των ανθρώπων.

Αυτή η επίδραση που ασκούσε ο Παπουλάκος στα πλήθη ενοχλούσε την εξουσία, καθώς δρούσε ανασταλτικά στα σχέδιά της για εισαγωγή γαλλικών και γερμανικών κρατικών θεσμών στην ελληνική πραγματικότητα. Παράλληλα κατήγγειλε την απόσχιση της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και καυτηρίαζε τις δυτικές επιρροές αλλά και την ανενόχλητη δραστηριότητα ξένων ιεραποστόλων στην Ελλάδα. 

Έγινε, έτσι, ο εκφραστής της φωνής του απλού λαού που ήθελε να διαφυλάξει την Ελληνορθόδοξη παράδοση, ως παρακαταθήκη της μακραίωνης ιστορίας του Ελληνισμού, όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με την επίσημη κρατική εξουσία, διανοούμενους, ακόμη και με κληρικούς της επίσημης εκκλησίας. 

Ο Ιωάννης (Γενναίος) Κολοκοτρώνης εστέλει από την
κυβέρνηση πρός την σύλληψη του Παπουλάκου.
πηγή
Μεταξύ αυτών πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε ο γραμματέας της τότε Ιεράς Συνόδου, αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης, εμπαθής εχθρός του Καποδίστρια και μέλος της αγγλόφιλης ή αγγλόδουλης ομάδας. Αυτός ήτανε που έπεισε τους αρχιερείς να αποφασίσουν την ανακήρυξη της ελλαδικής Εκκλησίας ώς αυτοκέφαλη χωρίς την σχετική υποβολή αιτήματος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το 1833. Η Εκκλησία μας παρέμεινε "σχισματική" μέχρι το 1850, οπότε της παραχωρήθηκε τελικά η αυτοκεφαλία.

Στο πλευρό του Παπουλάκου ήταν η Φιλορθόδοξη Εταιρεία, στην οποία φαίνεται ότι ανήκε ο Παπουλάκος, η οποία ιδρύθηκε το 1839 και έδρευε στην Πάτρα με επικεφαλής το λόγιο Κοσμά Φλαμιάτο που κυνηγήθηκε όμως και αυτός, μάλιστα δηλητηριάστηκε.

Όταν ο «Παπουλάκος» ξεκίνησε περιοδεία στη νότια Πελοπόννησο, συγκεντρώθηκαν δίπλα του χιλιάδες κόσμου στο πέρασμά του και κάτω από πιέσεις, ο Βασιλιάς Όθων υπέγραψε διάταγμα για τον περιορισμό του «Παπουλάκου» σε μοναστήρι με τον ίδιο να καταφεύγει στη Μάνη για να σωθεί.

Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν να στείλει άμεσα τον Στρατηγό Γενναίο Κολοκοτρώνη με επιτελείο αξιωματικών για να οργανώσει τη σύλληψή του. Ο στρατός έφτασε τη νύχτα, αλλά το πρωί βρέθηκε περικυκλωμένος από 2.000 Μανιάτες, ακολούθησε εξέγερση των Μανιατών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ο στρατός έδινε μάχη σώμα με σώμα με τους υποστηρικτές του «Παπουλάκου».

Ασπρόμαυρη φωτογραφία του Παπουλάκου, η οποία σύμφωνα με
τον κ. ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟ Α., τέως προέδρου της Ένωσης Αρμπουνέων
στην Αθήνα «Ο Άγιος Αθανάσιος», είναι η μοναδική που σώζεται.
Βρέθηκε τυχαία από ένα μέλος της Ένωσης σε ένα κουρείο στην Αθήνα,
όπου ο ιδιοκτήτης του καταστήματος την κατείχε ως κειμήλιο από τους
γονείς του. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας διακρίνονται μετά
δυσκολίας η λέξη «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟC» και η χρονολογία «ΑΩΝ» (=1850).
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ταιριάζουν καταπληκτικά
στις περιγραφές του Παπουλάκου και δεν υπάρχει κανένας λόγος
να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της.
πηγή
Τελικά στις 21 Ιουνίου 1852 συνελήφθη ύστερα από προδοσία του παπά - Βασίλαρου με ανταμοιβή 6.000 δραχμές, κοντά στην
Ιερά Μονή του Τζίγκου, στο Οίτυλο της Μάνης. Από τα παράλια της Καρδαμύλης τον επιβίβασαν στην γολέττα «Ματθίλδη» και από εκεί στο ατμόπλοιο «Όθων», όπου παρέμενε έγκλειστος.

Μεταφέρθηκε στο Γύθειο και αργότερα, την 27 Ιουνίου 1852, το ατμόπλοιο προσόρμισε στον Πειραιά. Εκεί είτε από περιέργεια είτε από ευλάβεια έγιναν διάφορες αναστατώσεις για να δει ο κόσμος τον Παπουλάκο που φρουρείτο στο ατμόπλοιο. Επειδή είχε καταπονηθεί ο οργανισμός του από τις κακουχίες της συλλήψεώς του, τον εξέτασαν ιατροί, οι οποίοι συνέστησαν να αποβιβαστεί. 

Μετά από λίγες ημέρες μεταφέρθηκε στις φυλακές του Κάστρου του Ρίου, όπου δόθηκε εντολή να μην επιτρέπεται η επαφή του με κανέναν.

Μετά από τον εγκλεισμό του στη φυλακή, τις απάνθρωπες συνθήκες της κράτησής του, τη δίκη που ακολούθησε και την αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου, το θέμα παραπέμφθηκε στην Ιερά Σύνοδο η οποία τον εξόρισε στην Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία Θήρας στις 22 Ιανουαρίου του 1854.

Ο Παπουλάκος παρά τον εγκλεισμό του εκεί συνέχισε να κηρύττει και οι κάτοικοι του νησιού να τον επισκέπτονται, όμως μετά από λίγους μήνες αποφασίστηκε η μεταφορά του στην Ιερά Μονή Παναχράντου στην Άνδρο, στις 20 Ιουλίου του 1854 με την Βασιλική γολέτα "Ναυτίλος". Εκεί οδηγήθηκε σε ειδικά διαμορφωμένο κελί, φρουρούμενος από χωροφύλακα, τις ημέρες μπορούσε να συμμετέχει κανονικά στο πρόγραμμα των Ακολουθιών της Μονής, το βράδυ όμως εγκλειόταν.

Η είσοδος στο κελάκι του Αγίου Χριστόφορου Παπουλάκου
στην Ιερά Μονή Παναχράντου.
πηγή
Με την πνευματικότητά του κέρδισε την υπόληψη του Ηγουμένου και των Μοναχών του Μοναστηριού, ενώ η φήμη του έλκυε πολύ κόσμο από όλη την Ελλάδα που έρχονταν στο νησί για να πάρουν την ευχή του και να τον ακούσουν να κηρύττει.

Κατά τον εγκλεισμό του στα υπόγεια της Μονής Παναχράντου και ενώ δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής με θαυμαστό τρόπο ο Παπουλάκος χανόταν για κάποιες ημέρες και επέστρεφε ξανά.

Εκεί ο Παπουλάκος ανέβηκε το ψηλότερο σημείο του νησιού στα Παρεκκλήσια της Παναγίας και του Προφήτη Ηλία για άσκηση και προσευχή, εκεί πιο χαμηλά από το Παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία σώζεται μέχρι και σήμερα το «κελί του Παπουλάκου», που βρίσκεται στη ρίζα του βράχου και είναι πετρόχτιστο, στο οποίο διέμεινε επί τρεις ημέρες.

Το εσωτερικό από το κελάκι του Αγίου
Χριστοφόρου του Παπουλάκου στην Ιερά Μονή
Παναχράντου στην Άνδρο
πηγή
Στόν Κώδικα 36 της Μονής Παναχράντου των ετών 1854 - 1855 υπάρχουν έγγραφα, πού καταγράφουν τά γεγονότα των ημερών του.

Κοιμήθηκε σε ηλικία 91 ετών, το βράδυ της 18ης προς 19η Ιανουαρίου του 1861 διαισθανόμενος την κοίμησή του.

Οι πατέρες της Μονής τον τίμησαν ως Άγιο και ετάφη στο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής στο Φωτοδότιο, ενώ πάνω σε ένα ξύλινο σταυρό στο μνήμα του είχε γραφεί «ΜΟΝΑΧΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ / ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΕΝ ΚΥΡΙΩ 18 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1861».

Από τους πρώτους χρόνους της κοίμησής του έγιναν προσπάθειες για την ανακομιδή των λειψάνων του, χωρίς αποτέλεσμα, ωστόσο παντού φιλοτεχνούνταν εικόνες του σε όλη την επικράτεια μέχρι και την Κωνσταντινούπολη χτίζονταν Ναοί στη μνήμη του, όμως η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία παρέμειναν στο οστεοφυλάκιο της Μονής Παναχράντου, δεν έγινε με επισημότητα. 

Όπως μας πληροφορεί ο τότε εφημέριος του Άρμπουνα ιερέας Αθανάσιος Θ. Μηλιώνης και ο τότε πρόεδρος της Ένωσης Αθηνών, Πειραιώς και απανταχού Αρμπουναίων «Ο Άγιος Αθανάσιος» Ανδρέας Αθ. Νασιόπουλος, ο παραπάνω ιερέας με ένα μέλος της Ένωσης που τελούσε χρέη εφόρου Εκπολιτισμού Θεόδωρο Αργ. Βλάχο, πήγαν στην Άνδρο για να κάνουν ανακομιδή της τιμίας Κάρας του Παπουλάκου. 

Αφού πήγαν στην Ιερά Μονή Παναχράντου ο ηγούμενος τους έδωσε σαν μοναδικό κειμήλιο την κάρα του πατριώτη τους οσίου Χριστοφόρου του εξ Άρμπουνα των Καλαβρύτων που φυλασσόταν στο οστεοφυλάκιο της Μονής και πάνω σε αυτή, σύμφωνα με την μοναστηριακή παράδοση, έφερε το όνομα του εκλιπόντος, τα υπόλοιπα οστά αναπαύονται σήμερα μαζί με πλείστα οστά των εκεί ασκησάντων πατέρων της Μονής. 

Αφού η Τιμία Κάρα του έφτασε με τιμή και συγκίνηση στην Αχαΐα, ο τότε μητροπολίτης Καλαβρύτων Γεώργιος την λιτάνευε σε αρκετά χωριά της επαρχίας του και η συγκίνηση όλων ήταν φανερή.

Αρχικά τοποθετήθηκε στην Ιερά του Σκήτη της Παναγίας, αλλά για λόγους ασφάλειας μετακομίστηκε στον κεντρικό ναό του χωριού Άρμπουνα Αγίου Αθανασίου που είναι δίπλα από την πατρική του οικία, αφού πρώτα ο αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Μουλατσιώτης την τοποθέτησε σε φροντισμένη επιχρυσωμένη θήκη και έκτοτε πλήθος κόσμου προσέρχεται στο ορεινό χωριό και ασπάζεται την Τιμία Κάρα του και λέγεται ότι ευωδιάζει και θαυματουργεί ενώ κοσμείται με πλούσια αναθήματα και άλλα τάματα.

Με απόφαση του Υπ. Πολ. (ΑΡΧ / Β1 Φ31 / 44212 / 1042 / ΦΑΚ 12 22.1.1988) η Ιερά Σκήτη προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που είχε φτιάξει ο Παπουλάκος έχει ανακηρυχθεί ως διατηρητέο ιστορικό μνημείο, λόγω αναγνώρισης της μεγάλης προσφοράς του ιδρυτή, κατά τους χαλεπούς χρόνους του έθνους μας, αλλά και της Ορθοδοξίας.

Η Αγιοκατάταξη του Αγίου Χριστόφορου του Παπουλάκου έγινε τελικά στις 29 Αυγούστου του 2024 και η μνήμη του θα τιμάται στις 18 Ιανουαρίου, ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του ενώ έχει χαρακτηρισθεί εύστοχα ως ο πρώτος εθνομάρτυρας του ελεύθερου Ελληνικού κράτους.

Ιερά Μονή Αγίου Αθανασίου Ζηκοβίτσας.

πηγή


Βρίσκεται ανάμεσα στους γνωστούς ως Καστανοχώρια οικισμούς του αγίου Ηλία, του Σπήλιου και της Κερασώνας που ανήκουν στον Νομό Καστοριάς και της Δαμασκηνιάς του Νομού Κοζάνης.

    
 
Άποψη του Καθολικού της Μονής
πηγή
Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Καστοριάς, 
Φιλάρετο Βαφείδη (1850 - 1933), η Μονή Αγίου Αθανασίου Ζηκόβιστας χτίστηκε το 1629.

Αυτό αναφερόταν σε δύο φιρμάνια που υπήρχαν στο μοναστήρι κατά το 1900, όταν ο Μητροπολίτης επισκέφθηκε την Μονή, τα οποία όμως σήμερα δυστυχώς δε σώζονται.

Το 1747 η Μονή ανακαινίστηκε δια χειρός Παρθενίου, γεγονός που αναφερόταν σε πλάκα που υπήρχε στο μοναστήρι, και την οποία είδε ο Φιλάρετος, ούτε αυτή όμως σώζεται σήμερα. Υπήρχαν δε και πολλές προφορικές μαρτυρίες, τις οποίες άκουσε ο Μητροπολίτης, ότι το μοναστήρι της Ζηκοβίτσας ήτανε αρχικά χτισμένο σε άλλο, διαφορετικό σημείο.

Ο Αγιος Αθανάσιος πάνω από την κεντρική
είσοδο του Καθολικού
πηγή
Η Μονή διέθετε μεγάλο γωνιακό κτηριακό συγκρότημα με πρόσοψη νότια και ανατολική, τον επάνω όροφο κάλυπταν 30 μοναστικά κελλιά, ευρύχωρη αίθουσα υποδοχής και το ηγουμενείο, ενώ στο υπόγειο υπήρχαν αποθηκευτικοί χώροι. 

Τη βορεινή και δυτική πλευρά προφύλασσε ισχυρή αργολιθοδομή με παρεμβαλλόμενες ξυλοδεσιές σε ύψος περίπου 4 μέτρων, η οποία προσέδιδε φρουριακό και αμυντικό χαρακτήρα στο σύνολο του συγκροτήματος ενώ στο κέντρο του σχηματιζόμενου τετραγώνου δέσποζε το Καθολικό της Μονής αφιερωμένο στον Άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας. 

Σε μικρή απόσταση από τη Μονή είχαν κτισθεί βοηθητικοί χώροι, αχυρώνες, στάβλοι, προβάτες, υπόστεγα και άλλα εξαρτήματα. Σήμερα, εκτός του Ναού, διασώζεται δυστυχώς μικρό μόνο τμήμα από τη δυτική πλευρά του αρχικού περιβόλου και λιγοστά ερείπια στη θέση των παλαιών κτισμάτων.

Άποψη του εσωτερικού του Καθολικού
πηγή
Το καθολικό της Μονής είναι μονόκλιτη, θολοσκέπαστη βασιλική διαστάσεων 11,65 Χ 5,70 μέτρων με επίσης θολοσκέπαστο ευρύχωρο νάρθηκα, του οποίου οι θόλοι δεν φαίνονται εξωτερικά. Ο ναός είναι σκεπασμένος με δίρριχτη στέγη από σχιστόλιθους, η οποία εμφανίζει τις καμπυλότητες και τα ύψη των τυφλών θόλων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο Καθολικό της Ζηκόβιστας επιβιώνει με τροποποιήσεις και απλουστεύσεις στη θολοδομία με τους χαμηλούς σφαιρικούς θόλους ο σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός.

Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο και οι εικόνες του τέμπλου φιλοτεχνήθηκαν στα μέσα του 18ου αιώνα. Ο Ναός είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες ζωγράφων της περιοχής. Πρόκειται για τους Χιοναδίτη Μιχαήλ και Δημήτριο Μπορμπουτζιώτη, όπως φαίνεται από την επιγραφή του υπέρθυρου στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού. 

Η φιλοτέχνηση του Καθολικού πραγματοποιήθηκε το 1785 και αποτελεί δεύτερη φάση αγιογράφησης πάνω σε παλαιότερη φάση αφού έγινε επίχριση με ασβεστοκονίαμα, που ανάγεται στην ίδρυση της Μονής. 

Η επιγραφή που αναφέρει τα ονόματα των χορηγών της
σπουδαίας αγιογράφησης της Μονής
πηγή 
Τόσο στον κυρίως ναό όσο και στο νάρθηκα οι αγιογραφίες είναι ζωγραφισμένες σε τρεις ζώνες. Στον κυρίως ναό στην πρώτη ζώνη υπάρχουν ζωγραφισμένοι ολόσωμοι άγιοι ενώ στη δεύτερη σε προτομή, τα λεγόμενα στηθάρια. Στην τελευταία είναι ζωγραφισμένη η Κοίμηση της Θεοτόκου, ο Χριστός που οδηγείται στο Σταυρό, η Σταύρωση και ο Επιτάφιος Θρήνος. 

Στον νάρθηκα υπάρχουν αγιογραφίες του Χριστού, της Παναγίας Βρεφοκρατούσας, διαφόρων αγίων και προφητών, καθώς και σκηνές από την τιμωρία στην κόλαση, υπάρχουν επίσης εικόνες των ιερομονάχων ηγουμένου Ανανία και Ιακώβου Λουψιώτη με έξοδα των οποίων έγινε η αγιογράφηση, σύμφωνα με την επιγραφή «ΙΣΤΟΡΙΘΕΙ ΚΕ ΕΚΑΛΩΠΙΣΘΕΙ ΚΑΙ ΟΥΤΩΣ Ο ΠΑΡΩΝ ΝΑΡΘΗΞ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΙΣ ΤΑΙ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΩ ΠΑΠΑ ΚΥΡ ΙΑΚΩΒΟΥ ΛΟΥΨΙΩΤΟΥ ΕΠΙ ΕΤΟΥΣ 1785».

Άποψη των τοιχογραφιών της Μονής
πηγή
Οι αγιογράφοι και μάλιστα ο Μιχαήλ, γνωστός άλλωστε και από άλλα έργα του, παρουσιάζουν εξαιρετικής τέχνης έργο με εκφραστική λεπτότητα, ιδιαίτερα προσεγμένες χρωματικές συνθέσεις και πλούσιο εικονογραφικό πρόγραμμα.

Με την πάροδο των χρόνων η Μονή απέκτησε μεγάλη κτηματική περιουσία και αναδείχθηκε σε ένα από τα ευρωστότερα μοναστήρια της περιφέρειας, χάρη στις εισφορές και δωρεές των ευλαβών χριστιανών, τη δραστηριότητα των μοναχών και την εργατικότητα του προσωπικού, ενδεικτικά διέθετε 300 στρέμματα καλλιεργήσιμων αγρών και λιβαδίων, όπως επίσης αντίστοιχες εκτάσεις δασών καστανιάς και βελανιδιάς και πολλά στρέμματα αμπελιών. 

Άποψη των τοιχογραφιών της Μονής
πηγή
Διατηρούσε σημαντικό αριθμό μεγάλων ζώων και κοπάδια γιδοπροβάτων, 300 κυψέλες μελισσών κλπ. Οι δύο υδρόμυλοι, τα μετόχια των περιοχών Κερασώνας και Ασπρούλας, η ακίνητη περιουσία στην Αδριανούπολη υπογραμμίζουν τη μεγάλη οικονομική άνθηση της Μονής, στην οποία εργάζονταν και σιτίζονταν πολυάριθμοι εργατοϋπάλληλοι από τις γειτονικές περιοχές επί δεκαετίες.

Το 1872 ιδρύθηκε Σχολαρχείο, το οποίο λειτούργησε μέσα στη Μονή σε δύο τύπους, ως Δημοτικό και Ημιγυμνάσιο. Ιδρύθηκε από τη Φιλομακεδονική Αδελφότητα με έδρα την Κωνσταντινούπολη, σωματείο αποτελούμενο από κατοίκους δεκατεσσάρων γειτονικών χωριών, εργαζομένων στην Αδριανούπολη και Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι διακρίνονταν για την αγάπη και τον πόνο για την πατρίδα τους. Αυτοί εξασφάλισαν με τη συνδρομή τους την κάλυψη των εξόδων της ανωτέρω Σχολής. 

Άποψη των τοιχογραφιών της Μονής
πηγή
Η σχολική επιτροπή με αντιπροσώπους των δεκατεσσάρων χωριών και πρόεδρο τον ηγούμενο της Μονής διήυθυνε τη λειτουργία του σχολείου, διόριζε τους διδασκάλους, και με την οικονομική συνδρομή της Αδελφότητας φρόντιζε για την κανονική και απρόσκοπτη λειτουργία του Σχολείου και Οικοτροφείου. 

Δίδαξαν ιερωμένοι και λαϊκοί δάσκαλοι από την περιοχή της Καστοριάς και φοίτησαν αρκετοί μετέπειτα επώνυμοι ιερείς και δάσκαλοι της ευρύτερης περιοχής, η λειτουργία της Σχολής ως το 1885, η σχετική ελευθερία και αναγνώρισή της από τους Τούρκους δείχνει τη σημαντική προσφορά της Μονής στην υπόθεση της παιδείας του Γένους.

Το 1884 στο μοναστήρι υπήρχαν δώδεκα κελιά χωρητικότητας 120 ατόμων το δε μοναστήρι είχε εισόδημα 150 λίρες που διαχειριζόταν εξαμελής επιτροπή, επρόκειτο δηλαδή για ενοριακό μοναστήρι.

Στο τέλος του 19ου αιωνα και στις αρχές του 20ου η Μονή υπό την πνευματική αιγίδα του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στα δύσκολα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα. 

Άποψη των τοιχογραφιών της Μονής
πηγή
Στους χώρους της συνεδρίαζαν οι επιτροπές του Μακεδονικού Αγώνα από τα γύρω χωριά και κατέφευγαν οι αρχηγοί των ανταρτικών σωμάτων Βάρδας, Λίτσας, Βέργας και άλλοι, για να βρουν τροφή και στέγη και να οργανώσουν τις επιθέσεις τους. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την οργή των Βουλγάρων κομιτατζήδων. 

Τη νύχτα της 12ης Μαρτίου 1905 πυρπόλησαν τα γύρω εξαρτήματα της Μονής, τους στάβλους με τα ζώα, τα κτήρια των κελλιών και τη βιβλιοθήκη, στην οποία φυλάσσονταν πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία της, σώθηκαν ελάχιστα κελλιά και το Καθολικό. Για την πυρπόληση της Μονής γράφει ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης σε σχετική έκθεσή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Έκτοτε η Μονή παραδόθηκε στη φθορά του χρόνου, το 1918 υπάγεται στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης, το 1930 ρευστοποιείται η περιουσία της και γίνεται μετόχι του μοναστηριού της Αγίας Τριάδας, στο Βυθό Βοΐου και δύο χρόνια αργότερα, μετόχι της Μονής της Παναγίας στο Μικρόκαστρο, ενώ μετά τον πόλεμο, το 1952, τα περισσότερα κτήματά της παραχωρούνται σε ακτήμονες καλλιεργητές και κτηνοτρόφους. 

Το 1976 το Καθολικό της Μονής χαρακτηρίσθηκε Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο και έκτοτε υπό την επίβλεψη της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων πραγματοποιήθηκαν σημαντικές αναστηλωτικές εργασίες.

Τον Ιούνιο του 2011 χάρη στη μέριμνα του οικείου Μητροπολίτη η Μονή αναβίωσε με την εγκατάσταση σε αυτή μικρής συνοδείας μοναζουσών. Από τότε μέχρι σήμερα η αδελφότητα προέβη στην οικοδομή μικρών κτισμάτων, προκειμένου να στεγαστεί και να οργανώσει τις καθημερινές εργασίες της, ενώ στη Μονή λειτουργεί εργαστήριο αγιογραφίας και τοιχογραφίας.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 24673 00301

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Ιερά Μονή Μακελλαριάς, Καλάβρυτα.


Βρίσκεται στην ορεινή Αχαΐα, στο βορειοδυτικό τμήμα του Δήμου Καλαβρύτων, νότια του χωριού των Λαπαναγών,  στην δεξιά όχθη του Σελινούντα ποταμού και επάνω σε ένα γυμνό, απότομο βράχο σε απόσταση 30 χιλιομέτρων περίπου από τα Καλάβρυτα.

 

Ο Φλάβιος Βελισσάριος σε ψηφιδωτό στην Basilica of San
Vitale στην Ραβέννα της Ιταλίας
πηγή
Σύμφωνα με την παράδοση ώς έτος ίδρυσής της Μονής Μακελλαριάς αναφέρεται το 532 από τον σπουδαίο στρατηγό του Ιουστινιανού Φλάβιο 
Βελισσάριο, ο οποίος έχτισε το μοναστήρι, μάλλον για να εξιλεωθεί από τη σφαγή των στασιαστών, κατά την περίφημη Στάση του Νίκα, τον Ιανουάριο του 532 στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης που άφησε περίπου 30.000 νεκρούς. 

Σε μία μαρμάρινη επιγραφή που σώζεται μέχρι και σήμερα στο νάρθηκα του Καθολικού της Μονής, αναφέρονται τα εξής: «ΕΝ ΤΩ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΜΑΚΕΛΛΑΡΙΤΙΣΣΗΣ ΤΩ ΚΤΙΣΘΕΝΤΙ ΠΟΤΕ ΥΠΟ ΒΕΛΑΣΣΑΡΙΟΥ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΡΩΜΑΙΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΩ 532».

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453, ο Μωάμεθ Β’ πορθητής προχώρησε στην κυρίως Ελλάδα σπέρνοντας τον όλεθρο, στις 15 Μαΐου του 1458 κατέλαβε την Κόρινθο με τα στρατεύματά του να ξεχύνονται στην Πελοπόννησο και ο κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής να καταφεύγουν για προστασία στη Μονή της Μακελλαριάς.

Άποψη της εισόδου της Μονής
πηγή
Οι Τούρκοι, με αρχηγό τον Κατή - Πασά, έφθασαν στη Μονή και την πολιόρκησαν από την απέναντι οχυρά θέση «Κατηκάμπος», έχοντας αντιμέτωπα τα στρατεύματα του Έλληνα οπλαρχηγού Γιάννου, που είχαν οχυρωθεί στη θέση «Γιάννου - κάμπος».

Από τους επικεφαλείς των δύο στρατευμάτων προήλθαν και οι μετέπειτα ονομασίες των θέσεων, που διασώζονται μέχρι σήμερα. 

Παρά τη σθεναρή αντίσταση της Μονής και των αγωνιστών του Γιάννου, οι Τούρκοι ενισχυμένοι από τα στρατεύματα του Βοϊβόδδα Πασά, επιτέθηκαν από τη θέση Βοϊβοντόραχη, κυρίευσαν τη Μονή και κατέσφαξαν τους μοναχούς και τον άμαχο πληθυσμό.

Οι εναπομείναντες πατέρες θέλησαν να ξαναχτίσουν το Μοναστήρι, όχι όμως στην τοποθεσία που ήταν παλαιότερα χτισμένο, και αυτό για λόγους προστασίας από τις καιρικές συνθήκες και ιδιαίτερα από τους ισχυρούς ανέμους που επικρατούν στην περιοχή. Έτσι αποφάσισαν να το χτίσουν στο απάνεμο μέρος του σπηλαίου, όπου σήμερα υπάρχει το εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως.
Από τη σφαγή αυτή γέμισαν τα κελλιά των μοναχών με αίμα, από τις λέξεις αίμα – κελλιά ή από την ιταλική λέξη macellio (μακελειό), που σημαίνει σφαγή, η Μονή ονομάσθηκε τελικά Μακελλαριά.
Πανοραμική άποψη της Μονής
πηγή
Η ανοικοδόμηση όμως δεν σημείωνε πρόοδο, γιατί η οικοδομή την οποία οι εργάτες ανήγειραν την ημέρα, έπεφτε τη νύχτα και το πρωί παρουσιαζόταν σωρός ερειπίων ενώ τα εργαλεία και μέρος των υλικών εξαφανίζονταν.

Μετά από λίγες ημέρες τα εργαλεία βρέθηκαν στην κορυφή του βράχου, που είναι σήμερα χτισμένη η Μονή. Οι μοναχοί, παρά τις αντιδράσεις του πρωτομάστορα που θεώρησε το μέρος ακατάλληλο, άρχισαν την εκκαθάριση του βράχου για την ανοικοδόμηση της Μονής στο μέρος που υπέδειξε η Παναγία. 

Εκεί σε ένα φυσικό κοίλωμα του βράχου – όπως φαίνεται μέχρι σήμερα στο ιερό βήμα της μονόκλιτης Βασιλικής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου – βρέθηκε ένα πήλινο δοχείο με πηγμένο λάδι και δίπλα σε αυτό η εικόνα της Παναγίας.

Η αντίδραση του πρωτομάστορα δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Ενώ οι μοναχοί καθάριζαν το βράχο, αυτός συνέχισε πεισματικά την ανοικοδόμηση στη σπηλιά της Μεταμορφώσεως. Όταν βρέθηκε το εικόνισμα της Θεοτόκου οι σκαλωσιές γκρεμίστηκαν παρασύροντας τους χτίστες, τα υλικά και τα εργαλεία στη χαράδρα που οδηγεί στο Σελινούντα ποταμό.  

Η μαρμάρινη επιγραφή της ανακαίνισης της
Μονής, το 1805 απο τον Γεώργιο Λαπαναγίτη
πηγή
Κανείς δεν τραυματίστηκε, εκτός από τον πρωτομάστορα. Οι μοναχοί προσευχήθηκαν και άλειψαν τον τραυματισμένο πρωτομάστορα με το λάδι που βρέθηκε, και αμέσως θεραπεύτηκε από τα τραύματά του. 

Γεμάτος ευγνωμοσύνη για τη θεομητορική προστασία αρχίζει την ανοικοδόμηση στον τόπο της θείας εκλογής, έργο το οποίο δεν συνάντησε πλέον κανένα εμπόδιο.

Η πρώτη ανακαίνιση της Μονής έγινε το 1784 από τον ιερομόναχο Νεόφυτο με τη συνδρομή των κατοίκων των γύρω περιοχών ενώ αναφέρεται η συμπαράσταση μιας Μοναχής ονόματι Βαρθολομαίας. 

Η δεύτερη ανακαίνιση πραγματοποιήθηκε το 1805 από τον Γεώργιο Λαπαναγίτη. Αυτή τη φορά χτίζεται νάρθηκας ως προσθήκη στο καθολικό της Μονής, όπως αναφέρει μαρμάρινη πλάκα: «ὁ παρῶν ἄρτιξ ἐκτίσθη δι’ ἐξόδων τοῦ Γεωργίου Λαπαναγίτου καὶ τῆς Ἠλιοστάλακτης τῶν προσκυνητῶν εἰς μνημόσυνον αὐτῶν αἰώνιον 1805, Σεπτεμβρίου 1».

Άποψη του εσωτερικού του Καθολικού της Μονής
πηγή
Στην ανακαίνιση αυτή, η πέτρα που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση των νέων κτιρίων της Μονής μεταφέρθηκε στη σημερινή της θέση από βάθος 150 μέτρων, με αλυσίδα που σχημάτιζαν οι κάτοικοι των Λαπαναγών. 

Επιπλέον, χτίζονται νέα κελιά μοναχών ενώ την ίδια περίοδο ευλαβείς χριστιανοί δωρίζουν στη Μονή Ευαγγέλια, εικόνες, στολές, ασημένια καντήλια και σκεύη, αμπελώνες, αγρούς, ποιμνιοστάσια, ελαιώνες, δίνοντας ο καθένας το όνομά του «εἰς μνημόσυνον αἰώνιον».

Σύμφωνα με την παράδοση, η Μονή ονομαζόταν αρχικά Παναγία Λιθαριώτισσα ή Λιθοστρωτιώτισσα και για τη μετονομασία της σε Παναγία Μακελλαριά διασώζεται η εξής παρακάτω παράδοση:

Ο σπηλαιώδης ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος
σε χαμηλότερη θέση απο την Μονή
πηγή
Ό
ταν οι Τούρκοι πήγαν στην Μονή, ο Ηγούμενος τους προέτρεψε να μην την καταστρέψουν γιατί είναι τόπος ιερός και η Παναγία κάνει αναρίθμητα θαύματα με τους Τούρκους να ζητάνε από τον Ηγούμενο να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του.

Ο Ηγούμενος τότε πέταξε από το βράχο, το καντήλι της θαυματουργού εικόνας της Παναγίας το οποίο αν στεκόταν όρθιο, χωρίς να σπάσει και χωρίς να χυθεί το λάδι που περιείχε, δεν θα καταστρέφαν το Μοναστήρι και οι Τούρκοι έστειλαν στο βάραθρο του ποταμού στρατιώτες για να το διαπιστώσουν. 

Το καντήλι της Παναγίας ρίχτηκε από το βράχο και οι Τούρκοι στρατιώτες βρήκαν το καντήλι σκαλωμένο στα δένδρα άθικτο και έτσι πίστεψαν στη θαυματουργό δύναμη της Παναγίας και δεν κατέστρεψαν τη Μονή.

    Άποψη της Μονής
πηγή
Μετά από αρκετό χρονικό διάστημα προσήλθαν στη Μονή τουρκικά στρατεύματα με στρατιώτες της πρώτης κατάληψης της Μονής, οι οποίοι γνώριζαν το θαύμα, αλλά και με στρατιώτες που πρώτη φορά διέρχονταν από εκεί. 

Τότε επήλθε διαφωνία μεταξύ των Τούρκων, καθώς αυτοί που γνώριζαν τη θαυματουργό δύναμη της Παναγίας έλεγαν ότι δεν πρέπει να καταστραφεί, ενώ αυτοί που επισκέπτονταν πρώτη φορά τη Μονή επέμεναν ότι θα έπρεπε να την καταστρέψουν. Από τη διαφωνία μεταξύ των Τούρκων δημιουργήθηκε φανατισμός και εμμονή στις αντίθετες απόψεις με αποτέλεσμα να γίνει συμπλοκή μεταξύ τους και να ακολουθήσει μεγάλη σφαγή στο χώρο της Μονής και ως εκ τούτου η Μονή να ονομασθεί Μακελλαριά.

Άποψη της Μονής
πηγή
Μετά το θάνατο των τελευταίων 5 ιερομονάχων δηλαδή το 1915 άρχισε η κατάρρευση της Μονής. 

Όταν ήταν Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας ο αείμνηστος Τιμόθεος για άγνωστους λόγους έγινε αρχικά η προσάρτιση της Μονής στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Βλασίας και έπειτα στη Μονή Ταξιαρχών ως μετόχι.

Κατά το διάστημα αυτό η κτηματική περιουσία της Μονής Μακελλαριάς πωλήθηκε, τα αιγοπρόβατα της διασκορπίσθηκαν και δεν υπήρχε η ανάλογη προσοχή και επίβλεψη στις εγκαταστάσεις της Μονής με αποτέλεσμα αυτή να καταστραφεί.

    Άποψη της Μονής
πηγή
Με την τοποθέτηση του Μητροπολίτη κ. Αγαθονίκου στην Επαρχία Καλαβρύτων & Αιγιαλείας επισκεπτόμενος αυτός τη Μονή και βλέποντας τη κατάσταση, λυπήθηκε. 

Προσπάθησε να βρει να επανδρώσει τη Μονή και έστειλε τον μοναχό Αγαθάγγελο Μητσιούλη μοναχό της Αγίας Λαύρας, τον οποίο αφού χειροτόνησε διάκονο, εγκατέστησε Ηγούμενο της Μονής που είχε ανασυστήσει με Βασιλικό Διάταγμα ως ανεξάρτητη.

Επίσης διορίζεται επιστροπή από τους Κωνσταντίνο Καρπέτα Ιατρό,  Γεώργιο Ιωαν. Αδαμόπουλο, Ανδρέα Δ. Μουρτζούχο, Σπυρίδωνα Ιωαν. Βλέμμα, Βασίλειο Α. Βαγενά κατοίκους πρώην Λαπαναγών και τότε Αιγίου και Χρ. Γ. Βαγενά κάτοικο Λαπαναγών ενώ έλαβαν έγκριση από το Υπουργείο για τη διενέργεια εράνου σε όλα τα χωριά της επαρχίας Αιγιαλείας.

Λόγω του γήρατος του Ηγουμένου Αγαθάγγελου η Μονή αλλάζει ηγουμενία με νεό Ηγούμενο τον μοναχό του Μεγάλου Σπηλαίου Αρχιμ. Άνθιμο Δρίτσα. Η Μονή τότε γνώρισε ακμή, επανδρώθηκε με αρκετούς μοναχούς και έγινε μια μικρή επέκτασε στα κτήρια της.

Άποψη της Μονής
πηγή
Δυστυχώς μετά την εγκατάλειψη της επαρχίας και των γύρω χωριών από τους κατοίκους λόγω της αστυφιλίας και των κινήτρων για εγκατοίκηση σε πόλεις οι δυσκολίες για την διαβίωση στη Μονή ήταν τεράστιες με αποτέλεσμα το κλείσιμο της Μονής και την μετανάστευση των μοναχών σε άλλες Μονές.

Λόγω του πλήθους των θαυμάτων της Μονής και την αθρόα προσέλευση των πιστών ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες η Μονή συνέχισε να λειτουργεί τις Κυριακές των θερινών μηνών από επιτροπή που αποτελούνταν από τους: Πρωτοπρεσβύτερο Χρήστο Φραντζή, Πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Στρουμπούκη και Πρωτοπρεβύτερο Δημήτριο Λιακόπουλο.

Ο παλαιός Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, μόλις μπαίνουμε
στην αυλή του μοναστηριού δεξιά.
πηγή
Η Ιερά Μονή απο την ιδρυση της ήταν ανδρώα αλλά από το 1990 δεν είχε αδελφότητα. Από τον Ιούλιο του 2011 όμως, με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ.κ. Αμβροσίου ανέλαβε γυναικεία αδελφότ
ητα  δύο νέων μοναζουσών, η μοναχή Μαρκέλλα και η μοναχή Συγκλητική που τα χρόνια αυτά ανακαινίζουν εκ βάθρων τις κτηριακές εγκαταστάσεις της Μονής με τη συνδρομή ευλαβών προσκυνητών και δωρητών.

Στο βράχο που είναι χτισμένη η Μονή, μόλις μπαίνουμε στον περίβολό της βρίσκεται και το καθολικό που είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της ΘεοτόκουΟ ναός είναι ο πρώτος που χτίστηκε στην κορυφή του βράχου, έχει διαστάσεις 6 μέτρα μήκος και 3,5 μέτρα πλάτος ενώ οι τοίχοι του καταλήγουν σε θόλο. Εδώ φυλάσσεται το πιθάρι με το λάδι που βρέθηκε κατά θεία υπόδειξη.  

Το Καθολικό της Μονής κτίσμα του 16ου αιώνα αφιερωμένο
στην Αγία Τριάδα
πηγή
Η δεύτερη εκκλησία που αποτελεί και το καθολικό της Μονής είναι ένας νεότερος αλλά μεγαλύτερος ναός.

Είναι βυζαντινού ρυθμού με ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο αφιερωμένος στην Αγία Τριάδα, στο ναό αυτό φυλάσσεται επάνω σε ένα πολυτελές ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, η θαυματουργή εικόνα της "Παναγίας της Μακελλαρίτισσας"

Ένας ακόμα μικρός ναός, εντός σπηλαίου κάτω από την βοιοβοντοράχη και χαμηλότερα από τη θέση του σημερινού μοναστηριού, είναι αφιερωμένος στην Μεταμόρφωση το Σωτήρος και εκεί ο βράχος πάνω από την Αγία Τράπεζα στάζει όλο το χρόνο νερό στο οποίο ο λαός αποδίδει ιαματική δύναμη.

Η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Μακελλαριώτισσας
πηγή
Ο πολυτιμότερος θησαυρός της Μονής είναι η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που 
εικονίζεται να κρατά στο αριστερό της χέρι τον Ιησού Χριστό που ευλογεί. 

Είναι έργο μεταβυζαντινής τέχνης και εποχής και έχει επενδυθεί με ασημένιο κάλυμμα ενώ μέσα από το κάλυμμα αναφέρεται ως Παναγία Ελεούσα.

Ακόμη στην Μονή υπάρχει και το κιούπι με το θαυματουργό λάδι, που βρέθηκε μέσα στο βράχο όταν ξανακτίστηκε το μοναστήρι μετά την καταστροφή από τους Τούρκους το 1458, το οποίο σώζεται έως και σήμερα. 

Σημαντικά κειμήλια του μοναστηριού, όπως επίχρυσες λειψανοθήκες, βυζαντινές εικόνες και επάργυρα Ιερά Ευαγγέλια, έχουν κλαπεί σε ληστεία που έγινε το Σεπτέμβριο του 1980

Επίσης στη Μονή σώζονται καρυοφύλλια, γιαταγάνια και κουμπούρες των οπλαρχηγών και των παλικαριών που συμμετείχαν στην ξακουστή Μάχη της Καυκαριάς, με τα οποία κατατρόπωσαν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ στις 26 Αυγούστου του 1827, καθώς και κάποιες στολές αγωνιστών του 1821.

ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΜΟΝΗ: 
Μην ακολουθήσετε τις οδηγίες πλοηγού (gps) γιατί ο δρόμος που προτείνει ως συντομότερος είναι κομμένος και επικίνδυνος. O πλοηγός καθοδηγεί την πρόσβαση σας για τη Μονή από μια διαδρομή που έχει μεγάλη δυσκολία και επικινδυνότητα παρακαλούμε όσους θέλουν να προσέλθουν στη Μονή να ακολουθήσετε τις παρακάτω οδηγίες:

Για να προσέλθετε στην Ιερά Μονή οδικώς από Πάτρα, ακολουθήστε την Επαρχική Οδό Πατρών - Καλαβρύτων και στρίψτε στις πινακίδες που αναφέρονται στη Ιερά Μονή μόνο από τα Φλάμπουρα.

Ακολουθείτε τις πινακίδες και θα διασχίσετε το δρυοδάσος της Κάνισκας όπου για 10 χλμ έχει χωματόδρομο . Για το λόγο αυτό πριν την προσέλευση σας στην Ιερά Μονή, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες, καλό είναι να επικοινωνείτε με την αδελφότητα ώστε να ενημερώνεστε για την κατάσταση του δρόμου.

Η μονή πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου την Κοίμηση της Θεοτόκου, στις 14 Σεπτεμβρίου στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, στις 6 Αυγούστου την Μεταμόρφωση του Κυρίου και την Κυριακή της Πεντηκοστής.

Ωράριο λειτουργίας: Χειμερινό 9:00 π.μ.- 16:00 μ.μ & Θερινό 9:00π.μ.- 13:00μ.μ. & 16:30 μ.μ.- 20:00 μ.μ.
Η Ιερά Μονή κάθε Τρίτη παραμένει ΚΛΕΙΣΤΗ
ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ Θ. Λειτουργία 7.30 - 10.00 π.μ.
Τηλ. Επικοινωνίας: 2692 084485.