Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ

πηγή


Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Γενέσιον της Θεοτόκου στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Μονή που ασκήτεψε η Αγία Σοφία.


ΣΗΜΕΙΩΣΗΣτην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ)

Η Ιερά Μονή Γενέσιον της Θεοτόκου 
στην Κλεισούρα της Καστοριάς
όπου ασκήτεψε η Οσία Σοφία.
Καταγόταν, από το χωριό Σαρή - ποπά (ή Σαρή – παπά) Κιουρτουνίου Χαλδίας, της Τραπεζούντας, γεννήθηκε το 1883 και ήτανε θυγατέρα του Αμανατίου και της Μαρίας Σαουλίδη

Το 1907, 24 ετών νυμφεύεται τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη από το Τογρούλ της Τραπεζούντας με τον οποίο το 1910 αποκτά ένα παιδί που πέθανε το 1912 ενώ οι Τούρκοι το 1914 πήραν τον άντρα της στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον απεβίωσε και η Σοφία κατέφυγε στα βουνά, όπου ζούσε ασκητικά.

Εκεί της εμφανίστηκε ο Αγιος Γεώργιος και την προειδοποίησε για μία επικείμενη επιδρομή των Τσετών, η Σοφία ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο ενώ στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας στην Ελλάδα κινδύνεψε να καταποντιστεί. 


Η Οσία Σοφία της Κλεισούρας
Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία και της ζήτησε να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι συγχωριανοί της όμως η Παναγία τους έσωσε όλους.

Ο καπετάνιος δεν το πίστευε πώς σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον άγιο έχουμε» Οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία».

Το 1925 φθάνει, στην Ιερά Μονή Αγίου Μάρκου Φλωρίνης, στην οποία διαμένει δύο χρόνια και στη συνέχεια με υπόδειξη της Θεοτόκου οδηγείται στην Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου Κλεισούρας στην οποία και εγκαταστάθηκε οριστικά το 1927, όπου έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα. 

Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο, τον πατέρα Γρηγόριο Μαγδάλη, που είχε έλθει από το Άγιο Όρος, ο οποίος την κατάρτισε στη μοναχική ζωή και έζησε ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως, καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του.

Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς, υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή υγρασία του τόπου και όταν της έλεγαν ν᾿ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρὀσυρτο «Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. 


Η Οσία Σοφία της Κλεισούρας
Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της περιοχής. 

Της έδιναν καινούργια αλλά δεν τα φορούσε και τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. 

Κοιμόταν και σε έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες.

Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ και όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα όμως παρ᾿ όλη την αλουσιά, το κεφάλι της ευωδίαζε. 

Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως με ότι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων, ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη. 

Τα σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της ενώ άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα, έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα και όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου»

Η Οσία Σοφία της Κλεισούρας
Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους.

Δεν κρατούσε δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους αναγκεμένους όταν θα ερχόταν η ώρα. 

Τα τότε κοριτσάκια, σημερινές γερόντισσες της Κλεισούρας, που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της. 

Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ᾿ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους έλεγε. 

Ποτέ δεν πλήγωσε ή στενοχώρησε κανένα. άν καταλάβαινε ότι κάποιος είχε προβλήματα μέσα του, περνούσε από δίπλα του, του έλεγε ένα δυο λόγια, χωρίς να την αντιληφθούν οι άλλοι, απομακρυνόταν, κι εκείνος την ακολουθούσε, τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε, τον ενίσχυε με τη χάρη του Θεού, κι αυτός έφευγε άλλος άνθρωπος. 

Η Οσία διακονεί σε βάφτιση
πηγή
Έλεγε πολλές φορές: «Αυτοί ήρθαν μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι», ήξερε σκάνδαλα από ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς, όμως δεν κατηγορούσε κανένα και έλεγε: «Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός».

Είχε μια αρκούδα, που την ονόμασε «ρούσα», που έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της τα έγλειφε από ευγνωμοσύνη και επέστρεφε στο δάσος, έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια κι αυτά όταν αυτή προσευχόταν φτερούγιζαν γύρω της.

Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους, κάποτε αρρώστησε βαριά, από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο αλλά δεν δέχτηκε να την δεί γιατρός αλλά έλεγε: «Θα ᾿ρθει η Παναγία να με πάρει από τον πόνο»


Η πράξη Αγιοκατάταξης της Οσίας
Έβαζε στουπιά η φιτίλια από τις καντήλες, ώσπου σάπισε η πληγή της και έβγαζε κακοσμία, τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Αγιο Γεώργιο. 

Της είπε ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα», αυτή απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις», μια «εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά, έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα της ή το φόρεμά της, για να δείξει στον κόσμο την τομή που της έγινε και έκλεισε μόνη της. 

Πληροφορήθηκε από την Παναγία Θεοτόκο το επικείμενο τέλος της επιγείου πορείας Της, έλεγε στα ποντιακά: "Θα διαβαίνω πλαν. Έρθεν το χαμπάρ", (= Θα φύγω. Ήλθε το μήνυμα) και κοιμήθηκε στις 6 Μαΐου 1974 ενώ η πρώτη ανακομιδή των λειψάνων της έγινε στις 7 Ιουλίου 1981 και για μέρες ευωδίαζαν βασιλικό. 

Στις 27 Μαΐου 1998 γίνεται η δεύτερη ανακομιδή των λειψάνων της τα οποία μεταφέρονται στην μονή από το Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ, ανακηρύχθηκε Αγία το 2011 και την 1η Ιουλίου 2012, έγινε η επίσημη ανακήρυξή της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Καστοριά ενώ τα λείψανά της σώζονται στην μονή και εκτίθενται προς προσκύνηση στους επισκέπτες, αν το ζητήσουν από τις μοναχές.

Η Οσία Σοφία εορτάζει στις 6 Μαίου.



Απολυτίκιο 
της Αγίας Σοφίας της Κλεισούρας






Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Η ΚΑΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑΣ



Αποθησαυριζόταν στην φερώνυμη Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή στη Θεσσαλονίκη έως και τις 22 – 23 Απριλίου του 2012 που εκλάπησε και ως σήμερα δυστυχώς δεν έχει βρεθεί.


ΣΗΜΕΙΩΣΗΣτην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).
Η Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της
Αγίας Αναστασίας στην Θεσσαλονίκη
Η ληστεία έγινε, κατά τις εκτιμήσεις της Αστυνομίας, το βράδυ της 22ας προς 23ης Απριλίου, πιθανότατα τα ξημερώματα της εορτής του Αγίου Γεωργίου, από τις 10 το βράδυ έως τις 5.40 τα ξημερώματα της 23ης Απριλίου, και οι ληστές χρειάσθηκε να «ανοίξουν» 5 πόρτες για να φτάσουν στο εσωτερικό του Καθολικού της Ιεράς Μονής για να διαπράξουν την κλοπή.

Η λειψανοθήκες που χρονολογούνται μετά το 1830, δηλαδή μετά το ολοκαύτωμα της Μονής με την Κάρα της Αγίας Αναστασίας, με το πόδι της Αγίας, μια λειψανοθήκη με αποτμήματα λειψάνων της Αγίας Αναστασίας, της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Μοδέστου, ένας νεότερης τέχνης σταυρός ευλογίας που βρισκόταν πάνω στην Αγία Τράπεζα και μια άδεια λειψανοθήκη βρίσκονται πλέον στα χέρια των ληστών ενώ εντύπωση προκάλεσε στους αστυνομικούς ότι οι ληστές αφαίρεσαν λειψανοθήκες που περιείχαν μόνον λείψανα της Αγίας Αναστασίας και όχι άλλες στις οποίες φυλάσσονταν αποτμήματα λειψάνων άλλων Αγίων.

 Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια
εικόνα του 15ου αιώνα
Η καταγωγή της Αγίας Αναστασίας ήταν από την Ρώμη. Ο πατέρας της ονομαζόταν Πραιτεξτάτος και ήταν Ρωμαίος πατρίκιος ενώ την μητέρα της την έλεγαν Φαύστα. 

Η Αναστασία διακρινόταν για την ομορφιά του σώματος, τη μόρφωση, το άμεμπτο ήθος και τη σωφροσύνη της.

Παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία τον Ποπλίωνα, άρχοντα των Ρωμαίων και φανατικό ειδωλολάτρη. Η Αναστασία όμως, κατηχήθηκε στο λόγο του Χριστού και έλαβε το Θείο Βάπτισμα. Επειδή δεν φανέρωσε δημόσια, λόγω του ανδρός της, την χριστιανική της πίστη βοηθούσε κρυφά όσους είχαν ανάγκη από ένα χέρι βοηθείας ή ένα λόγο παρηγοριάς. 

Ντυνόταν πενιχρά και μετέβαινε στις φυλακές πηγαίνοντας τροφή και χρήματα. Γι' αυτό ονομάστηκε «Φαρμακολύτρια».

Όταν έμαθε ο Ποπλίωνας την δράση της Αγίας, εξοργίστηκε. Αρχικά προσπάθησε να την μεταπείσει με συμβουλές. Όμως, η Αναστασία παρέμενε ακλόνητη στην πίστη της ακόμα και όταν την κακοποίησε. Αυτή η επιμονή της, εξόργισε τον Ποπλίωνα και την κατέδωσε στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, ο οποίος διέταξε την φυλάκισή της.

Επειδή εξακολουθούσε να υμνολογεί τον Κύριο, ο Διοκλητιανός διέταξε τον βασανισμό της και τελικά η αγία Αναστασία παρέδωσε το πνεύμα της στην πυρά το 290 μ.Χ. 

Η Αγία μεγαλομάρτυρας Αναστασία η Φαρμακολύτρια εορτάζει στις 22 Δεκεμβρίου.


Απολυτίκιο 
της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Αναστασίας 
της Φαρμακολύτριας







Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Η "ΑΓΙΑ ΦΑΤΝΗ" ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



Υπόδειγμα ξύλινης φάτνης.
Η φάτνη είναι το παχνί, το σκαφίδιο ή και η θέση μέσα στην οποία τοποθετείται η τροφή των ζώων, συνήθως αιγοπροβάτων ή αγελάδων. 

Ο Ιωάννης Σταματάκος στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης, Γ', σ. 2832, ορίζει ότι η φάτνη είναι ένα ξύλινο κατασκεύασμα ή κοιλανθέν τμήμα κάποιου κορμού δέντρου για την εναπόθεση της τροφής των ζώων.

Η λέξη φάτνη (praesepe - praesepium στη λατινική γλώσσα) που φιλοξένησε "τόν Δεσπότην ἡμῶν... κείμενον, ἐσπαργανωμένον, τό φρικτόν ἐκεῖνο καί παράδοξον θέαμα" (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις τον μακάριον Φιλογόνιον, ΡG 48, 753), συναντάται στο Ευαγγέλιο μόνο του Αγίου Λουκά και στο μέρος όπου αναφέρεται η διήγηση της Γεννήσεως του Χριστού, σημειώνει: Λουκ. 2,7: "καί ἔτεκεν τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον καί ἐσπαργάνωσεν αὐτόν καί ἀνέκλινεν αὐτόν ἐν φάτνῃ"Λουκ. 2,12: "καί τοῦτο ἡμῖν σημεῖον, εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον καί κείμενον ἐν φάτνῃ"Λουκ.2,16: "καί ἦλθαν σπεύσαντες, καί ἀνεῦρον τήν Μαριάμ καί τόν Ἰωσήφ καί τό βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ".

Διακρίνονται καθαρά οι σανίδες της υποτιθέμενης φάτνης του Χριστού
στο εσωτερικό της λειψανοθήκης.


Στη Ρωμαιοκαθολική Βασιλική της Ρώμης Basilica di Santa Maria Maggiore που είναι μία από τις πιο αρχαίες εκκλησίες της Ρώμης, αποθησαυρίζεται μία περίτεχνη λειψανοθήκη η οποία πιστεύεται ότι περιέχει ένα τμήμα της Αγίας Φάτνης του Χριστού (Sacra Culla).

H λειψανοθήκη αυτή περιέχει πέντε μαυρισμένες από τον χρόνο σανίδες ενώ σύμφωνα με την Καθολική Εγκυκλοπαίδεια, το τμήμα της φάτνης που σώζεται στη Basilica di Santa Maria Maggiore της Ρώμης ήρθε εκεί πιθανότατα από τον Έλληνα Πάπα της Ρώμης Θεόδωρο Α΄(642 - 649), ο οποίος γεννήθηκε στα στους Αγίους Τόπους, στα Ιεροσόλυμα ενώ σύμφωνα με ένα άλλο ιστορικό η Αγία Φάτνη πρέπει να έφθασε στη Ρώμη στις αρχές του 12ου και όχι στα μέσα του 7ου αιώνα.

Λείπει πάντως μία μονογραφία αφιερωμένη στην  Sacra Culla που θα έριχνε περισσότερο φως σε αυτό το κειμήλιο. Αναγκαία βέβαια προϋπόθεση είναι η εξέταση του κειμηλίου από κοντά, αφού η μόνη φωτογραφία του είναι του 1893 ενώ σε έρευνα που έγινε το 1893 από το ίδιο την ίδια την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, καταλήξανε στο συμπέρασμα  ότι το ξύλο από τις πέντε σανίδες είναι ξύλο από το δέντρο της συκομουριάς. 

Οι σανίδες της φάτνης του Χριστού στην αυθεντική συναρμογή τους. 
Από την μοναδική φωτογραφία που υπάρχει των σανίδων της φάτνης (1893).

Ανάγλυφη  ”ασβεστολιθική” φάτνη.
Επίσης ότι από τις πέντε σανίδες, οι δύο θεωρούνται ότι σχηματίζουν ένα Χ ενώ οι υπόλοιπες τρεις ήταν τοποθετημένες στο πάνω μέρος του Χ μαζί με κάποια άλλα τμήματα που τώρα όμως δυστυχώς λείπουν.

Η υπόθεση ότι δύο από τις σανίδες σχημάτιζαν Χ οδηγεί σε μία ξύλινη φάτνη, αλλά η φάτνη στην οποία ο Ιησούς ως μωρό τοποθετήθηκε μετά τη Γέννησή Του πιστεύεται ότι ήταν κατά πάσα πιθανότητα λαξευμένη στο ασβεστολιθικό τοίχωμα του σπηλαίου της γέννησης, όπως αφήνει επίσης να εννοηθεί και η Ορθόδοξη εικονογραφία της Γέννησης του Χριστού, έτσι λοιπόν με τον καιρό αναπτύχθηκαν δύο διαφορετικές θεωρίες για τη Sacra Culla. 

Σημειώσεις στα ελληνικά σε μία από τις σανίδες της φάτνης του Χριστού.
Το περιεχόμενο της ελληνικής επιγραφής σύμφωνα με:
Nickell Joe, Relics of the Christ, The University Press of Kentucky, 2007, σελ 27.
Η ελληνική επιγραφή έχει τελικά καταγραφεί από τον Hartmann Grisar στο έργο του: Analecta Romana,
dissertazioni, testi, monumenti dell'arte riguardanti principalmente la storia di Roma e dei Papi nel Medio Evo
(Ρώμη, 1899), σελ 591 (
ΕΔΩ).

Λεπτομέρεια της Γέννησης του Χριστού κατά
την Ορθόδοξη εικονογραφία.
Μία θεωρία υποστηρίζει ότι οι τέσσερις από τις πέντε σανίδες χρησίμευαν ως υποστηρίγματα της ”ασβεστολιθικής” φάτνης με τη μορφή δύο σανιδένιων Χ, ενώ η άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι οι σανίδες μαζί με άλλα μέρη που λείπουν σήμερα χρησίμευαν για να σχηματίσουν ένα ξύλινο υπόστρωμα στον πάτο της “ασβεστολιθικής” φάτνης.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι πέντε σανίδες είναι συναρμοσμένες με δύο μεταλλικές ταινίες που σύμφωνα με κάποιους ειδικούς δείχνουν ένα “αρχαίο” τρόπο συναρμολόγησης ενώ περαιτέρω έρευνες επί της φάτνης του Χριστού αποκάλυψαν σημειώματα γραμμένα στα ελληνικά στη μία σανίδα από αυτές, έτσι σήμερα μόνο οι τέσσερις θεωρούνται “αυθεντικές”, και όχι αυτή με τα σημειώματα.

Η πλούσια λειψανοθήκη που περιέχει το υποτιθέμενο τμήμα της φάτνης του Χριστού είναι κατασκευής του 1830 και στολισμένη με ανάγλυφα και αγάλματα ενώ εκτίθεται πανηγυρικά από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία για την προσκύνηση των πιστών μόνο μία φορά τον χρόνο και μόνο κατά την παραμονή των Χριστουγέννων.