Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΟΔΕΣΤΟΥ B', ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ.


Φυλάσσεται στην ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, στο Άγιο Όρος.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Άγιος Μόδεστος Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων
Φορητή εικόνα του 1751
Mονή Kουτλουμουσίου, Άγιον Όρος.
Ο Άγιος Μόδεστος γεννήθηκε τον 6ο αιώνα χωρίς νὰ γνωρίζουμε τὴν ακριβὴ χρονολογία ενώ άγνωστη επίσης παραμένει η ιδιαίτερη πατρίδα του. 

Βασικὲς πηγές για τα λίγα γνωστά περί του βίου του παραμένουν η Διήγηση για την κατάληψη των Ιεροσολύμων από τους Πέρσες το 614, που συνέγραψε ο αυτόπτης των φοβερών εκείνων γεγονότων, μοναχός Στρατήγιος της περίφημης Λαύρας του αγίου Σάββα.

Ο Άγιος Μόδεστος, ήταν μοναχός ονομαστός για την αρετή του και την υψηλή γνώση της ιερής και αληθινής φιλοσοφίας που οδηγεί στο φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και για τους λόγους αυτούς εξελέγη και ηγούμενος της Μονής που ίδρυσε ο Άγιος Θεοδόσιος ο κοινοβιάρχης τον 6ο αιώνα, και ποίμαινε με σύνεση την αδελφότητα. 

Το 614 ο βασιλιάς των Περσών Χοσρόης Β', επικεφαλής πολύ μεγάλου στρατού, προχωρούσε κατά της πόλης των Ιεροσολύμων και ο Πατριάρχης Ζαχαρίας έστειλε τότε το Μόδεστο να διασχίσει τις γραμμές του εχθρού και να ζητήσει βοήθεια από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα που βρίσκονταν στην Αντιόχεια.


Φορητή εικόνα του Άγιου Μόδεστου,
Αρχιεπίσκοπου Ιεροσολύμων.
Μετά από πολιορκία τριών εβδομάδων, η Ιερουσαλήμ έπεσε στα χέρια των Περσών, που επί τρεις ημέρες τη λεηλατούσαν, προέβησαν σε ανείπωτες θηριωδίες. 
Καθώς ο Πατριάρχης Ζαχαρίας εξορίστηκε στην Περσία μαζί με τον Τίμιο Σταυρό και χιλιάδες άλλους χριστιανούς, ο Μόδεστος εξελέγη στον Πατριαρχικό θρόνο να τον αντικαταστήσει, την στιγμή που η πόλη της Ιερουσαλήμ, ήτανε ένας σωρός από καπνίζοντα ερείπια.
Με πολύ μεγάλες θυσίες ο Άγιος Μόδεστος μερίμνησε, ώστε να ταφούν τα δεκάδες χιλιάδες θύματα και να αναστηλωθούν, όσο ήταν δυνατόν, οι Ναοί και τα σκηνώματα που είχαν αφανίσει και βεβηλώσει οι βάρβαροι. 
Συγκέντρωσε επίσης τους επιζώντες, τους παρηγόρησε, τους αναπτέρωσε την ελπίδα και χάρη στη γενναιόδωρη και σημαντική οικονομική βοήθεια του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αγίου Ιωάννου του ελεήμονος κατόρθωσε να ξαναδώσει ζωή στη δεινοπαθούσα και στερημένη από πόρους Εκκλησία της Ιερουσαλήμ.
Φορητή εικόνα του Άγιου Μόδεστου,
Αρχιεπίσκοπου Ιεροσολύμων.
Με την απαγωγή τού Τιμίου Σταυρού στην Περσία, τελέσθηκαν πολλά θαύματα, που οδήγησαν αρκετούς Πέρσες στην πίστη του Χριστού, ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης, μάγος στο επάγγελμα, πού αρχικά λεγόταν Μαργουνδάτ. 

Όταν επέστρεψε από την εξορία το 629, ο Πατριάρχης Ζαχαρίας ανέλαβε ξανά τη διακυβέρνηση της Εκκλησίας μέχρι και την κοίμησή του, το 632 και ο Άγιος Μόδεστος τον διαδέχτηκε τότε ως Πατριάρχης και διάδοχος του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. 
Επιθυμώντας να συναντηθεί μὲ τὸν αυτοκράτορα Ηράκλειο ο Μόδεστος, για να ζητήσει την βοήθειά του σε θέματα διοίκησης της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, φθάνοντας όμως στην Σωζόπολη, πόλη στα όρια της Παλαιστίνης, κοιμήθηκε εν Κυρίῳ στις 17 Δεκεμβρίου του 633. 
Από την Σωζόπολη, το τίμιο σκήνωμά του μεταφέρθηκε στην Ιερουσαλὴμ και ενταφιάσθηκε με ψαλμωδίες, θυμιάματα και κηροχυσία των πιστών στο Μαρτύριο της Αναστάσεως του Κυρίου, δίπλα από τα ιερὰ σώματα των προγενεστέρων πατριαρχών Ιεροσολύμων ενώ στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, όπου ο άγιος τιμάται στις 18 Δεκεμβρίου, υπάρχει μονή και αρχαίο παρεκκλήσιο στο όνομά του επάνω στον λόφο Αμποὺ Τόρ, που βρίσκεται απέναντι στην Αγία Σιών, στη νότια Ιερουσαλήμ.   
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο Συναξάρι του Δεκεμβρίου υπάρχουν δύο Άγιοι που φέρουν το όνομα Μόδεστος, ενώ και οι δύο ήταν Αρχιεπίσκοποι Ιεροσολύμων.

Ο πρώτος, είναι Ιερομάρτυρας που γεννήθηκε στην Σεβάστεια της Μικράς Ασίας τον 3ο αιώνα και εορτάζεται στις 18 Δεκεμβρίου, ενώ ο δεύτερος είναι Όσιος γεννήθηκε στα τέλη του 5ου αιώνα και τιμάται στις 16 Δεκεμβρίου. 

Η μνήμη του τιμάται στις 16 Δεκεμβρίου.


ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΑΝΥΣΙΑΣ, ΤΗΣ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.



Φυλάσσονται στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Πολιούχου Θεσσαλονίκης, μέσα σε περικαλλή λάρνακα, στο εγκάρσιο κλίτος, από την αριστερή πλευρά του Ιερού Βήματος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Φορητή εικόνα της Αγίας Ανυσίας
πηγή: www.agdimitriosthes.gr
Η Αγία Ανυσία, έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (298 μ.Χ.), καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και ήταν θυγατέρα γονέων ευσεβών αλλά και πολύ πλουσίων. 

Όταν πέθαναν οι γονείς της, στην παιδική της ηλικία, η Ανυσία στάθηκε κυρία του εαυτού της, ούτε τα πλούτη που κληρονόμησε τη μέθυσαν αλλά ούτε και η ορφάνια της την παρέσυρε, πούλησε ολόκληρη την περιουσία της και την μοίρασε σε απόρους και φτωχούς ανθρώπους.

Με φρόνηση και εγκράτεια, προσπαθούσε πάντα να μαθαίνει «τι εστίν ευάρεστον τω Κυρίω» και η ευσέβειά της αυτή, την έκανε γνωστή στους ειδωλολάτρες, την εποχή εκείνη, που ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός εξέδωσε ένα διάταγμα σύμφωνα με το οποίο οποιοσδήποτε μπορούσε να σκοτώσει χριστιανό, οποτεδήποτε και οπουδήποτε τον συναντούσε, χωρίς για αυτό να δικαστεί ή καταδικαστεί.

Κάποια ημέρα η αγία αυτή παρθένος, Ανυσία, είχε βγει έξω για να πάει στην εκκλησία ενώ την ημέρα εκείνη οι ειδωλολάτρες γιόρταζαν τη γιορτή του ήλιου. 

Καθ’ οδόν συνάντησε έναν στρατιώτη, ο οποίος ελκύστηκε από την ομορφιά της και την πλησίασε με ανήθικο σκοπό, ρωτώντας να μάθει το όνομά της, εκείνη όμως έκανε το σημείο του Σταυρού και είπε: «Είμαι δούλη του Χριστού και πηγαίνω στην εκκλησία».

Αγία Ανυσία η Οσιομάρτυς από τη Θεσσαλονίκη.
Μικρογραφία τού 985 μ.Χ.  στό Μηνολόγιο του Βασίλειου Β'. 
Βρίσκεται στήν Βιβλιοθήκη του Βατικανού.
πηγή: agiamarinaalykou.blogspot.com
Ο στρατιώτης την πλησίασε και άρχισε να της λέει διάφορες ανοησίες και την παρότρυνε να θυσιάσει στα είδωλα, εκείνη όμως τον έσπρωξε μακριά και τον έφτυσε κατά πρόσωπο. 

Ο στρατιώτης προσβεβλημένος έβγαλε το σπαθί του και το έμπηξε κάτω από το πλευρό της και έτσι με αυτό τον τρόπο η Αγία Ανυσία, έλαβε μαρτυ­ρικό τέλος, το 298. 

Οι χριστιανοί την ενταφίασαν με όλες τις τιμές και αργότερα κτίστηκε εκκλησία προς τιμήν της αγίας Ανυσίας, πάνω από τον τάφο της.

Το τίμιο σώμα της για πολλά χρόνια ήταν θαμμένο σε άγνωστο μέρος, ώσπου στις 4 Ιουλίου του 1980, αρχιερατεύοντος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου κυρού Παντελεήμονος του Β’ και επί υπουργείας Δημοσίων έργων Νικ. Ζαρντινίδη έγινε προσπάθεια διανοίξεως της νέας λεωφόρου Γ’ Σεπτεμβρίου που ενώνει τα Πανεπιστήμια με την παραλία. 

Κατά τη διάρκεια των εργασιών ανακαλύφθηκε το μεγαλύτερο μέρος ενός παλαιοχριστιανικού μνημείου καθώς και λείψανα χριστιανών της εποχή εκείνης και η ανακοίνωση της ανακάλυψης προκάλεσε έντονο το ενδιαφέρον εκκλησιαστικών και πανεπιστημιακών κύκλων, έγινε μάλιστα και μια έκτακτη ανακοίνωση στο 10ο Διεθνές Συνέδριο Χριστιανικής Αρχαιολογίας από τον καθηγητή Θ. Ζήση. 

Μέρος των Ιερών Λειψάνων της Οσιομάρτυρος Ανυσία 
που βρίσκονται στη Βασιλική του Αγίου Δημητρίου 
στην Θεσσαλονίκη.
πηγή: agiamarinaalykou.blogspot.com
Παρά τις αντιρρήσεις της ομάδας του καθηγητή Δ. Τσάμη τελικά μάλλον συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα ερείπια που ανακαλύφθηκαν ανήκουν στη μονή της Αγίας Ανυσίας και τα ευρεθέντα εντός του κεντρικού κλίτους και πλησίον του Ιερού Βήματος ιερά λείψανα αποδίδονται στη μάρτυρα Ανυσία.

Έγκριτοι θεολόγοι, καθηγητές του Πανεπιστημίου όπως οι Θεόδωρος Γιάγκου και π. Θεόδωρος Ζήσης μελετώντας το θέμα της βασιλικής της Αγίας Ανυσίας αποφάνθηκαν θετικά περί του ευρεθέντος παλαιοχριστιανικού μνημείου.

Διατύπωσαν την άποψή τους και υποστήριξαν  ότι είναι αδύνατον στο σημείο εκείνο έξω από τα τείχη της πόλης να υπάρχει και άλλη βασιλική που να βρίσκεται σε απόσταση 500 μέτρων από την περιοχή «Συντριβάνι» της σημερινής Θεσσαλονίκης, όπου η ήταν η Κασσανδρεώτικη πύλη, και να έχει τόση μεγάλη έκταση κτισμάτων όσο αυτή που ανακαλύφθηκε και περιγράφεται στα εκκλησιαστικά κείμενα. 

Συνεπώς το παλαιοχριστιανικό μνημείο και το ιερό λείψανο πρέπει να αποδοθούν με βεβαιότητα σχεδόν στη μάρτυρα Ανυσία. 

Κατόπιν, τα λείψανα της Αγίας Ανυσίας, με ευλάβεια ανακομίσθηκαν και κατατέθηκαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, επιτελώντας μέχρι σήμερα πλήθος ιάσεων και θαυμάτων σε όλους αυτούς πού τιμούν την Αγία και την προσκυνούν με πίστη.

Η μνήμη της τιμάται από την Εκκλησία μας στις 30 Δεκεμβρίου.


Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΡΑΜΜΟΥΣΤΙΑΝΗΣ.


Φυλάσσεται στον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής, στο Άργος Ορεστικό της Καστοριάς.

Λεπτομέρεια της εικόνας
Η Εικόνα, είναι του τύπου της Παναγίας Οδηγήτριας και φιλοτεχνήθηκε το 1650 στην Βενετία, ενώ τιμάται από την Βλαχόφωνη Ρωμιοσύνη της Μακεδονίας και όχι μόνο. 

Η Εικόνα της Παναγίας της Γράμμουστας, διασώθηκε ανά τους αιώνες με θαυματουργικό τρόπο τόσο στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, όσο και στις μαύρες σελίδες της Ελληνικής ιστορίας, την περίοδο του εμφυλίου. 

Η εικόνα φυλασσόταν στον Ιερό Ναό της Παναγίας στο χωριό Γράμμουστα (Γράμος) ο οποίος καταστράφηκε στον Β' Παγκοσμίο πόλεμο.

Κάθε χρόνο οι Γραμμουστιάνοι την ανέβαζαν πάνω σε ειδικό άλογο ντυμένη με κόκκινο βελούδο με χρυσά σιρίτια, την τοποθετούσαν στην εκκλησιά της Παναγιάς για όλο το καλοκαίρι και μετά με τον ίδιο τρόπο την κατέβαζαν όταν έφευγαν για τα χειμαδιά.

Ο Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής,
στο Άργος Ορεστικό της Καστοριάς
Στο Άργος Ορεστικό υπήρχε εκκλησία της Παναγιάς που χτίστηκε με χρήματα των τσελιγκάδων του Γράμμου Χατζοπουλαίων, Πισιωταίων, από το 1870.

Η εικόνα της Παναγιάς της «Οδηγήτριας» στους χειμερινούς μήνες μεταφερόταν στο Άργος Ορεστικό όπου και τοποθετούνταν στην εκκλησία αυτή που λειτουργούσε μέχρι που το 1941 όταν και βομβαρδίστηκε από τους Ιταλούς, δίπλα στην εκκλησία βρισκόταν ένας οικίσκος με πυρομαχικά και προφανώς οι Ιταλοί δεν πέτυχαν στόχο τους.

Η εκκλησία της Παναγιάς κατεδαφίστηκε μεταπολεμικά στην δεκαετία του 50 και οι εικόνες μεταφέρθηκαν στην Κορησό και την Μητρόπολη Καστοριάς ενώ σήμερα η εικόνα μεταφέρεται στη Γράμμουστα μόνο την ημέρα της Παναγίας και είναι πολλά τα θαύματα που έχει επιτελέσει η Παναγία η Γραμμουστιανή.

Οι Γραμμουστιάνοι είναι οι Βλάχοι της Προσοτσάνης που οι ρίζες τους βρίσκονται στην Γράμμουστα του νομού Καστοριάς και βρέθηκαν στην άλλη πλευρά τής Μακεδονίας, ύστερα από μετοίκηση στην περιοχή του Άνω Νευροκοπίου, μετά από διαρκείς λεηλασίες των Τουρκαλβανών.

Με μέριμνα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστοριάς κ. Σεραφείμ κάθε Κυριακή του Θωμά, εορτάζεται η Σύναξη της Παναγίας Οδηγήτριας στο Άργος Ορεστικό.


Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2019

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΘΕΟΧΑΡΗ, ΤΟΥ ΝΕΑΠΟΛΙΤΗ.


Φυλάσσονται  στον βυζαντινό ιερό ναό της Αγίας Αικατερίνης στην Θεσσαλονίκη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Μέρος των λειψάνων του Νεομάρτυρα Θεοχάρη
Σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, ο Θεοχάρης ήταν ορφανός από γονείς.

Στα 1740 το Οθωμανικό κράτος, βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση και ο Θεοχάρης συνελήφθη μαζί με άλλα αγόρια χριστιανών σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και εκεί τον ξεχώρισε, ο καδής (ισλαμικός δικαστής) της Νεαπόλεως (Νέβσεχιρ) Καππαδοκίας και του ανέθεσε εργασία στο υποστατικό του.
Ο δικαστής και η σύζυγός του αποφάσισαν να το κάνουν γαμπρό τους με τη θυγατέρα τους, με την προϋπόθεση όμως να γίνει μουσουλμάνος αλλά ο Θεοχάρης αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και ο δικαστής εξέλαβε την απάντηση ως προσβλητική και τον απείλησε με πείνα, βασανιστήρια και θάνατο. 
Φορητή εικόνα του Νεομάρτυρα Θεοχάρη.
Ο Θεοχάρης πήγε στο Ναό του Αγίου Γεωργίου, στον αρχιμανδρίτη π. Γεώργιο, εξομολογήθηκε και μετάλαβε της Θείας Κοινωνίας.
Όταν επέστρεψε, και αφού έμεινε σταθερός στην απόρριψη της πρότασης, ο δικαστής τον φυλάκισε, αφήνοντας τον για αρκετό χρόνο χωρίς τροφή και με ελάχιστο
Μετά από καιρό, αφού ο άγιος πάλι δεν δέχθηκε να αλλαξοπιστήσει, τον έδεσαν σε άλογο και τον οδήγησαν σε απόσταση μίας ώρας μακριά από την Νεάπολη, όπου υπήρχε μία λεύκη, εκεί οι δήμιοι τον απαγχόνισαν λιθοβολώντας τον και τον έθαψαν μπροστά στη λεύκη.
Ο ουρανός σκοτείνιασε και ξέσπασε μεγάλη καταιγίδα με βροντές και αστραπές, πού έκανε το απόσπασμα να αποπροσανατολισθεί και να παρασυρθεί από το ρεύμα, ενώ ο καιρός μέχρι τότε ήταν αίθριος. 
Αυτά συνέβησαν το μεσημέρι της 20ης Αυγούστου 1740, και ήταν μεσημέρι όταν ο μάρτυρας παρέδωσε το πνεύμα. 
Η λεύκη εκείνη ονομάστηκε «κανλί καβάκ», το οποίο σημαίνει «λεύκη αίματος», και για αρκετό χρόνο από τα σπασμένα κλαδιά της έρρεε αίμα, η λεύκη έγινε τόπος προσκυνήματος Οθωμανών και Ορθοδόξων.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών της Συνθήκης της Λωζάνης, το 1923, τα λείψανα του Αγίου Θεοχάρους μεταφέρθηκαν στον ιερό ναό της Αγίας Αικατερίνης Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκονται και σήμερα. 
Στο ναό εκτίθεται μόνιμα μέρος του δεξιού χεριού του αγίου, η δε μνήμη του εορτάζεται με περιφορά των λειψάνων στις 20 Αυγούστου.


Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2019

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Καρέα, Αττική.


Βρίσκεται στο βάθος μιας πετρώδους ρεματιάς, σέ απόσταση πεντακοσίων περίπου μέτρων από τον ομώνυμου οικισμό και κοντά στα αρχαία λατομεία, γνωστά ως λατομεία τού «Καρά».


To Kαθολικό της Μονής
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
πηγή: 
www.religiousgreece.gr
Για την ονοματοδοσία της Μονής, έχουν διατυπωθεί διάφορες ερμηνείες με πιο πιθανή αυτή, που υποστηρίζει ότι Καρέας ήταν το επώνυμο του αρχικού κτήτορα του μοναστηριού.

Έχει υποστηριχθεί, επίσης ότι το “Καρέα” προέρχεται: από το όνομα ενός Τούρκου τσιφλικά ονόματι Καρά, από την τιμία κάρα ενός οσίου ασκητού, που φυλάσσεται στη μονή, από την τιμία κάρα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ή από μια πελώρια καρυδιά (καρύα), που δέσποζε στην είσοδο της Μονής.

Οι συνθήκες και η χρονολογία ίδρυσης της Μονής, παραμένουν άγνωστες, ανέρχεται όμως κατά πάσα πιθανότητα στον 4ο αιώνα, όπως μαρτυρά ο σωζόμενος επιτύμβιος λίθος με την επιγραφή «ΝΕΙΚΑΓΟΡΗC ΔΙΑΚΟΝΙCCΗΣ», η τάξη των διακονισσών είχε εισαχθεί από τους αποστόλους και καταργήθηκε τον 6ο αιώνα από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Ά (527 - 565), ενώ ταυτόχρονα εικάζεται βάσιμα ότι στο χώρο του Καθολικού, προϋπήρξε ειδωλολατρικό ιερό του θεού Απόλλωνα. 

Φωτογραφία της Μονής στις αρχές
του προηγούμενου αιώνα
Αργότερα - ίσως και από τον Δ΄ αιώνα -  το ιερό μετατράπηκε σε παλαιοχριστιανικό ευκτήριο οίκο, ο οποίος αρκετά μεταγενέστερα εξελίχθηκε οικοδομικά σε Ναό, για να καλύψει της λατρευτικές ανάγκες της υπό σύσταση, τότε, ανδρικής μοναστικής αδελφότητας.

Οι ειδικοί τοποθετούν την ανέγερση της Ιεράς Μονής Καρέα, στον 11 με 12ο αιώνα βάσει: της τυπολογίας του Καθολικού της Μονής, ενός χάλκινου νομίσματος της εποχής του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1081 – 1118), που βρέθηκε κατά την διάρκεια των αρχαιολογικών ανασκαφών του 1968, μιας γραπτής αναφοράς που έχει βρεθεί στα Πρακτικά (εποχής 11 - 12 αιώνος) και μιας άγνωστης για εμάς σήμερα, μονής της Αττικής. 

Η εντοιχισμένη πλάκα στην είσοδο του Καθολικού
με την χρονολογία 1575.
Επίσης μια ακόμη γραπτή αναφορά, είναι μια χρονολογία χαραγμένη σε τεμάχιο μαρμάρου εντοιχισμένου στην είσοδο του Καθολικού. 

Σε αυτήν αναφέρετε η χρονολογία 1575, πιθανότατα όμως είναι το έτος ανακαίνισης της Μονής, το 1644, η μονή, αναφέρεται σε έγγραφο που εκδόθηκε από τον μητροπολίτη Αθηνών: «καθηγούμενος Καρέως Παρθένιος» ενώ το 1676, την αναφέρουν διάφοροι περιηγητές. 

Ο γνωστός ιατροφιλόσοφος Πέτρος Παπασταμάτης (Πετράκης) από τη Δημητσάνα, μετέπειτα μοναχός Παρθένιος Πετράκης, που ανακαίνισε εκ βάθρων την Μονή Πετράκη στην Αθήνα το 1673, εγκαταβιούσε αρχικά στην Μονή Αγίου Ιωάννου.

Την εποχή εκείνη άλλωστε, η Ιερά Μονή Πετράκη αποτελούσε μετόχι της Ιεράς Μονής Καρέα, τότε ήταν που την επισκέφτηκαν και οι γνωστοί δυτικοί περιηγητές Spon και G. Wheeler, αναφέροντάς την στα απομνημονεύματά τους.​

Η Μονή σε φωτογραφία του 1967
Στα τέλη του 18 αιώνα, η Ιερά Μονή Καρέα είχε παρηκμάσει σε βαθμό ερημώσεως και σύσσωμη η μοναστική κοινότητα μετακινήθηκε για λόγους ασφαλείας και επιβίωσης - όπως μας πληροφορεί ένα Πατριαρχικό σιγίλλιο τού 1796 στην Ιερά Μονή Πετράκη. 

Συγκεκριμένα, στο Σιγγίλιο αυτό αναφέρεται: «διὰ τό αὐχμῶδες καὶ δύσβατον καὶ στενωπὸν τοῦ τόπου καὶ ἄλλας ἐπισυμβάσας περιπετείας καὶ κινδύνους... κατιδόντες τὴν ἐπικειμένην αὐτοῖς ὀδύνην καὶ δυσχέρειαν τῆς ἀποκομίσεως ἐκεῖ τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων καὶ ὅτι δεινῶς ἔχουσιν κατοικεῖν ἐκεῖ, ἀπεφάσισαν, μετὰ τοῦ διαπιστεύοντος αὐτῶν ἡγουμένου ᾿Ανθίμου, φροντίσαι τῆς διασώσεως αὐτῶν, ὅστις κατανοήσας τὸν ἐπαπειλούμενον κίνδυνον... τούς μοναχοὺς σπεύδοντας διασπαρῆναι, συνήγαγεν καὶ παραλαβὼν κατῆλθεν εἰς τὸ τότε μετόχιον τῶν ᾿Ασωμάτων... μονάσαντες ἐκεῖ τοῦ λοιποῦ, ὡς μὴ δυνάμενοι ὑπομεῖναι τὰς ἐκεῖ δυσχερείας καὶ ἐπηρείας».


Δίλοβο παράθυρο στο Καθολικό
Έτσι, η Μονή Καρέα, υποβαθμίστηκε σε μετόχι της Πετράκη και παρήκμαζε, αποτελώντας απλά μια σημαντική προσοδοφόρα οικονομική πηγή για την δεύτερη, από την ενοικίαση των λατομείων και των αγροτικών – λειβαδικών εκτάσεών της. 

Η Μονή Καρέα μετετράπη ουσιαστικά σε «βακούφι» της κυριάρχης Μονής, το οποίο παραχωρήθηκε τελικά στην Σουλτάνα Μιχρισάχ, μητέρα του Σουλτάνου Σελήμ Γ´ (1770 - 1807), για την αποπληρωμή της βαρύτατης φορολογίας της κύριας Μονής Πετράκη.  

Στις απαρχές του 20ου αιώνα η Μονή του Αγίου Ιωάννου είχε μετατραπεί σε ένα μικρό, φτωχό και παραμελημένο ξωκκλήσι, με «θλιβερὰν ὄψιν, ἰδίᾳ μετὰ τινας ἀντιαισθητικὰς κατασκευὰς καί προσθήκας, γενομένας ὑπὸ ἀναρμοδίων προσώπων», το οποίο όμως εξακολουθούσε να συγκεντρώνει και να εμπνέει πλήθος πιστών προσκυνητών. 

Από κτιριακής άποψης, είχαν διατηρηθεί μονάχα το Καθολικό με κάποια μισοερειπωμένα κελιά καλυμμένα όμως από κατάλοιπα των λατομείων μαρμάρου και αμιάντου της περιοχής. 

Δυτική άποψη του Καθολικού
Το καθολικό ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με απλό οκτάπλευρο τρούλο και στην ανατολική του πλευρά διαμορφώνονται εξωτερικά τρεις τρίπλευρες αψίδες. 

Για την κατασκευή των τοίχων του ναού έχει χρησιμοποιηθεί και αρχαίο υλικό, στο εσωτερικό, το γλυπτό μαρμάρινο τέμπλο είναι των ετών 1985 - 1986 και μιμείται τα τέμπλα των βυζαντινών χρόνων ενώ  τοιχογραφίες σώζονται μόνο στην Πρόθεση, οι υπόλοιπες έχουν χαθεί. 

Ο Δημήτριος Καμπούρογλου, γράφει σχετικά με το γλωσσικό ύφος της εποχής: «Το ιερόν τούτο μνημείον της μετά Χριστόν αρχαιότητος οσημέραι καταστρέφεται. Εκ των πέριξ βράχων, κατά τους χρόνους ημών λατομουμένων, σφενδονισθέντες λίθοι διέτρησαν την περικαλλή θόλον κλπ. κλπ.» 

Ευτυχώς η Αρχαιολογική Υπηρεσία πέτυχε την διακοπή της λειτουργίας των λατομείων του Καρέα πρίν την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το 1963 η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ξεκίνησε έργα αποκατάστασης στην Ιερά Μονή, που διήρκεσαν μέχρι το 1971 και κατά την διάρκεια των ανασκαφών αυτών, το 1968, βρέθηκε ένα σημαντικό εύρημα για την χρονολόγηση του μνημείου, ένα χάλκινο νόμισμα, της εποχής του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1081 – 1118). 

Το μαρμάρινο τέμπλο του ιστορικού ναού της Μονής
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
πηγή: 
www.religiousgreece.gr
Το 1971, εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι μια νεοσύστατη γυναικεία αδελφότητα και από Μετόχι έγινε «εἰς κυρίαρχον καὶ ἀνεξάρτητον Γυναικείαν Κοινοβιακὴν Μονὴν»

Η νέα αδελφότητα, με την συνεργασία τής αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας, συνέχισε, το πρόγραμμα αποκατάστασης, ανακαίνισης και επέκτασης της ερειπωμένης Μονής, έτσι από το 1971 μέχρι σήμερα, συντηρήθηκαν όλα τα υπόλοιπα υπάρχοντα παλαιά κτίσματα, ενώ το 1986 ανοικοδομήθηκε νέα διώροφη πτέρυγα, γύρω από τον χώρο τής αυλής τής Μονής. 

Η ιερά Μονή πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου, εορτή της Αποτομής της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και παραμένει ανοικτή για τούς προσκυνητές Καθημερινά: 9.00 π.μ. – 12.00 μ. και 16.00 μ.μ. – 19.30 μ.μ. την θερινή περίοδο ενώ την χειμερινή από 9.00 π.μ. – 12.00 μ. και το απόγευμα: 16.00 μ.μ. έως την δύση του ηλίου.

Στην Μονή τελούνται καθημερινά όρθρος, θεία λειτουργία και εσπερινός ενώ η πύλη της Μονής ανοίγει, για τούς προσκυνητές πού επιθυμούν να μετέχουν στις πρωινές  ιερές Ακολουθίες,  μετά τις 6.00 π.μ., εκτός της ημέρας των Χριστουγέννων κατά την οποία η πύλη ανοίγει στις  5.00 π.μ.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 210. 7652746, 210. 7608271, imaik@imaik.gr, Fax: 210. 7666506, το τηλέφωνο λειτουργεί καθημερινά, εκτός Σαββάτου, Κυριακής και μεγάλων γιορτών, το πρωί από  9.30 π.μ.  ως  12.30 μ.μ.



Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2019

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΕΝ ΣΤΕΙΡΙ.


Φυλάσσεται στην ομώνυμη Μονή στο Στείρι της Βοιωτίας.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Όσιος Λουκάς ο εν τῷ Στειρίῳ όρει ασκήσας
Ψηφιδωτό του 11ου αιώνα στην ομώνυμη 
Ιερά Μονή Οσίου Λουκά
στο Στεἰρι Βοιωτίας.
Ο Βίος του Οσίου Λουκά, κατά τον ιστορικό Γεώργιο Κρέμο, που τον δημοσίευσε για πρώτη φορά στα «Φωκικά» το 1874, έχει γραφεί με κάθε λεπτομέρεια, μετά το θάνατο του Οσίου, από κάποιον ανώνυμο μοναχό. 

Ο συγγραφέας της βιογραφίας που ήτανε βαθύς γνώστης της κατάστασης και των γεγονότων της εποχής, ικανότατος θεολόγος και άριστος λόγιος, μας δίνει αναμφισβήτητες πληροφορίες για το ναό και το μοναστήρι και παρέχει ιστορικές μαρτυρίες για τις μεγάλες επιδρομές των Σλάβων, των Αράβων, των Σαρακηνών, των Βουλγάρων κ.α.

Σύμφωνα με το βιογράφο, πατρίδα του Οσίου Λουκά ήταν το Καστρί της Φωκίδας, οι σημερινοί Δελφοί, είχε όμως καταγωγή από την Αίγινα, αλλά οι πρόγονοί του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί από τις ληστρικές επιδρομές των Αγαρηνών και να εγκατασταθούν στο Ιωαννίτζη, τοποθεσία της Δεσφίνας που βρίσκεται ανάμεσα στην αρχαία Κίρρα και την Αντικυρά. 

Η ιερά Μονή του Οσίου Λουκά στο Στείρι της Βοιωτίας
Αργότερα αποτραβήχτηκαν στο λιμανάκι Βαθύ, όπου γεννήθηκε ο πατέρας του Λουκά, Στέφανος και τέλος ανέβηκαν ψηλότερα και εγκαταστάθηκαν στους Δελφούς, ενώ ο πατέρας του παντρεύτηκε μία Αιγινήτισσα, την Ευφροσύνη, με την οποία απέκτησε επτά παιδιά και ο Λουκάς, ο τρίτος στη σειρά, γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 896.

Η παιδική του ηλικία ήταν γεμάτη στερήσεις, σκληρή εργασία και ύστερα από το θάνατο του πατέρα του απορροφήθηκε στη μελέτη της Άγιας Γραφής και την προσευχή. 

Σε ηλικία 14 ετών ακολούθησε κρυφά από τη μητέρα του δύο μοναχούς από τη Ρώμη ως την Αθήνα και με σύσταση τους κατέφυγε πιθανότατα στη Μονή της Παντάνασσας (Μοναστηράκι) ή στην Εκκλησία της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που τότε ήταν πάνω στην Ακρόπολη, όπου και έγινε μοναχός.

Γενική άποψη του καθολικού του Ναού της Μονής
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
πηγή: 
www.religiousgreece.gr
Πιθανόν να έμεινε για λίγο και σε ένα ασκητήριο στην πλαγιά του Υμηττού, όπου σήμερα είναι η μονή του Αστερίου, Ασκητήριο Λουκά από του Στειρίου - Αστερίου, κατά κάποια εκδοχή.

Με τις πολλές όμως παρακλήσεις της μητέρας του επέστρεψε στην οικογένειά του και μετά από λίγου μήνες, με την συγκατάθεση της μητέρας του αποσύρθηκε για να μονάσει στο Ιωαννίτζη, όπου παρέμεινε επτά χρόνια, κοντά σε ένα μικρό εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, Κοσμά και Δαμιανού, από το 910 ως το 917.

Από δύο μοναχούς που πέρασαν από εκεί πηγαίνοντας στη Ρώμη, πήρε το μέγα αγγελικόν σχήμα, έγινε δηλαδή μεγαλόσχημος, όμως λόγω της επιδρομής των Βουλγάρων στη Βοιωτία και τη Φωκίδα, πέρασε στην απέναντι του Κορινθιακού κόλπου ακτή, όπου παρέμεινε 10 χρόνια, από το 917-927, κοντά στο στυλίτη του Ζεμένου. 

Η Μονή του Οσίου Λουκά αποτελεί Μνημείο της UNESCO
Το 927, σε ηλικία 31 ετών κατέφυγε και πάλι στο Ιωαννίτζη, όπου παρέμεινε επί 12 χρόνια, από το 927 ως το 939 όταν εγκατέλειψε το Ιωαννίτζη και ήρθε στον Κάλαμο (σήμερα λέγεται Ζάλτσα), περιοχή κοντά στην αρχαία Βούλιδα, όπου έμεινε τρία χρόνια. 

Στη συνέχεια έφυγε μαζί με άλλους για να σωθεί από επιδρομή των Τούρκων και πέρασε στο μικρό νησί Άμπελο απέναντι από την Αντίκυρα, την οποία εγκατέλειψε το 945 για να εγκατασταθεί οριστικά πλέον στη σημερινή θέση του μοναστηριού σε ηλικία περίπου 49 ετών, όπου και απεβίωσε στις 7 Φεβρουαρίου του 953.

Στο Στείρι τον επισκέπτονταν χιλιάδες πιστοί που ζητούσαν συμπαράσταση στις δυσκολίες τους και θεία φώτιση στη ζωή τους, ανάμεσά τους και ο στρατηγός του Θέματος της Ελλάδος Κρηνίτης Αροτράς.

Η φήμη του τράβηξε στο Στείρι και άλλους ασκητές, όπως το Γρηγόριο, τον Παγκράτιο, το Θεοδόσιο όπου μαζί τους και με την οικονομική βοήθεια πολλών θαυμαστών του, στρατηγών και άλλων αξιωματούχων του Κράτους, άρχισε την οικοδόμηση της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας. 

Ο Ναός της Αγίας Βαρβάρας στην κρύπτη του  οποίου
βρίσκεται ο τάφος του Οσίου Λουκά
Δεν πρόλαβε όμως να την τελειώσει, τον Νοέμβριο του 952 πρόβλεψε το θάνατο του και στις 7 Φεβρουαρίου του 953 εγκατέλειψε την επίγεια ζωή, έζησε 56 έτη, 7 μήνες και 8 μέρες ενώ ο μαθητής του Γρηγόριος τον έθαψε μέσα στο κελί του και η φήμη ότι το λείψανά του ήταν θαυματουργά έκανε πλήθος πιστών να συρρέουν στο μοναστήρι για να θεραπευθούν και τα αρχικά κτίσματα έδωσαν τη θέση τους σε μνημειωδέστερα κτίρια.

Δύο χρόνια μετά το θάνατό του μερικοί από τους μαθητές του ολοκλήρωσαν το ναό της Αγίας Βαρβάρας και μετέτρεψαν το κελλί του, όπου ήταν και ο τάφος του, σε «ιερόν ευκτήριον» και έτσι ιδρύθηκε η πρώτη μοναστική κοινότητα στα 955. 

Ο Όσιος διακρίθηκε για την εργατικότητα, την φιλοκαλία, την εγκράτεια, την ευσπλαχνία, την φιλοξενία και την φιλανθρωπία. 

Είχε προικισθεί επίσης με προφητική ικανότητα, η οποία αποδείχτηκε αλάνθαστη τόσο στον εθνικό όσο και στον ιδιωτικό βίο, εκτός από την αυστηρή ασκητική ζωή που έκανε, την ταπεινοφροσύνη του, την αγάπη του για όλους τους ανθρώπους, την απέραντη φιλανθρωπία του, την ακλόνητη πίστη του στο Χριστό και γενικά την ευσέβειά του, είχε μεγάλη θαυματουργική και θεραπευτική δύναμη. 

Το άφθαρτο σκήνωμα του Οσίου Λουκά
Άπειρα είναι τα θαύματα που έκανε στη ζωή του, αλλά και μετά το θάνατο του εκατοντάδες και χιλιάδες ασθενείς έρχονταν προσκυνητές και ικέτες στον τάφο του από τον οποίο ανάβλυζε μύρο, και έβρισκαν τη θεραπεία τους. 

Εκτός από τα άλλα ο Όσιος είχε και προφητική ικανότητα, πολλά γεγονότα είχε προβλέψει, όπως την επιδρομή των Βουλγάρων, την απελευθέρωση της Κρήτης από την κατοχή των Αράβων, το θάνατό του κ.λ.π.

Δικαιολογημένη λοιπόν ήταν η εκτίμηση και η αγάπη που είχαν για αυτόν όλοι οι Χριστιανοί, η απελευθέρωση μάλιστα της Κρήτης, την οποία είχε προβλέψει το 942 και η οποία πραγματοποιήθηκε 2 περίπου χρόνια ύστερα, το 961, από το Νικηφόρο Φωκά, συντέλεσε στο να αυξηθεί ο σεβασμός προς τη μνήμη του σε όλη τη Χριστιανοσύνη και ιδιαιτέρως στη βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. 

Οι Άγιοι της Βοιωτίας.
Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς, Άγιος Ρούφος Πρώτος 
Επίσκοπος Θηβών, Ο Άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης Μητροπολίτης 
Θηβών και Έξαρχος Πάσης Βοιωτίας ο Νέος Ελεήμων, 
Ο Άγιος Ρηγίνος Επίσκοπος Σκοπέλου ο Λεβαδεύς, Οι Όσιοι 
Λουκάς ο εν Στειρίω,Κλήμης και Γερμανός οι εν 
Σαγματά,Μελέτιος ο εν Κιθαιρώνι,Σεραφείμ ο εν Δομπώ
και Νικήτας ο εκ Θηβών.
Πλούσιες δωρεές στέλνονταν στη Μονή τακτικά, έτσι, όχι μόνο τελείωσε η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, η οποία σήμερα είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο, αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, το 1011, κτίστηκε και ο δεύτερος, ο μεγάλος ναός, το Καθολικό, από τον ηγούμενο Φιλόθεο και τους συνασκητές του Γαβριήλ, Γρηγόριο, Πέτρο κ.ά. και αφιερώθηκε στον όσιο Λουκά.

Η παράδοση του μοναστηριού βεβαίωνε ότι τα ιερά λείψανα του Οσίου είχαν αρπαγεί κατά τον 13ο αιώνα από τους Σταυροφόρους και είχαν μεταφερθεί στο Βατικανό. 

Η είδηση της ανεύρεσης τους ήρθε από τη Βενετία, στην οποία κατέληξαν ως έξης: όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Βοιωτία στα 1460 μια ομάδα μοναχών διέφυγε με το σκήνωμα του Οσίου στη Λευκάδα, μετά την κατάκτηση και της Λευκάδας τα λείψανα του Οσίου μεταφέρθηκαν στη Βοσνία. 

Όταν τον Ιούλιο του 1463 η Βοσνία κατακτήθηκε και αυτή από τους Τούρκους, Φραγκισκανοί μοναχοί μετέφεραν τα ιερά λείψανα στη Βενετία, ήδη όμως είχε δημιουργηθεί μία σύγχυση και θεωρήθηκε ότι τα λείψανα του Οσίου Λουκά ανήκουν στον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, που είχε ενταφιαστεί και αυτός στην πόλη των Θηβών. 

Επακολούθησαν συζητήσεις και Σύνοδος Καρδιναλίων στις 16 Δεκεμβρίου του 1464, όπου αποδείχθηκε ότι τα λείψανα που είχαν μεταφερθεί στην Ιταλία ανήκαν σε μοναχό της Ανατολικής Εκκλησίας, τον Λουκά, τον επονομαζόμενο «Στειριώτη».

Στις 11 Οκτωβρίου του 1986, η Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας μετά από ενέργειες του τότε Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Ιερωνύμου και όλων των τοπικών αρχόντων της Βοιωτίας, μετά από 526 ολόκληρα χρόνια, παρέλαβαν τα Ιερά λείψανα και τα επανατοποθέτησαν στις 13 Δεκεμβρίου του 1986 στη λειψανοθήκη του Καθολικού. 

Η απόδοση του Λειψάνου στον Όσιο Λουκά τον Στειριώτη άρχισε τον 19ο αιώνα και κορυφώθηκε το 2001 με την εγγραφή του Αγίου στο Νέο Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β’, πάντως το πρόβλημα της γνησιότητας του Λειψάνου του Οσίου Λουκά παραμένει αφού το λείψανο που επιστράφηκε από την ρωμαιοκαθολική εκκλησία, φέρει Κάρα ενώ στην Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους φυλάσσεται μία Κάρα που αποδίδεται στον Όσιο Λουκά.

Η Μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία μας στις 7 Φεβρουαρίου και στις 3 Μαίου την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του.