Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΘΑΡΤΑ ΣΚΗΝΩΜΑΤΑ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΘΑΡΤΑ ΣΚΗΝΩΜΑΤΑ ΑΓΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2024

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΡΑ ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΟΥ ΠΟΛΩΝΟΥ


 


Γεννήθηκε το 1684 στο χωριό Ζβιέρκϊο, νότια της πόλης Μπιαλιστόκ της Επαρχίας Ζαμπλουντόου,  την εποχή που γινόταν διωγμοί κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τους Ουνίτες, στην Πολωνία.

Οι γονείς του ήταν ευσεβείς και του δίδαξαν την αγάπη στο Θεό.

Με τη χάρη του Θεού ο μικρός Γαβριήλ ωρίμασε πνευματικάενώ τα παιδικά του χείλη πρόφεραν συνεχώς ύμνους και δοξολογίες στο Θεό.

Όταν έγινε έξι ετών, κάποιος Εβραίος τον απήγαγε και τον οδήγησε σε δάσος κοντά στην πόλη Μπιαλιστόκ όπου τον βασάνισε μέχρι θανάτου και τον εγκατέλειψε στην άκρη του δάσους για να τον κατασπαράξουν τα αρπακτικά όρνια. 

Ως του θαύματος όμως, δύο σκυλιά πήγαν δίπλα στο σώμα του μάρτυρα και το φύλαγαν από τα όρνια ενώ μια εβδομάδα αργότερα εντόπισαν οι Ορθόδοξοι το λείψανο και το έθαψαν.

Τον 18ο αιώνα οι Χριστιανοί άνοιξαν τον τάφο και βρήκαν το ιερό λείψανο άφθαρτο. Το άγιο σκήνωμα μεταφέρθηκε στην πόλη Μπιαλιστόκ όπου παρέμεινε μέχρι το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, οπότε μεταφέρθηκε στο Ναό της Υπεραγίας Σκέπης του Γκρόντο στη Ρωσία.

Οι Πολωνοί θλιμένοι που έχασαν τον Άγιό τους, με πολλές προσπάθειες πέτυχαν τελικά να επιστραφεί το ιερό λείψανο πίσω στον τόπο του. 

Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1992 με την ευλογία του Ρώσου Μητροπολίτου Φιλάρετου έγινε η μετακομιδή του Αγίου σκηνώματος με τιμές στην πόλη Μπιαλιστόκ και κατά τη διάρκεια της πομπής, οι πιστοί από πόλεις και χωριά όπου περνούσε ο Άγιος, τον υποδέχονταν με κεριά και θυμιάματα. 

Οι καμπάνες των Ναών χτυπούσαν χαρμόσυνα, τα παιδιά έραιναν με λουλούδια το ιερό λείψανο ενώ εννέα επίσκοποι, δεκάδες ιερείς και χιλιάδες πιστοί συμμετείχαν στη Θεία Λειτουργία της υποδοχής στη Μητρόπολη, το γεγονός μάλιστα ονόμασαν “Δεύτερο Πάσχα”. 

Η λάρνακα που περιέχει το ιερό σκήνωμα του Αγίου τοποθετήθηκε μπροστά στο τέμπλο με το Άγιο λείψανο να είναι καλυμμένο ενώ φαίνεται μόνο το χεράκι του Αγίου.

Στα τέλη του 20ου αιώνα στο πατρικό χωριό του αγίου, ιδρύθηκε ένα γυναικείο μοναστήρι και με πολλές θυσίες των μοναχών και Πολωνών ορθοδόξων κτίζεται Ναός επ’ ονόματι του Αγίου, στον οποίο και πρόκειται στο μέλλον να αποτεθεί η μικρά λάρνακα με τα ιερά Του λείψανα.

Ο άγιος Γαβριήλ, είναι ο πιο γνωστός άγιος στην Πολωνία και στη Λευκορωσία και θεωρείται ο σημαντικότερος ορθόδοξος μάρτυρας γεννημένος στα σύγχρονα σύνορα του Πολωνικού Κράτους. 

Τιμάται ιδιαίτερα από τα μικρά παιδιά και τη νεολαία οι οποίοι τον επέλεξαν ως προστάτη των σχολείων και των ορθοδόξων οργανώσεων νεολαίας.

Η μνήμη του Αγίου παιδομάρτυρος Γαβριήλ τιμάται στις 20 Απριλίου και η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του στις 21 Σεπτεμβρίου.


Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΑΠΙΟΥ.


Φυλάσσεται στην ομώνυμη Ιερά Μονή του Οσίου Παταπίου, στο Λουτράκι της Κορίνθου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Αγιογραφία του Αγίου Παταπίου που βρέθηκε στο σπήλαιο
στο Λουτράκι, δημιουργήθηκε από άγνωστο αγιογράφο
και πιθανώς τον 15ο αιώνα.
Ο Όσιος Πατάπιος γεννήθηκε τον 4ο ή 5ο αιώνα στην Θήβα της Άνω Αιγύπτου, από πλούσιους χριστιανούς γονείς. 

Από μικρή ηλικία ακολούθησε ασκητική ζωή και όταν οι γονείς του πέθαναν, μοίρασε τα υπάρχοντά του και αποσύρθηκε στην έρημο για να μονάσει. 

Η φήμη του μάλιστα εξαπλώθηκε γρήγορα, καθώς ο ίδιος καθοδηγούσε πολλούς ανθρώπους πνευματικά, αφού πολλοί οδοιπόροι περνούσαν από το κελί του για βοήθεια και ανάπαυση. 

Αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη, αφού ο ίδιος δεν έβρισκε πια ησυχία στην έρημο και έθεσε στόχο να μείνει άγνωστος ανάμεσα στο πλήθος.

Εκεί γνώρισε τον Βάρα και τον Ραβουλά, και δημιούργησαν αδελφότητα, ο Άγιος Βάρας ίδρυσε το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου της Πέτρας, ο Άγιος Ραβουλάς ασκήτεψε κοντά στην πύλη του Ρωμανού και ο Άγιος Πατάπιος ασκήτεψε στην σημερινή τοποθεσία των Βλαχερνών. 

Εκεί δίδασκε και σύμφωνα με το συναξαριστή του έφτασε σε τέτοια ύψη αγιότητας, που έγινε θαυματουργός, θεραπεύοντας πολλούς ασθενείς με αποτέλεσμα πλήθος μοναχών να πάει δίπλα του και να συσταθεί η περίφημη μονή των Αιγυπτίων, πριν το 474, της οποίας υπήρξε κτήτορας ενώ εκεί και κοιμήθηκε σε βαθύ γήρας.

Το άφθαρτο σκήνωμα του Οσίου Παταπίου,
ηλικίας περίπου 1564 ετών.!!
πηγή
Μετά την καταστροφή της μονής των Αιγυπτίων το 536, ο Άγιος Βάρας, πιθανόν να ήταν αυτός που μετέφερε το λείψανο του Αγίου στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη (του τιμίου Προδρόμου) της Πέτρας. 

Η Μονή αυτή ήταν υπό την προστασία των Παλαιολόγων και ιδίως της βασίλισσας Αυγούστας Ελένης - Δραγάση Παλαιολόγου, μητέρας του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (η οποία αργότερα έγινε η Αγία Υπομονή).

Το σκήνωμα του αγίου σύμφωνα με τον Συμεών το Μεταφραστή μέχρι τον 10ο αιώνα παρέμενε στην πόλη, ενώ κατά τον Ανδρέα Κρήτης ήταν άφθαρτο και είχε τοποθετηθεί σε γυναικείο μοναστήρι. 

Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, ο ανιψιός της Αγίας Υπομονής, Αγγελής Νοταράς, συγγενής των αυτοκρατόρων Παλαιολόγων, για να προστατεύσει το λείψανο του Αγίου Παταπίου από τους Οθωμανούς το μετέφερε στο βουνό Γεράνεια, κοντά στην πόλη Θέρμαι (Λουτράκι) όπου το έκρυψε σε ένα σπήλαιο που ήταν ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα.

Η στιγμή αποτυπωμένη σε φωτογραφία όταν το 1904 βρέθηκε
το άφθαρτο Σκήνωμα του Οσίου Παταπίου
στο σπήλαιο στο Λουτράκι.
Το σπήλαιο με το λείψανο του αγίου Παταπίου ανακαλύφθηκε τυχαία το 1904, από τον τεχνίτη Βασίλη Πρωτόπαπα.

Του είχε ζητήσει ο ιερέας από το Λουτράκι Αναστάσιος Σουσάνης, να μεγαλώσει λίγο τον χώρο σε ένα εκκλησάκι που ήτανε μέσα σε μία σπηλιά γιατί ήτανε πολύ μικρό και έτσι βρέθηκε το τοιχίο όπου πίσω από αυτό βρισκότανε το Σκήνωμα του Οσίου Παταπίου.

Στη συνέχεια, ο ιερέας α Αναστάσιος Σουσάνης, πήρε το λείψανο του Αγίου Παταπίου και το κράτησε στο σπίτι του με την άδεια της εκκλησίας, προκειμένου να το κρατήσει μακριά από τους βάνδαλους αφού ορισμένοι επισκέπτες από το σπήλαιο πήραν κομμάτια των λειψάνων του Αγίου ως φυλαχτό, κατά μαρτυρία της γερόντισσας Παταπίας. 

Ακόμη, στο σπήλαιο βρέθηκε μικρός ξύλινος σταυρός, μία δερμάτινη μεμβράνη με το όνομα του Αγίου Παταπίου, νομίσματα από τα οποία άλλα φέρουν στην όψη των γραμμάτων τις ενδείξεις «Ιησούς Χριστός, βασιλεύς βασιλέων – ή Λέων και Αλέξανδρος Βασιλεύς Ρωμαίων» ή και άλλα ονόματα. 

Όσιος Πατάπιος Θηβαίδος. 
 Μικρογραφία τού 985  στο Μηνολόγιο του Αυτοκράτορα 
Βασίλειου Β ', Βιβλιοθήκη του Βατικανού, στην Ρώμη.
Επίσης βρέθηκαν και διάφορα μικρά οστά αλλά ακόμη και τρεις κάρες, προφανώς κάποιων άγνωστων ασκητών τα οποία παραδόθηκαν τότε, στον τότε βασιλικό επίτροπο της Ιεράς Συνόδου.

Το 1952 ο Πατέρας Νεκτάριος Μαρμαρινός, ιερέας στον Συνοικισμό της Κορίνθου και αργότερα πρωτοσύγκελος στη μητρόπολη Κορίνθου, ίδρυσε ένα γυναικείο μοναστήρι, την Ιερά Μονή Αγίου Παταπίου Λουτρακίου, στο σπήλαιο που βρέθηκε το σκήνωμα του αγίου, όπου επανατοποθετήθηκε σε ξύλινη λάρνακα. 

Η πρώτη ηγουμένη, το 1952, ήταν η γερόντισσα Συγκλητική, την οποία διαδέχθηκε η γερόντισσα Παταπία η οποία παρέμεινε ηγουμένη του μοναστηριού από το 1963 ως το 1970, οπότε παραιτήθηκε για λόγους υγείας και σήμερα ηγουμένη είναι η γερόντισσα Χρυσοβαλάντη.

Στο σπήλαιο του Οσίου Παταπίου στο Λουτράκι υπάρχουν ορισμένες τοιχογραφίες, μεταξύ αυτών του Οσίου Παταπίου και της Αγίας Υπομονής, που φιλοτεχνήθηκαν από άγνωστους σε εμάς αγιογράφους σήμερα και οι οποίες χρονολογούνται, πιθανώς τον 15ο αιώνα.
Το Σκήνωμα του Οσίου Παταπίου στο σπήλαιο
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
Επισκέπτες της μονής παίρνουν ως φυλακτό από το σπήλαιο του Οσίου Παταπίου ένα μικρό κομματάκι από βαμβάκι ποτισμένο με το λάδι του αγίου από την καντήλα του που καίει στο σπήλαιο του και επίσης παίρνουν και αγίασμα από μία παρακείμενη στο σπήλαιο, πηγή.
Η έκφραση, ευγνωμοσύνης πολλών ευσεβών πού ευεργετήθηκαν από τον Άγιο εκδηλώνεται με ένα κομμάτι χαρτί, το οποίο παραδίδεται από αυτούς στο μοναστήρι και στο οποίο καταγράφεται ή θαυματουργική επέμβαση του Αγίου στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η μνήμη του Αγίου Παταπίου εορτάζεται στις 8 Δεκεμβρίου (η βασική εορτή της μνήμης του), και επίσης την Τρίτη της Διακαινήσιμου (Τρίτη του Πάσχα) ως ανάμνηση της ημέρας εύρεσης του λειψάνου του ενώ επίσης η Τιμία κάρα της Αγίας Υπομονής φυλάσσεται και αυτή στο μοναστήρι του Οσίου Παταπίου.


Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΕΝ ΣΤΕΙΡΙ.


Φυλάσσεται στην ομώνυμη Μονή στο Στείρι της Βοιωτίας.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Όσιος Λουκάς ο εν τῷ Στειρίῳ όρει ασκήσας
Ψηφιδωτό του 11ου αιώνα στην ομώνυμη 
Ιερά Μονή Οσίου Λουκά
στο Στεἰρι Βοιωτίας.
Ο Βίος του Οσίου Λουκά, κατά τον ιστορικό Γεώργιο Κρέμο, που τον δημοσίευσε για πρώτη φορά στα «Φωκικά» το 1874, έχει γραφεί με κάθε λεπτομέρεια, μετά το θάνατο του Οσίου, από κάποιον ανώνυμο μοναχό. 

Ο συγγραφέας της βιογραφίας που ήτανε βαθύς γνώστης της κατάστασης και των γεγονότων της εποχής, ικανότατος θεολόγος και άριστος λόγιος, μας δίνει αναμφισβήτητες πληροφορίες για το ναό και το μοναστήρι και παρέχει ιστορικές μαρτυρίες για τις μεγάλες επιδρομές των Σλάβων, των Αράβων, των Σαρακηνών, των Βουλγάρων κ.α.

Σύμφωνα με το βιογράφο, πατρίδα του Οσίου Λουκά ήταν το Καστρί της Φωκίδας, οι σημερινοί Δελφοί, είχε όμως καταγωγή από την Αίγινα, αλλά οι πρόγονοί του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί από τις ληστρικές επιδρομές των Αγαρηνών και να εγκατασταθούν στο Ιωαννίτζη, τοποθεσία της Δεσφίνας που βρίσκεται ανάμεσα στην αρχαία Κίρρα και την Αντικυρά. 

Η ιερά Μονή του Οσίου Λουκά στο Στείρι της Βοιωτίας
Αργότερα αποτραβήχτηκαν στο λιμανάκι Βαθύ, όπου γεννήθηκε ο πατέρας του Λουκά, Στέφανος και τέλος ανέβηκαν ψηλότερα και εγκαταστάθηκαν στους Δελφούς, ενώ ο πατέρας του παντρεύτηκε μία Αιγινήτισσα, την Ευφροσύνη, με την οποία απέκτησε επτά παιδιά και ο Λουκάς, ο τρίτος στη σειρά, γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 896.

Η παιδική του ηλικία ήταν γεμάτη στερήσεις, σκληρή εργασία και ύστερα από το θάνατο του πατέρα του απορροφήθηκε στη μελέτη της Άγιας Γραφής και την προσευχή. 

Σε ηλικία 14 ετών ακολούθησε κρυφά από τη μητέρα του δύο μοναχούς από τη Ρώμη ως την Αθήνα και με σύσταση τους κατέφυγε πιθανότατα στη Μονή της Παντάνασσας (Μοναστηράκι) ή στην Εκκλησία της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που τότε ήταν πάνω στην Ακρόπολη, όπου και έγινε μοναχός.

Γενική άποψη του καθολικού του Ναού της Μονής
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
πηγή
Πιθανόν να έμεινε για λίγο και σε ένα ασκητήριο στην πλαγιά του Υμηττού, όπου σήμερα είναι η μονή του Αστερίου, Ασκητήριο Λουκά από του Στειρίου - Αστερίου, κατά κάποια εκδοχή.

Με τις πολλές όμως παρακλήσεις της μητέρας του επέστρεψε στην οικογένειά του και μετά από λίγου μήνες, με την συγκατάθεση της μητέρας του αποσύρθηκε για να μονάσει στο Ιωαννίτζη, όπου παρέμεινε επτά χρόνια, κοντά σε ένα μικρό εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, Κοσμά και Δαμιανού, από το 910 ως το 917.

Από δύο μοναχούς που πέρασαν από εκεί πηγαίνοντας στη Ρώμη, πήρε το μέγα αγγελικόν σχήμα, έγινε δηλαδή μεγαλόσχημος, όμως λόγω της επιδρομής των Βουλγάρων στη Βοιωτία και τη Φωκίδα, πέρασε στην απέναντι του Κορινθιακού κόλπου ακτή, όπου παρέμεινε 10 χρόνια, από το 917-927, κοντά στο στυλίτη του Ζεμένου. 

Η Μονή του Οσίου Λουκά αποτελεί Μνημείο της UNESCO
Το 927, σε ηλικία 31 ετών κατέφυγε και πάλι στο Ιωαννίτζη, όπου παρέμεινε επί 12 χρόνια, από το 927 ως το 939 όταν εγκατέλειψε το Ιωαννίτζη και ήρθε στον Κάλαμο (σήμερα λέγεται Ζάλτσα), περιοχή κοντά στην αρχαία Βούλιδα, όπου έμεινε τρία χρόνια. 

Στη συνέχεια έφυγε μαζί με άλλους για να σωθεί από επιδρομή των Τούρκων και πέρασε στο μικρό νησί Άμπελο απέναντι από την Αντίκυρα, την οποία εγκατέλειψε το 945 για να εγκατασταθεί οριστικά πλέον στη σημερινή θέση του μοναστηριού σε ηλικία περίπου 49 ετών, όπου και απεβίωσε στις 7 Φεβρουαρίου του 953.

Στο Στείρι τον επισκέπτονταν χιλιάδες πιστοί που ζητούσαν συμπαράσταση στις δυσκολίες τους και θεία φώτιση στη ζωή τους, ανάμεσά τους και ο στρατηγός του Θέματος της Ελλάδος Κρηνίτης Αροτράς.

Η φήμη του τράβηξε στο Στείρι και άλλους ασκητές, όπως το Γρηγόριο, τον Παγκράτιο, το Θεοδόσιο όπου μαζί τους και με την οικονομική βοήθεια πολλών θαυμαστών του, στρατηγών και άλλων αξιωματούχων του Κράτους, άρχισε την οικοδόμηση της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας. 

Ο Ναός της Αγίας Βαρβάρας στην κρύπτη του  οποίου
βρίσκεται ο τάφος του Οσίου Λουκά
Δεν πρόλαβε όμως να την τελειώσει, τον Νοέμβριο του 952 πρόβλεψε το θάνατο του και στις 7 Φεβρουαρίου του 953 εγκατέλειψε την επίγεια ζωή, έζησε 56 έτη, 7 μήνες και 8 μέρες ενώ ο μαθητής του Γρηγόριος τον έθαψε μέσα στο κελί του και η φήμη ότι το λείψανά του ήταν θαυματουργά έκανε πλήθος πιστών να συρρέουν στο μοναστήρι για να θεραπευθούν και τα αρχικά κτίσματα έδωσαν τη θέση τους σε μνημειωδέστερα κτίρια.

Δύο χρόνια μετά το θάνατό του μερικοί από τους μαθητές του ολοκλήρωσαν το ναό της Αγίας Βαρβάρας και μετέτρεψαν το κελλί του, όπου ήταν και ο τάφος του, σε «ιερόν ευκτήριον» και έτσι ιδρύθηκε η πρώτη μοναστική κοινότητα στα 955. 

Ο Όσιος διακρίθηκε για την εργατικότητα, την φιλοκαλία, την εγκράτεια, την ευσπλαχνία, την φιλοξενία και την φιλανθρωπία. 

Είχε προικισθεί επίσης με προφητική ικανότητα, η οποία αποδείχτηκε αλάνθαστη τόσο στον εθνικό όσο και στον ιδιωτικό βίο, εκτός από την αυστηρή ασκητική ζωή που έκανε, την ταπεινοφροσύνη του, την αγάπη του για όλους τους ανθρώπους, την απέραντη φιλανθρωπία του, την ακλόνητη πίστη του στο Χριστό και γενικά την ευσέβειά του, είχε μεγάλη θαυματουργική και θεραπευτική δύναμη. 

Το άφθαρτο σκήνωμα του Οσίου Λουκά
Άπειρα είναι τα θαύματα που έκανε στη ζωή του, αλλά και μετά το θάνατο του εκατοντάδες και χιλιάδες ασθενείς έρχονταν προσκυνητές και ικέτες στον τάφο του από τον οποίο ανάβλυζε μύρο, και έβρισκαν τη θεραπεία τους. 

Εκτός από τα άλλα ο Όσιος είχε και προφητική ικανότητα, πολλά γεγονότα είχε προβλέψει, όπως την επιδρομή των Βουλγάρων, την απελευθέρωση της Κρήτης από την κατοχή των Αράβων, το θάνατό του κ.λ.π.

Δικαιολογημένη λοιπόν ήταν η εκτίμηση και η αγάπη που είχαν για αυτόν όλοι οι Χριστιανοί, η απελευθέρωση μάλιστα της Κρήτης, την οποία είχε προβλέψει το 942 και η οποία πραγματοποιήθηκε 2 περίπου χρόνια ύστερα, το 961, από το Νικηφόρο Φωκά, συντέλεσε στο να αυξηθεί ο σεβασμός προς τη μνήμη του σε όλη τη Χριστιανοσύνη και ιδιαιτέρως στη βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. 

Οι Άγιοι της Βοιωτίας.
Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς, Άγιος Ρούφος Πρώτος 
Επίσκοπος Θηβών, Ο Άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης Μητροπολίτης 
Θηβών και Έξαρχος Πάσης Βοιωτίας ο Νέος Ελεήμων, 
Ο Άγιος Ρηγίνος Επίσκοπος Σκοπέλου ο Λεβαδεύς, Οι Όσιοι 
Λουκάς ο εν Στειρίω,Κλήμης και Γερμανός οι εν 
Σαγματά,Μελέτιος ο εν Κιθαιρώνι,Σεραφείμ ο εν Δομπώ
και Νικήτας ο εκ Θηβών.
Πλούσιες δωρεές στέλνονταν στη Μονή τακτικά, έτσι, όχι μόνο τελείωσε η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, η οποία σήμερα είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο, αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, το 1011, κτίστηκε και ο δεύτερος, ο μεγάλος ναός, το Καθολικό, από τον ηγούμενο Φιλόθεο και τους συνασκητές του Γαβριήλ, Γρηγόριο, Πέτρο κ.ά. και αφιερώθηκε στον όσιο Λουκά.

Η παράδοση του μοναστηριού βεβαίωνε ότι τα ιερά λείψανα του Οσίου είχαν αρπαγεί κατά τον 13ο αιώνα από τους Σταυροφόρους και είχαν μεταφερθεί στο Βατικανό. 

Η είδηση της ανεύρεσης τους ήρθε από τη Βενετία, στην οποία κατέληξαν ως έξης: όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Βοιωτία στα 1460 μια ομάδα μοναχών διέφυγε με το σκήνωμα του Οσίου στη Λευκάδα, μετά την κατάκτηση και της Λευκάδας τα λείψανα του Οσίου μεταφέρθηκαν στη Βοσνία. 

Όταν τον Ιούλιο του 1463 η Βοσνία κατακτήθηκε και αυτή από τους Τούρκους, Φραγκισκανοί μοναχοί μετέφεραν τα ιερά λείψανα στη Βενετία, ήδη όμως είχε δημιουργηθεί μία σύγχυση και θεωρήθηκε ότι τα λείψανα του Οσίου Λουκά ανήκουν στον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, που είχε ενταφιαστεί και αυτός στην πόλη των Θηβών. 

Επακολούθησαν συζητήσεις και Σύνοδος Καρδιναλίων στις 16 Δεκεμβρίου του 1464, όπου αποδείχθηκε ότι τα λείψανα που είχαν μεταφερθεί στην Ιταλία ανήκαν σε μοναχό της Ανατολικής Εκκλησίας, τον Λουκά, τον επονομαζόμενο «Στειριώτη».

Στις 11 Οκτωβρίου του 1986, η Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας μετά από ενέργειες του τότε Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Ιερωνύμου και όλων των τοπικών αρχόντων της Βοιωτίας, μετά από 526 ολόκληρα χρόνια, παρέλαβαν τα Ιερά λείψανα και τα επανατοποθέτησαν στις 13 Δεκεμβρίου του 1986 στη λειψανοθήκη του Καθολικού. 

Η απόδοση του Λειψάνου στον Όσιο Λουκά τον Στειριώτη άρχισε τον 19ο αιώνα και κορυφώθηκε το 2001 με την εγγραφή του Αγίου στο Νέο Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β’, πάντως το πρόβλημα της γνησιότητας του Λειψάνου του Οσίου Λουκά παραμένει αφού το λείψανο που επιστράφηκε από την ρωμαιοκαθολική εκκλησία, φέρει Κάρα ενώ στην Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους φυλάσσεται μία Κάρα που αποδίδεται στον Όσιο Λουκά.

Η Μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία μας στις 7 Φεβρουαρίου και στις 3 Μαίου την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του.


Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΛΟΜΟΝΗΣ.


Φυλάσσεται στο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

 

Άγιοι Επτά Μακκαβαίοι, η μητέρα τους Σολομονή και ο 
διδάσκαλός τους Ελεάζαρος.
Τοιχογραφία των ετών 1316 - 1318 στην Εκκλησία του 
Αγίου Γεωργίου στο Staro Ναγκορίτσανε 
(Staro Ναγκορίτσανε, Staro Nagoričino) των Σκοπίων,
από  τους Αγιογράφους Μιχαήλ Αστραπά και τον Ευτύχιο.
Η Αγία Σολομονή έζησε το 168 π.Χ. την εποχή που η Ιουδαία βρισκόταν κάτω από την εξουσία του Βασιλιά της Συρίας Αντίοχου του Επιφανούς και είχε εφτά παιδιά (Ἀβείμ, Ἀντωνίος, Γουρίας, Ἐλεάζαρος, Εὐσεβωνᾶς, Ἀχείμ καί Μάρκελλος. 

Ο Αντίοχος για να εξευτελίσει τους Ιουδαίους, τους μάζεψε μπροστά του και τους ανάγκασε να φάνε κρέατα χοιρινά και ειδωλόθυτα (που θυσιάστηκαν στα είδωλα), τα οποία ήταν απαγορευμένα από τον Ιουδαϊκό νόμο, ως ακάθαρτα. 

Μεταξύ των συγκεντρωμένων Ιουδαίων ήταν και ένας γέροντας 90 χρονών, ο Ελεάζαρος τον οποίο με πολλούς τρόπους προσπαθούσε να πείσει ο Αντίοχος να φάει τα απαγορευμένα κρέατα. 

Αυτός αρνήθηκε και έτσι διέταξε να τον γυμνώσουν και να τον μαστιγώσουν ενώ στο τέλος τον έριξαν στη φωτιά και τον έκαψαν ενώ ο Αντίοχος θυμωμένος που δεν κατάφερε να λυγίσει τον γέροντα Ελεάζαρο, διέταξε να του φέρουν τους εφτά Μακκαβαίους αδελφούς μαζί με τη μητέρα τους Σολομονή. 


Άγιοι Επτά Μακκαβαίοι, η μητέρα τους Σολομονή και ο 
Ελεάζαρος ενώπιον τού βασιλιά της Συρίας Αντίοχου.
Βυζαντινή Μικρογραφία (Μινιατούρα) τού 10ου αιώνα.
πηγή 
Εμπνεόμενα από τη θυσία του γέροντα διδασκάλου τους, τα επτά αδέλφια κράτησαν την ίδια γενναία στάση απέναντι στο βασιλιά.

Στην αρχή ο Αντίοχος προσπάθησε να τους κολακεύσει με διάφορα εγκώμια για τη νιότη τους. 

Τους είπε μάλιστα ότι αν έτρωγαν από τα ειδωλόθυτα που τους πρόσφερε, θα απολάμβαναν πολύ μεγάλες τιμές, και φυσικά θα τους έσωζε από το θάνατο. 

Οι επτά αδελφοί όμως απάντησαν στον Αντίοχο: «χαλεπώτερον γὰρ αὐτοῦ τοῦ θανάτου νομίζομεν εἶναι σοῦ τὸν ἐπὶ τὴ παρανομῶ σωτηρία ἠμῶν ἔλεον», δηλαδή, είναι περισσότερο επιβλαβής και απ' αυτόν το θάνατο, νομίζουμε, η συμπάθειά σου για την παράνομη σωτηρία μας.

Εξοργισμένος τότε ο Αντίοχος, με τροχούς, φωτιά και ακόντια, έναν - έναν τους σκότωσε όλους ενώ όταν είδε αυτό η μητέρα τους Σολομονή, ρίχτηκε μόνη της στη φωτιά και έτσι όλοι μαζί πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου.

Η Αγία Σολομονή ρίχθηκε μόνη της στήν πυρά, μετά τόν θάνατο των παιδιών της και έτσι ανήκει στους λεγόμενους "Αυτόκλητους Μάρτυρες" και η μνήμη της, μαζί με των Αγίων επτά Μακκαβαίων και του Ελεάζαρου, τιμάται στις 1 Αυγούστου.


Κυριακή 19 Μαΐου 2019

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ.

πηγή

Φυλάσσεται στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αθανασίου στη Μυτιλήνη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Φορητή εικόνα του Αγίου Θεοδώρου του Βυζάντιου
με σκηνές από τον βίο του

πηγή
Ο άγιος Θεόδωρος γεννήθηκε το 1774 στο Νεοχώριο της Κωνσταντινούπολης εξ ου και το επώνυμο «Βυζάντιος»

Oι γονείς του ονομάζονταν Αναστάσιος και Σμαραγδή και είχε τουλάχιστον άλλα δυο αδέρφια, τον Αντώνιο και τον Γεώργιο ο οποίος έγινε μητροπολίτης Αδριανουπόλεως με το όνομα Γρηγόριος.

Από πολύ νέος μαθήτευσε ζωγράφος στο πλευρό ενός χριστιανού ζωγράφου που εργαζόταν στα ανάκτορα του Σουλτάνου και εκεί επηρεάστηκε κι έγινε μουσουλμάνος. 

Τρία χρόνια αργότερα, όταν μια επιδημία πανώλης θέριζε τον πληθυσμό της Πόλης, μεταμελήθηκε και επιχείρησε να φύγει κρυφά από τα ανάκτορα πηδώντας τον ψηλό τοίχο, όμως έγινε αντιληπτός και έκτοτε τελούσε υπό την προσοχή των φρουρών. 

Με τη βοήθεια ενός φίλου του, γουναρά, ντυμένος ναύτης και προσποιούμενος ότι μεταφέρει σταμνιά βγήκε από την πύλη, πήγε στην παραλία και με πλοιάριο μετέβη στο σπίτι κάποιας θείας του και εκεί εξομολογήθηκε σε κάποιον ιερέα και έλαβε ξανά το χρίσμα με το άγιο μύρο.  

Εικόνα του Αγίου Θεοδώρου του Βυζάντιου με σκηνές από
τον βίο του, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου
Αθανασίου στη Μυτιλήνη

πηγή
Κατόπιν, δραπέτευσε στη Χίο, όπου βρήκε καταφύγιο σε ένα μοναστήρι κοντά στο Βροντάδο και εκεί γνωρίστηκε με τον πρώην επίσκοπο Κορίνθου Μακάριο και το μοναχό Νεόφυτο, τους αποκαλούμενους «κολλυβάδες». 

Έχοντας τύψεις για την αρνησιθρησκία του αποφάσισε να πάει στη Μυτιλήνη και να ομολογήσει στους Τούρκους ότι ξανάγινε Χριστιανός.

Κοινώνησε, ντύθηκε με τούρκικα ρούχα και παρουσιάστηκε στον κριτή, αποκήρυξε τον μουσουλμανισμό, συνελήφθη, βασανίστηκε φρικτά και απαγχονίστηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1795.

Το λείψανο του έμεινε τρεις ημέρες κρεμασμένο και κατόπιν με άδεια των Τούρκων το παρέλαβαν πενήντα πρόκριτοι Μυτιληναίοι, το έθαψαν στο προαύλιο της Παναγίας Χρυσομαλλούσης και μετά από τρία χρόνια, όταν θέλησαν να κάνουν την ανακομιδή των λειψάνων του, αυτό είχε διατηρηθεί ακέραιο.

Το παρέλαβαν με πολλή ευλάβεια και το έκρυψαν στην κρύπτη του Μητροπολιτικού ναού, όπου βρισκότανε μέχρι το 1832 όταν έγινε το θαύμα της διάσωσης της πόλης από τη θανατηφόρο πανώλη που μάστιζε τον πληθυσμό της Μυτιλήνης. 

Η Τιμία Κάρα του Αγίου Θεοδώρου του Βυζάντιου
πηγή
Οι θάνατοι κάθε μέρα γινότανε και περισσότεροι, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να σκορπιστούν στους γύρω λόφους ελπίζοντας ότι έτσι θα αποφύγουν τη μετάδοση της αρρώστιας. 

Οι αρχές της πόλεως αφήκαν τα γραφεία τους στην πόλη και κατέφυγαν και αυτές στα βουνά, όλα τα μέτρα που έπαιρναν, ήταν ανίσχυρα να σταματήσουν την αρρώστια και το θάνατο και η κυβέρνηση έστειλε συνεργεία γιατρών από την Κωνσταντινούπολη και φάρμακα, που πάλι δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Ότι δεν κατόρθωσαν οι ανθρώπινες προσπάθειες, το έκαμε η χάρη του Θεού με τις προσευχές του άγιου Θεοδώρου.

Την νύχτα της Παρασκευής της α΄ εβδομάδας των Νηστειών, φανερώθηκε ο άγιος στον τότε Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης και αργότερα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, και του παρήγγειλε να πεί στο Μητροπολίτη να μαζέψει τους χριστιανούς από τις εξοχές, όπου είχαν καταφύγει, να κάνουν αγρυπνία στο Μητροπολιτικό ναό και να βγάλουν και το λείψανο του από την κρύπτη του ναού. 

Ο Πρωτοσύγκελλος δεν έδωσε σημασία στο όνειρο, αλλά μετά από μια εβδομάδα, και πάλι νύκτα της Παρασκευής, βλέπει το ίδιο όνειρο ζωηρότερα, και αυστηρότερον τον άγιο και αμέσως έτρεξε και ανακοίνωσε στο Μητροπολίτη την εντολή του αγίου.

28η Απριλίου του 2018, στο Νιχώρι του Βοσπόρου, 
προεστώτος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ
Βαρθολομαίου έγιναν τα Θυρανοίξια Παρεκκλησίου 
Αγίου Νεομάρτυρος Θεοδώρου. Το κομψό Παρεκκλήσιο 
δημιουργήθηκε στον πάλαι ποτέ γυναικωνίτη του
περικαλλούς Ναού της Κουμαριώτισσας.

Ο Μητροπολίτης συνάντησε τον Τούρκο Διοικητή και του ζήτησε την αδεία να επιτρέψει να ειδοποιήσει με κάθε μέσο τους χριστιανούς, να έλθουν στο ναό και να παρακαλέσουν όλοι τον Θεό να σωθούν από την αρρώστια. 

Οι Τούρκοι γιατροί, που ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη, αντέδρασαν, δεν ήθελαν να γίνει συγκέντρωση για να μη μεταδοθεί η αρρώστια περισσότερο, όμως ο Διοικητής έδωσε την άδεια για συγκέντρωση και αγρυπνία.

Όλοι οι χριστιανοί έτρεξαν στο ναό, που γέμισε μέσα, έξω και τους γύρω δρόμους, έκλαψαν, παρακάλεσαν το Θεό, ζήτησαν τη βοήθεια του αγίου και το πρωί ο Μητροπολίτης και ο Πρωτοσύγκελλος κατέβηκαν στην κρύπτη του ναού, έβγαλαν με ευλάβεια το λείψανο του Αγίου Θεοδώρου και έκαμαν μια σύντομη λιτανεία γύρω στο ναό.

Από εκείνη την ώρα δεν πέθανε κανείς Χριστιανός ή Τούρκος από την πανώλη και η πόλη ονόμασε τον άγιο Θεόδωρο «Πολιούχο» ενώ Τούρκοι και Έλληνες με κάθε τρόπο ομολογούσαν το θαύμα και φανέρωναν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό και τον προστάτη άγιο.

Στιγμιότυπο από την Λιτανεία του Αγίου Νεομάρτυρα
Θεοδώρου του Βυζάντιου, στην Μυτιλήνη


Από τότε, το 1832, το  λείψανο του αγίου δεν το ξαναέβαλαν στην κρύπτη του ναού αλλά το έβαλαν φανερά και για τους Τούρκους στη θέση του Μητροπολιτικού ναού, που βρίσκεται σήμερα και είναι, όπως λέει το απολυτίκιο του αγίου, «θησαυρόν τιμαλφή» για την Μυτιλήνη.

Σαν πολιούχος ο άγιος Θεόδωρος προστάτεψε το νησί, στον πόλεμο του 1940, που ενώ οι Ιταλοί βομβάρδιζαν διαφόρους στόχους, καμιά βόμβα δεν πέτυχε το στόχο της και πολλές απ’ αυτές έπεσαν στο έδαφος χωρίς να εκραγούν.

Σε ανάμνηση του θαύματος της διασώσεως του νησιού από την πανώλη, από το 1936, με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου του από Δυρραχίου, καθιερώθηκε νέα γιορτή στη Μυτιλήνη την Δ' Κυριακή από το Πάσχα.
 
Στην γιορτή αυτή, γίνεται με μεγάλη λαμπρότητα και με συμμετοχή χιλιάδων πιστών η λιτάνευση του σεπτού λειψάνου του Αγίου.

Ο νεομάρτυρας Θεόδωρος ο Βυζάντιος είναι ο πολιούχος της Μυτιλήνης και η μνήμη του εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 17 Φεβρουαρίου και η ανακομιδή των λειψάνων του την Κυριακή του Παραλύτου.


Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΗ.

πηγή


Φυλάσσεται στην Μονή Μπίστριτσα, στην Ολτενία της Ρουμανίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Η Μονή Μπίστριτσα στην Ρουμανία
Στην Ρουμανία όταν λες Μπίστριτσα η σκέψη σου πηγαίνει σε δύο διάσημα μοναστήρια της Ρουμανίας, στην παλιά ησυχαστική λαύρα της Μολδαβίας και στη Βίλτσεα στα όρη Καπατσάνι κοντά στον ποταμό Μπίστριτσα. 

Στα 1497 ο Μπάρμπου Κραιοβεσκου έχτισε μια εκκλησιά και πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη συνεννοήθηκε με έναν Τούρκο να αγοράσει τα λείψανα του Αγίου Γρηγορίου. 

Δεχόμενος τις απαιτήσεις του Τούρκου έβαλαν σε μια ζυγαριά το λείψανο από την μια μεριά και από την άλλη χρυσά νομίσματα. Ενώ όμως είχε βάλει ελάχιστα νομίσματα, το λείψανο σηκώθηκε και στάθηκε στο ίδιο ύψος και όταν είδε ο Τούρκος το θαύμα φώναξε: ’’Κοίτα ο χριστιανός στον χριστιανό πάει’’...έτσι έφερε τα λείψανα στη Μονή Μπίστριτσα της Ολτενίας.

Όσιος Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης. 
Μικρογραφία σε Βυζαντινὀ Μηνολόγιο τού 12ου αιώνα. 
Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους
πηγή
Το μοναστήρι το έκλεισαν οι κομμουνιστές το 1959 και το μετέτρεψαν σε επαγγελματική σχολή του υπουργείου υγείας. 

Το άφθαρτο άγιο λείψανο να περίμενε 25 ολόκληρα χρόνια να ξανανοίξει ο Ναός και αυτό έγινε το 1984 με τιτάνιες προσπάθειες του επισκόπου Γερασίμου Κρίστεα.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης γεννήθηκε στην Ειρηνούπολη της Δεκάπολης της Ισαυρίας στα νοτιοανατολικά της Μικράς Ασίας, γύρω στα 780 - 790. 

Ο πατέρας του λεγόταν Σέργιος και η μητέρα του Μαρία ενώ είχε και ένα αδελφό, για τον οποίο γνωρίζουμε μόνο, ότι ακολούθησε και αυτός τον μοναχικό βίο. 

Πνευματικό οδηγό στα πρώτα χρόνια είχε τη μητέρα του, ιδιαιτέρως ευσεβή, σε αντίθεση με τον πατέρα του και όταν έγινε οκτώ ετών φρόντισε να τον στείλει στους γραμματιστές για τη στοιχειώδη εκπαίδευση.

Όσιος Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης. 
Τμήμα Εικόνας τού 16ου αιώνα
Κρατικό Ιστορικό Μουσείο της Ρωσίας
στην Μόσχα.
Ο Γρηγόριος δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές, αλλά επιδόθηκε στη λατρευτική ζωή και στην καθημερινή εγκράτεια ενώ καλλιέργησε και ποικίλες χειροτεχνικές δεξιότητες, αν και δεν γνωρίζουμε ποιές ακριβώς, οι οποίες του έδωσαν τη δυνατότητα να φροντίζει για τις ανάγκες τις δικές του και των γονέων του.

Εφηβο ακόμη οι γονείς του έσπευσαν να τον δώσουν σε γάμο και τον έστειλαν να συγκεντρώσει τα απαραίτητα αλλά ο Γρηγόριος ματαίωσε τα σχέδιά τους καταφεύγοντας σε ένα ηγούμενο στη Δεκάπολη, ο οποίος είχε μόλις απομακρυνθεί από την επισκοπή του και ζούσε στα γειτονικά όρη διωκόμενος από τους εικονομάχους.

Εκείνος τον παρότρυνε να γίνει μοναχός και τον έστειλε σε μία λαύρα εκεί κοντά ενώ ο πατέρας του πέθανε και η μητέρα του τον αναζήτησε για να τον παρακαλέσει να συνεχίσει την άσκησή του κοντά στον αδελφό του. 

Εν τω μεταξύ όμως ο ηγούμενος και κάποιοι μοναχοί πέρασαν από τη μεριά των εικονομάχων και ο Γρηγόριος τότε είχε το θάρρος να ομολογήσει την πίστη του και επέπληξε τον ηγούμενο μπροστά σε όλους τους μοναχούς. 

Ο ηγούμενος διέταξε να τον χτυπήσουν και ο Αγιος χτυπημένος και γεμάτος πληγές πήγε σε ένα άλλο μοναστήρι της Δεκαπόλεως όπου ηγούμενος ήταν ένας θείος του ο Συμεών και εκεί έμεινε 14 χρόνια.

Ανεβαίνοντας τα σκαλιά της πνευματικής ζωής μια φωνή τον προέτρεψε να φύγει από την Δεκάπολη και να πάει σε άλλα μέρη. Έτσι έζησε έναν χειμώνα στην Έφεσο σε μοναστήρι και από εκεί κατά σειρά πέρασε από την Προικόνησο, την Μακεδονία, την Θεσσαλονίκη και την Κόρινθο. 

Όσιος Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης. 
Μικρογραφία στό Μηνολόγιο του Βασίλειου Β ', 985. 
Σήμερα βρίσκεται στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού.
Από εκεί πέρασε στη Ρώμη όπου έζησε τρεις μήνες και και κατόπιν πήγε στις Συρακούσες όπου έμεινε ένα χρόνο ενώ αργότερα επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μένοντας στη Μονή του Αγίου Μηνά.

Έγινε γνωστός για το διορατικό του χάρισμα ,τη δύναμη της προσευχής του τα πολλά του θαύματα, όπως λέγει ο Ιγνάτιος ο διάκονος που κατέγραψε τον βίο του και τους πύρινους λόγους του ενάντια στους εικονομάχους.

Το 841 όμως ο Γρηγόριος ασθένησε βαριά αλλά παρά την ασθένειά του ζήτησε να τον μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη. 

Ο Συμεών είχε μάθει για την ασθένεια του οσίου και με γράμμα του τον είχε παρακαλέσει να τον δει για τελευταία φορά, έτσι ο Γρηγόριος ήθελε να συναντήσει τον πνευματικό του πατέρα Συμεών, αιχμάλωτο τότε του Θεόφιλου.

Στην Κωνσταντινούπολη ο Γρηγόριος έφθασε τον Ιανουάριο του 842, μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Θεόφιλου, και ο Συμεών είχε μόλις απελευθερωθεί, όταν τον συνάντησε ενώ παρέμεινε στη βασιλεύουσα τους επόμενους μήνες δοκιμαζόμενος από την ασθένεια και λίγο πριν πεθάνει ζήτησε να τον μεταφέρουν στο άγιο όρος του Ολύμπου της Βιθυνίας, όπου και κοιμήθηκε, τον Νοέμβριο του 842.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 20 Νοεμβρίου και την ακολουθία του έγραψε ο μητροπολίτης Μυρών Ματθαίος.