Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΚΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΚΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Αρτοτίνας, Φωκίδα.

πηγή

Η Μονή του Αγίου Ιωάννου βρίσκεται στην περιοχή τού χωριού Αρτοτίνα τού Νομού Φωκίδος, σέ απόσταση δυόμισι χιλιομέτρων βόρεια και εξακοσίων μέτρων νότια τής κοίτης τού ποταμού Εύηνου (Φίδαρη), στην περιοχή τής συμβολής του με τὸ Καλογερικό Ρέμα, στη βόρεια απόληξη τού Τρίκορφου, σέ υψόμετρο 1.100 μέτρων περίπου.


Άποψη της Μονής

Η μονή εικάζεται – από τον Ιωάννη Ρουφαγάλη – ότι ιδρύθηκε στο μεταίχμιο τού 16ου προς τον 17ο αιώνα και ότι η ανέγερσή της σχετίζεται με την ίδρυση τού οικισμού τής Αρτοτίνας.

Τοπική προφορική παράδοση, που κατέγραψε το 1929 ο Δημήτριος Λουκόπουλος, αναφέρει ότι η μονή ήταν αρχικά αφιερωμένη στην αγία Παρασκευή και βρισκόταν σέ άλλη χαμηλότερη θέση κοντά στον Εύηνο ποταμό στην τοποθεσία πού βρίσκεται σήμερα το ομώνυμο εξωκλήσι και η μεταφορά της στη σημερινή υψηλότερη θέση και η αφιέρωσή της στην Αποτομή του Τιμίου Προδρόμου οφείλεται σέ προσταγή τού ίδιου του άγιου, που εμφανίστηκε σέ ενύπνιο ενός μοναχού.

Η παράδοση αυτή δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί λόγω απουσίας οποιασδήποτε παλαιάς γραπτής σχετικής μαρτυρίας ή ορατών ιχνών κτηριακών εγκαταστάσεων στην περιοχή πού βρίσκεται το ανακαινισμένο εξωκλήσι τής Αγίας Παρασκευής, το οποίο αποτελούσε εξάρτημα της μονής, όπως και το σχετικά κοντινό σ’ αυτό εξωκλήσι τού Αγίου Παντελεήμονα.

Η Δεσποτική εικόνα, στο τέμπλο, της Αγίας Παρασκευής
πηγή

Κάποια στοιχεία, όμως, μας βάζουν σέ υποψία ότι η παραπάνω προφορική παράδοση ίσως και να έχει ιστορική βάση. 

Στο τέμπλο τού Καθολικού, λοιπόν, υπάρχει (σήμερα όλες οι δεσποτικές εικόνες φυλάσσονται σε άλλο σημείο) εικόνα τής αγίας Παρασκευής, χρονολογημένη με επιγραφή το 1812 που αποτελεί μία από τίς μόλις τέσσερεις δεσποτικές εικόνες τού αρχικού τέμπλου τού ναού και σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη θέση της αριστερά τής Θεοτόκου, όπου τοποθετείται συνήθως η εικόνα τού άγιου ή της εορτής στην οποία είναι αφιερωμένος ένας ναός, πιθανότατα να απηχούσε ήδη από το 1812 την παράδοση τής παλαιότερης αφιερώσεως τής μονής στην αγία Παρασκευή.

Η ιδιαίτερη σχέση τής μονής με την αγία Παρασκευή τεκμαίρεται ακόμη από το γεγονός ότι παλαιότερα στο Καθολικό τής μονής φυλασσόταν μία ασημένια λειψανοθήκη με το χέρι της αγίας Παρασκευής, κειμήλιο πού πιθανότατα σχετίζεται με κάποια διαλυμένη Μονή τής Αγίας και σήμερα είναι αποθησαυρισμένη στη Μονή Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ τού Σαρώφ στο Τρίκορφο Φωκίδος.

Λιθανάγλυφη επιγραφή στην Μονή
Ανάλογη εικασία για τον χρόνο ίδρυσης της μονής εκφράζει και ο ιεροκήρυκας Ακαρνανίας και Ναυπακτίας ιερομόναχος
Ιωακείμ Σπετσιέρης, ο οποίος κατά την επίσκεψή του στον χώρο στις αρχές τού 20ου αιώνα παρατήρησε: «Από τε των ερειπίων καὶ εκ τινος δυσαναγνώστου επὶ λίθου μαρμαρίνου επιγραφής γίνεται δήλον οτι η Μονὴ δὲν αριθμεί πλέον των τριακοσίων ετών ηλικία δηλαδή εκτίσθη μετά την άλωσιν τής Κωνσταντινουπόλεως».

Χρονολογική ένδειξη ότι η μονή υπήρχε στη θέση αυτή στο τέλος τής 3ης δεκαετίας τού 18ου αιώνα αποτελεί η σωζόμενη εγχάρακτη σέ λίθο χρονολογία +1728 , η οποία είναι θραυσμένη σέ δύο τμήματα και βρίσκεται εντοιχισμένη σε δεύτερη χρήση στη βορειοανατολική γωνία ενός νεότερου κελιού, σημερινό αρχονταρίκι, νότια τού λεγόμενου Κελιού τού Διάκου ενώ ασφαλής ένδειξη ότι η μονή ήταν επανδρωμένη τὸ 1774 τυγχάνει η μνεία τού ιερομονάχου τής μονής, Παγκρατίου που τη χρονιά εκείνη υπογράφει μαζί μὲ άλλους ως μάρτυρας σε ομολογία πωλήσεως ακίνητων περιουσιακών στοιχείων στον πατέρα τού Αρτοτινού οπλαρχηγού Ανδρίτσου Σαφάκα.

Η Κτητορική επιγραφή πάνω από την βόρεια
είσοδο του Καθολικού της Μονής
Η σημαντικότερη γιὰ την ιστορία τής μονής χρονολογική μαρτυρία είναι η εντοιχισμένη πάνω απο την βορεινή είσοδο τού Καθολικού, λίθινη κτητορικὴ επιγραφή που αναφέρει το έτος κατασκευής τού ναού και μνημονεύει τὰ ονόματα των κτητόρων. 

Σύμφωνα με αυτήν, το κτήριο οικοδομήθηκε το 1806, την περίοδο που ήταν αγάδες στο Λιδορίκι, οι Χασάν και Μεχμέτ. 

Εκτός από τούς δύο Οθωμανούς αγάδες η κτητορικὴ επιγραφή μνημονεύει τὰ ονόματα διαφόρων κτητόρων, πέντε από τὰ οποία διακρίνονται ευκρινώς, ενώ στα δύο ποὺ βρίσκονται στὸν τελευταίο στίχο η φθορά των γραμμάτων δεν επιτρέπει την ασφαλή ανάγνωση των ονομάτων.

Ο πρώτος πού επιχειρεί ολοκληρωμένη ανάγνωση τής επιγραφής είναι ο Λουκόπουλος τὸ 1929, που σύμφωνα με αυτόν, στην επιγραφή μνημονεύονται τα ονόματα τεσσάρων μοναχών τής μονής (Γεράσιμος, Ιάκωβος, Παναγιώτης και Παγκράτιος) και τα ονόματα δύο λαϊκών: τού Αναγνώστη Φασίτσα και τού Τριώτη.

Το κελί του Αθανάσιου Διάκου στην Μονή
πηγή
Ενδιαφέρον προξενεί η απουσία τού ονόματός τού
Αθανασίου Διάκου, παρότι γνωρίζουμε ότι ανήκε στη δύναμη τής μονής.

Σύμφωνα με την ισχυρή παράδοση τής περιοχής, μπήκε στο μοναστήρι σέ ηλικία δώδεκα ετών στα 1793 - 1794, έμεινε σε αυτό αρχικά λίγο περισσότερο από μια δεκαετία και χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. 

Γύρω στο 1805, κυνηγημένος από τις οθωμανικές αρχές λόγω ακούσιου φόνου πού διέπραξε στην Αρτοτίνα στὸ πανηγύρι τής Παναγίας, εγκατέλειψε τὸ μοναστήρι γιὰ να ενταχθεί στο σώμα τού Τσὰμ Καλόγερου, ξακουστού Αρβανίτη κλέφτη ποὺ δρούσε στην Δωρίδα, έμεινε σε εαυτό δύο περίπου χρόνια και το 1807 επέστρεψε στο μοναστήρι τού Προδρόμου, έναν χρόνο μετά την ανέγερση τού νέου Καθολικού.

Άποψη  απο το κελί του Αθανάσιου Διάκου
πηγή
Συνεπώς το όνομά του δεν συμπεριλήφθηκε στην κτητορική επιγραφή τού Καθολικού λόγω τής απουσίας του απὸ τη μονή κατά την περίοδο των οικοδομικών εργασιών. 

Έναν χρόνο μετὰ, το 1808, ο Αθανάσιος Διάκος κυνηγημένος πάλι από τις οθωμανικές αρχές εγκαταλείπει οριστικά τὴ μονή τού Προδρόμου για να ενταχθεί ως πρωτοκλέφτης στο σώμα τού κλεφταρματωλού Σκαλτσοδήμου

Η ανάμνηση της στενής σχέσης τού Αθανασίου Διάκου με την Μονή τού Προδρόμου, στην οποία εγκαταβίωσε συνολικά δώδεκα περίπου χρόνια, διατηρείται ζωντανή στο παλαιότερο ίσως σωζόμενο κτίσμα τής μονής, τὸ επονομαζόμενο Κελί τού Διάκου, που υψώνεται νότια τού Καθολικού και  θεωρείτε ως το προσωπικό κελί του.

Άποψη  απο το κελί του Αθανάσιου Διάκου
πηγή
Το Κελί τού Διάκου είναι διαστάσεων 7.60 μέτρων Χ 6.00 μέτρων με δύο επίπεδα, στο ισόγειο περιλαμβάνει έναν μόνο χώρο που χρησίμευε ως στάβλος και αποθήκη και στον όροφο περιλάμβανε μικρό προθάλαμο, βοηθητικό χώρο με «φωτογωνιά» και γκλαβανή για την εσωτερική επικοινωνία με τὸ ισόγειο αλλά και χώρο διαμονής στα πρότυπα του Οθωμανικού «οντά», δηλαδή το τζάκι στην μέση της μιας πλευράς του και χώρο διαμονής - ύπνου, όπου οι άνθρωποι κάθονταν και κοιμούνταν σέ στρώματα, εκατέρωθεν τού τζακιού

Το 1930  και με αφορμή τους εορτασμούς για τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους η Κεντρική Επιτροπή Εκατονταετηρίδος τοποθέτησε στην ανατολική όψη του κελιού του Αθανάσιου Διάκου,  μια μαρμάρινη πλάκα, με την οποία αναγνωρίστηκε επισήμως ως ο χώρος στον οποίον διέμενε ο ήρωας της Επανάστασης.

Η μαρμάρινη πλάκα στο κελί
του Αθανάσιου Διάκου
Η καταγραφή αυτή είχε ως αποτέλεσμα και την κήρυξη το 1965 του Καθολικού και του κελιού του Διάκου ως ιστορικά διατηρητέων μνημείων. 

Το 1966 η Αρχαιολογική Υπηρεσία προχώρησε σε εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης του κελιού του Αθανάσιου Διάκου, ενώ συγχρόνως έγιναν διορθωτικές εργασίες στη στέγη του Καθολικού της Μονής αλλά και περιορισμένης έκτασης επισκευές στα οικήματα των υπόλοιπων κελιών και του ξενώνα.

Το Καθολικό τής μονής είναι ένας μεγάλων διαστάσεων (7.75 x 19.50 μ. περίπου) μονόχωρος δρομικός ναός που στην σημερινή του μορφή τὸ εσωτερικό του χωρίζεται απο τέμπλο απλής μορφής σέ κυρίως ναό και ιερό ενώ έχει ξύλινη χρωματισμένη οροφή χωρισμένη σὲ τρία διάχωρα και το δάπεδό του είναι στρωμένο με πήλινες πλάκες. 

Άποψη  του Καθολικού της Μονής
πηγή
Η είσοδος στον Ναό γίνεται μέσω τριών θυρών. 

Αρχικές είναι η δυτική και η βόρεια, που αποτελούσε και την κύρια θύρα του ενώ και οι δύο έχουν λίθινα ορθογωνικὰ πλαίσια με ανάγλυφο διάκοσμο. 

Ο φωτισμός τού ναού γίνεται από τέσσερα σχετικά μεγάλα νεότερα παράθυρα που ανοίγονται ψηλά στον βόρειο τοίχο του, στη θέση μικρότερων αρχικών, απὸ τὰ οποία διατηρούνται τὰ τόξα των αψιδωμάτων ποὺ ήταν διαμορφωμένα επάνω από τὰ ορθογωνικά τους πλαίσια, ενώ στην κόγχη τού ιερού είναι διαμορφωμένο παράθυρο μὲ λίθινο δίλοβο πλαίσιο. 

Άποψη  του Καθολικού της Μονής
πηγή
Οι τοίχοι του ναού είναι κτισμένοι μὲ προσεγμένης κατασκευής αργολιθοδομὴ απὸ πλακοειδείς φλύσχες, μεγάλο μέρος των οποίων καλύπτει φαρδύ αρμολόγημα ενώ στὶς όψεις της πεντάπλευρης κόγχης τού ιερού είναι διαμορφωμένα τυφλά αψιδώματα με τόξα χαρακτηριστικής οθωμανικής μορφολογίας, και καλύπτεται με ξύλινη τρίρριχτη στέγη επικαλυμμένη με σχιστόπλάκες.

Σημαντική μαρτυρία γιὰ την ακτινοβολία τής μονής στην περιοχή τής Δωρίδας αποτελούν οι αφιερωτικές επιγραφές των τεσσάρων δεσποτικών εικόνων του αρχικού τέμπλου τού Καθολικού, όλες φιλοτεχνημένες το 1812, αφιερώματα πιστών απὸ τὰ χωριά τής Δωρίδας Κωστάριτσα (σημερινό Διχώρι) και Πεντοάγιος (σημερινοί Πενταγιοί). 

Άποψη της εισόδου της Μονής από τον δρόμο
Οι δεσποτικές εικόνες, όπως αναφέρεται στην εικόνα του άγιου Γεωργίου στο τέμπλο τού ομώνυμου ναού στην Αρτοτίνα, φιλοτεχνήθηκαν από: «χεὶρ Γεωργίου αναγνώστου 1814», ενός αγνώστου εως τώρα εξαιρετικού αγιογράφου

Στην Επανάσταση το μοναστήρι δεν φαίνεται νὰ υπέστη καταστροφή λόγω τής ασφαλούς ορεινής θέσης της, ενώ απο τα σωζόμενα έγγραφα σχετικά με την Μονή στα Γενικά Αρχεία του Κράτους προκύπτει ότι συμπεριλήφθηκε και αυτή στα μοναστήρια που διαλύθηκαν με το βασιλικό διάταγμα του Αντιβασιλέα του Όθωνα, το 1833, παρά τις επίμονες προσπάθειες των κατοίκων να το αποτρέψουν.

Άποψη του αύλειου χώρου της Μονής
Έκτοτε το μοναστηριακό συγκρότημα πέφτει σε σταδιακή ερήμωση, τα μοναστηριακά κτήματα και ο νερόμυλος μὲ τὴ νεροτριβή ενοικιάστηκαν με δημοπρασία από τούς Αρτοτινούς, όμως το 1850, ο μύλος και η νεροτριβή καταστράφηκαν ολοκληρωτικά από πλημμύρα του Εύηνου και έμεινε μόνο τὸ τοπωνύμιο
Καλογερικός Μύλος

Παρα τη νομική διάλυση καὶ την αποψίλωση απὸ τὰ κειμήλια καὶ τὴν κτηματική περιουσία της η μονή λόγω τής ιστορικής της σημασίας, τής σημαντικής θέσης της στὴν θρησκευτική και κοινωνική ζωή τής περιοχής φαίνεται ότι δεν ερημώθηκε εντελώς. Περιστασιακά η κοινότητα της Αρτοτίνας παρείχε διευκολύνσεις σε μεμονωμένους μοναχούς πού ήθελαν νὰ παραμείνουν στους χώρους της παρέχοντας πνευματικές υπηρεσίες στους κατοίκους τής περιοχής, όπως ο ιερομόναχος Ζαχαρίας Νικολάου απὸ την Ζηλίστα (σημερινὴ Κυδωνιὰ) Ευρυτανίας, που τὴην διετία 1854 - 1855 διαμένει στη μονή ως πνευματικός τής περιοχής.

Λίθινη επιγραφή: 2 Μαίου 1885
Περιστασιακά γίνονταν μικρές οικοδομικές εργασίες, όπως μαρτυρεί η λίθινη επιγραφή με τη χρονολογία 2 Μαΐου 1885 πού σώζεται στον αύλειο χώρο τής μονής. 

Το 1888 έμενε για ένα διάστημα στον χώρο ένας περαστικός από την περιοχή ιερομόναχος, επ’ ονόματι Αθανάσιος, που έκτισε στο πλάτωμα κοντά στην είσοδο τής μονής ένα κελί και εντοίχισε σ’ αυτό τον εγχάρακτο λίθο με τὴ χρονολογία 1728, πού βρήκε στα ερείπια των παλιών κελιών τής μονής. 

Ο Σπετσιέρης το 1908 παρατηρεί ότι η «Μονή ... διελύθη μετὰ των άλλων, πάντα δὲ τα εν αυτή μετακομίσθηκαν εις τὴν Αρτοτίναν, ένθα περιέπεσαν εἰς τὸν σάκο τις λήθης» και ότι, μὲ εξαίρεση τὸ Κελί τού Διάκου, «τα λοιπά κτίρια εισὶ κατεστραμμένα εντελώς, τὰ δὲ κτήματα τής Μονής μετὰ την διάλυσίν κατέλαβαν οι κάτοικοι τής κωμοπόλεως Αρτοτίνας».

Λίθινη επιγραφή, 1922.
Οι σοβαρές φθορές πού θα είχε υποστεί μὲ την πάροδο τού χρόνου τὸ Καθολικό τής εγκαταλελειμμένης επι εξήντα χρόνια μονής οδήγησε τούς κατοίκους τής Αρτοτίνας στην απόφαση νὰ προβούν το 1896 σέ εκτεταμένη ανακαίνισή του αλλά και την δεύτερη δεκαετία τού 20ου αιώνα φαίνεται ότι αναλαμβάνονται εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες στη μονή. 

Λυτή θραυσμένη επιγραφή απὸ άγνωστο κτήριο μὲ χρονολογία 9 Μαρτίου 1922 στην αυλή τής μονής αναφέρεται σὲ κάποιον κτήτορα, το όνομα τού οποίου έχει εκπέσει. 

Τὸ 1998 συστήθηκε ερανική επιτροπή, η οποία το ίδιο έτος προέβη σὲ μικρότερης η μεγαλύτερης εκτάσεως εξωραϊστικές και βελτιωτικές επεμβάσεις στον χώρο καὶ στα βοηθητικά κτίσματα τού μοναστηριού καὶ παράλληλα σὲ συνεργασία με τὴ Μητρόπολη καταβλήθηκαν προσπάθειες γιὰ ανασύσταση τής μονής καὶ επάνδρωσή της, οι οποίες ωστόσο δεν τελεσφόρησαν. 

Έως τὴν ευόδωση των προσπαθειών η διοίκηση καὶ η διαχείριση τής μονής έχει ανατεθεί απο την Ιερά Μητρόπολη Φωκίδος σὲ πενταμελή Διαχειριστική επιτροπή, ενώ το 2018 αναγνωρίστηκε και επισήμως η σύσταση τής μονής. 

Έως σήμερα πνοή ζωής στο άδειο μοναστήρι δίνουν οι καθημερινοί προσκυνητές, τὸ μεγάλο πανηγύρι της Αποτομής τού Αύγουστου και ο πανηγυρικός εορτασμός τής εορτής τού Γενεθλίου τού Προδρόμου στις 24 Ιουνίου, την οποία τὰ τελευταία χρόνια οι μελισσοκόμοι της περιοχής γιορτάζουν στο μοναστήρι.



Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία, Χρισσό Φωκίδας.

πηγή

Bρίσκεται σε υψόμετρο 500 μέτρων, στο δρόμο ανάμεσα στους Δελφούς και το Χρισσό, βορειοδυτικά του Χρισσού και σε απόσταση 7 χιλιομέτρων ενώ η θέα από εκεί φθάνει μέχρι και τα βουνά της Πελοποννήσου.




Η είσοδος στην Μονή.
πηγή
Για την χρονολόγηση της Μονής μας βοηθά ένα «Χοντζέτι» του 1572 και ένα πατριαρχικό Σιγίλλιο, σύμφωνα με το οποίο η Μονή κηρύσσεται Πατριαρχικό Σταυροπήγιο το 1593 καθώς όμως και ένα χειρόγραφο του 1834 που καταγράφει την περιουσία της Μονής και αναφέρει, ότι η Μονή είχε ζωή 815 ετών, δηλαδή ότι κτίστηκε κατά το 1019.

Η Μονή αναφέρεται σε Πατριαρχικό σιγίλιο του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιερεμίου Β΄ (16ος αιώνας) και μάλιστα καταγράφεται ως τοποθεσία η Χρυσή Χώρα, το σημερινό Χρισσό ενώ σύμφωνα με τον καθηγητή Νικόλαο Ολυμπίου, το χαρακτηριστικό διασωθέν κτήριο που ονομάζεται Φωτάναμα, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί για να ανάβουν φωτιά και να ζεσταίνονται, εκφράζει την αρχιτεκτονική του 11ου αιώνος και επιβεβαιώνει έτσι την χρονολογία ιδρύσεώς της Μονής.


 Απόψεις του εσωτερικού περιβόλου της Μονή.


Άποψη της Μονής.
πηγή
Στην Επανάσταση του 1821 υπήρξε ορμητήριο και τροφοδότης των επαναστατών της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος και αποκαλείτε από τον Ιωάννη Φιλήμονα και άλλους ιστορικούς ως η "Αγία Λαύρα της Ρούμελης".

Από εκεί ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση, με τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και τον οπλαρχηγό Γερο - Πανουργιά, όταν στις 24 Μαρτίου του 1821, μαζί με τους Προεστούς των Σαλώνων, μέσα στο Ναό της Μονής, ορκίστηκαν και ύψωσαν την Σημαία της Επανάστασης. 

Στον Βωμό της Πίστεως και της Ελευθερίας τριάντα από τους εκατό περίπου Μοναχούς της Μονής έπεσαν, ηρωικός μαχόμενοι, με επικεφαλής τον Επίσκοπο Ησαΐα, εναντίον των Τούρκων, στα υψώματα Χαλκωμάτα, στην μάχη της Αλαμάνας, τον Απρίλιο του 1821. 

Ακόμη, διάφορα έγγραφά της Μονής, σχετικά με την περίοδο 1821 - 1827, μας δίνουν σημαντικότατες πληροφορίες, όπως ότι στις 3 Αυγούστου του 1825 πολιορκείται από τους Τούρκους, και η έλλειψη πολεμοφοδίων, τροφών και νερού ανάγκασε τους αγωνιστές, να εγκαταλείψουν την Μονή, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι του Κιουταχή να την καταλάβουν και να την καταστρέψουν, μάλιστα ξεθεμελίωσαν τον παλαιό Ναό. 

Χαρακτηριστικό είναι το γράμμα  του Συνταγματάρχη της επανάστασης του 1821, Νάκου Πανουργιά, γιού του Δημήτριου Ξηρού ή Γερο - Πανουργιά, με χρονολογία 10/01/1838 που βρίσκουμε στο ιστορικό αρχείο της Μονής και που αναφέρει: "Πιστοποιώ ο υποφαινόμενος, ότι κατά 1821, έτος επί αρχηγίας του Μακαρίτου πατρός μου Πανοργιά, και του Ιω. Γκούρα καθώς και της εδικής μου, το Μοναστήριον του Προφήτου Ηλιού, το ..... κατά την Παρνασσίδα συνετέλεσεν ουκ ολίγον εις τα τότε πολεμικά σχέδιά μας, και αφού καθ’ ον καιρόν εκινείτο η αποστασία των Σαλώνων, ητίμασεν αυτό τροφάς και πολεμοφόδια τα οποία εκουβάλησαν εξ άλλων μερών οι καλόγεροι, μέσα (;) εις το Μοναστήριον. Τέλος μαζύ με ημάς ο τότε ηγούμενος: Βενιαμίν και οι καλόγεροι, έως 30 τον αριθμόν, και ούτως υπό την οδηγίαν μου, με πολεμοφόδια, τροφάς και με ζώα επολιορκήσαμεν τα Σάλωνα, έπειτα παρευρέθησαν μαζύ μου και εις τον πόλεμον της Γραβιάς, όπου επληρώθη ο μοναχός Πανκράτιος, εις τον πόλεμον των Βασιλικών Νευροπόλεως, εις Άμπλιανην, εις σκάλα, εις πολιορκίαν της Λεβαδίας όπου επληγώθη ο Θεωνάς, και εφονεύθη ο Νικηφόρος, αμφότεροι μοναχοί. Εις Σκάλα Σαλώνων, όπου εφονεύθη ο παπαγεράσιμος, εις Ράχωβαν και εις Προφήτην Ηλίαν, καθώς και εις άλλας μάχας γινομένας κατά την Ανατολ(ικήν) Ελλάδα. Δείξαντες γενναιότητα και ανδρίαν οι καλόγεροι όλοι καταβάλλοντες και συνδρομήν περισσότερον των 50.000 πενήντα χιλιάδων γροσίων, εις διαφόρους περιστάσεις, δόσαντες και έως δέκα χιλιάδες αρ. 1.000, γιδοπρόβατα εις τα στρατόπεδα, προφθάσαντες τας ανάγκας αυτών, και έως τέλους μετά την μάχην ήτις έγινε εις την Ιεράν μονήν του Προφήτη Ηλιού ο Κιουταχής κατέστρεψε με πυρίτιδα όλα τα κτήρια και την εκκλησίαν του Μοναστηρίου. Όθεν ως γνωρίζων καλώς τα τότε δεινά του Μοναστηρίου τούτου, τον ζήλον, και προθυμίαν, πατριωτισμόν και γενναιώτητα των καλογέρων, καθ’ όλον το διάστημα του ιερού αγώνος μας, δίδω το παρόν μου πιστοποιητικόν τω ιερώ τούτω Μοναστηρίω του Προφήτου Ηλιού δια να χρησιμεύση όπου ανίκει, προς δόξαν των αγώνων και θυσιών.

Εν Αμφίσση την 10η Ιανουαρίου 1838
Ν. Πανοριάς
Συνταγματάρχης.



Το Καθολικό της Μονής
Το 1827 εναπομείναντες Μοναχοί, αρχίζουν την ανοικοδόμησή της και στην θέση του παλιού Ναού χτίζουν νέο μεγαλοπρεπή που άρχισε να ανοικοδομείται το 1832 από τον ηγούμενο Παγκράτιο και ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1834 με τη συνδρομή των Ιερομονάχων Ζωσιμά και Νεοφύτου.

Ο νέος ναός κοσμήθηκε με ξυλόγλυπτο Τέμπλο, ανεκτίμητης αξίας και απαράμιλλης τέχνης, με αγιορείτικες δεσποτικές εικόνες του 1834.

Ο Δημήτρης Σταμέλος αναφέρει: "το τέμπλο είναι από εκείνα τα έργα της λαϊκής ξυλογλυπτικής, που σε εντυπωσιάζει άμεσα, βαθύτατα και σε προβληματίζει με το θρησκευτικό δέος, πού αποπνέει. Έχει μία δύναμη, που αιχμαλωτίζει καθώς μορφές και σκηνές απὸ την Παλαιά και Καινὴ Διαθήκη έχουν αποδοθεί με τόσο συγκλονιστικὸ τρόπον, που μόνο ένας μεγάλος καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος εμπνευσμένος με πίστη μπορούσε, να το φιλοτεχνήσει". 

Άποψη του τέμπλου της Μονής, διακρίνονται τα Βημόθυρα.
πηγή
Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε με σαφήνεια ποιος είναι ο χαράκτης του τέμπλου αφού η ταπεινοφροσύνη του, μάλλον, δεν του επέτρεψε, να χαράξει στο τέμπλο το ονομά του και την χρονολογία της κατασκευής του, όμως υπάρχει μία άποψη ότι ο τεχνίτης είναι ο Αναστάσιος Μόσχος από το Μέτσοβο και χρειάστηκαν 27 χρόνια να ολοκληρωθεί το τέμπλο. 

Μάλιστα υπάρχει μία προφορική παράδοση για το τέμπλο της μονής και τον τεχνίτη, που αναφέρει: «Όταν ο τεχνίτης του τέμπλου ήλθε στο μοναστήρι για να το κατασκευάσει διαφώνησε με το ηγουμενοσυμβούλιο για την αμοιβή του και αναχώρησε. 

Φεύγοντας από το μοναστήρι εμφανίστηκε μπροστά του σεβάσμιος γέρων με λευκά γένια (ο Προφήτης Ηλίας) που τον ρώτησε γιατί δεν ανέλαβε την εργασία. Όταν ο τεχνίτης του είπε το λόγο ο γέρων τον προέτρεψε να επιστρέψει στο μοναστήρι και να αναλάβει το έργο, αμέσως δε εξαφανίστηκε. Πράγματι ο τεχνίτης ακολούθησε την συμβουλή του και κατασκεύασε το αριστούργημά του»

Άποψη του τέμπλου της Μονής.
πηγή
Άλλη μια καταστροφή υπέστη η Μονή τον Φεβρουάριο του 1943 όταν πυρπολήθηκε από τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής ως αντίποινα στην δράση των ανταρτών. 

Το αποτέλεσμα ήτανε να καταστραφεί ένα μέρος της Βιβλιοθήκης και να διασκορπιστούν οι μοναχοί, ενώ ο Ηγούμενος Αγαθόνικος Καρούζος εκτελέσθηκε από τους Ιταλούς στο Κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου Αμφίσσης για υπόθαλψη ανταρτών, ήταν 51 ετών και τον εξετέλεσαν δεμένο σε μία καρέκλα. 

Το 1952 ξεκίνησαν τα έργα αποκατάστασης και το 1981 με υπουργική απόφαση χαρακτηρίστηκε ιστορικό και διατηρητέο μνημείο, τον Ιούλιο του 1988 από ανδρικό μετατρέπετε σε γυναικείο με την συνοδεία της μακαριστής ηγουμένης Ολυμπιάδος και αρχίζει η σταδιακή της, σταθερή ακμή αλλά και ανοικοδόμηση.

Άποψη του τέμπλου της Μονής.
πηγή
Επί ηγουμενίας της μοναχής Ολυμπιάδος, η Μονή γνώρισε μέρες δόξης, ανακαίνισε όλη τη Μονή, το καθολικό, τα παρεκκλήσια, τα κελλιά. 

Έκτισε καινούριες πτέρυγες, θεμελίωσε καί ανήγειρε το ναό του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτου, συμμάζεψε την περιουσία της Μονής, κτήματα, χωράφια, βοσκοτόπια πού λυμαίνονταν κάποιοι καί τα εκμεταλλεύονταν αντί πινακίου φακής. Επανέφερε το μοναστήρι στην παλαιά του αίγλη και το ανέδειξε σε πνευματικό φάρο τής περιοχής.

Οι μοναχές σήμερα ασχολούνται με την Αγιογραφία, την ιεροραπτική, τους κήπους, τους ελαιώνες, με τα ζώα και με την μελισσοκομία ενώ ηγουμένη είναι η μοναχή Κικιλία και κάθε χρόνο στις 24 Μαρτίου γίνεται μεγάλη δοξολογία για την επέτειο της κήρυξης της Επανάστασης του 1821, στη Ρούμελη.

Η Ιερά Μονή διαθέτει παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων, του οσίου Ιωάννου του Καλυβίτου, του αγίου Τρύφωνα και της Μεταμορφώσεως καθώς και ένα μετόχι στην Γραβιά Φωκίδος, την Ιερά Μονή Παναγίας Παντάνασσας - Πανάσσαρης.

Η Μονή πανηγυρίζει στις 20 Ιουλίου, τιμώντας τον Προφήτη Ηλία στον οποίο είναι αφιερωμένη.

Tηλέφωνο επικοινωνίας: 22650 - 35002. 


Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

Ιερά Μονή Παναγίας Παντάνασσας Γραβιάς.


Βρίσκεται σε μια πανέμορφη και καταπράσινη τοποθεσία, σε υψόμετρο 710 μέτρων, πάνω από την ιστορική Γραβιά και σε απόσταση περίπου 5 χιλιόμετρα από το χωριό Μαριολάτα στη Φωκίδα.



Άποψη του Καθολικού της Μονής 
πηγή
Σύμφωνα με μία επιγραφή που βρίσκεται επάνω σε εντοιχισμένη πλάκα, αριστερά καθώς μπαίνουμε στον Ιερό Ναό, κτίστηκε από κάποιον Ιερομόναχο Νικόλαο, στις 20 Ιουνίου του 1517. 

Σήμερα από εκείνη την ιστορική Μονή παραμένει μόνο το Καθολικό που είναι βυζαντινού ρυθμού με δύο τρούλους και πρόκειται για ένα πανέμορφο και περίτεχνο μεταβυζαντινό μνημείο με αγιογραφικό διάκοσμο του 17ου αιώνα. 

Τον Οκτώβριο του 1942 δυστυχώς πυρπολήθηκε από τον κατοχικό Ιταλικό στρατό και η μεγάλη πυρκαγιά κατάστρεψε το συγκρότημα των κελιών και ότι βρισκόταν μέσα στον Ναό ενώ διασώθηκαν το κτίριο του Ναού και οι τοιχογραφίες όπως τις βλέπουμε σήμερα, αλλά έκτοτε της πυρκαγιάς, η Μονή παρέμεινε κλειστή.

Άποψη της Μονής
Η Έκθεση προϊόντων της Μονής

Άποψη των τοιχογραφιών
 πηγή
Τα τελευταία χρόνια η Μονή Παντάνασσας Γραβιάς, είχε μετατραπεί σε μετόχι της Ιεράς Μονής του Προφήτου Ηλιού της Παρνασσίδος.

Όμως με μία ομόφωνη απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου του, παραχωρήθηκε το 2017 στην Μητρόπολη Φωκίδος για να επανασυσταθεί και να λειτουργήσει ξανά ως αυτόνομη Ιερά Μονή.

Στο καθολικό της Μονής Παναγίας Παντάνασσας Γραβιάς, σήμερα,  φυλάσσονται ιερά λείψανα των πατέρων της Μονής που σφαγιάσθηκαν από τις τούρκικες ορδές του Ομέρ Βρυώνη κατά την Ελληνική επανάσταση, μάλιστα, έξι από τις τίμιες κάρες των Οσίων αυτών Πατέρων, τίθενται προς προσκύνηση των επισκεπτών, μέσα σε δύο μεγάλες λειψανοθήκες.

Άποψη των τοιχογραφιών του Καθολικού της Μονής
Άποψη των τοιχογραφιών του Καθολικού της Μονής
Άποψη των τοιχογραφιών του Καθολικού της Μονής

Άποψη του τέμπλου του Καθολικού της Μονής 
πηγή
Δίπλα από το ξύλινο, νεώτερο τέμπλο της Μονής και επάνω σε ένα όμορφο προσκυνητάρι βρίσκεται και η εφέστια εικόνα της Μονής Παναγίας της Παντάνασσας, η οποία δωρήθηκε από την Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. 

Σήμερα στη Ιερά Μονή της Παναγίας Παντανάσσης διαμένουν 3 μοναχές, η αδελφή Παντάνασσα, η αδελφή Θεοκτίστη και η αδελφή Φιλοθέη.

Όλες δέχθηκαν την κουρά τους τον Νοέμβριο του 2016 από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φωκίδος κ.κ. Θεόκτιστο και έχουν πνευματικό πατέρα αλλά και Γέροντα της Μονής τους, τον αιδεσιμολογιότατο πρωτοπρεσβύτερο π. Θεμιστοκλή Χριστοδούλου, εφημέριο του Ιερού Ναού, Αγίου Ελευθερίου Αχαρνών, στην Αθήνα.


Άποψη των τοιχογραφιών του Καθολικού της Μονής
Άποψη των τοιχογραφιών του Καθολικού της Μονής
Άποψη των τοιχογραφιών του Καθολικού της Μονής


Άποψη του Παντοκράτορα στον τρούλο
 πηγή
Το μοναστήρι διαθέτει ένα μικρό εκθετήριο με διάφορα έργα των αδελφών μοναζουσών, τα έσοδα του οποίου προορίζονται για την συντήρησή τους.

Ηλεκτρικό ρεύμα η μονή σήμερα δεν έχει, ωστόσο κάποια πάνελ φωτοβολταϊκά με πρόχειρες κατασκευές δίνουν την αναγκαία ηλεκτροδότηση της Μονής.

Η Μονή είναι εύκολα προσβάσιμη τόσο με Ι.Χ. αυτοκίνητο από την Γραβιά και την Μαριολάτα όσο και με λεωφορείο από Μαριολάτα. 

Εκεί υπάρχει και πινακίδα της Μονής με την ένδειξη 4 χιλιόμετρα και ο δρόμος που οδηγεί στην Μονή είναι χωματόδρομος, ο οποίος όμως είναι καλά πατημένος και ευκολοδιάβατος, θέλει όμως ιδιαίτερη προσεχή κατά τον χειμώνα. 

Η Ιερά Μονή παραμένει ανοικτή από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6909 194022. 

πηγή: www.impantanassasgravias.gr


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Ναός Παναγίας Παναξιώτισσας Γαβρολίμνης, Ναυπακτία

πηγή

Βρίσκεται σε ειδυλλιακό τοπίο ανάμεσα σε ελιές και πεύκα, στην τοποθεσία Πανακτζή, 2 χιλιόμετρα βόρεια της Γαβρολίμνης, πάνω στον παλαιό δρόμο που ένωνε τη Γαβρολίμνη με τη Ναύπακτο και δίπλα σε χάνι που έδωσε το όνομα στο σημερινό παρακείμενο χωριό “Χάνια Γαβρολίμνης”. Η "λόγια" επωνυμία, πιθανόν μοναδική στον ορθόδοξο χώρο έχει ερμηνευθεί ως «αυτήν που αξιώθηκε των πάντων»


Άποψη του Ναού
πηγή
Το προσωνύμιο της, πιθανόν μοναδικό στον ορθόδοξο χώρο έχει ερμηνευθεί ως «Αυτή που αξιώθηκε των πάντων» και τιμάται στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Πρόκειται για το καθολικό ενός βυζαντινού μοναστηριού που ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο και στην κατηγορία των «ελλαδικών μεταβατικών ναών».

Ο Αναστάσιος Ορλάνδος το χρονολογεί στο τέλος του 10ου αιώνα και με βάση μορφολογικά στοιχεία του ναού (τριμερής νάρθηκας, επιμελημένη τοιχοποιϊα, διάκοσμος τρούλου, αναλογίες παραθύρου της κεντρικής αψίδας) ενισχύεται η χρονολόγησή του στην τελευταία εικοσιπενταετία του 10ου αιώνα. 




Άποψη του Ναού
πηγή
Σε μία πρόσφατη έρευνα στον περιβάλλοντα χώρο του ναού καταγράφηκαν 13 γλυπτά μέλη που χρονολογικά ανάγονται στην Παλαιοχριστιανική περίοδο και υποδεικνύουν ασφαλώς την ύπαρξη κάποιας παλαιοχριστιανικής Βασιλικής.

Φαίνεται επομένως πως το Μεσοβυζαντινό αυτό μνημείο χτίστηκε επάνω στα ερείπια κάποιας, προϋπάρχουσας παλαιοχριστιανικής βασιλικής. 

Στον περιβάλλοντα χώρο του ναού, επίσης, υπάρχουν και τα λείψανα διαφόρων κτιρίων που ανήκουν στους λειτουργικούς χώρους της μονής ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ερειπωμένο πλέον, ελαιοτριβείο που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τον ναό και το οποίο λειτουργούσε περίπου μέχρι και το 1960. 

Ανατολικά του Ναού, υπάρχουν τρεις ημικυκλικές αψίδες και δυτικά ένας νάρθηκας ενώ τρεις διαφορετικοί είσοδοι, μία σε κάθε πλευρά του νάρθηκα, οδηγούν στον εσωτερικό χώρο, τον κυρίως Ναό.  

Στη στέγη του Ναού, διαγράφεται με σαφήνεια ο σταυρός στο κέντρο του οποίου υψώνεται ο τρούλος και στις απολήξεις του σχηματίζονται κάποια αετώματα ενώ τα γωνιαία διαμερίσματα έχουν μία χαμηλότερη στέγη και εσωτερικά ο ναός καλύπτεται από καμάρες.

Άποψη του τρούλου
πηγή
Για την κατασκευή του Ναού, χρησιμοποιήθηκαν ασβεστόπετρες, κονίαμα, σειρές από πλίνθοι (μονές, διπλές ή και πολλαπλές) σε οριζόντιες στρώσεις, οδοντωτές ταινίες, κ.ά. 

Ο πολύ ανάλαφρος, ιδιαίτερα κομψός, περίτεχνος και εντυπωσιακός τρούλος του Ναού, είναι ένα έργο πραγματικά κάποιων, ιδιαίτερα, προικισμένων μαστόρων που τον έχουν κατασκευάσει μόνο με πλίνθους. 

Ο τρούλος του Ναού, αποτελεί ένα εντυπωσιακό και εξαιρετικό δείγμα της συμφωνίας και της αρμονίας των τόσων διαφορετικών κεραμοπλαστικών μοτίβων (οδοντωτή ταινία που περιβάλλει τα πλινθόκτιστα παράθυρα, ζωφόρος με ρόμβους, κ.α) ενώ εσωτερικά, ο ναός, κατά τη βυζαντινή εποχή είχε τοιχογραφίες από τις οποίες σήμερα σώζεται μόνον η παράσταση των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. 

Τρίλοβο παράθυρο
πηγή
Η επιμελημένη τοιχοποιία του Ναού, αποτελείται από διάφορους και πελεκημένους ασβεστόλιθους με παρεμβολή οπτόπλινθων. 

Ο τρούλος του Ναού, είναι υψηλός και ραδινός ενώ ξεχωρίζει για την πανέμορφη και περίτεχνη «δαντελωτή» κεραμοπλαστική του διακόσμηση, που έρχεται σε αντίθεση βέβαια, με την απλότητα του υπόλοιπου μνημείου. 

Την οδοντωτή ταινία των τόξων των παραθύρων στέφει μία εκπληκτική ζωφόρος με στενόμακρους όρθιους ρόμβους, η οποία με τη σειρά της στέφεται με μία σειρά από πλίνθους οι οποίοι και σχηματίζουν μία τεθλασμένη γραμμή. 

Ο ναός που έχει τρεις εισόδους στον τριμερή νάρθηκα και λιγοστά στενά παράθυρα, εσωτερικά του σώζονται περιορισμένα ίχνη τοιχογραφιών, ενώ το τέμπλο του είναι σαφώς νεότερο. 

Στον προαύλιο χώρο του ναού υπάρχει μια αγριελιά που λένε ότι βρίσκεται εκεί από τότε που χτίστηκε ο ναός είναι ένα μεγάλο δέντρο που καλύπτει με την σκιά του σχεδόν όλο το χώρο μπροστά στην είσοδο του ναού.

Το παλιό ελαιοτριβείο
πηγή
Το προσωνύμιο της Παναγίας φαίνεται πως οφείλεται σε παράφραση του τοπωνυμίου της θέσης του ναού (Πανακτζή – Πανακτζιώτισσα – Παναξιώτισσα).

Η Γαβρολίμνη ανήκει στο Δήμο της Ναυπακτίας και είναι ένα χωριό κτισμένο σε πλαγιά του λόφου Καλιακούδα, που είναι μέρος μιας εκτεταμένης λοφοσειράς στις νότιες υπώρειες του Αράκυνθου. 


Μεταξύ της Βαράσοβας δυτικά και της Κλόκοβας ανατολικά, του Εύηνου βόρεια και της ακτής νότια, σχηματίζεται η κοιλάδα της Γαβρολίμνης, που διασχίζεται από το Ρέμα της Αργαλιούς. 

Η κοιλάδα διακόπτεται από χαμηλά γεωμορφολογικά εξάρματα, όπως το Μαυροβούνι (287 μέτρα) ανάμεσα στην Κλόκοβα και τη Βαράσοβα και η Καλιακούδα (361 μέτρα) βόρεια της Βαράσοβας. 

Το παλαιό χωριό βρισκόταν στη θέση Νταούταγα κάπου 3 χιλιόμετρα ανατολικά από τη σημερινή του θέση και πρέπει να καταστράφηκε το 1801 με τη φοβερή μάχη της Γαβρολίμνης όπου σκοτώθηκε ο αρματολοκαπετάνιος Λουκάς Καλιακούδας.

Άποψη του τρούλου
πηγή
Ο λόφος Καλιακούδα οφείλει λοιπόν το όνομά του, στον ηρωικό καπετάνιο ενώ μαγευτικό τοπίο αποτελεί επίσης και ο άγνωστος για πολλούς, καταρράκτης στην περιοχή Λογκάς που για να την επισκεφτεί κανείς θα πρέπει να περπατήσει δίπλα ακριβώς στον Εύηνο ποταμό.

Την Δευτέρα του Πάσχα ο Πολιτιστικός σύλλογος Γαβρολίμνης διοργανώνει σημαντικές χορευτικές εκδηλώσεις με την συμμετοχή του χορευτικού του χωριού και των κατοίκων μετά την Θεία Λειτουργία. 

Στις εκδηλώσεις αυτές συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου, πιστών και προσκυνητών από την ευρύτερη και όχι μόνο περιοχή ενώ στη συνέχεια των εκδηλώσεων ακολουθεί φαγητό και γλέντι στο προαύλιο χώρο του Ναού της Παναγίας της Παναξιώτισσας.

Τηλέφωνα: Δήμος Ναυπακτίας (+30) 26340 27239, Δημοτική ενότητα Χάλκειας (+30) 26340 45114