Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΗ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΗ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2022

Ο ΕΠΙΣΤΗΘΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΗ.

πηγή

Ο βαρύς επιστήθιος ηγουμενικός σταυρός του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, του θεμελιωτή του μοναχισμού στο Άγιο όρος, φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους και αντί αλυσίδας έχει μια κυκλοτερή λάμα σιδήρου ενώ ζυγίζει περίπου 2,7 κιλά.

Τοιχογραφία στίς αρχές τού 14ου αιώνα στον Ιερό Ναό 
Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Πρωτάτο τών Καρυών 
τού Αγίου Όρους, έργο τού Μανουήλ Πανσέληνου
Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, γεννήθηκε γύρω στο 930 στην Τραπεζούντα της Μικράς Ασίας και οι γονείς του πέθαναν πολύ νωρίς, ο πατέρας του πριν γεννηθεί, ενώ η μητέρα του λίγο καιρό μετά την γέννηση του, αφού προηγουμένως του έδωσε το όνομα Αβράμιος. 

Το πεντάρφανο μωρό μεγάλωσε μια μοναχή, φίλη της μητέρας του, που κοντά της ο Αβράμιος γνώρισε και αγάπησε το Χριστιανισμό και το μοναχισμό όμως και η μοναχή πέθανε όταν ο Αβράμιος έγινε επτά ετών. 

Έμαθε τα πρώτα γράμματα στην Τραπεζούντα και κατόπιν συνέχισε στην Κωνσταντινούπολη που εκεί έμεινε στο σπίτι μιας ξαδέλφης του, η οποία ήταν παντρεμένη με έναν αξιωματικό που ονομαζόταν Ζεφινεζέρ. Στην Κωνσταντινούπολη φοίτησε στη σχολή του Αθανάσιου, ο οποίος θεωρούνταν σοφός δάσκαλος ενώ στη σχολή αυτή δίδαξε κατόπιν και ο ίδιος και απέκτησε μεγάλη φήμη.

Αργότερα γνώρισε τον Όσιο Μιχαήλ τον Μαλεΐνο, ο οποίος ήταν ηγούμενος στη Μονή Κυμινά στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας και μαζί με αυτόν, γνώρισε και τον ανηψιό του, Νικηφόρο Φωκά, ο οποίος μετά από μερικά χρόνια έγινε Αυτοκράτορας. 

Άγιος Αθανάσιος Αθωνίτης. 
Εικόνα τού 14ου αιώνα μ.Χ. 
στην Μονή Μεγίστης Λαύρας.
Ο Αβράμιος ακολούθησε τον Όσιο Μιχαήλ στη Μονή Κυμινά, όπου εκάρη μοναχός και πήρε το όνομα Αθανάσιος ενώ μετά από τέσσερα χρόνια αποσύρθηκε στην έρημο, όπου ασκήτεψε, μέχρι τη στιγμή που ο Όσιος Μιχαήλ τον όρισε πνευματικό πατέρα του Νικηφόρου Φωκά ο οποίος αποκάλυψε στον Αθανάσιο την επιθυμία του να μονάσει, γεγονός ιδιαίτερης σημασίας για τα μεταγενέστερα γεγονότα.

Κάποια στιγμή, ο Αθανάσιος, επιθυμώντας μια πιο ήσυχη και ασκητική ζωή, παίρνει την ευλογία του γέροντά του Μιχαήλ, και αναχωρεί για το Άγιο Όρος χωρίς να αποκαλύψει σε κανέναν την ταυτότητά του.

Εκεί πληροφορείται ότι ο μάγιστρος Λέων έχει λάβει τον τίτλο του «Μαγίστρου των Σχολών της Δύσεως», φοβάται μήπως αποκαλυφθεί, γι’ αύτο αλλάζει όνομα από Αθανάσιος σε Βαρνάβας και πηγαίνει να κρυφτεί στην περιοχή του Ζυγού, κοντά σε έναν γέροντα ασκητή, προσποιούμενος τον αγράμματο δόκιμο.

Ο Νικηφόρος Φωκάς είχε υποψιαστεί ότι ο πνευματικός του βρισκόταν στον Αθω και τελικά ο αδελφός του Λέοντας τον βρήκε κοντά σε έναν γέροντα ασκητή, τότε, οι αθωνίτες ανακάλυψαν ότι έμενε κοντά τους ένα σημαντικό πνευματικό πρόσωπο και παρακάλεσαν τον Αθανάσιο να μεσολαβήσει για την ανέγερση ναού.

Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης 
Εικόνα γύρω στά 1360 - 1380 στην
Ιερά Μονή Παντοκράτορος, Άγιον Όρος
Πράγματι, ο Λέοντας με την παράκληση του Αθανασίου βοήθησε για την ανέγερση της περίφημης Βασιλικής του Πρωτάτου των Καρυών.

Κατόπιν, ο Αθανάσιος συνόδευσε τον Νικηφόρο Φωκά στη νικηφόρα εκστρατεία εναντίον των Σαρακηνών της Κρήτης, το 961 και συμφώνησε μαζί του για την ανέγερση κοινοβιακής μονής στον Άθω, όπου θα ασκήτευε και ο ίδιος αλλά και ο Νικηφόρος. 

Ενώ το έργο προχωρούσε, ξαφνικά ο Αθανάσιος μαθαίνει ότι ο Νικηφόρος Φωκάς ανέβηκε στον θρόνο της αυτοκρατορίας, και το γεγονός αυτό τον λύπησε πολύ, έστειλε επιτιμιτικά γράμματα στον νέο βασιλιά για το γεγονός ότι αθέτησε την υπόσχεση του να μονάσει, άφησε την συνέχιση του έργου στην αδελφότητα που είχε αρχίσει να σχηματίζεται, και αναχώρησε από το Άγιο Όρος. 

Ο Νικηφόρος, μετανιωμένος και πικραμένος από το γεγονός ότι αθέτησε την υπόσχεσή του και ήταν η αιτία για την αναχώρηση του πνευματικού του πατέρα, τον αναζήτησε και μετά από τις αμοιβαίες εξηγήσεις που δόθηκαν και αφού ο Νικηφόρος τον διαβεβαίωσε ότι μετά από κάποιο διάστημα θα τον ακολουθούσε στο Άγιο Όρος, ο Αθανάσιος τον συγχώρεσε και επέστρεψε για να συνεχίση την αποπεράτωση του έργου.

Το Τυπικό του 972, γνωστό και ως "Τράγος"
Έτσι ο Αθανάσιος έκτισε το 963 τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στην άκρη του Άθω με το έτος αυτό να θεωρείται και το έτος έναρξης του μοναστηριακού κοινοβιακού βίου στο λεγόμενο πλέον
«Άγιο Όρος».

Γύρω από το καθολικό της μονής κτίστηκαν κελιά, μαγειρείο, τράπεζα, νοσοκομεία, ξενώνες, υδραγωγείο, μύλος, πολλοί μοναχοί ήρθαν να ζήσουν στη Μονή υπό την καθοδήγηση του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος εφάρμοσε καινοτομίες στο μοναστικό βίο του Αγίου Όρους αφού οι μοναχοί άρχισαν να καλλιεργούν την γη και να συνδυάζουν την προσευχή με την εργασία και τη δημιουργία, ενώ ως τότε ζούσαν περισσότερο ασκητικό, αναχωρητικό βίο.

Δυστυχώς, μετά τη δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά το 969, αθωνίτες ασκητές κατήγγειλαν τον Αθανάσιο στον νέο αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή ότι κατέλυσε "τους αρχαίους τύπους και έθιμα"

Ο Ιωάννης Τσιμισκής κάλεσε σε απολογία τον Αθανάσιο, αλλά πείστηκε για το επιτελούμενο πνευματικό έργο και επανέλαβε τις δωρεές τού προκατόχου του, ανέθεσε στον ηγούμενο της μονής Στουδίου, Ευθύμιο, να συντάξει Τυπικό, το οποίο κυρώθηκε το έτος 972 και είναι γνωστό με την ονομασία "Τράγος", από το δέρμα τράγου πάνω στο οποίο γράφτηκε, το Τυπικό αυτό φυλάσσεται σήμερα στο Σκευοφυλάκιο του Πρωτάτου και της Ι. Κοινότητος.

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Εγγυήτριας

O Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ακολουθώντας την παλιά συνήθεια των μοναχών της Παλαιστίνης ασκήτευε στο σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου στην Αθωνίτικη Βίγλα.

Στο παρεκκλήσιο του Ακάθιστου Ύμνου φυλάσσεται η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, την οποία βρήκε, το 965, μετά από όραμα ο Άγιος Αθανάσιος και την μετέφερε στο Καθολικό της Μεγίστης Λαύρας, η εικόνα όμως, θαυματουργικά γύρισε στο Σπήλαιο. 

Ο Όσιος την ξαναπήρε στη Λαύρα και την άφησε στην ίδια θέση εντός του ναού όμως και πάλι η εικόνα βρέθηκε στο Σπήλαιο και έκτοτε δεν τόλμησε ο Όσιος Αθανάσιος να την μετακινήσει, την άφησε στο ίδιο μέρος όπου βρίσκεται και σήμερα, στο παρεκκλήσιο του Ακαθίστου ύμνου στο σπήλαιο του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη ενώ όρισε τότε να τιμάται πανηγυρικά με ολονύχτια αγρυπνία στο Σπήλαιο, το Σάββατο του Ακάθιστου Ύμνου. 

Σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνα (Παναγία η Εγγυήτρια) ήρθε στο Σπήλαιο από τα Ιεροσόλυμα και είναι η εικόνα την οποία έβαλε εγγυήτρια της αποχής της από τον πρότερο αμαρτωλό βίο η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, όταν αναχώρησε με μόνο εφόδιο δύο φραντζόλες ψωμί και έμεινε στην έρημο επί 40 χρόνια.

Ο τάφος του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη

Στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας έμεινε ο Άγιος Αθανάσιος για σαράντα χρόνια και κατά τη διάρκεια οικοδόμησης μιας εκκλησίας, περίπου το 1000, κατέρρευσε ένα τμήμα του τρούλου και τον καταπλάκωσε, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει, ενώ κατά μία άλλη εκδοχή βρήκε τραγικό θάνατο όταν μαζί με άλλους μοναχούς έπεσαν από την κόγχη του Ιερού.

Ο Τάφος του Οσίου Αθανασίου βρίσκεται στο παρεκκλήσιο των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας. 

Αναφέρεται ότι: «Κατά την ζώσαν και αδιάκοπον παράδοσιν της Μονής λέγεται ότι, ζων ο Όσιος, είχεν αφήσει εντολήν περί μη εκταφής του, η οποία και ετηρέτο επί αιώνες. Αλλά, κατά την παράδοσιν επίσης, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σίλβεστρος, ότε το 1575 μετέτρεψε την Μονή από ιδιορρύθμου εις κοινόβιον, ηθέλησεν εξ ευλάβειας ν’ ανοίξει τον τάφον. Αφού λοι­πόν έπεισε τους Πατέρας, επεχείρησε μετ’ αυτών το άνοιγμα του τάφου. Όταν εκτύπησαν δια των σχετικών εργαλείων προς διάνοιξιν, εξήλθον εκείθεν φλόγες πυρός, αι οποίαι κατετρόμαξαν τον Πατριάρχην και τους περί αυτόν, ώστε να σταματήσουν πάραυτα το εγχείρημα. Ούτως ο τάφος του Οσίου παραμένει μέχρι σήμερα άθικτος, κατά την εντολήν του Πατρός».

Η μνήμη του οσίου εορτάζεται την 5η Ιουλίου.



Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΓΓΥΗΤΡΙΑΣ, ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ.

πηγή


Λεπτομέρεια της Εικόνας
Σύμφωνα με τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας που έγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, κάποια στιγμή η Οσία επισκέφθηκε με πλοιάριο την Ιερουσαλήμ για την εορτή του Τιμίου Σταυρού, ακολουθώντας πολλούς άλλους προσκυνητές, προκειμένου όμως να έχει κοντά της πληθώρα εραστών παρά να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Όταν έφτασε στην Ιερουσαλήμ προσπάθησε επανειλημμένως να εισέλθει στον Ναό αλλά κατά ένα παράξενο τρόπο κάτι, κάποια δύναμη την εμπόδιζε.

Αποκαμωμένη από τις προσπάθειές της αυτές στρέφει το βλέμμα της και βλέπει την  εικόνα  τής  Θεοτόκου, πού βρισκόταν στο υπέρθυρο του Ναού και τότε αντιλήφθηκε ότι για το πλήθος των αμαρτημάτων της εμποδιζόταν να εισέλθει στον Ναό. 

Οσία Μαρία η Αιγυπτία.
Φορητή εικόνα με διάφορες σκηνές του βίου της, τού 14ου αιώνα 
Ιερά Μονή Χιλανδαρίου, Άγιον Όρος.
πηγή
Μπροστά στην εικόνα εκείνη της Παναγίας έδειξε πολύ μεγάλη και ειλικρινή μετάνοια, ζήτησε την καθοδήγηση και την βοήθεια της Παναγίας και ξαφνικά μπήκε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. 

Σύμφωνα με την Αγιορειτική παράδοση, η εικόνα αυτή βρέθηκε με θαυματουργικό τρόπο στο Άγιο Όρος, στο Σπήλαιο τού οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, από τον ίδιο τον Όσιο, το 965. 


Την μετέφερε στο καθολικό τής Μεγίστης Λαύρας όμως το πρωί η εικόνα είχε εξαφανιστεί και βρέθηκε μυστηριωδώς και πάλι στο Σπήλαιο.  

Ο Όσιος την ξαναπήρε στη Λαύρα και την άφησε στην ίδια θέση εντός του ναού.


Και πάλι όμως η εικόνα αναχώρησε για το Σπήλαιο και έκτοτε πλέον δεν τόλμησε ο Όσιος Αθανάσιος να την μετακινήσει και την άφησε στο ίδιο μέρος όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα, στο παρεκκλήσιο του Ακαθίστου ύμνου στο σπήλαιο του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη. 

Λεπτομέρεια της παραπάνω Εικόνας με σκηνές του βίου της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.
Σε λευκό πλαίσιο διακρίνεται η Σκηνή που η Οσία Μαρία εμποδίζεται από την Εικόνα της Παναγίας
στο Υπέρθυρο του Ναού.

Πρόκειται για τη θαυματουργό εκείνη εικόνα της Παναγίας τής Εγγυήτριας που εμπόδιζε την είσοδο στο Ναό των Ιεροσολύμων της Οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας και την οποία έβαλε εγγυήτρια της αποχής της από τον πρότερο αμαρτωλό βίο η Οσία, όταν αναχώρησε με μόνο εφόδιο δύο φραντζόλες ψωμί και έμεινε στην έρημο επί 40 χρόνια.

Η Σύναξη της Παναγίας Εγγυήτριας εορτάζεται πανηγυρικά, με φροντίδα της Μεγίστης Λαύρας, το Σάββατο του Ακαθίστου Ύμνου.


Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΟΝ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.



Το 1772 εκδόθηκε στη Βενετία το Προσκυνητάριο της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους του Μακαρίου Τριγώνη, ο οποίος ήταν ο σκευοφύλακας της Ιεράς Μονής.

Πλήρης τίτλος: Προσκυνητάριον της Βασιλικής και Σεβασμίας Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου του εν τω Αθω. Συντεθέν μεν παρά Μακαρίου Κυδωνέως του εκ χώρας Χανίων, του Τριγώνη, του και της αυτής Μονής Σκευοφύλακος. Τύποις δε νυν πρώτον εκδοθέν, επιμελεία και δαπάνη του Πανοσιωτάτου Κυρίου Σεργίου Ιερομονάχου του εκ ταύτης της Αγίας Λαύρας. Ενετίησιν, 1772.

Στις σελίδες 19 - 24 του προσκυνηταρίου περιγράφονται συντόμως και τα άγια λείψανα της Ιεράς Μονής (Περί των Αγίων Λειψάνων).

Το Προσκυνητάριο φωτογραφήθηκε και ψηφοποιήθηκε στην Αγιορειτική Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του καλού ιστολογίου ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ και μπορείτε να το δείτε και να το διαβάσετε όλο ΕΔΩ.

Αναδημοσιεύουμε παρακάτω, λόγω του ενδιαφέροντός του, το μέρος του Προσκυνηταρίου που αφορά τα ιερά λέιψανα της ιεράς Μονής.











πηγή


Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ.

πηγή


Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγίου όρους και είναι αφιέρωμα προς Αυτήν του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά. Στην φωτογραφία διακρίνεται και ο ο βαρύς επιστήθιος ηγουμενικός σταυρός του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη, του θεμελιωτή του μοναχισμού στο Άγιο Όρος, που περιέχει ιερά λείψανα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗΣτην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Αγιος Βασίλειος ο Μέγας, Φορητή εικόνα του 1850,
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου (Σκήτη) Βέροιας
πηγή
Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 329 ή κατ' άλλους το 330, στη Νεοκαισάρεια του Πόντου στο χωριό Άννησα και μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. 

Ως πατρίδα του αναφέρεται η Καισαρεία της Καππαδοκίας και είχε 8 ή 9 αδέρφια, 3 αγόρια και πέντε κορίτσια ενώ κάποιο ακόμη παιδί φαίνεται να πέθανε σε βρεφική ηλικία. Από τα 4 αγόρια τα 3 έγιναν επίσκοποι (ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβάστειας, το ένα μοναχός (ο Ναυκράτιος) ενώ από τις 5 αδερφές του, η πρώτη και το πιο μεγάλο παιδί της οικογένειας, η Οσία Μακρίνα.

Γονείς του ήταν ο Βασίλειος με καταγωγή από την Νεοκαισάρεια του Πόντου, καθηγητής ρητορικής και η μητέρα του Αγία Εμμέλεια που ήταν απόγονος οικογένειας  Ρωμαίων  αξιωματούχων όμως ο πατέρας της είχε πεθάνει ως  Χριστιανός μάρτυρας

Οι γονείς του αν και ήτανε ευγενείς και πλούσιοι, είχαν μεγάλο χριστιανικό φρόνημα και έθεσαν τις πρώτες, καθοριστικής σημασίας, πνευματικές βάσεις του Αγίου που μεταφέρθηκε από τη γιαγιά του Μακρίνα στο κτήμα των Αννήσων κοντά στον ποταμό Ίρι της Μικράς Ασίας, όπου ανατράφηκε από αυτήν μέχρι το θάνατό της και μετέπειτα από την πρωτότοκη αδερφή του Μακρίνα η οποία επηρέασε καθοριστικά τον μικρό Βασίλειο να στραφεί στην Χριστιανική πίστη. 






Ο Άγιος Βασίλειος. 
Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα στην Ιερά Μονή Αγίου 
Νεοφύτου κοντά στην πόλη της Πάφου, Κύπρος. 
πηγή
Με εφόδιο αυτή τη χριστιανική ανατροφή, ο Βασίλειος αρχίζει μια καταπληκτική ανοδική πνευματική πορεία έχοντας τα χαρίσματα της ευστροφίας και της μνήμης, κατακτά σχεδόν όλες τις επιστήμες της εποχής του. 

Το σπουδαιότερο είναι ότι κατακτά τη θεία θεωρία του Ευαγγελίου και την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του.

Την εγκύκλια παιδεία έλαβε από τον πατέρα του ενώ μετά την εκδημία του γύρω στα 345 μετέβη στην Καισάρεια και κατόπιν η ανάγκη του για περαιτέρω μόρφωση τον έφερε στην  Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε κοντά στο γνωστό δάσκαλο της εποχής Λιβάνιο και επακόλουθα στην Αθήνα κατά το 352

Στην Αθήνα επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική έχοντας συμφοιτητές του τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, τον Ιουλιανό τον Παραβάτη ενώ γράφηκε στη σχολή του Χριστιανού φιλοσόφου Προαιρεσίου παρακολουθώντας τη διδασκαλία.

Από την Αθήνα επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356 και δίδασκε την ρητορική τέχνη όμως το 358, επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, βαπτίζεται Χριστιανός πιθανόν από τον επίσκοπο Διάνιο, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. 

Ο Άγιος Βασίλειος, τοιχογραφία. 
Ιερό Παρεκκλήσιο Αποστόλου Παύλου. 
Ναός Παναγίας Σκριπούς Ορχομενός 
Βοιωτίας.
πηγή
Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, επιθυμώντας την ανεύρεση κατάλληλου τόπου διαμονής. 

Επέστρεψε το 359 στον Πόντο και για μικρό χρονικό διάστημα διέμεινε στην Αριανζό, κοντά στο φίλο του Γρηγόριο.

Τον Ιανουάριο του 360 φαίνεται να συμμετείχε, ως παρατηρητής εντεταλμένος από τον επίσκοπο Διάνιο, στην Αρειανική Σύνοδο, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, για την έριδα μεταξύ  Ομοουσιανών και Ομοιανών και μετά την υπογραφή, από μέρους του Διανίου, του συμβόλου των Ομοιανών, ο Βασίλειος απογοητευμένος αποσύρθηκε στο ησυχαστήριο της αδερφής του εγκαινιάζοντας τη μνημειώδη αλληλογραφία του με το Γρηγόριο. 

Το καλοκαίρι του 364 ο Ευσέβιος Καισαρείας τον χειροτόνησε πρεσβύτερο όμως η μεγάλη δραστηριότητα και η μόρφωση του Βασιλείου προκάλεσαν τα ζηλόφθονα αισθήματα του Ευσεβίου γεγονός που οδήγησε τον Βασίλειο, για ακόμα μία φορά, να επιστρέψει στην πατρίδα του. 

Η μεσολάβηση, όμως, του Γρηγορίου επιφέρει εξομάλυνση των σχέσεων και την επιστροφή του Βασιλείου στην Καισάρεια και μετά το θάνατο του Ευσεβίου, με τη συνδρομή του Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού, εκλέγεται διάδοχός του στην επισκοπική έδρα της Καισάρειας και αναλαμβάνει συν τω χρόνω, λόγω του κύρους της προσωπικότητάς του, την εξαρχία της Αρχιεπισκοπής του Πόντου.

Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Βυζαντινό Μηνολόγιο 30 Δεκεμβρίου - 1 Ιανουαρίου
τού 14ου αιώνα, βρίσκεται στην Οξφόρδη. 
Bodleian Βιβλιοθήκη (Bodleian Library). 
πηγή
Στον εκκλησιαστικό τομέα, ως επίσκοπος πλέον, ο Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), όντας σε επιστολική επικοινωνία με το Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο.

Στην περιφέρεια της ποιμαντικής του ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων χριστιανικών, μη ορθόδοξων, ομολογιών ενώ σε αυτό τον τομέα έδρασε και ως επίσκοπος, δηλαδή οργανωτικά, αλλά και με την αντιρρητική του γραμματεία.

Μέσα από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από τους πιστούς καθώς και η ποιμαντική μέριμνα, που επέδειξε έναντι των αποκομμένων και περιθωριοποιημένων μελών της Εκκλησίας. 

Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Εικόνα ελληνική τού δεύτερου μισού τού 16ου αιώνα
Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης. 
πηγή
Η όλη του δραστηριότητα επιφέρει τη βαθμιαία αναγνώρισή του ως κοινού έξαρχου ολόκληρου του ασιατικού θέματος της Αυτοκρατορίας.

Στην οικουμενική Εκκλησία ο Βασίλειος αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος βαθμιαία αποσύρεται από την ενεργό δράση λόγω γήρατος και εργάζεται για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας

Προσπαθεί να βρίσκεται σε αλληλενέργεια με τα ορθόδοξα πατριαρχεία και ουσιαστικά υποκαθιστά και αντικαθιστά την αρειανίζουσα ιεραρχία του πολιτικού κέντρου της Αυτοκρατορίας. 

Σε αυτή την προσπάθεια συναντά την αδιάφορη ή προκατειλημμένη στάση των άλλων πατριαρχείων, γεγονός, που παρά την απογοήτευση που του επιφέρει δεν τον καταβάλει στη συνέχιση του αγώνα του ενώ έργο ζωής και σημαντικό σταθμό στην πορεία του, αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία ενός κοινωνικού φιλανθρωπικού συστήματος, του Πτωχοκομείου ή Βασιλειάδας. 

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Όσιος Εφραίμ ο Σύριος.
Φορητή εικόνα 10ου αιώνα, μονή Αγίας Αικατερίνης, Σινά
πηγή
Εκεί διοχετεύει όλη την ποιμαντική του ευαισθησία, καθιστώντας την πρότυπο κέντρου περίθαλψης και φροντίδας των ασθενέστερων κοινωνικά ατόμων.

Ουσιαστικά η Βασιλειάδα υπήρξε ένας πρότυπος οίκος για τη φροντίδα των ξένων, την ιατρική περίθαλψη των φτωχών άρρωστων και την επαγγελματική κατάρτιση των ανειδίκευτων. 

Καθίσταται η μήτρα ομοειδών οργανισμών που δημιουργήθηκαν σε άλλες επισκοπές και στάθηκε η σταθερή υπενθύμιση στους πλούσιους του προνομίου τους να διαθέτουν τον πλούτο τους με έναν αληθινά χριστιανικό τρόπο.

Καταπονημένος ο Βασίλειος από την ευρεία δράση που ανέπτυξε σε πολλούς τους τομείς της χριστιανικής μαρτυρίας καθώς και την ασκητική ζωή, την οποία ακολουθούσε, πεθαίνει την 1 Ιανουαρίου του 379 σε ηλικία 49 ετών. 

Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής ενώ στην κηδεία του συμμετέχουν Ιουδαίοι, πιστοί της εθνικής θρησκείας και ένα πλήθος ανομοιογενούς θρησκευτικής και εθνικής απόχρωσης. 

Τρεις συλλειτουργούντες ιεράρχες κρατώντας 
ενεπίγραφα ειλητάρια, στραμμένοι προς τα δεξιά. 
Αναγνωρίζεται στη μέση, από τα φυσιογνωμικά του 
χαρακτηριστικά, ο Βασίλειος.
Τοιχογραφία - νωπογραφία (αποτοιχισμένη)
α' μισό 13ου αιώνα Βυζαντινό μουσείο Βέροιας
πηγή
Η παρακαταθήκη του υπήρξε το τεράστιο σε μέγεθος και σημασία θεολογικό – δογματικό του έργο μαζί με τη συμβολή του στη λειτουργική και την πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση.

Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους του Ορθοδόξου Χριστιανισμού με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του Τριαδικού δόγματος που διακήρυξε την ενότητα της Αγίας Τριάδας ως μιας ουσίας και προχώρησε στον προσδιορισμό του υποστατικού διαχωρισμού των Προσώπων της. 

Κάθε υπόσταση διακρίνεται από ορισμένους τρόπους ύπαρξης και μεμονωμένα χαρακτηριστικά (ιδιώματα): ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννηθείς αχρόνως και το Άγιο Πνεύμα εκπορευτό διά του Πατρός. Η μόνη προτεραιότητα του Πατέρα είναι λογική, μη χρονική και δεν ενέχει καμία ανωτερότητα ενώ τόνισε επίσης τη σημασία της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού, μεταξύ του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου υπάρχει οντολογικό χάσμα, που αποκλείει την κατ’ ουσία κοινωνία και σχέση μεταξύ τους. 

Ο Θεός καθίσταται αντιληπτός στον κόσμο διά των ενεργειών του, το ότι ο κόσμος διατηρείται στο "είναι" οφείλεται στη δημιουργική, συνεκτική και ζωοποιό ενέργεια του Θεού.
Ο Βασίλειος ήταν θαυμαστής του μεγάλου αλεξανδρινού φιλοσόφου Ωριγένη αλλά στο ερμηνευτικό του έργο απορρίπτει την αλληγορική μέθοδο και πλησιάζει προς την αντιοχειανή σχολή, ερμηνεύει χρησιμοποιώντας το κείμενο ως αφορμή έκθεσης των προσωπικών του θέσεων.
Η Κοίμηση τού Αγίου Βασιλείου τού Μεγάλου
Εικόνα  τού 15ου αιώνα στην Μονή Αγ. Αικατερίνης, Σινά
πηγή
Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν παιδείας μέσα στη χριστιανική Εκκλησία.

Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. 

Η φιλοσοφία, κατά το Βασίλειο, πρέπει να μελετάται υπό το νέο χριστιανικό πρίσμα, δεν απορρίπτει τη μελέτη των κλασσικών γραμμάτων αλλά αντίθετα προτρέπει στη χρήση τους ως ένδυμα της χριστιανικής θρησκευτικής διδασκαλίας.

Στον τομέα του μοναχισμού ανέλαβε δράση, θέτοντάς τον υπό τον έλεγχο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εισήγαγε την ομολογία της αφιέρωσης στο Θεό και της ένταξης στην αδελφότητα, η οποία προέβλεπε αγαμία, υπακοή και ακτημοσύνη ενώ έθεσε την αυθαίρετη πνευματικότητα του μοναχισμού στη σταθερή βάση της Αγίας Γραφής και τοποθέτησε τους μοναχούς στη γραμμή του κοινού βίου και της οργανωμένης δράσης. 

Ο Άγιος Βασίλειος, ο Αρχιεπίσκοπος της Καισάρειας.
Τμήμα βυζαντινής Εικόνας τού 14ου αιώνα  στην Ιερά
Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. 
πηγή
Στις μέρες του υπήρξε μια σοβαρή αίρεση, ο Αρειανισμός και ο Άγιος αγωνίστηκε για την ενότητα της εκκλησίας, για αυτό έγραψε και σπουδαία θρησκευτικά συγγράμματα, όπως το "Περί Αγίου Πνεύματος" και εργαζόταν σκληρά, προς την επίλυση των διαφορών, δείχνοντας μόνο τον δρόμο της αγάπης.

Πλούσιο είναι και το νομικό του έργο το οποίο βρίσκουμε συγκεντρωμένο κυρίως στις επιστολές του προς τον Αμφιλόχιο Ικονίου, από τις οποίες προήλθαν οι 85 κανόνες που, αφού επικυρώθηκαν από τη Σύνοδο εν Τρούλω στα τέλη του 7ου αιώνα (691/2), αποτελούν ως σήμερα, ως συστατικό στοιχείο των νομοκανονικών συλλογών, βασικό βοήθημα του εκκλησιαστικού δικαίου.

Το ίδιο ισχύει και για ένα άλλο νομικό του έργο, τους λεγόμενους «μοναχικούς κανόνες» διατάξεις που αφορούν την οργάνωση των μονών και τη διαβίωση των μοναχών.  

Ενδεικτικό της μεγάλης εκτίμησης στο έργο του Μ. Βασιλείου που έτρεφαν οι ερμηνευτές των δικαιϊκών πηγών όχι μόνο του χώρου της Εκκλησίας αλλά και της Πολιτείας, αποδεικνύεται από την συχνή παραπομπή των κανόνων του στα σχόλια των Βασιλικών, της τελευταίας δηλαδή επίσημης κωδικοποιήσεως που πραγματοποιήθηκε κατ΄εντολήν του Λέοντος ΣΤ' του Σοφού στα τέλη του 9ου αιώνα.
«Οι Τρεις Ιεράρχες και σκηνές του βίου τους».
Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας Πικριδιώτισσας. 
Αρχές 18ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου.
πηγή
Ιδιαίτερα αισθητή είναι η επίδραση του Μεγάλου Βασιλείου στο Οικογενειακό Δίκαιο, όπου πρώτος έθεσε με κατηγορηματικότητα το όριο των τριών επιτρεπόμενων γάμων, που απετέλεσε μέχρι το 1982  πολιτειακό δίκαιο και εξακολουθεί ακόμη να ισχύει επί του θρησκευτικού Γάμου.

Η μνήμη του τιμάται στις 1 Ιανουαρίου ενώ το 1081 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου ως προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας.

Το έθιμο της βασιλόπιτας (γλυκό φούρνου που μέσα τοποθετείται ένα νόμισμα) συνδέεται με τον Άγιο Βασίλειο και σερβίρεται στο γιορτινό τραπέζι της Πρωτοχρονιάς, δηλαδή την ημέρα που τιμάται η μνήμη του. 

Σύμφωνα με την παράδοση μπήκαν κάποτε εχθροί στην Καισάρεια και έκλεψαν όλα τα χρυσαφικά όμως με θαυματουργό τρόπο βρέθηκαν τα κοσμήματα και ο Επίσκοπος Άγιος Βασίλειος σκέφτηκε να κάνει μια τεράστια πίτα, όπου μέσα έβαλε τα κοσμήματα και καθένας που έπαιρνε ένα κομμάτι αποκτούσε και το κόσμημα που περιείχε το κομμάτι του. Έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι που είχαν πάλι χρυσά κοσμήματα.


Απολυτίκιο 
του Μεγάλου Βασιλείου.