Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου Ασπραγγέλων, Ιωάννινα.


Βρίσκεται στη δυτική πλευρά του όρους Μιτσικέλι, 23 χιλιόμετρα Βόρεια των Ιωαννίνων, σε υψόμετρο 880 μέτρων με πανοραμική θέα στον κάμπο της Ζίτσας.

 

Άποψη του Καθολικού της Μονής
Η ονομασία της τοποθεσίας προέρχεται από τη σλάβικη λέξη dobr - bra - bro που μεταφράζεται ως «ο καλός», άλλωστε το ομώνυμο χωριό έλαβε την ονομασία που έχει σήμερα, το 1926, από την Ιερά Μονή ενώ παλαιότερα λεγότανε Ντοβρά ή και Δοβρά.

Η ανέγερση της Μονής έγινε το 1470, όμως πιθανότατα προυπήρχε από το 1600. 

Στις 15 Ιουλίου του 1943 το μοναστήρι καταστράφηκε ολοκληρωτικά από την περιβόητη 1η μεραρχία καταδρομών των Γερμανών, αφήνοντας μέχρι και σήμερα σημάδια στο εσωτερικό του, που μαρτυρούν την καταστροφή ενώ επίσης την ίδια ημέρα καταστράφηκαν ακόμη, πλήρως, το χωριό Ασπράγγελοι, η Ελάτη, το Μονοδένδρι, η Άνω και η Κάτω Βίτσα.

Άποψη του Καθολικού της Μονής
Τα επόμενα όμως χρόνια, οι κάτοικοι της περιοχής ξεκίνησαν σταδιακά με πολύ κόπο και πίστη, την αναστήλωση και επαναφορά της Ιεράς Μονής.

Δυστυχώς όμως, όπως αναφέρει και η Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών, του Υπουργείου Πολιτισμού, με έγγραφο της το 2011, από το μοναστήρι, πιθανά οι Γερμανοί να έχουν αφαιρέσει εικόνες, χειρόγραφα και εκκλησιαστικά κειμήλια.

Οι επισκέπτες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους αξίζει να ενημερωθούν για τα κομμάτια του παρελθόντος που συνετέλεσαν στη δημιουργία αυτού του ιστορικού μοναστηριού, αλλά και να περάσουν και από το σημείο όπου έχει ενταφιασθεί ο τελευταίος Ηγούμενος της Ιεράς Μονής, ο π. Εφραίμ, όπου μόνασε για 47 χρόνια (1926 – 1973). 

Άποψη της εισόδου της Μονής
Ο τάφος βρίσκεται στον προαύλιο χώρο του ναού και είναι απόλυτα εναρμονισμένος με το περιβάλλον και το λιτό σκηνικό της ιερής αυτής περιοχής.

Στο χώρο του μοναστηριού θησαυρίζονται ιερά λείψανα διαφόρων αγίων και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας (Ασπραγγελιώτισσας), που βρέθηκε μετά από σεισμό το 2016 στην κόγχη του Ιερού βήματος και από τότε δεν έχει παύσει να ιατρεύει πλήθος καρκινοπαθών, ενώ ακόμη έχει φέρει στη ζωή παιδιά από στείρες οικογένειες.

Η Μονή παραμένει ανοιχτή καθημερινά , από την ανατολή έως  και τη Δύση του Ηλίου σε όλη τη διάρκεια του έτους και ακολουθεί απόλυτα το μοναστηριακό τυπικό με πλήρεις ακολουθίες του νυχθημέρου.

Η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας των Ασπραγγέλων
Η θεία λειτουργία στην Ιερά Μονή Ασπραγγέλων, τελείται τις Κυριακές, τις μεγάλες δεσποτικές, τις θεομητορικές εορτές και των Αγίων. 

Η Παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο τελείται καθημερινά στις 17.00 μ.μ. ενώ κάθε Παρασκευή στις 20.00 μ.μ. τελείται Ιερά Αγρυπνία.

Στο μοναστήρι ασκούνται σήμερα τρείς πατέρες με γέροντα της συνοδείας τους τον πατέρα Θεωνά Σαρρέα, κάτω από την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ιωαννίνων κ.κ. Μαξίμου. 

Οι μοναχοί, εκτός των πνευματικών τους καθηκόντων, παράγουν μια σειρά από χειροποίητα προϊόντα, όπως: χειροποίητο θυμίαμα, γλυκά του κουταλιού, λικέρ, μύρο, κομποσχοίνια που η δημιουργία τους έχει σκοπό τη συντήρηση και την κάλυψη των αναγκών της Ιεράς Μονής, καθώς αποτελούν το μοναδικό της έσοδο.

Η Ιερά Μονή Ασπραγγέλων, εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου.

Διεύθυνση: Επαρ. Οδ. Ασφάκας - Βρυσοχωρίου, Ασπράγγελοι, Τ.Κ. 440 07
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6986755303
Email: k.founths12360@yahoo.com




Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2023

ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ.


 Φυλάσσονται στον ομώνυμο Ιερό Ναό της Άρτας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Η καταγωγή και τα παιδικά του χρόνια.

Ο ομώνυμος ιερός Ναός στην Αρτα, του Αγίου
Μαξίμου του Γραικού.
πηγή
Το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Τριβώλης, γεννήθηκε στην Άρτα το 1470 και οι γονείς του Μανουήλ και Ειρήνη ήταν πλούσιοι και ευσεβείς. 

Η οικογένεια Τριβώλη, οικογένεια λογίων με επιφανείς προγόνους στην Κωνσταντινούπολη και την αυλή των δεσποτών του Μυστρά, ανήκε στη χορεία των λογίων που συνόδευσαν το Θωμά Παλαιολόγο κατά την έξοδό του από το Μυστρά, λίγο πριν από την πτώση του Δεσποτάτου.

Τα πρώτα του γράμματα μάλλον τα διδάχτηκε κατ’ οίκον από κάποιο δάσκαλο ή και από τους γονείς του, χωρίς να αποκλείεται η φοίτησή του σε κάποιο, βέβαια κρυφό, σχολείο. Έφηβο, στα 14 περίπου χρόνια του, οι γονείς του τον στέλνουν στην Κέρκυρα, για να συμπληρώσει τη μάθησή του πιο εμπεριστατωμένα κοντά στο θείο του Δημήτριο Τριβώλη, λόγιο, κωδικογράφο και βιβλιόφιλο και στον επιφανή δάσκαλο, ρήτορα και φιλόσοφο και αντιγραφέα χειρογράφων Ιωάννη Μόσχο.

Σπουδές στη Δύση.

Δείγμα γραφής του Αγίου Μαξίμου, από τον Κώδικα 198,
φύλλο 579, Ιερά Μονή Δοχειαρίου.
πηγή

Στην Κέρκυρα έμεινε εως 20 ετών και το 1492 πηγαίνει στη Φλωρεντία όπου σπούδασε κοντά στον διαπρεπή Έλληνα φιλόλογο της εποχής Ιωάννη Λάσκαρη αλλά και στην Πλατωνική Ακαδημία, όπου διέπρεπε ο μεγάλος δάσκαλος Μαρσίλιο Φιτσίνο.

Αφού έμεινε τρία χρόνια στη Φλωρεντία, πήγε στη Βενετία, όπου συνδέθηκε με τον φημισμένο τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, τον περίφημο εκδότη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και λόγω της μεγάλης μόρφωσής του, έγινε περιζήτητος ως επιστήμονας, και πολλοί χορηγοί εκδόσεων του ανέθεταν να κάνει μεταφράσεις αρχαίων κειμένων, τα οποία στη συνέχεια τυπώνονταν από φημισμένους τυπογράφους. 

Ένας χορηγός ήταν ο άρχοντας Τζιανφραντσέσκο Πίκο, που στράφηκε προς τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, και ανέθεσε στο Μιχαήλ Τριβώλη να μεταφράσει Πατέρες στα λατινικά και να σχολιάσει τα κείμενά τους. 

Ασχολήθηκε με αυτά ο Μιχαήλ για μια τετραετία, από το 1498 ως το 1502, και γνώρισε σε βάθος τη θεολογία τους, ομως το διάστημα της τετραετίας έκανε μια διακοπή, από τον Ιούνιο του 1499 ως το Μάρτιο του 1500, και πήγε στην Άρτα λόγω του θανάτου των γονέων του.

Το 1502 τον ξαναβρίσκουμε πάλι στη Φλωρεντία όπου ιδιαίτερη έλξη ασκούν πάνω του τα κηρύγματα του Δομηνικανού μοναχού Ιερώνυμου Σαβοναρόλα, που με τον φλογερό του ζήλο αποκάλυπτε τη διαφθορά των συγχρόνων του και τους καλούσε σε μετάνοια αλλά ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ', σταμάτησε τη δράση του μεγάλου Ιεροκήρυκα, τον καταδίκασε σε μαρτυρικό δι’ αγχόνης θάνατο, και το σώμα του πετάχτηκε στην πυρά. 

Αγιογραφία του Μάξιμου του Γραικού (16ου αιώνα)
Πινακοθήκη Τρετιακόφ.
πηγή

Η καταδίκη του Σαβοναρόλα δημιούργησε στον Μιχαήλ Τριβώλη απογοήτευση για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Την άνοιξη του 1505, πάει στην Άρτα και παραμένει για ένα χρόνο ενώ κατόπιν παίρνει το δρόμο για το Άγιο Όρος, όπου εγκαθίσταται στη μονή Βατοπαιδίου, και γίνεται ένας ταπεινός Αγιορείτης σε ηλικία 35 ετών.

Στο Άγιο Όρος.

Εκεί επιδόθηκε σε συστηματική, βαθιά μελέτη χριστιανών συγγραφέων στην πλούσια βιβλιοθήκη της Μονής, μάλιστα στα Ρωσικά αρχεία σώζονται επιστολές από το Άγιο Όρος, στις οποίες εξαίρονται οι βαθιές του γνώσεις, η ευρύτατη εκκλησιαστική και εξ «ελληνικών βιβλίων» πολυμάθειά του.

Ακόμη ασκείται με ζήλο στις μοναχικές υποσχέσεις της ακτημοσύνης, της εγκράτειας και της υπακοής, και αγωνίζεται να κόψει το ίδιον θέλημα και κάθε κακή επιθυμία και πλεονεξία, αφήνεται να πλαστεί ταπεινά από την μακρά ορθόδοξη μοναχική πατερική παράδοση, αποβάλλοντας τις στείρες ουμανιστικές επιδράσεις που είχε δεχτεί στη Δύση, όμως για τις ασχολίες του στο Όρος και την όλη του δραστηριότητα έχουμε πολύ λίγες πληροφορίες. 

Η παλαιότερη απεικόνιση του Μάξιμου, πιθανότατα πάρθηκε
απο τον τάφο του όπως μας πληροφορεί και ο ikonnikov

Έτσι μαθαίνουμε ότι σύμφωνα με τις τότε συνήθειες της μονής στελνόταν και αυτός έξω από το Άγιο Όρος προς λογίαν υπέρ της Μονής, κυρίως στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου, τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή των Ενετών όπου δίδασκε με παρρησία, χωρίς να υπολογίζει κανένα κίνδυνο, κυρίως από τους Τούρκους.

Όπως ο ίδιος αναφέρει, στο Άγιο Όρος παρέμεινε δέκα χρόνια «ἐργασθείς σωματικῶς καὶ πνευματικῶς». Η βαθιά του ταπείνωση και ο σεβασμός του προς τους πατέρες, οι ορθές περί ασκήσεως και μοναχισμού απόψεις του, η δογματική του ευαισθησία, η ευλάβειά του προς την Παναγία, η αγάπη του προς τα τυπικά του Αγίου Όρους, και η αντίθεσή του προς τον Δυτικό Ουμανισμό, συνθέτουν τα στοιχεία της γνήσιας ενσωμάτωσής του στην αγιορείτικη παράδοση. 

Την περίοδο αυτή συνθέτει τον περίφημο παρακλητικό κανόνα στον Τίμιο Πρόδρομο, καθώς και την ιερά ακολουθία του Αγίου Εράσμου, συνθέτει δέ επιγράμματα, σε ποιητική γλώσσα, όπως είναι το επίγραμμα στον Άγιο Δημήτριο, ίσως βέβαια να υπάρχουν και άλλα τα οποία όμως δεν μας είναι γνωστά.

Το ήθος και η μόρφωσή του τον είχαν κάνει πολύ γνωστό στο Άγιον Όρος, αυτό ακριβώς το κύρος, που είχε αποκτήσει, αποτέλεσε και την αιτία της αποστολής του στη Ρωσία.

Το 1515 ο μέγας ηγεμόνας της Μόσχας Βασίλειος Ιβάνοβιτς, γιος της Σοφίας της Παλαιολογίνας, απηύθυνε παράκληση προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Πρώτο του Αγίου Όρους, ζητώντας για ένα διάστημα στη Ρωσία το λόγιο Βατοπαιδινό μοναχό Σάββα. 

Σε αυτόν θα ανέθετε την εκ νέου μετάφραση των λειτουργικών βιβλίων, της Αγίας Γραφής και των βιβλίων των αγίων Πατέρων, από τα ελληνικά στα ρωσικά, διορθώνοντας έτσι και σοβαρές αλλοιώσεις που είχαν υποστεί με το χρόνο, από την απειρία και την ολιγογραμματοσύνη των μεταφραστών και των αντιγραφέων.

Ο μοναχός Σάββας όμως ήταν γέρος και άρρωστος, και έτσι στη θέση του επιλέχθηκε ο Μάξιμος ως έμπειρος στις Θείες Γραφές και επιδέξιος στην ερμηνεία των οποιωνδήποτε εκκλησιαστικών βιβλίων.

Ο Μάξιμος στη Ρωσία.

Με θερμές προσευχές και με την ευλογία των πατέρων του Αγίου Όρους, ο Μάξιμος ξεκίνησε μαζί με τους απεσταλμένους για τη Ρωσία, παίρνοντας μαζί του τον ιερομόναχο Νεόφυτο και τον Λαυρέντιο, οι οποίοι γνώριζαν τη ρωσική γλώσσα. Αφού πέρασαν από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και πήραν την ευλογία του Πατριάρχη, έφθασαν στη Μόσχα, μετά από ένα πολύπονο ταξίδι, στις αρχές του 1518 όπου οι Ρώσοι του έδωσαν την προσωνυμία Γραικός, Μαξίμ Γκρέκ τον ονόμαζαν, λόγω της καταγωγής του από την Ελλάδα, και μ’αυτό το όνομα είναι γνωστός.

Ο ηγεμόνας Βασίλειος και ο Μητροπολίτης της Μόσχας Βαρλαάμ δέχτηκαν με μεγάλη τιμή τον Μάξιμο, ο οποίος άρχισε να ασχολείται αμέσως με την πλούσια βιβλιοθήκη του μεγάλου ηγεμόνα, ταξινομώντας τα ελληνικά χειρόγραφα. Παράλληλα άρχισε να μεταφράζει και να διορθώνει παλαιά και νέα έργα.

Το πρώτο σπουδαίο έργο, για του οποίου την μετάφραση κάλεσε τον Μάξιμο ο μέγας ηγεμών, ήταν το ψαλτήρι. Το βιβλίο αυτό των ψαλμών συμπεριλάμβανε και τα ερμηνευτικά σχόλια των Ελλήνων Πατέρων της ορθοδόξου Εκκλησίας και έτσι ενοποιημένο ήταν γνωστό στους Ρώσους ως «Ερμηνευτικός Ψαλτήρ» και απολάμβανε μεγάλο σεβασμό από το Ρωσικό λαό ενώ είχε ευρύτατη διάδοση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα αλλά το κείμενο είχε σκόπιμα νοθευτεί από αιρετικούς.

Ο Μάξιμος, επειδή είχε ανεπαρκή γνώση της ρωσικής γλώσσας, μετέφραζε από την ελληνική στη λατινική γλώσσα, και οι βοηθοί του από την λατινική στη ρωσική.

Η όλη εργασία κράτησε 17 μήνες, όταν τελείωσε, παρέδωσε το έργο του στον ηγεμόνα, ο οποίος διαβίβασε το χειρόγραφο στον Μητροπολίτη Βαρλαάμ προς έγκριση, συγχρόνως παρακαλούσε να του επιτρέψει την επάνοδό του στον τόπο της μετανοίας του, το Άγιο Όρος.

Ομως οι ευρύτατες θεολογικές και φιλολογικές γνώσεις του είχαν ιδιαίτερα εκτιμηθεί στη Μόσχα, και ο μέγας ηγεμόνας δεν ήταν διατεθειμένος να στερηθεί τις υπηρεσίες μιας σπάνιας, για τη Ρωσία της εποχής εκείνης, προσωπικότητας. Έτσι του αναθέτει νέες εργασίες και διορθώσεις. Μεταφράσεις στις Πράξεις των Αποστόλων, στους Αποστολικούς Κανόνες, στους Κανόνες των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, στις Ομιλίες του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και σε πολλά λειτουργικά βιβλία.

Με την πάροδο του χρόνου ο μοναχός Μάξιμος εξοικειώθηκε με το περιβάλλον και δημιούργησε στενές σχέσεις και επαφές με τις πιο επιφανείς φυσιογνωμίες της ρωσικής πνευματικής κοινωνίας. Συγχρόνως όμως άρχιζε να δημιουργεί και  εχθρούς. Η παράταση της παραμονής του τον εγκλιμάτιζε όλο και περισσότερο στις ιδιαιτερότητες των προβλημάτων της ρωσικής εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής, με αποτέλεσμα να παίρνει θέση σε αυτά, έλεγχε με τον προφορικό και γραπτό λόγο του τα κακώς κείμενα.

Την εποχή αυτή στην πνευματική ζωή της Ρωσίας υπήρχε μεγάλη κατάπτωση, Ρώσοι και ξένοι ιστορικοί χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή (πρώτο μισό του 16ου) ως την περισσότερο σκοτεινή περίοδο της ρωσικής ιστορίας. 

Οι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί άρχοντες, ενώ έπρεπε να δίνουν οι ίδιοι το καλό παράδειγμα, γινόταν το αντίθετο. Ο λαός ζούσε σύμφωνα με τα πάθη του. Η σκληρότητα, η απανθρωπιά, η εκμετάλλευση, η αδικία, η υποκρισία, η μέθη και ο ηδονισμός κυριαρχούσαν· η μεγάλη αμάθεια και η αγραμματοσύνη όλων των κοινωνικών στρωμάτων είχε ως αποτέλεσμα να επικρατούν πλήθος από πλάνες, δεισιδαιμονίες και διάφορα στοιχεία της προχριστιανικής ρωσικής ειδωλολατρίας. Σχολεία δεν υπήρχαν, μόνο στα μοναστήρια μπορούσε κανείς να μάθει γράμματα. Αλλά και οι περισσότεροι μοναχοί προτιμούσαν την αμάθεια· δεν μπορούσαν να καταλάβουν το πνευματικό και ηθικό περιεχόμενο της Ορθοδοξίας και έμεναν μόνο στους τύπους. Η μαγεία ήταν διαδεδομένη. Ακόμη αγεφύρωτο χάσμα υπήρχε μεταξύ των ευγενών και του λαού, αλλά και των μοναστηριών και του λαού. Απέραντες εκτάσεις και περιοχές ολόκληρες ανήκαν στα μοναστήρια, μαζί με τους κατοίκους τους, που ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετούν ως δούλοι τους μοναχούς.

Την εποχή αυτή επικρατούσαν δύο τάσεις σχετικά με την περιουσία των μοναστηριών. Η μία υποστήριζε ότι τα μοναστήρια δικαιούνταν να έχουν μεγάλη έγγεια ιδιοκτησία, που θα περιλάμβανε χωριά και δούλους χωρικούς. Η άλλη ακολουθούσε την ησυχαστική παράδοση του Αγίου Όρους, φρονώντας ότι οι μοναχοί δεν πρέπει να μπλέκονται σε μέριμνες βιοτικές και να αντιδικούν με τους χωρικούς για πράγματα υλικά.

Ο Μάξιμος χωρίς να ταχθεί με κανέναν υποστήριζε τις σωστές απόψεις της Ορθοδοξίας για την περιουσία, τόνιζε πως η Εκκλησία δικαιούται να έχει κτηματική περιουσία για τα απολύτως αναγκαία πράγματα και για τη διενέργεια αγαθοεργιών, χτυπούσε όμως τον υπερβολικό πλούτο, ο οποίος, έλεγε, διαφθείρει τον άνθρωπο και σκοτίζει το νου του.

Η καταδίκη και η φυλάκισή του.

Με την άνοδο λοιπόν του Ηγουμένου της μονής Βολοκαλάμσκ Δανιήλ στον μητροπολιτικό θρόνο της Μόσχας, τα πράγματα άλλαξαν για τον Μάξιμο Γραικό, που είχε γίνει πια γνωστός στη Ρωσία. Αφορμή για την σύγκρουση με την πολιτική και θρησκευτική ηγεσία δόθηκε, όταν ο ηγεμόνας θέλησε να χωρίσει την ευσεβή σύζυγό του Σολομονή, επειδή δεν έκανε παιδιά, για να αφήσει διάδοχο, και να παντρευτεί την Λιθουανή καθολική Ελένη. Ο Μάξιμος αντιτάχθηκε. Αυτή του η στάση προκάλεσε τη δυσμένεια του ηγεμόνα απέναντί του.

Έτσι μεταξύ των ετών 1524 καὶ 1525 διατάχθηκε η σύλληψή του και του επιφυλάχθηκε μια θεαματική δίκη, το Μάιο του 1525, στην οποία προήδρευσαν ο Μέγας Ηγεμόνας και ο Μητροπολίτης Δανιήλ, που εκτελούσε χρέη εισαγγελέα.

Οι κατηγορίες εναντίον του ήταν χαλκευμένες και ψεύτικες. Τον κατηγόρησαν και του καταλόγισαν αίρεση, μαγεία, κατάκριση και συνωμοσία κατά του ηγεμόνα, κατασκοπεία υπέρ του Τούρκου σουλτάνου, τον κατέκριναν ακόμη, επειδή ήταν εναντίον της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας της Ρωσίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο· δέχεται κατάκριση για τις θέσεις του για τις κτίσεις σε γη και δούλους χωρικούς των μοναστηριών και της Εκκλησίας, τον κατηγόρησαν ότι έκανε σκόπιμα λανθασμένες μεταφράσεις στα ιερά βιβλία, και του προσήψαν και διάφορες άλλες κατηγορίες.

Τον καταδίκασαν σε εγκλεισμό στη μονή Βολοκαλάμσκ, ως αιρετικό και ως αμετανόητο αμαρτωλό. Εκεί τον οδήγησαν σιδηροδέσμιο σε απομόνωση και τον παρέδωσαν στην εκδίκηση των μοναχών, που τόσο είχε ελέγξει ενώ το χειρότερο ήταν ότι του απαγόρευσαν τη Θεία Κοινωνία και τη συμμετοχή του στις ακολουθίες του Ναού.

Έξι χρόνια πέρασε ο όσιος Μάξιμος σε αυτή τη σκληρή σκλαβιά, ανάμεσα σε εχθρικούς μοναχούς, σ’ ένα υγρό και στενό κελί, όπου υπέμεινε την πείνα, το κρύο, τη δυσωδία, και την στέρηση ασχολίας ενώ του αφαίρεσαν τα βιβλία και του απαγόρευσαν να γράφει. Αυτοί που ευεργέτησε, αντί των ευεργεσιών, του απέδωσαν αδικία, συκοφαντία, βάσανα. 

Η μόνη του παρηγοριά στη σκληρή φυλακή ήταν η θερμή και αδιάλειπτη προσευχή του και ο Κύριος δεν τον εγκατέλειψε, παρουσιάστηκε σε αυτόν άγγελος Κυρίου στη φυλακή, ο οποίος τον στερέωσε στην υπομονή, λέγοντάς του: «Υπομονή, γέροντα. Με αυτά τα πρόσκαιρα βάσανα, θα λυτρωθείς από τα αιώνια».

Παρηγορημένος απ΄ αυτή την ουράνια επίσκεψη, ο Μάξιμος ευχαριστούσε από τα βάθη της καρδιάς του τον Κύριο, και εξύμνησε το παράκλητο Άγιο Πνεύμα, με ένα Κανόνα, τον οποίο βρήκαν γραμμένο με κάρβουνα στον τοίχο του κελιού του. Το πρώτο τροπάριο της α΄ ωδής είναι το παρακάτω: «ὁ μάννα ποτὲ ἐν ἐρήμῳ διαθρέψας τὸν Ἰσραὴλ, καὶ τὴν ψυχήν μου, Δέσποτα, ἔμπλησον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἵνα θεαρέστως δουλεύω σοι».

Το 1531 η δίκη του επαναλήφθηκε, με παλιές και νέες κατηγορίες ενώ αποφασίστηκε νέα ισόβια αυτή τη φορά κάθειρξη στη μονή Ότροτς της πόλης Τβέρης. Εκεί η θέση του καλυτέρευσε, μπήκε κάτω από την προστασία του επισκόπου Τβέρης Ακακίου, ο οποίος, αν και ανήκε στο κλίμα του Δανιήλ, ήταν άνθρωπος ήρεμος και καλοκάγαθος. Του έδωσε την άδεια να γράφει και να διαβάζει βιβλία. Η ενασχόλησή του με τη συγγραφή του έδινε ανακούφιση στα αφόρητα δεσμά και τον ικανοποιούσε πνευματικά. Ο ίδιος συγκέντρωσε από το 1532 τα έργα που είχε γράψει μέχρι τότε, και έγραψε και νέα. Είχε πλέον μάθει τέλεια τη ρωσική γλώσσα και έγραφε τα συγγράμματά του στα ρωσικά. Τα περισσότερα έργα του ανήκουν σε αυτή την εποχή (1532 - 1551). Έστελνε τα χειρόγραφά του σε διάφορους φίλους του, οι οποίοι τα αντέγραφαν ή τα αντέγραφε ο ίδιος. Χαιρόταν να επικοινωνεί με τους πιστούς Ρώσους, οι οποίοι του ζητούσαν απαντήσεις σε διάφορα προβλήματά τους.

Ο Μάξιμος παρέμεινε φυλακισμένος για 23 ολόκληρα χρόνια και η εκδικητικότητα των κρατούντων δεν κάμφθηκε με τίποτε, μόνο με την αλλαγή του Μητροπολίτη Δανιήλ το 1539 (τη θέση πήρε ο ενάρετος Ιωάσαφ, ηγούμενος της Λαύρας του Αγίου Σεργίου), του επιτράπηκε η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων και η παρακολούθηση των ακολουθιών στην εκκλησία.

Η κατακράτηση και η φυλάκιση του Μαξίμου στη Ρωσία απασχόλησαν πολλές φορές τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας, αλλά και τους πατέρες του Αγίου Όρους, που με επιστολές τους παρακαλούσαν τον Μέγα Ηγεμόνα για την απελευθέρωσή του, όμως οι παρεμβάσεις τους δεν είχαν αποτέλεσμα.

Η δικαίωσή του.

Μόλις το 1548 ο Άγιος Μάξιμος απελευθερώνεται και πάει να ζήσει στη μονή της Αγίας Τριάδος, έξω από την Μόσχα, στο σημερινό Ζαγκόρσκ, την οποία είχε ιδρύσει ο όσιος μοναχός Σέργιος, όμως ήταν αποκαμωμένος, πονούσαν τα πόδια του, όλα τα μέλη του σώματός του, και τα φωτεινά του μάτια από τα αδιάλειπτα δάκρυα είχαν πάθει βλάβη. 

Έτσι έμεινε στη Ρωσία και αναπαύθηκε το 1556, στις 21 Ιανουαρίου, σε ηλικία 90 χρόνων, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, που είναι γραμμένο κυρίως στα ρωσικά, με εξαίρεση ένα μικρό αριθμό κειμένων που διασώθηκαν στα ελληνικά.

Μετά το θάνατό του η ρωσική συνείδηση αφυπνίστηκε και αντιλήφθηκε τη μέγιστη αδικία απέναντι στον πολύτιμο αυτό άνδρα. Ο Μάξιμος υπήρξε ο πρώτος στη Ρωσία μαρτυρήσας υπέρ της ορθοδόξου πίστεως και ζωής, και σαν μάρτυρας και άγιος υψώθηκε στη συνείδηση του ρωσικού λαού. 

Κυνηγημένος, όταν ζούσε από τους ρώσους, ο Μάξιμος δοξάστηκε από τους ίδιους μετά το θάνατό του. Ήδη από τα μέσα του ιστ΄ αιώνα άρχισαν να συντάσσονται βίοι του οσίου Μαξίμου του Γραικού και διηγήσεις για τα θαύματά του. Στο τέλος του ιζ΄ αιώνα το όνομά του αναγράφεται στα αγιολόγια των ετησίων ρωσικών ημερολογίων, αγιογραφούνται οι πρώτες εικόνες του, και γράφονται τροπάρια προς τιμήν του.

Από τους ιστορικούς θεωρείται ως ο περισσότερο μορφωμένος και σοφός άνθρωπος της εποχής του. Τον χαρακτηρίζουν ως θεολόγο, φιλόλογο, ιστορικό, ποιητή, ρήτορα, βαθύ φιλόσοφο, και σπουδαίο κριτικό, πνευματικό ηγέτη και ταπεινό μοναχό, κήρυκα και ομολογητή της πίστης, και θερμό ιεραπόστολο της Ορθοδόξου Ελληνικής Ανατολής, και μεταρρυθμιστή όλης της Μοσχοβίτικης κοινωνίας, που βρισκόταν σε πλήρη ηθική παρακμή.

Στον τάφο του στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου του Ζαγκόρσκ ο Μόσχας Πλάτων (1812) ανήγειρε παρεκκλήσιο, το οποίο το 1833 συμπλήρωσε ο ηγούμενος της Λαύρας Αρχιμανδρίτης Αντώνιος. Συχνά επάνω στον τάφο του γίνονταν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών του, αλλά και απλά με τον ασπασμό της εικόνας του πολλοί γίνονταν καλά, ύστερα από περιπέτειες με την υγεία τους.

Οι αρτινοί βέβαια, που γνώριζαν πολλά για το βίο και την αγία ζωή του Μαξίμου του Γραικού, του συμπατριώτη τους, από νωρίς τὸν τίμησαν. Το  1980, με τις ενέργειες του μακαριστού Μητροπολίτη Άρτας Ιγνατίου Γ΄, τη βοήθεια του μουσικοφιλολογικού  συλλόγου «Σκουφάς» και άλλων φορέων, έστησαν χάλκινο άγαλμα στην είσοδο της πόλης, το οποίο παριστάνει καθιστό τον άγιο να διαβάζει το Ευαγγέλιο.

Μόλις το 1988, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με τις ενέργειες κυρίως του αείμνηστου αρτινού δικηγόρου, ιστορικού και ερευνητή Κ. Τσιλιγιάννη, κατέταξε στο αγιολόγιο της Εκκλησίας τον άγιο Μάξιμο το Γραικό επίσης το ίδιο έτος και η Ρωσική Εκκλησία τον ανεκήρυξε άγιο.

Τον Ιούλιο του 1996 έγινε με ευλάβεια και λαμπρότητα η ανακομιδή του ιερού Λειψάνου του απὸ τον τάφο του και μεταφέρθηκε στο καθολικό του καθεδρικού ναού της Αναλήψεως της Λαύρας της Αγίας Τριάδας στο Ζαγκόρσκ, εκεί τοποθετήθηκε σε χρυσοποίκιλτη λάρνακα μπροστά στο ιερό για να το προσκυνούν με ευλάβεια οι πιστοί.

Το 1997, ελληνική αντιπροσωπία, που αποτελούνταν από τον πρώην Μητροπολίτη Άρτης Ιγνάτιο τον Δ΄, το μακαριστό Μητροπολίτη Αργολίδος Ιάκωβο το Β΄, που εργάστηκε ως ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Άρτας επί 27 συναπτά έτη, τον Ηγούμενο της Ι.Μ Βατοπαιδίου Γέροντα Εφραίμ, τον αείμνηστο ιστορικό ερευνητή Κ. Τσιλιγιάννη και άλλους, κατόπιν αιτήσεώς τους, παρέλαβαν από τον μακαριστό Πατριάρχη Ρωσίας Αλέξιο δύο λειψανοθήκες, με λείψανα του Αγίου, μία για την Άρτα και μία για τη μονή Βατοπαιδίου.

Έτσι επέστρεψε στη μονή της μετανοίας του, που τόσο επιθυμούσε και παρακαλούσε, μετά από 405 χρόνια. Εκεί στη μονή έμεινε για μικρό διάστημα  και η Λάρνακα που προοριζόταν για την Άρτα. Αργότερα, στις 12 Οκτωβρίου 1997, μεταφέρθηκε στην Άρτα, από τον Ηγούμενο Εφραίμ και άλλους Βατοπαιδινούς μοναχούς, και έτυχε πάνδημης υποδοχής. Έτσι επέστρεψε και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, από όπου ξεκίνησε τη ζωή του. Τα ιερά λείψανα του Αγίου Μαξίμου αρχικά τοποθετήθηκαν στον Ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου της πόλης της Άρτας, και αργότερα στο ναό των Αγίων Αποστόλων. 

Μερικά χρόνια αργότερα, τον μήνα Μάιο του 2006, τέθεικε ο θεμέλιος λίθος και τον Ιούνιο του 2016 έγιναν τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Μαξίμου από τον πρώην Μητροπολίτη Άρτας κ. Ιγνάτιο τον Δ΄, στην περιοχή του Τριγώνου της πόλης της Άρτας και εκεί τοποθετήθηκαν και τα ιερά λείψανα του Αγίου και η εικόνα του, που το 1980 δώρισε η μονή Βατοπαιδίου στη Μητρόπολη Άρτης. 

Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του στις 21 Ιανουαρίου.



Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Ιερά Μονή Γενέσιον της Παναγίας Στομίου, Κόνιτσα.

πηγή

Γνωστή και ως Παναγιά η Στομιώτισσα, είναι χτισμένη στη νότια όχθη της χαράδρας του Αώου, μεταξύ των βουνών Τύμφη και Τραπεζίτσα σε ένα ύψωμα με μαγευτική θέα μέσα στον Εθνικό Δρυμό Βίκου και κοντά στην Κόνιτσα.




Άποψη του Καθολικού της Μονής
πηγή
Η αρχική Μονή (15ος – 16ος αιώνας) βρισκόταν στη θέση Παλιομονάστηρο, στη βόρεια όχθη του ποταμού ενώ η προσωνυμία (Στομίου) αναφέρεται πιθανότατα στη φυσική διαμόρφωση της περιοχής, που σαν στόμιο ανοίγεται προς τη χαράδρα.

Η πρόσβαση ακόμη και σήμερα γίνεται με τα πόδια μέσω Κόνιτσας, ακολουθώντας για 2 ώρες περίπου τη διαδρομή στη δεξιά (νότια) όχθη του Αώου, από το ύψος του Γεφυριού της Κόνιτσας μέσα στην επιβλητική χαράδρα του ποταμού.

H Ιερά Μονή Στομίου ιδρύθηκε αρχικά το 1412 ή κατά άλλους το 1590 και στη σημερινή της θέση μεταφέρθηκε το 1774, σύμφωνα με την επιγραφή της εισόδου, από τον Ηγούμενο Κωνσταντίνο.


Άποψη της Μονής
Άποψη της Μονής


Άποψη της Μονής, χτισμένη στην άκρη του γκρεμού
πηγή
Σύμφωνα την παράδοση, αιτία της μετεγκατάστασης αυτής υπήρξε το θαυμαστό γεγονός της μετακίνησης της εικόνας της Παναγίας στη σημερινή θέση, ενώ από την αρχική Μονή μεταφέρθηκαν και τμήματα του τέμπλου, εικόνες αλλά και τα λείψανα των αγίων που διέθετε.

Η Μονή Στομίου, γνώρισε μεγάλη και σπουδαία ακμή ενώ απέκτησε και μεγάλη περιουσία και ακόμη διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή με αγαθοεργίες και σημαντική οικονομική στήριξη των σχολείων της περιοχής.

Το 1798 με Σουλτανικό φιρμάνι, το Στόμιο ορίζεται ως τμήμα της κοινότητας Βρυσοχωρίου (Λεσινίτσας) όμως με την απόφαση αυτή δεν συμμορφώθηκαν οι τότε αρχές της Κονίτσης. 

Έτσι, το 1812 ο Αλή Πασάς, δεχόμενος τις συνεχείς και επίμονες διαμαρτυρίες της κοινότητας του Βρυσοχωρίου, στέλνει στον ηγούμενο της Μονής Στομίου, Λαυρέντιο, το παρακάτω αυστηρό μήνυμα: «Καλόγηρε Παπά Λαυρέντιε. Άμα λάβεις το μπουγιουρτί μου αυτό, να παραδώσεις αμέσως το Μοναστήρι στους Λεσιντσιώτες και να είναι δικό των. Διότι σύμφωνα με το φιρμάνι του Πολυχρονεμένου μας Σουλτάνου, που έχουν, και τη Κόνιτσα να έγραφε θα ήταν δική των. Αν δε το κάμεις, θα σε φάει το μαύρο φίδι με τις σιδερένιες μύτες. Όχι άλλο. Αλή Πασάς Ιωάννινα, Ιουλίου 5, 1812».


 Εντυπωσιακές αεροφωτογραφίες της Μονής



Άποψη του τρούλου του Καθολικού
πηγή
Το γράμμα αυτό του Πασά των Ιωαννίνων προς τον ηγούμενο του Μοναστηριού, το βρήκαμε στο βιβλίο του Νικολάου Εξάρχου «το Βρυσοχώρι Ζαγορίου», εκεί δημοσιεύεται, μεταφρασμένο φέροντας και τη σχετική βεβαίωση για τη ορθή αντιπαραβολή από το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων το 1916 και το Σουλτανικό φιρμάνι του 1798 που προαναφέραμε.

Στο ίδιο βιβλίο διαβάζουμε επίσης ότι ο ηγούμενος του Μοναστηριού μόλις έλαβε το γράμμα παρέδωσε αμέσως τα κλειδιά της Μονής στους Βρυσοχωρίτες, λίγο καιρό αργότερα όμως, με τη παρέμβαση και του τότε επισκόπου Κονίτσης, τα δυο αντιμαχόμενα μέρη ήρθαν σε κάποιον συμβιβασμό.

Οι Κονιτσιώτες πήραν το Μοναστήρι και τα γύρω κτίσματα και οι Βυσοχωρίτες τα βοσκοτόπια της Μονής, αμέσως όμως μετά τον θάνατο του Αλή Πασά, οι αμφισβητήσεις και οι διαμάχες μεταξύ των δυο κοινοτήτων ξεκίνησαν και πάλι.

Η είσοδος στην Μονή.
πηγή
Σε δικαστικές διαμάχες που έγιναν τον 20ο αιώνα, αρχικά δικαιώθηκαν οι Βρυσοχωρίτες αλλά η υπόθεση έκλεισε οριστικά το 1960 όταν και τελεσίδικα η Μονή πέρασε στη κυριότητα της Ιεράς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης.

Στο διάστημα από το 1923 μέχρι και το 1958 ήταν ουσιαστικά έρημη, έχοντας υποστεί καταστροφές, με σημαντικότερη την πυρπόλησή της από τους Γερμανούς το 1943, από την οποία διασώθηκε μόνο το Καθολικό ενώ το 1956 ξεκίνησε μια πρώτη προσπάθεια αποκατάστασης και το 1989 επισκευάστηκε.

Η Μονή Στομίου είναι σήμερα ενεργό ανδρικό μοναστήρι, υπαγόμενο στην Ιερά Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης και είναι χαρακτηρισμένη ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, διαθέτει 11 καινούρια κελιά, καθώς και το Καθολικό, μία σταυρεπίστεγη βασιλική με τρούλο, το οποίο είχε διασωθεί από την πυρκαϊά του 1943. 

Το Καθολικό κοσμείται με ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τμήματα του παλαιότερου τέμπλου και οι λίγες βυζαντινές εικόνες που μεταφέρθηκαν από την παλαιά Μονή ενώ στα κειμήλιά της περιλαμβάνονται παλαιά λειτουργικά βιβλία καθώς και λείψανα αγίων, Μεγάλου Βασιλείου, Ιωάννη Χρυσοστόμου, Αγίου Κοσμά του Αναργύρου, Σαμωνά μάρτυρος και ομολογητού, Αγίου Νείλου και Οσίου Αλυπίου του Κιονίτου

Η είσοδος στο Καθολικό.
πηγή
Τα τελευταία χρόνια στο μοναστήρι έχουν ξεκινήσει πολλές εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης των κτιρίων, η δε στέγη του Καθολικού καλύφθηκε από φύλλα μολύβδου

Από τις σημαντικές μορφές που μόνασαν στη Μονή ήταν ο μακαριστός Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο οποίος, στο διάστημα που έμεινε εκεί (1958 - 1962), κατάβαλε, με τη συνδρομή επιτρόπων και άλλων, σημαντική προσπάθεια για την αποκατάστασή της.

Ο Άγιος Παΐσιος συνέβαλε τα μέγιστα στην αναμόρφωσή της Μονής, κουβαλώντας ακόμα και με τα χέρια του βαριά φορτία από κάτω από το ποτάμι, κινητοποιώντας και ευαισθητοποιώντας τους αγαθούς κατοίκους των γύρω χωριών, συγκεντρώνοντας εισφορές που του έστελνε η Παναγιά με ευσεβείς ανθρώπους, μαζεύοντας εργάτες, φτιάχνοντας ο ίδιος κουφώματα, πατώματα, στέγες, σαν μαραγκός και μάλιστα από τους καλύτερους, πάντα με χαρά, αγάπη και προσευχή! 

Ο γέροντας Παΐσιος είχε πόθο να ασκητέψει στο Άγιο Όρος, στα Κατουνάκια, όμως η Παναγία του έδειξε στο κελί του οφθαλμοφανώς, σαν σε «πνευματική τηλεόραση», τη Μονή Στομίου Κονίτσης και του είπε ολοζώντανα: «δεν θα πας στα Κατουνάκια. Θα πας στη Μονή Στομίου»! 

Το κελάκι του Αγίου Παισίου στην Μονή Στομίου.
Το κρεβάτι που βλέπετε το κατασκεύασε ο ίδιος.
πηγή
Έλεγε ο ίδιος ο Άγιος Παίσιος: «Το τάμα που είχα κάνει στην Παναγία, αν με διαφυλάξη η χάρι της κατά τον πόλεμο, να πάω τρία χρόνια να βοηθήσω να κτισθή το καμένο Μοναστήρι της, νόμισα ότι η Παναγία πλέον δεν θα το ζητήσει, μιας και έγινα μοναχός, αλλά φαίνεται ότι το ήθελε».

Περιστατικά από την ζωή του Αγίου Παισίου, αναφέρουν ότι συνομιλούσε με τα άγρια ζώα, ότι θεράπευε ασθενείς, ότι επέβαλε το σεβασμό απαγορεύοντας τα γλέντια και φαγοπότια εντός του χώρου της μονής, ότι πήδηξε από έναν γκρεμό για να διαφυλάξει μια λειψανοθήκη με ιερά λείψανα που έπεσε κ.α.

Σύμφωνα και με τις διηγήσεις του σημερινού Ηγούμενου της Μόνης γέροντα Κοσμά, ο Άγιος Παΐσιος έφτιαξε και το πλακόστρωτο στον εξωτερικό χώρο του μοναστηρίου. 

Μαρτυρίες κατοίκων της ευρύτερης περιοχής αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια της επισκευής του μοναστηριού, οι τεχνίτες απευθύνθηκαν στον γέροντα Παΐσιο λέγοντάς του πως δεν θα φτάσει το τσιμέντο. 

Εκείνος φέρεται ότι τους είπε να μην ανησυχούν, να συνεχίσουν τη δουλειά τους και πήγε να προσευχηθεί και όπως διηγούνται οι κάτοικοι, το τσιμέντο όχι μόνο έφτασε, αλλά περίσσεψε κιόλας.

Φωτογραφία του Αγίου Παισίου του 1961 κατά την
ανακαίνιση της Μονής Στομίου.

Το 1962 ο γέροντας έφυγε για το Σινά και επέστρεψε το 1964 οριστικά στο Άγιον Όρος, όμως το μικρό κελί στο οποίο διέμενε κατά τα 4 χρόνια της παρουσίας του στη μονή, διατηρείται μέχρι σήμερα. 

Είναι ένα μικρό, στενό κελάκι, με ένα ξύλινο κρεβατάκι που είχε κατασκευάσει ο ίδιος το οποίο είναι και το μοναδικό έπιπλο στο κελί και διάφορες εικόνες βρίσκονται μέσα σε αυτό. 

Εντύπωση προκαλεί η πινακίδα που είχε τοποθετήσει ο Γέροντας πριν τη Μονή «ΠΡΟΣ ΑΩΟΝ ΟΙ ΑΣΕΜΝΩΣ ΕΝΔΕΔΥΜΕΝΟΙ – ΠΡΟΣ Ι.Μ.Σ ΟΙ ΣΕΜΝΩΣ», για να υπενθυμίσει στους προσκυνητές πως πρέπει να εισέρχονται ευλαβώς στο Μοναστήρι, «Η νύχτα για τον καλόγερο δεν είναι ποτέ μεγάλη», έλεγε ο Παίσιος και αυτό γιατί δεν κοιμόταν πολύ, την ημέρα δούλευε και το βράδυ προσευχόταν ενώ στον τοίχο είναι κρεμασμένες εικόνες Αγίων, μία από αυτές απεικονίζει τον Χριστό στην αγκαλιά της Παναγίας. και ο Παΐσιος είχε κολλήσει γύρω της κουκουνάρες για να την ομορφύνει.

Άποψη του τέμπλου της Μονής

Σύμφωνα και με κάποιες ενθυμίσεις, μεταξύ των αφιερωτών της Μονής Στομίου, συγκαταλέγεται και ο γνωστός ληστής Νταβέλης, ο οποίος φέρεται να ενίσχυσε οικονομικά την οικοδόμηση του εξωτερικού περιβόλου.

Σύμφωνα με τον Α. Ευθυμίου: ”Το μοναστήρι είχε αρκετά γιδοπρόβατα και βόδια. Ένα βόδι μάλιστα το είχαν αγοράσει με χρήματα του λήσταρχου Νταβέλη όπως διόρθωσαν και ψήλωσαν και την μάντρα του Μοναστηριού με τα φλωριά του μαναριού του. Ο Νταβέλης είχε πάντα ένα μανάρι μαζί του μασκώτ της ομάδας του χρυσοστολισμένο. Κάποια μέρα που το είχαν μπλοκάρει τα τούρκικα αποσπάσματα, το μανάρι του ξεκόπηκε και μπλέχτηκε με τα πρόβατα του μοναστηριού που βοσκούσε ο Μήτρος Ρετζούλης. Εκείνος το παρουσίασε στο μοναστήρι και οι καλόγεροι ειδοποίησαν με την σειρά τους τον Νταβέλη ότι βρισκόταν εκεί. Ο Νταβέλης μαθαίνοντας ότι το μανάρι του βρισκόταν εκεί και πιστεύοντας ότι η Παναγία η Στομιώτισσα τον βοήθησε να νικήσει τα Τούρκικα στρατεύματα, έστειλε είδηση να κρατήσουν τα φλωριά για το μοναστήρι και να του στείλουν το μανάρι του.”

Άποψη της Μονής

Για να προσεγγίσουμε την Μονή, ξεκινάμε από το μεγάλο πέτρινο γεφύρι της Κόνιτσας στον Αώο ποταμό, ακολουθούμε τον χωματόδρομο στη δεξιά όχθη, ο οποίος σε περίπου 2 χιλιόμετρα καταλήγει σε ένα μικρό τσιμεντένιο φράγμα στην κοίτη του ποταμού.

Από εκεί ένα φαρδύ μονοπάτι που εναλλάσσεται κατά διαστήματα με στενό δρόμο, συνεχίζει για περίπου 40 λεπτά, παράλληλα με τη δεξιά όχθη του ποταμού, και στη συνέχεια ανηφορίζει για τη μονή Στομίου μέσα από ωραίο δάσος με γάβρους και οστριές (50 λεπτά).

Στα δεξιά σας κρέμονται από πάνω οι κορυφές της Τύμφης και στα αριστερά οι πλαγιές του Σμόλικα.

Ανεβαίνοντας προς τον ξύλινο σταυρό, πίσω από τη μονή θα έχετε εντυπωσιακή θέα προς τη χαράδρα και το φαράγγι Στόμιο ενώ στη διαδρομή σας θα συναντήσετε τρεις πηγές, μία στη μέση της διαδρομής, μία στο ποτάμι Γράβο, 15΄ πριν φτάσετε και 180 μέτρα έξω από τη μονή.

Εναλλακτικά, σε 30 λεπτά περίπου από το τσιμεντένιο φράγμα, μπορεί κανείς να ακολουθήσει το παλιό μονοπάτι που βρίσκεται στα δεξιά του δρόμου, από όπου προσφέρεται μια πιο ζωντανή αίσθηση της άγριας ομορφιάς του τοπίου και της μοναδικής βλάστησης της χαράδρας.

Στην μονή εγκαταβιούν σήμερα δύο μοναχοί με ηγούμενο τον γέροντα Κοσμά, οι μοναχοί εκεί ζουν χωρίς βατό δρόμο, μετακινούνται με τα πόδια, και χωρίς ρεύμα ενώ έχουν μια γεννήτρια, που κι αυτή δεν δουλεύει πάντα και χρειάζεται πετρέλαιο για καύσιμο.

Η Ιερά Μονή της Παναγίας Στομίου πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου, στο Γενέσιον της Θεοτόκου.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 26550 - 23067.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ ΒΙΝΤΕΟ



Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Ιερά Μονή Παναγίας της Ροβέλιστας, Άρτα.



Βρίσκεται 30 χιλιόμετρα ανατολικά της Άρτας στη μέση μιας δασώδους ερημικής βουνοπλαγιάς κοντά στα χωριά Προσήλια και Βελεντζικό, όπου φτάνει κανείς από την παράκαμψη του δρόμου Άρτας - Καρδίτσας, λίγο πριν την Άνω Καλεντίνη.


Άποψη της Μονής
πηγή
Είναι ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα του νομού Άρτας, τιμάται στη Γέννηση της Θεοτόκου και η προσωνυμία της προήλθε από το λαϊκό ρήμα ροβολάω που σημαίνει κατηφορίζω και έχει σχέση σύμφωνα με την προφορική παράδοση, με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και την ίδρυση της μονής.

Σύμφωνα με τον μακαριστό Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλο η ίδρυση της Μονής Ροβέλιστας ανάγεται κατά τον 10ο αιώνα, και χαρακτηριστικά αναφέρει το 1884: "Ενταυθα υπαρχει και η εν τω Γενεθλιω της Θεοτοκου σεμνυνομενη Μονη Ροβελιστα καλουμενη εικοδομηθεισα περι τα μεσα του 10 αιωνος και καταστραφεισα υπο των Οθωμανικων στιφων τω 1854 ετει εκ θεμελιων αλλα τω 1856 δαπανη ιδια και συνδρομη των ευσεβων ανηγερθη εκ νεου και αρκουντως εκαλλωπιθη. Εν αυτη σωζεται αρχαια και θαυματουργος εικων της Θεοτοκου μετριου μεγεθους κεκοσμημενη πασα δι αργυρου καθαρου. Ταυτην οι εγχωριοι καλουσαν Μοσχοβισσαν πιστευοντες οτι απεσταλη εκ της Μοσχας προ 800 ετων".


 Απόψεις της Μονής


Το προσκυνητάρι, σήμερα, της Θαυματουργής εικόνας
της Παναγίας Ροβέλιστας
πηγή
Το 1096, στον λόφο “Kαρακαηδόνι” και στην τοποθεσία “Κακαβάκια”, σε κοντινή απόσταση από το σημείο που σήμερα δεσπόζει η μονή, ο Γεώργιος Κωστούλας, κάτοικος του χωριού Βελεντζικό, ίδρυσε έναν μικρό ιδιωτικό ναό, βυζαντινού ρυθμού, αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και δίπλα έκτισε δύο μικρά κελιά για να φιλοξενούν τους ιερείς που πήγαιναν εκεί για να λειτουργήσουν.

Την ίδια εποχή πέρασε από την περιοχή κάποιος Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος ο οποίος φιλοξενήθηκε στο ναό και είχε μαζί του μια εικόνα της Παναγίας, μετρίου μεγέθους (0,27 x 0,32 μέτρα) που λέγεται ότι προερχόταν από τη Μόσχα και ανέδιδε μόνιμα μια απίστευτη ευωδία και έτσι την αποκαλούν έως και σήμερα «Παναγία Μοσχοβίτισσα»
Στη διάρκεια της παραμονής του Αμβρόσιου εκεί, η εικόνα τοποθετήθηκε σε θρόνο στο εσωτερικό του μικρού ναού, όμως ένα πρωί ο Αμβρόσιος, μπαίνοντας στο ναό για να προσευχηθεί, είδε ότι η εικόνα έλειπε. 
Τα επόμενα βράδια, βοσκοί της περιοχής έβλεπαν φως να έρχεται από το σημείο που σήμερα βρίσκεται η μονή, αλλά επειδή η περιοχή καλύπτεται από πυκνό δάσος, δεν μπορούσαν να το εντοπίσουν. 
Ένα βράδυ κάποιος από τους βοσκούς παρατήρησε προσεκτικά το φως και τοποθέτησε την γκλίτσα του με τέτοιο τρόπο πάνω σε ένα δέντρο ώστε να δείχνει προς το σημείο από όπου ερχόταν το φως και το επόμενο πρωί κατευθύνθηκε προς τα εκεί, βρήκε την εικόνα μέσα στα βάτα ενώ ειδοποίησε τον πατέρα Αμβρόσιο και έτσι η εικόνα επέστρεψε στο θρόνο της.


 Απόψεις της Μονής

Η εικόνα της Παναγίας της Ροβέλιστας, προέρχεται από
τη Μόσχα, είναι του τύπου Βρεφοκρατούσας,
τοποθετημένη σε ασημένιο τρίπτυχο πλαίσιο φτιαγμένο
από Αρτινούς αργυροχρυσοχόους το 1802.
Την επόμενη μέρα, όμως, η εικόνα έλειπε ξανά και ο Αμβρόσιος, σίγουρος πως η  εικόνα με θαυματουργό τρόπο είχε μεταβεί πάλι στο ίδιο σημείο, πήγε να την παραλάβει. 

Πράγματι έτσι ήταν και καθώς γυρνούσε στο ναό κρατώντας την εικόνα, συνάντησε έναν χωρικό που του είπε τα εξής: «Τι θέλει, πάτερ, η  εικόνα και ροβολάει εκεί κάτω;» και έτσι από τη φράση αυτή η εικόνα ονομάστηκε «Ροβέλιστα».
Σύμφωνα, όμως, με μία άλλη εκδοχή ονομάστηκε έτσι από το όνομα «Ρόβελ» ενός νεαρού  βοσκού που πρώτος εντόπισε το σημείο στο οποίο είχε μεταβεί η εικόνα και στο σημείο, όπου κατέφευγε η εικόνα της Παναγίας, ιδρύθηκε ένας μικρός ναός με κελιά και εκεί εγκαταστάθηκε και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, όπως και ο Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος, μέχρι και τον θάνατό του.
Το νέο Καθολικό της Μονής
πηγή
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας στην Μονή, λειτουργούσε ιερατική Σχολή προς καταρτισμό ιερέων της επισκοπής Ραδοβυζίων ενώ επίσης η μονή χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο και ορμητήριο από το Γεώργιο Καραϊσκάκη και άλλους αγωνιστές. 
Οι Τούρκοι επειδή ενοχλήθηκαν από αυτό εγκατέστησαν στη μονή μόνιμο απόσπασμα από 30 άνδρες, τους οποίους όμως κατέσφαξαν οι Ραδοβυζινοί επαναστάτες το 1854. 
Ο τούρκικος στρατός για εκδίκηση κατέστρεψε ολοκληρωτικά το μοναστήρι ενώ χάρη στην αυτοθυσία των μοναχών σώθηκε η ασημοστόλιστη πολύ παλιά εικόνα της Παναγίας, ένας χρυσοκέντητος μεγάλος επιτάφιος και δισκοπότηρα του 16ου αιώνα - όλα ρώσικης προέλευσης.
Άποψη από το εσωτερικό του Καθολικού
πηγή
Το 1856 ξαναχτίστηκαν τα κελλιά καθώς και ο μικρός ναός, μία μονόκλιτη σταυρεπίστεγη θολωτή βασιλική με τρούλλο και χορούς. 

Η Μονή καταστράφηκε και ερημώθηκε στην διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, ώσπου το 1951 εγκαταστάθηκε σε αυτό ο ιερομόναχος Μητροφάνης Μιτσιλής και το 1953 η αδερφή του Ανδριανή με συνοδεία άλλων μοναζουσών που έδωσαν νέα πνοή στο ερειπωμένο τότε μοναστήρι που το 1963 επί Μητροπολίτου Ιγνατίου Τσίγκρη μετατράπηκε σε γυναικείο. 

Ξεχωριστής σημασίας για την περιοχή αλλά και για την πορεία του αγώνα κατά των Γερμανών ήταν η συνάντηση του Ναπολέοντα Ζέρβα και του Άρη Βελουχιώτη, που έγινε στη μονή στις 30 Δεκεμβρίου του 1942, με προτροπή του ηγουμένου Γεράσιμου Καλούτση.

Άποψη των τοιχογραφιών στο Καθολικό
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, είναι τοποθετημένη σε ένα ασημένιο πλαίσιο με μορφή τριπτύχου φτιαγμένο από ντόπιους αργυροχρυσοχόους, το 1802. 

Βρίσκεται στο αριστερό προσκυνητάρι, όπως μπαίνουμε στο νέο ναό που ανεγέρθηκε το 1976 από τον μακαριστό γέροντα, π. Μητροφάνη Μιτσιλή, ένας μεγάλος σταυροειδής με τρούλο ναός, αφιερωμένος στο Γενέσιον της Θεοτόκου που εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου.
Ο νέος Ναός αυτός που ανεγέρθηκε στην θέση του παλαιότερου που χτίστηκε το 1856 αλλά είχε υποστεί καταστροφές από σεισμούς και έτσι, κατεδαφίστηκε, είναι ένας μεγάλος σταυροειδής Ναός με τρούλο, ένα επιβλητικό κτίσμα του οποίου η τέχνη, το περίφημο ξυλόγλυπτο τέμπλο, οι εξαίρετες αγιογραφίες που το κοσμούν, έργο των αγιογράφων από το Αγρίνιο, Παναγιώτη Βλαχόπουλου και Γιάννη Φωτόπουλου, καθώς και η εξωτερική ποικιλομορφία δίνουν στο σύνολο ιδιαίτερη λαμπρότητα και χάρη.

Σήμερα η Μονή, στην οποία η πρόσβαση γίνεται με ασφαλτοστρωμένο δρόμο, λειτουργεί ως κοινόβιο με έντεκα μοναχές και ηγουμένη τη μοναχή Θεοκλήτη Λάνταβου. 

Τηλέφωνο Μονής: (+30) 26810 67760