Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2021

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΒΒΑΚΟΥΜ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ ΕΚ ΚΑΛΑΜΙΘΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ.

Φυλάσσεται μαζί με τα υπόλοιπα λείψανά του στο ομώνυμο, ανδρικό, Ιερό Μητροπολιτικό Ησυχαστήριο του Οσίου Αββακούμ και Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου, στο Φτερικούδι της Κύπρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Φορητή εικόνα του Οσίου Αββακούμ, του 1872
πηγή
Ο Όσιος Αββακούμ είναι πολύ πιθανόν να ήταν ένας τοπικός Άγιος της Πιτσιλιάς, αλλά σύμφωνα με το συναξάρι του, ήταν ένας από τους 300
«Αλαμανούς» αγίους, που πήγαν στην Κύπρο από την Παλαιστίνη και τη Συρία, μετά των διωγμών των Αράβων όταν κυρίευσαν εκείνα τα μέρη και ασκήτεψαν σε διάφορα μέρη του νησιού.

Ο Αββακούμ που φαίνεται να ήταν μοναχός ή ασκητής στην έρημο του Ιορδάνη, έψαχνε για να βρει καταφύγιο στα βουνά και στα όρη της Κύπρου και αφού γύρισε τα όρη της περιοχής Σολέας, κατέληξε τελικά στο όρος της Καλαμιθείας, κοντά στα χωριά Καλαμιθάσα (που σήμερα δεν υπάρχει) και Φτερικούδι.

Εκεί κατοίκησε σε μια σπηλιά που βρήκε και επιδόθηκε σε πνευματικούς αγώνες, νηστεία, ταπείνωση, ακτημοσύνη, γυμνότητα, υπομένοντας το κρύο του χειμώνα. 

Τον περισσότερο χρόνο του τον περνούσε προσευχόμενος και αξιώθηκε να έχει το χάρισμα της θαυματουργίας όχι μόνο στις σωματικές ασθένειες αλλά και τις ψυχικές, πολλοί κωφοί που είχαν προστρέξει στον Όσιο βρήκαν την θεραπεία των αυτιών τους και της κώφωσης τους.

Όταν όμως οι κάτοικοι του χωριού Καλαμιθάσα θα έκτιζαν νέο Ιερό ναό προς τιμή του προφήτου Αβακούμ, ο Όσιος κατέβηκε από το ασκητήριό του για να βοηθήσει κι εκείνος και από τότε μετά την αποπεράτωσή του έμενε πιά κοντά στο ναό σε σπήλαιο και όταν κοιμήθηκε εν ειρήνη σε βαθιά γηρατειά τάφηκε σε αυτόν. 

Το προσκυνητάρι με τα λείψανα
του Οσίου Αββακούμ
Κατά την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους το 1575, όπως και άλλα χωριά έτσι και η Καλαμιθάσα καταστράφηκε, μαζί και ο ναός των Προ­φήτου και Οσίου Αββακούμ, διασώθηκε όμως από κάποιο κάτοικο η μεγάλη εικόνα του Προφήτου, που μεταφέρθηκε αργότερα στον ναό του χωριού Φτερικουδίου, του Αγίου Νικολάου.

Στα 1924, ο Ιωάννης Συκουτρής βρήκε στο Φτερικούδι ανέκδοτη ακολουθία του, σε μερικά τροπάρια της οποίας ο Αββακούμ επαινείται ως των Κυπρίων το αγλάισμα, Καλαμιθάσης το καύχημα, θεραπευτής των νοσούντων και κωφευόντων, της Σολέας λύχνος διαυγέστατος, των Κυπρίων το κλέος κτλ. Η θεραπεία της κουφαμάρας συνδέει τον όσιο Αββακούμ με τον Άην Άκουφον (=Ιάκωβον) γιατρό των αυτιών, του οποίου η ωτοθεραπευτική ιδιότητα προφανώς προήλθε από παρετυμολογία του ονόματός του, ενώ του οσίου Αββακούμ από άλλη αιτία.

Συναξάρι δεν βρίσκεται στη χειρόγραφη ακολουθία, όπου απλώς σημειώνεται: Τη αυτή ημέρα του Οσίου πατρός ημών Αββακούμ, του έν τω όρει της Καλαμιθάσης καί Πτερικουδίου ασκήσαντος.., περιοχές που υπάγονταν στην επισκοπή Σολέας.

Το ότι τάφηκε στον Ναό που έχτισαν προς τιμήν του οι κάτοικοι της περιοχής, το πληροφορούμαστε και από την ίδια σημείωση στην ακολουθία, που αντιγράφτηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1856 από τον τοπικό βιβλιογράφο Χριστόδουλο, ιερέα από την Μαλούντα. 

Ο τάφος του Οσίου Αββακούμ
πηγή
Όσον αφορά την εύρεση του τάφου και των λειψάνων του Οσίου Αββακούμ παραθέτουμε απόσπασμα του Πρωτοπρεσβύτερου Χαράλαμπου Κούρρη από το περιοδικό «Προς το Φώς», πού εξέ­διδε η Ιερά Μητρόπολη Μόρφου παλαιότερα (τ. 174, Δεκ. 1991).
«Γιά τό πώς βρέθηκε ο τάφος και τα Ιερά λείψανα, παραθέτουμε τήν μαρτυρία της εξ αγχιστείας συγγενούς μας κυρίας Παναγιώτας Νικολά­ου - Περικλή Ευτυχίου εκ Φτερικουδίου, καθώς καί του αιδεσιμότατου καί πρωτεργάτη στο χτίσιμο της νέας εκκλησίας π. Ανδρέα Πουμπουρή, εφημέριου του Φτερικουδιού:

"Όπως μου αφηγήθηκε κ κα Νικολάου, όταν άρχισε να χτίζεται ό νέος ναός, θα έχυναν το σκυρόδεμα πάνω στον τάφο του Αγίου, πού τους ήταν άγνωστος. Αυτή επί μέρες έβλεπε ένα εφιαλτικό όνειρο: "Ότι δηλαδή την φυλάκιζαν σε ένα στενό διάδρομο από μπετόν και μόνο ένα πολύ μικρό παραθυράκι υπήρχε, πού εξέπεμπε φώς. Αυτό ήταν κατ αυτήν φανερό, ότι αν συνεχίζονταν οι εργασίες του γεμίσματος των θε­μελίων θα φυλάκιζαν τον τάφο του Αγίου. 

Με την επιμονή της έπει­σε τον Ιερέα και την Επιτροπή ανέγερσης του ναού να σκάψουν πιο κάτω, πράγματι για μερικές μέρες έσκαψαν και στις 19 Ιουνίου του 1989, όταν το μεσημέρι κάθισαν νά ξεκουραστούν οι εργάτες, ο π. Ανδρέας (όπως ό ίδιος αφηγείται) πρόσεξε εκεί πού έσκαβαν να κινείται το χώμα, σαν κάτι το ζωντανό να υπήρχε. Με συγκίνηση τότε πήγαν εκεί. Μετα­κίνησαν το χώμα με προσοχή και, «ώ του θαύματος», κάτω από αυτό, σε λαξευτό σε «καγιά» τάφο, βρισκόταν το λείψανο του Αγίου στη βάση του βόρειου τοίχου της παλιάς εκκλησίας.

Με συγκίνηση τότε μετακίνησαν τα λείψανα, τα οποία θαυματουργι­κά δε διαλύθηκαν από τα πολλά χρόνια, και τα εναπέθεσαν για προ­στασία σε ειδικό κιβώτιο, φυλάσσοντάς τα στον κεντρικό ναό του Φτερικουδιού..

Τα λείψανα του Οσίου Αββακούμ του Ασκητή
Κατά τον Συκουτρή, δεν σώζονται σήμερα ίχνη της εκκλησίας, όπως δεν σώζεται και εικόνα του οσίου, στην εκκλησία, όμως, του Αγίου Νικολάου στο Φτερικούδι, ο ίδιος ερευνητής βρήκε εικόνα του προφήτη Αββακούμ, ενώ ο Αθ. Παπαγεωργίου (Ξυλόστ. Ναοί σσ. 20 - 21 αρ. 126) επισημαίνει στο ίδιο χωριό μονόκλιτο ναό του αγίου Αββακούμ, του 18ου αιώνα, χωρίς τοιχογραφίες.

Ο σημερινός ναός, ο οποίος κτίστηκε το 1989 από τον οικονόμο Ανδρέα Πουμπουρή και με δωρεές των κατοίκων της περιοχής, βρίσκεται στα κατάλοιπα μιας παλαιότερης εκκλησίας που καταστράφηκε το 1575 από τους Τούρκους και που στο υπόγειο του, υπάρχει το ασκητήριο και ο τάφος στον οποίο βρέθηκε το λείψανο του Αγίου.

Η εκκλησία του Οσίου Αββακούμ
στο Φτερικούδι της Κύπρου

Στο προαύλιο της εκκλησίας έχουν έρθει στο φως, με πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές, σημαντικά ευρήματα από τη 2η χιλιετία π.Χ. (εποχή του Χαλκού), όπως στήλες από γαβρόλιθο της περιοχής, καθώς και ένας υπερμεγέθης λίθος σε σχήμα κώνου και που όλα αυτά έχουν δεχθεί επεξεργασία από ανθρώπινο χέρι. 

Δίπλα στη νότια πλευρά της παλιάς εκκλησίας του Οσίου υπάρχουν, όπως λέγουν οι κάτοικοι του χωριού Φτερικούδι, μερικά από τα ερείπια του ασκητηρίου που έκτισε όταν ζούσε ο ‘Οσιος, όταν έφυγε από τη σπηλιά που ασκήτευε ψηλότερα, ίσως λόγω του κρύου.

Η όλη προσωπικότητα και η ζωή του οσίου Αββακούμ, που προφανώς ταυτίζεται προς τον άγιο Αββακούμ του μονόκλιτου ναού, θυμίζουν τον τρόπο ζωής και άσκησης των περίφημων «Αλαμάνων» αγίων της Κύπρου. 

Η υπόθεση αυτή θεωρείται πιθανή, αν και ο όσιος Αββακούμ δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους των «Αλαμάνων», ούτε και στον αρτιότερο από αυτούς, εκείνο που κατάρτισε ο Λεόντιος Μαχαιράς. 

Η μόνη άλλη μνεία του στην Κύπρο, είναι στην εκκλησία του αγίου Αββακούμ, 3 χιλιόμετρα περίπου νοτιοανατολικά του Μηλικουριού και 2 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού Τρεις Ελιές και ίσως πρέπει να ταυτιστεί με τον άην Μπακόν, στην Καρπασία.

Η μνήμη του Οσίου Αββακούμ του Θαυματουργού εορτάζεται στις 2 Δεκεμβρίου μαζί με τον Προφήτη Αββακούμ της Παλαιάς Διαθήκης.



Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2021

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ.


 Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας, στην Φθιώτιδα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

 

    

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης 
Κωνσταντινουπόλεως.
Τοιχογραφία τού 1316 στον Ναό του Αγίου Νικήτα 
στο Chucher - Sandevo των Σκοπίων από τους 
Θεσσαλονικιούς Αγιογράφους Μιχαήλ και Ευτυχή Αστραπά.
Πληροφορίες για τον βίο και το έργο του Αγίου Νικηφόρου, αντλούμε από τον
Βίο του που συνέγραψε ο μοναχός Ιγνάτιος, από τη χρονογραφία του Θεοφάνη και εμμέσως από το συγγραφικό έργο του ιδίου. 

Οι πληροφορίες που έχουμε για την προσωπική ζωή και κυρίως για τη νεαρή ηλικία του Αγίου Νικηφόρου δυστυχώς ακόμη και σήμερα, μας είναι ελλιπείς. 

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 758 από επιφανή και εικονόφιλη οικογένεια, τον Θεόδωρο και την Ευδοκία, ο πατέρας του κατείχε το αξίωμα του αυτοκρατορικού γραμματέα (ασηκρήτις), όμως εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄ στην Πημόλισσα του Πόντου, πιθανότατα κατά το 760, τον ανακάλεσε εκ νέου στο παλάτι αλλά εξορίστηκε και για δεύτερη φορά, στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου και απεβίωσε το 767. 

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως.
Βυζαντινό Μηνολόγιο Ιουνίου, του 14ου αιώνα, βρίσκεται
στην Bodleian βιβλιοθήκη στην Οξφόρδη, Αγγλία.
Ο Νικηφόρος όταν ανέλαβε και αυτός το αξίωμα του Ασηκρήτη, πιθανόν επί
Λέοντα Δ΄, η μητέρα του Ευδοκία αποσύρθηκε σε μοναστήρι και απεβίωσε, την περίοδο που ο Νικηφόρος ήταν Πατριάρχης. 

Ο Νικηφόρος δεν ήταν το μοναδικό παιδί του Θεόδωρου και της Ευδοκίας, σύμφωνα με μια επιστολή του Άγιου Θεόδωρου του Στουδίτη (πρόκειται για τη μοναδική πηγή που διασώζει κάποιες ελάχιστες πληροφορίες για το θέμα), ο Νικηφόρος είχε κάποια αδέλφια, τα οποία φαίνεται ότι απεβίωσαν κι εκείνα κατά την περίοδο της πατριαρχίας του.

Όσον αφορά στην παιδική του ηλικία, είναι άγνωστο εάν και κατά πόσο ακολούθησε ο μόλις λίγων ετών Νικηφόρος τους γονείς του στην εξορία ή εάν φιλοξενήθηκε σε οικείο περιβάλλον στην πρωτεύουσα ενώ ως προς την εκπαίδευση, δεν διευκρινίζεται πότε ξεκίνησε τις σπουδές του ή σε ποιο βαθμό τις έφτασε. 

Είναι βέβαιο πως λόγω της κοινωνικής του θέσης ολοκλήρωσε την εγκύκλιο παιδεία ενώ από το εγκώμιο του βιογράφου Ιγνατίου, συμπεραίνουμε ότι μελέτησε αστρονομία, γεωμετρία, μουσική, αριθμητική καθώς επίσης και φιλοσοφία, επομένως, έλαβε την κοσμική παιδεία όπως άρμοζε, ωστόσο τα θεολογικά του συγγράμματα μαρτυρούν αναμφίβολα πως είχε βαθύτατες θεολογικές γνώσεις και πως μελέτησε τη θεολογία πιθανώς καθοδηγούμενος από τον πατριάρχη Ταράσιο. 

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως.
Τοιχογραφία του 1350 στον Ναό του Χριστού 
Παντοκράτορα της Μονής Βισόκι Ντέτσανι, Σερβία.
Το 784, επί αυτοκράτορος
Κωνσταντίνου του ΣΤ΄, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εκλέχθηκε ο Ταράσιος που το 787 συγκάλεσε την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποτέλεσμα των εργασιών της οποίας ήταν η αναστήλωση των εικόνων και εκεί γίνεται η πρώτη ιστορική αναφορά στο πρόσωπο του Νικηφόρου ως αυτοκρατορικού γραμματέα. 

Σύμφωνα με τον βιογράφο του Ιγνάτιο, φαίνεται πως είχε ενεργό ρόλο καθώς, εγχειρισθεὶς βασιλικὸν επιφώνημα, διατύπωσε με πύρινη γλώσσα την θέση του για τις εικόνες, όμως στα πρακτικά της Συνόδου ο Νικηφόρος φέρεται ότι απλώς ανέγνωσε δημόσια την επιστολή του πάπα Αδριανού μεταφρασμένη στα ελληνικά. 

Το 797, επί αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας, ο Νικηφόρος, ύστερα από θητεία είκοσι περίπου χρόνων, αποσύρθηκε από την αυτοκρατορική γραμματεία με την προοπτική να απομακρυνθεί από τα κοινά, επειδή τα εγκόσμια δεν του επέτρεπαν να καλλιεργήσει και να βιώσει τη πνευματική ζωή που ποθούσε και κατέφυγε σε μια ερημική τοποθεσία κοντά στην Προποντίδα του Βοσπόρου. 

Σύγχρονη εικόνα του Αγίου Νικηφόρου, Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως του Ομολογητή
πηγή
Εκεί παρέμεινε έως ότου διορίστηκε διευθυντής στο μεγαλύτερο δημόσιο πτωχοκομείο της Πόλης και εν συνεχεία στο Μέγα Ορφανοτροφείο της Κωνσταντινούπολης ενώ τον Φεβρουάριο του 806 απεβίωσε ο πατριάρχης Ταράσιος, αφήνοντας κενό τον πατριαρχικό θρόνο. 

Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ απευθύνθηκε ως είθισται, στον εκκλησιαστικό κλήρο για την υπόδειξη υποψηφίου κατά πλειοψηφία για τον πατριαρχικό θρόνο, κάτι που δεν ευόδωσε, αφού δεν υπήρξε σύμπνοια μεταξύ του κοσμικού κλήρου και των μοναχών, έτσι ο αυτοκράτορας υπέδειξε τον λαϊκό Νικηφόρο, του οποίου η εκλογή κυρώθηκε με τυπική ψηφοφορία από λαϊκούς και κληρικούς. 

Οι μόνοι που αντιτάχθηκαν στην απόφαση του αυτοκράτορα ήταν οι Θεόδωρος και Πλάτων Στουδίτης, οι οποίοι μάλιστα φυλακίστηκαν για εικοσιτέσσερις ημέρες, έως ότου ολοκληρωθεί η ενθρόνιση του νέου πατριάρχη. 

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πέρασε όλα τα στάδια της ιεροσύνης, εκάρη μοναχός στις 5 Απριλίου στο μοναστήρι των αγίων Σέργιου και Βάκχου, στις 9 Απριλίου χειροτονήθηκε σε διάκονο και στις 10 Απριλίου σε πρεσβύτερο, ενώ η ενθρόνιση πραγματοποιήθηκε την Κυριακή του Πάσχα στις 12 Απριλίου του 806 στην Αγία Σοφία από τους μητροπολίτες Νικόλαο Καισαρείας, Λέοντα Ηρακλείας Θράκης και Θωμά Θεσσαλονίκης. 

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως.
Τοιχογραφία του 1318 στο Καθολικό της Μονής  
Γκρατσάνιτσα στο Κόσοβο της Σερβίας.
Το διάστημα στο οποίο ο Νικηφόρος ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα, έδειξε να συμβιβάζεται με την εχθρική στάση που κρατούσε το παλάτι απέναντι στη Ρώμη, καθώς και με τα σκληρά μέτρα που λάμβανε κατά των Στουδιτών, ουδέποτε ήρθε σε αντιπαράθεση με τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄, μάλιστα αποδέχθηκε την επαναφορά του αφορισμένου ιερέα Ιωσήφ. 

Επί Ταρασίου, ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ είχε κλείσει την πρώτη του γυναίκα σε μοναστήρι, για να παντρευτεί την Θεοδότη, το μυστήριο είχε τελέσει ο ιερέας των ανακτόρων Ιωσήφ και η αυτοκράτειρα Ειρήνη πίεσε τον πατριάρχη, ο οποίος δεχόταν επίθεση και από τους Στουδίτες, να αφορίσει τον Ιωσήφ, όπως και έγινε. 

Με την ενθρόνιση του Νικηφόρου, ο αυτοκράτορας μπορούσε να άρει τον αφορισμό ανταμείβοντάς τον για τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει κατά την στάση του Βαρδάνη του Τούρκου το 803 όμως συνέπεια αυτής της απόφασης ήταν οι τεταμένες σχέσεις του αυτοκράτορα και του πατριαρχείου με τον μοναστικό κλήρο, που οδήγησαν στην διάλυση της μονής του Στουδίου. 

Όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ σκοτώθηκε στην μάχη κατά των Βουλγάρων, στην Πλίσκα, στις 26 Ιουλίου του 811, ο πατριάρχης Νικηφόρος υποστήριξε την ανάρρηση στον αυτοκρατορικό θρόνο του γαμπρού του Νικηφόρου Α΄, Μιχαήλ Α΄, ο οποίος βασίλεψε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα (811 - 813), και εγκατέλειψε την εξουσία μετά από μία νέα νίκη των Βουλγάρων το 813. 

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως.
Μωσαϊκό του 867, στον Καθεδρικό Ναό της 
Αγίας Σοφίας,στην Κωνσταντινούπολη.
Στο διάστημα αυτό, ο πατριάρχης κατήργησε όσα διπλά μοναστήρια λειτουργούσαν ακόμα, επιπλέον, έγιναν σοβαρές προσπάθειες να αποκατασταθούν οι σχέσεις του πατριάρχη με τους Στουδίτες, καθώς τόσο ο αυτοκράτορας όσο και ο πάπας
Λέων Γ΄ παρότρυναν επανειλημμένως και τις δύο πλευρές να έρθουν σε συμβιβασμό. 

Επιπλέον, ο πατριάρχης απολογήθηκε για την στάση που κρατούσε, όσα χρόνια ήταν αναγκασμένος να εκτελεί τις αποφάσεις του αποθανόντος αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄, και καθαίρεσε τον ιερέα Ιωσήφ.

Ενώ ο πατριάρχης στο σύνολο της ζωής του κρατούσε χαμηλούς τόνους, μετριοπαθή, διπλωματική στάση, φέρεται ως υποκινητής της βίαιης επίθεσης που δέχθηκαν οι Παυλικιανοί, η μόνη αίρεση που εχθρεύτηκε το Βυζάντιο και σύμφωνα με τον Θεοφάνη, ο πατριάρχης εισηγήθηκε στον αυτοκράτορα την θανατική ποινή τους καθώς και των Αθιγγάνων, αυτός συμφώνησε, ανακάλεσε όμως, όταν οι Στουδίτες αντιτάχθηκαν σφοδρά. 

Όσο στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας συνέβαιναν αυτά, οι πολεμικές συρράξεις με τους Βούλγαρους ελλόχευαν, ο Κρούμος πρότεινε διάφορες συνθηκολογήσεις, στις οποίες ο αυτοκράτορας δίσταζε να λάβει αποφάσεις και ενώ ο πατριάρχης φαινόταν σύμφωνος, οι Στουδίτες ήταν αντίθετοι σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. 

Αγιος Νικηφόρος,
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Μικρογραφία Μηναίου Μαρτίου,
Αρχαιολογικό Μουσείο της
Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας.
πηγή
Οι συνεχόμενες ήττες και κυρίως εκείνη στη Βερσινικία κοντά στην Αδριανούπολη στις 22 Ιουνίου του 813, οδήγησαν στην ανατροπή του αυτοκράτορα και στις 11 Ιουλίου του 813, στέφθηκε ο
Λέων ο Ε΄ ο Αρμένιος που ο αιφνίδιος θάνατος του Κρούμου του επέτρεψε στο να επικεντρωθεί στην ανοικοδόμηση του κράτους. 

Το 814 ο εικονομάχος Λέων Ε΄ ανακίνησε το ζήτημα των εικόνων και συγκάλεσε μερίδα κληρικών, για να συνθέσουν ανθολόγιο βασισμένο στα πρακτικά της συνόδου της Ιέρειας, το οποίο θα αναδείκνυε εικονομαχικά επιχειρήματα. 

Ο Νικηφόρος, φοβούμενος νέα περίοδο εικονομαχίας, αρνήθηκε κάθε συζήτηση περί και αποχώρησε ενώ παραμονή Χριστουγέννων του 814, συγκάλεσε επιφανείς κληρικούς και μοναχούς στο πατριαρχείο, όπου ανέγνωσαν το ανθολόγιο, το μελέτησαν και απέρριψαν όλες τις παραπομπές του. 

Ανήμερα Χριστουγέννων του 814, ο Λέων Ε΄ κάλεσε τον Νικηφόρο στο παλάτι, όπου μετά από ατελέσφορη συζήτησή, ξεκίνησε ουσιαστικά η 2η φάση της εικονομαχίας, το 815 ο Νικηφόρος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και πατριάρχης ανήλθε ο προσκείμενος στην εικονομάχο Λέων Ε΄Θεόδοτος Μελισσηνός

Ο Νικηφόρος, αποσύρθηκε αρχικά στη μονή του Αγαθού, που βρισκόταν βόρεια της Χρυσούπολης και έπειτα με εντολή του Λέοντος Ε΄, μεταφέρθηκε στην απομακρυσμένη μονή του Αγίου Θεοδώρου κοντά στον Ακρίτα (Αρετζούν) όπου εκεί πιθανώς ασχολήθηκε με τη συγγραφή των έργων του.

Το 820, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Β΄ πρότεινε εκ νέου τον πατριαρχικό θρόνο στον Νικηφόρο, με τον όρο να μην αναμοχλεύσει το θέμα των εικόνων, αυτός όμως αρνήθηκε και επέλεξε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του μακριά από την Κωνσταντινούπολη, στη μονή του Αγίου Θεοδώρου, όπου και απεβίωσε στις 2 Ιουνίου του 828. 

Μετά το τέλος της εικονομαχίας και την αναστήλωση των ιερών εικόνων, με αίτηση του Πατριάρχη Μεθοδίου στους βασιλείς Μιχαήλ και Θεοδώρα, έγινε η ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Νικηφόρου, μάλιστα, με βασιλικό πλοίο, με το οποίο ο Πατριάρχης Μεθόδιος παρέλαβε το λείψανο του Αγίου Νικηφόρου, το όποιο για 19 χρόνια έμεινε ακέραιο και άθικτο και κατετέθηκε «κατησπάζοντο καὶ ἐπ’ ὤμων φέροντες, εν τῇ μεγάλῃ απέθεντο Ἐκκλησία», στην Αγία Σοφία ενώ στις 13 Μαρτίου του 846 , το κατέθεσαν στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Η μνήμη του τιμάται στις 2 Ιουνίου και η ανακομιδή των λειψάνων του από την Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία στις 13 Μαρτίου.



ΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΥ ΓΟΤΘΟΥ.


Φυλάσσεται στην Ιερά Βασιλική και Σταυρoπηγιακή Μονή Παναγίας του Κύκκου, στην Κύπρο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Ο Μεγαλομάρτυρας Νικήτας.
Τοιχογραφία του τέλους 13ου αιώνα στο Πρωτάτο,
στις Καρυές του Άγιου Όρους
από τον
αγιογράφο Μανουήλ Πανσέληνο.
πηγή
Ο Άγιος Νικήτας, ο μεγαλομάρτυρας, γεννήθηκε στην περιοχή του Ίστρου της σημερινής Ρουμανίας, στα χρόνια του Μέγα Κωνσταντίνου και ήτανε γόνος μιάς εύπορης, γοτθικής, αριστοκρατικής οικογένειας. 

Οι Γότθοι ήταν  γερμανικό έθνος, που κατέβηκε από την περιοχή της Βαλτικής, τον 3ο αιώνα, σε ένα τμήμα της Κριμαίας, που από τότε μετονομάστηκε Γοτθία ενώ στις αρχές του 4ου αιώνα έφτασαν στη Θράκη καθώς και στον χώρο της σημερινής Βουλγαρίας και Ρουμανίας, δεξιά από το Δέλτα του Δούναβη ποταμού και από τότε άρχισαν σταδιακά να εκχριστιανίζονται.

Ένας από τους πρώτους εκχριστιανισμένους Γότθους υπήρξε και ο άγιος Νικήτας που έχοντας ακούσει για την πνευματική ωραιότητα του Χριστιανισμού, οδηγήθηκε κοντά στον αρχιεπίσκοπο Θεόφιλο Γοτθία, έναν από τους πατέρες της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, από τον οποίο διδάχθηκε τις αλήθειες του Χριστιανισμού. 

Η μαθητεία του συνέχισε και επαυξήθηκε στον διάδοχο του Θεόφιλου, Ουλφίλα, τόσο, ώστε ο Νικήτας, παρόλο που εν τω μεταξύ ήταν ανώτερος αξιωματούχος του στρατού της χώρας του, έγινε και φλογερός ιεροκήρυκας της Πίστης του Χριστού, στον βάρβαρο λαό του.

Ο Μεγαλομάρτυρας Νικήτας.
Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στο Καθολικό, της Ιεράς 
Μονής του Αγίου Ιωάννη Λαμπαδιστή στην Κύπρο.
Εκείνη την εποχή, οι Γότθοι είχανε χωριστεί σε δύο έντονα εχθρικές παρατάξεις, η μία, με αρχηγό τον Αθανάριχο, που ήταν οπαδοί της ειδωλολατρίας και η άλλη, με αρχηγό τον Φριτιγέρνη που είχαν ασπασθεί τον Χριστιανισμό.

Ο Φριτιγέρνης ζήτησε βοήθεια από την Ρώμη, και ο αυτοκράτορας Ουάλης του παραχώρησε το στράτευμα της Θράκης. 

Ο Φριτιγέρνης, όπως παλαιότερα και ο Μέγας Κωνσταντίνος, έχοντας προπορευόμενο των στρατευμάτων του το λάβαρο του Τίμιου Σταυρού, κατατρόπωσε τον Αθανάριχο, που μόλις διέφυγε τη σφαγή και αυτή η νίκη έγινε αιτία να πιστέψουν στον Χριστό και πολλοί άλλοι ακόμη Γότθοι.

Αργότερα, ο Αθανάριχος ανέκτησε και πάλι μεγάλες δυνάμεις και με μένος κατά των Χριστιανών, τους συνελάμβανε και τους υπέβαλλε σε φρικτά βασανιστήρια, τότε και ο Νικήτας, γνωστός για την ευσέβεια και τα δημόσια κηρύγματα του, συνελήφθη την ώρα που κήρυττε στον λαό για τον Χριστό και σύρθηκε βίαια ενώπιον του Αθανάριχου. 

Μολονότι ο Νικήτας, εξαναγκάσθηκε να αρνηθεί την πίστη του Χριστού, παρέμεινε ακλόνητος στην ομολογία του και του συνέτριψαν όλα τα μέλη του σώματός του ενώ τον έριξαν στη φωτιά μαζί με άλλους μάρτυρες, που και εκεί δεν έπαψε να υμνεί τον Θεό, μέχρι που παρέδωσε την ψυχή του, στις 15 Σεπτεμβρίου του 372.

Άθληση του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Νικήτα
Βυζαντινό Μηνολόγιο (14–17 Σεπτεμβρίου) του
14ου αιώνα που βρίσκεται στην Bodleian Βιβλιοθήκη,
στην Οξφόρδη της Αγγλίας.
Κάποιος φίλος του αγίου, ονόματι Μαριανός, αναχωρώντας τότε για την πατρίδα του Μοψουεστία, μία σημαντική πόλη κοντά στα Άδανα και την Ταρσό της Κιλικίας στην Μικρά Ασία, θέλησε να μεταφέρει μαζί του ότι λείψανο είχε απομείνει από το σώμα του Αγίου Νικήτα.

Εκεί που συλλογιζόταν, όμως πώς θα το ξεχώριζε από τα λείψανα των άλλων μαρτύρων, που είχαν πεταχτεί στον ίδιο εκείνο τόπο, μία ουράνια δύναμη, με τη μορφή φωτεινού αστεριού, στάθηκε επάνω στο σώμα του αγίου Νικήτα και ο Μαριανός το αναγνώρισε αμέσως, γιατί, είχε διαφυλαχθεί ολόκληρο αλλά και αβλαβές. 

Το ασπάσθηκε, το έβαλε σε μία θήκη, που είχε ετοιμάσει, και το μετέφερε στη Μοψουεστία, όπου επιτελούσε πολλά θαύματα ενώ με τον καιρό, ο άγιος Νικήτας κατέστη ο κατεξοχήν πολιούχος της Μοψουεστίας, και ο μητροπολιτικός ναός της ήτανε αφιερωμένος στο όνομα του.

Ο Άγιος Νικήτας είναι προστάτης των Εφέδρων Αξιωματικών στην πατρίδα μας, αφού θεωρείται οτι υπήρξε και ο ίδιος Έφεδρος Αξιωματικός και η αγιογραφία τον απεικονίζει τις περισσότερες φορές, ως αρματωμένο με πλήρη εξάρτηση άνευ κράνους, φολιδωτό θώρακα, περικνημίδες, ασπίδα, φαρέτρα, τόξο, ακόντιο και πορφυρό χιτώνα. 

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Νικήτας.
Φορητή εικόνα του 13ου αιώνα, στον ναό της Αγίας 
Παρασκευής Μουτουλλάς, στην Κύπρο.
Για το πότε ακριβώς τα λείψανα του Αγίου Νικήτα έφτασαν στην Κύπρο δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες.

Όπως έγινε και σε άλλες περιπτώσεις μετακίνησης πληθυσμών από τη Μικρά Ασία και Συρία στην Κύπρο, λόγω των εκεί κατακτήσεων από τους Άραβες και Σελτζούκους, οι πρόσφυγες μετέφεραν μαζί τους την τιμή, αλλά και τα λείψανα των αγίων της ιδιαίτερης πατρίδας τους. 

Έτσι είναι πολύ πιθανόν, κάποιοι πρόσφυγες από την Μοψουεστία, ίσως και στα τέλη του 11ου αιώνα, να μετέφεραν τόσο τα λείψανα όσο και την τιμή του αγίου Μεγαλομάρτυρα Νικήτα, στην Κύπρο.

Εκεί, έκτισαν το ομώνυμο χωριό της Μόρφου, οικοδόμησαν περικαλλή ναό στο όνομα του και εναπόθεσαν τα λείψανά του ενώ αργότερα, τα λείψανά του μεταφέρονται στον Κύκκο από το χωριό του Νικήτα, με ενδιάμεσο σταθμό το μεγάλο Μετόχι της Μονής Κύκκου στη γειτονική στο χωριό Νικήτας, Πεντάγεια, ενώ στο χωριό του Μουτουλλά, σώζεται σήμερα η αρχαιότερη φορητή εικόνα του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Νικήτα στην Κύπρο, έργο του 13ου αιώνα.

Η μνήμη του τιμάται στις 15 Σεπτεμβρίου.



Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2021

Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ.


Φυλάσσεται στο Ιερό Ησυχαστήριο του Οσίου Αββακούμ του εν Καλαμιθάση στο χωριό Φτερικούδι της Κύπρου.

Ο Σταυρός είναι Ευλογίας και όχι επιστήθιος, τον οποίο κατείχε ο Άγιος Πορφύριος για να σταυρώνει τους πιστούς και τους ασθενείς, ώστε να τους ενισχύσει στον αγώνα τους και την πίστη τους.

Ο Σταυρός αυτός αποτελεί πνευματική κληρονομιά του Αρχιμανδρίτη Νεκτάριου Γεωργίου, προϊστάμενου του Ησυχαστηρίου, η οποία περιήλθε στην κατοχή του δια ενυπόγραφου εγγράφου από την μακαριστή Αθηνά Σιδέρη, η οποία ήταν πνευματικό τέκνο του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΠΡΟΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ (ΕΔΩ)




Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2020

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΟΡΓΟΫΠΗΚΟΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.

πηγή

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Γοργοϋπήκοου, είναι μία μεταβυζαντινή, Παλαιολόγια, εξαιρετική τοιχογραφία της Παναγίας, άγνωστου αγιογράφου που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους.

Η Μονή Δοχειαρίου
πηγή

Η Μονή Δοχειαρίου είναι η πρώτη μονή που συναντάμε, στην δυτική πλευρά του Άθω και ιδρύθηκε από τον μοναχό Ευθύμιο, μαθητή του Αγίου Αθανασίου του Αγιορείτη, στα τέλη του 10ου ή στις αρχές του 11ου αιώνα ενώ η ονομασία της οφείλεται στην ιδιότητα του Δοχειαρίου - Αποθηκάριου που ήταν ο Ευθύμιος κατά την παραμονή του στη μονή Μεγίστης Λαύρας, υπό τον Αθανάσιο.

Ευεργέτης και ανακαινιστής της μονής θεωρείται o Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας ή ο διάδοχός του, Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης ενώ σύμφωνα με τον Όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, στο δεξί μέρος της Τραπέζης της Μονής, υπήρχε παλιά εικόνα της Παναγίας που οι πατέρες λένε ότι αγιογραφήθηκε στην εποχή του κτήτορα της Μονής Νεόφυτο, τον 11ο αιώνα.

Άποψη της Μονής Δοχειαρίου από το σπάνιο
φωτογραφικό Λεύκωμα του 1881 για το Άγιο
όρος των μοναχών της Μονής Παντελεήμονος,
Λεόντιο και Γεννάδιο.
πηγή
Το 1646, ο τραπεζάριος της Μονής, Νείλος, που είχε κακή συνήθεια να βάζει το φωτιστικό του δαδί κάτω από την εικόνα της Παναγίας, ακούει μια φωνή: 
"Ώ Μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις ατιμώντας με;" και αμέσως έχασε το φως του.

Έφτιαξε στασίδι μπροστά στην εικόνα και παρακαλούσε να τον συγχωρέσει, ώσπου η Παναγία, του είπε: "Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά υπακούω σ’ εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργοϋπήκοος".


Από τότε η εικόνα ονομάζεται Γοργοϋπήκοος και οι πατέρες της Μονής έφτιαξαν το 1723, στο χώρο αυτό, έξω από την Τράπεζα ένα ιδιαίτερο παρεκκλήσι προς Τιμήν Της και από τότε εκεί τελείται δύο φορές την εβδομάδα θεία Λειτουργία, εκεί γίνονται οι κουρές των μοναχών και καθημερινά, πρωί - βράδυ, ψάλλονται παρακλήσεις μπροστά Της.

Ο αήμνειστος Αντώνης Γκλίνος που συντήρησε και
αποκατέστησε την Θαυματουργή τοιχογραφία της
Παναγίας Γοργουπηκόου στην Μονή Δοχειαρίου.
Το 1980 καθηγούμενος της Μονής Δοχειαρίου ανέλαβε ο μακαριστός Γρηγόριος, κοντινός συγγενής του Αγίου
Ιωσήφ του Ησυχαστή ενώ είχε δεχτεί τη μοναχική κουρά από τον Άγιο Αμφιλόχιο Μακρή της Πάτμου.

Ανακαίνισε την σχεδόν ερειπωμένη Μονή Δοχειαρίου, την έκανε κοινοβιακή ενώ Τάμα του και διακαής πόθος του από την μέρα που εγκαταστάθηκε σε αυτήν, ήταν να ψάξει να βρει, να συντηρήσει και να αποκαταστήσει την αρχαία εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, το στήριγμα και ελπίδα της μονής.

Πριν από την εγκαταβίωσή του στο Άγιον Όρος, μόνασε στην Πάρο και την Πάτμο, «παρά τούς πόδας» των άγιων Πατέρων Φιλόθεου Ζερβάκου και Αμφιλόχιου Μακρή ενώ διετέλεσε Ηγούμενος της Μονής Μυρτιάς και της Μονής Προυσού στο Καρπενήσι, από όπου και αναχώρησε για την Μονή Δοχειαρίου την οποία αναστήλωσε, επάνδρωσε και ποίμανε επί τέσσερις δεκαετίες.

Ας δούμε τι αναφέρει ο ίδιος ο αήμνειστος Αντώνης Γκλίνος κορυφαίος συντηρητής έργων τέχνης, που αποκάλυψε και συντήρησε την Εικόνα, σε ένα γράμμα του στον συγγενή και αδελφικό φίλο του Νίκο Γαργαλιώνη εκδότη της εφημερίδας Οδός Αρκαδίας, τον Μάρτιο του 1997, ένα χρόνο πριν φύγει:
..Χάρις στην πρωτοβουλία του Γρηγορίου εναρμονισμένη με το ευρύτερο αναστηλωτικό πρόγραμμα και σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχαιολογικές αρχές εκλήθην να εκτελέσω το προγραμματισμένο, εδώ και αρκετά χρόνια, έργο.

Μέχρι τη στιγμή που έγινε το εγχείρημα της ανεύρεσης της πραγματικής εικόνας, ελάχιστες πληροφορίες μας ήταν γνωστές, η μόνη προφορική μαρτυρία που έχει διασωθεί δια μέσου του στόματος των Δοχειαριτών πατέρων είναι ότι: οι Ρώσοι ευσεβείς μοναχοί δώρισαν το θαυμασίας τέχνης ασημένιο πουκάμισο κατά το σωτήριο έτος του 1872. 

Μάλιστα, η παράδοση μας λέει πως αυτό το υπέροχο ρωσικό αφιέρωμα το κουβάλησε στην πλάτη του ένας ρώσος μοναχός από την Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος μέχρι το Δοχειάρι πεζός γιατί το είχε κάνει τάμα στην Παναγία. Από την τοποθέτηση του πουκάμισου και ύστερα, κανείς δεν γνώριζε τι υπήρχε πίσω από αυτό το περικαλές φορητό εικόνισμα της Παρθένου που είναι κατάφορτο από αμέτρητα τάματα κρεμασμένα μέσα από το προστατευτικό κρύσταλλο αλλά και έξω από αυτό.

Μετά από προσεκτική μελέτη διαπίστωσα ότι: τα κεφάλια, τα χέρια και τα πόδια του Χριστού και της Παναγίας ήταν ζωγραφισμένα πάνω σε μουσαμά. Οι μορφές είχαν υποστεί αλλοιώσεις και φθορές από το χρόνο, την αιθάλη των κεριών, του θυμιάματος και των καντηλιών. Μη γνωρίζοντας τι μπορούσε να συμβεί εάν άγγιζα αυτές τις φθαρμένες ύλες της ζωγραφικής, αναγκάστηκα να κάνω αντίγραφα. Και τούτο έγινε για λόγους ασφαλείας γιατί είχα να κάνω με μια προσκυνηματική και θαυματουργό εικόνα. Ιδιαίτερα προβλήματα παρουσίαζαν τα δύο κεφάλια που ο μουσαμάς τους ήταν σε κατάσταση τελείας αποσύνθεσης. Πρωτοστατούντος του Αγ. Καθηγουμένου με δεήσεις και προσευχές προς την Θεοτόκον οι πατέρες της μονής ξεκρέμασαν πρώτα τις κανδήλες. Κατόπιν την μεγάλου μεγέθους ξυλόγλυπτη κορνίζα, τα εξωτερικά αφιερώματα, το προστατευτικό κρύσταλλο, και τα εσωτερικά του κρυστάλλου τάματα.

Η μεγάλη στιγμή της έκπληξης ήταν όταν βγάλαμε το ασημένιο πουκάμισο. Μέσα στην ημικυκλική εσοχή του τοίχου βρήκαμε καρφωμένη μια εικόνα της Παναγίας που ήταν ζωγραφισμένη πάνω σε μουσαμά με χρονολογία ιστόρησής της το σωτήριον έτος 1831. Οι κεφαλές του Χριστού και της Παναγίας αυτής της εικόνας είχαν κοπεί και αφαιρεθεί, και στη θέση τους είχαν κολληθεί στον τοίχο άλλα κεφάλια ζωγραφισμένα σε μουσαμά σύμφωνα με την κλασική ρωσική αναγεννησιακή τέχνη. Ο μουσαμάς τους είχε καταντήσει τόσο εύθραυστος και ξερός που με το πρώτο άγγιγμα γινόταν μικρά θρύψαλα. Έπρεπε πάση θυσία να τα σώσω, γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλοι γνώριζαν τη θαυματουργή εικόνα της Γοργοεπικόου με αυτές τις μορφές. Έκανα υπεράνθρωπη προσπάθεια να τις αποκολλήσω από τον τοίχο χωρίς να χρησιμοποιήσω οποιοδήποτε υγρό γιατί θα τους προξενούσα ανεπανόρθωτες καταστροφές και αλλοιώσεις. Με το νυστέρι σιγά σιγά απελευθέρωσα και αφαίρεσα τις μορφές από το ξερό και σκληρό κολοφώνιο που με αυτό είχαν κολληθεί στον τοίχο.

Φρόντισα για την ασφαλή φύλαξή τους για να τις συντηρήσω όταν θα ερχόταν η ώρα τους. Αφού φωτογραφήθηκαν όλες οι φάσεις του εγχειρήματος προχώρησα στο ξεκάρφωμα της, χωρίς κεφάλια, μουσαμαδένιας εικόνας. Προτού την απομακρύνω από τη θέση της, έβγαλα πάνω σε χαρτί του μέτρου ακριβές πατρόν για να μπορέσω να βρω εύκολα τη θέση που είχαν αρχικά τα χέρια και τα πόδια, ώστε να εφαρμόζουν τέλεια στο ασημένιο πουκάμισο στη νέα του θέση.

Αφαιρώντας το μουσαμά η έκπληξή μας ήταν μεγάλη. Μια τοιχογραφία (ζωγραφισμένη σε νωπό σουβά) που εικονίζει την βρεφοκρατούσα Παναγία, μεγαλύτερη σε μήκος από το μέγεθος του πουκάμισου, μαυρισμένη και με κολλημένες πάνω της χίλιες δυο ξένες ύλες, όπως σταξίματα κεριών πολλά (μικρού και μεγάλου μεγέθους), πιτσιλίσματα ασβεστοκονιαμάτων… Στα κεφάλια του Χριστού και της Παναγίας που εκεί πάνω είχαν κολληθεί οι ρωσικές (αναγεννησιακής τεχνοτροπίας) κεφαλές, δύσκολα ξεχώριζες κάποιο ίχνος προσώπων από αυτά γιατί ήταν παστωμένα από την ξερή ύλη του κολοφώνιου και τις μεγάλες ποσότητες κεριού. Είναι οφθαλμοφανές ότι αυτοί που τοποθέτησαν το 1872 το πουκάμισο (ελλείψει άλλου μέσου συγκόλλησης) αρχικά προσπάθησαν να κολλήσουν ανεπιτυχώς τα ένθετα κεφάλια με καυτό κερί. Αυτή τους η ενέργεια είχε σαν αποτέλεσμα να γεμίσει η τοιχογραφία με πάρα πολλά κεροσταξίματα, όχι μόνο στα σημεία που ήθελαν να κολλήσουν αλλά και σε ολόκληρη την επιφάνεια της εικόνας. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν καυτό κολοφώνιο. Εξ αιτίας αυτού έχουν υποστεί αποφλοιώσεις οι επιφάνειες των προσώπων της τοιχογραφίας.

Με την πρώτη ματιά τα πρόσωπα έδιναν την εντύπωση ότι από κάτω δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα από τη μεγάλη ποσότητα συσσώρευσης των ξένων υλών. Υπενθυμίζω εδώ, ότι η Γοργοεπίκοος είναι ζωγραφισμένη μέσα σε μια ημικυκλική επίπεδη κόγχη που το βάθος της δεν ξεπερνάει τα 18 εκατοστά. Δεξιά και αριστερά της τοιχογραφίας έχουν δημιουργηθεί δύο ρωγμές από σεισμό, τις οποίες έκλεισα με στόκο (Gesso). Στο εσωτερικό του τοίχου και ακριβώς κάτω από τα κεφάλια της εικόνας υπάρχει σε οριζόντια θέση ξύλο (προφανώς καστανιά) που δένει τη λιθοδομή. Στο σημείο αυτό η νωπογραφία κάνει κοιλιά και μέρος της προετοιμασίας του λασπώματος είχε αποκολληθεί. Εξ’ αιτίας αυτού υπήρχαν ορισμένα κενά τα οποία γέμισα με ενέσεις που έκανα με παχύρευστο υλικό από αδρανές ασβέστη. Για τον καθαρισμό των προσώπων από το κολοφώνιο χρησιμοποίησα λευκό οινόπνευμα αφού πρώτα έβγαλα μεγάλο μέρος από αυτό με μηχανικό τρόπο. 
Τα πολλά κεροσταξίματα και τα πιτσιλίσματα των ασβεστοκονιαμάτων τα αφαίρεσα βοηθούμενος από ένα μικρού μεγέθους σουγιά και από μεγεθυντικό φακό. Τις πάρα πολλές τρύπες που είχαν δημιουργηθεί από τα καρφώματα της μουσαμαδένιας και χωρίς κεφάλια εικόνας τις έκλεισα ως εξής:

Αφού πρώτα έβρεξα με νερό το εσωτερικό των οπών με τη βοήθεια ενός μικρού πινέλου για να πιάσει το υλικό, ζύμωσα ένα μείγμα από λιθοπόνιο, συνθετική ρητίνη του primal και ψιλοκομμένα νήματα λινού υφάσματος και τις στοκάρισα. Συμπίεσα το στοκάρισμα με ένα λείο βότσαλο και έκανα (ρετούς) αισθητική αποκατάσταση για να μην υπάρξουν μεγάλες τονικές και χρωματικές διαφορές. Ο καθαρισμός της τοιχογραφίας έγινε πρώτα με μηχανικό τρόπο και μετά με αποσταγμένο νερό. Όπου ο ρύπος επέμενε να μη βγαίνει χρησιμοποίησα ένα μείγμα από δισανθρακικό νάτριο, δισανθρακικό αμμώνιο και παχύρευστη κόλλα μεθυλοκυτταρίνης. Αυτό το χημικό διάλυμα το άπλωσα με το πινέλο με πολύ φειδώ και σε ορισμένα σημεία.

Για να μην υπάρξουν μελλοντικές αλλοιώσεις ξέπλυνα με αποσταγμένο νερό πολλές φορές και σκούπισα σχολαστικά τις επιφάνειες με χαρτοβάμβακα. Όπου υπήρχε ανάγκη αισθητικής αποκατάστασης αυτή έγινε με το πινέλο της ακουαρέλας και με χρήση ειδικών χρωμάτων ματ τα οποία είναι εξαιρετικά γι’ αυτή την εργασία. Κίνδυνος απολεπίσεων δεν υπήρξε σε κανένα από τα μέρη της ζωγραφισμένης επιφάνειας. Μετά από όλες αυτές τις εργασίες είναι φανερή η διαφορά στα χρώματα των σαρκωμάτων μεταξύ του Ιησού Χριστού και της Παρθένου Μαρίας. Το πρόσωπο της Γοργοεπικόου είναι αρκετά μαυρισμένο από ρητίνη. Αυτό επαληθεύει την παράδοση δηλαδή την περίπτωση της κακής συνήθειας του πατρός Νείλου να τοποθετεί το φωτιστικό του δαδί κάτω ακριβώς από τη μορφή της Παναγίας. Με αυτή τη φανερή ένδειξη είναι πλέον αδιάψευστη η μαρτυρία αυτής της ιστορίας του 1663.

Δεν χρειάζονται άλλα τεκμήρια για να την πιστέψουμε. Σαν τέχνη των αρχών της μεταβυζαντινής έκφρασης, αυτή η τοιχογραφία είναι ένα λαμπρό δείγμα συνέχειας της μεγάλης και σπουδαίας παλαιολόγιας περιόδου. Είναι φανερό, ότι συνυπάρχει στην τεχνική ο απόηχος των χρωμάτων, του γραψίματος του σχεδίου, τα σαρκώματα των προσώπων και των άκρων των δύο θείων προσώπων, το αρμονικό τέλειο αποτέλεσμα της εκτέλεσης των ενδυμάτων.

Ο χρωματισμός τους είναι χάρμα οφθαλμών. Στα πρόσωπα ο χαρακτηριστικός αγιογράφος έχει ξεκινήσει με προπλασμό ώχρας. Τα ξανοίγματα και τις λαζούρες τις έχει κάνει με ανοικτοπράσινα και ωχροροδαλά χρώματα τα οποία είναι ευχάριστα στην όραση και δροσερά. Εκείνο που επισφραγίζει το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης και τον αφανισμό μιας χιλιόχρονης και πλέον Αυτοκρατορίας (δηλαδή την υποδούλωση του γένους από τους Αγαρινούς) είναι το δείγμα της ανέχειας και του πένθους, ο μαύρος κάμπος της τοιχογραφίας, θλιβερό σημάδι μιας ολόκληρης περιόδου. Στα θεία πρόσωπα η ανημέρευτη θλίψη και η βαθιά μελαγχολία είναι διάχυτα δοσμένα με επιδεξιότητα. Ο εικονογράφος γνωρίζει, ότι η χαρμολύπη δεν κλείνει μέσα της μόνο τον Γολγοθά της Σταύρωσης αλλά και τη σιγουριά της Λαμπρής Ανάστασης. Φανερή είναι και η παιδική τρυφερότητα και η σοβαρότητα στο πρόσωπο του Θεανθρώπου. Είναι τόσο ωραία δοσμένη, που εναρμονίζεται θαυμάσια με το συμπονετικό και ανήσυχο βλέμμα της στοργικής μητέρας του θεού, Παρθένου Μαρίας. Με φόβο και δέος σφιχταγκαλιάζει το Θείο βρέφος αναλογιζόμενη τα Άγια και φρικτά πάθη που στο μέλλον περιμένουν τον Υιό της τον μονογενή.

Όλα αυτά τα συναισθήματα έχουν αποδοθεί από τον άγνωστο αγιογράφο με θαυμαστή τελειότητα. Το τρυφερό χέρι του μικρού Σωτήρα Χριστού συγχωρεί ευλογώντας τον αμαρτωλό κόσμο, με ζωγραφισμένη στην έκφραση του, τη Θεϊκή και Μακαρία Αγαθότητα και ευσπλαχνία. 
Η Θεοσεβής ψυχή του θρήσκου καλλιτέχνη δημιουργού κατάφερε το ακατόρθωτο. Με γήινα χρώματα και με τον χρωστήρα του απέδωσε τέλεια αυτό που οραματίστηκε. Μπόρεσε με την πίστη του και τη μαστορική του ικανότητα να αποδώσει την αγιοπνευματική ακτινοβολία σε αυτό το νωπογραφημένο εικόνισμα της Θεομήτορος. Με πάρα πολύ απλά μέσα απέδωσε τον πλούτο και τη δόξα της ανεκτίμητης ελληνορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης που εδώ και χίλια χρόνια ζει, υπάρχει και μεγαλουργεί πνευματικά στο Αγιόνημο Όρος.

Η τοιχογραφημένη ιστόρηση της Παναγίας της Γοργοεπικόου έχει μια γενικότερη και βαθύτερη σημασία μέσα στη δύσκολη περίοδο της μεταβυζαντινής τέχνης. Η αποκάλυψη της παίρνει σήμερα μια ξεκάθαρα σημαντική θέση στην ιστορική της ύπαρξη και βοηθά στην επαλήθευση και επιβεβαίωση μιας ολότελα ζωντανής παράδοσης. 
Πράγματι· το σταθερό χέρι του δημιουργού αυτής της θαυματουργικής νωπογραφίας μας ζωγράφισε κάτι το ξεχωριστό και υπέροχο. 
Την ξεθάψαμε από τη λησμονιά και την παραγνώριση και, μετά τη συντήρηση, κάναμε να φανεί όλη η πνευματική ακτινοβολία της. 
Έστω και αν οι ταλαιπωρίες που υπέστη, δια μέσου των αιώνων, έχουν αποφλοιώσει μέρος από τις επιφάνειες των δύο Θείων προσώπων που εικονίζει, ο μεταβυζαντινός αγιογράφος με αυτό του το έργο δείχνει, ότι ήταν σοφός και καλλιεργημένος άνθρωπος γνώστης της ζωγραφικής της παλαιολογίου εποχής και ιδιαίτερα της μακεδονικής σχολής.


Σε ολόκληρη την Ελλάδα σήμερα, υπάρχουν πιστά αντίγραφα της ιερής εικόνας, η οποία πραγματοποιεί αναρίθμητα θαύματα ενώ η Σύναξη της τιμάτε στις 1 Οκτωβρίου εκάστου έτους.


πηγή