Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

ΑΠΟΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΣΕΡΓΙΟΥ.


 



Άγιοι Σέργιος. 
Τοιχογραφία τού 1546 στο Παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου
τής Ιεράς  Μονής Σταυρονικήτα. Αγίου Όρους  
από τον Θεοφάνη τον Κρήτα και τον Συμεών.
Οπως αναγράφεται στην λειψανοθήκη πρόκειται για απότμημα της Τιμίας Κάρας του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Σεργίου. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε άλλες πληροφορίες όμως θα προσπαθήσουμε εν καιρό και θα επανέλθουμε.

Η ιστορία των αγίων αναφέρεται σε ελληνικό κείμενο γνωστό ως "Το Πάθος του Σεργίου και Βάκχου". Η ιστορία παίρνει μέρος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Γαλερίου (305 έως 311) ενώ το ίδιο το έργο μπορεί να χρονολογείται στα μέσα του 5ου αιώνα

Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος υπηρετούσαν στις στρατιωτικές τάξεις του αυτοκράτορα Γαλερίου, τους διέκρινε μεγάλη ανδρεία στα πεδία των μαχών, γι' αυτό ο αυτοκράτορας τους απένειμε τα αξιώματα του πριμικηρίου (primecerius) της σχολής των Kεντηλίων και του σεκουνδουκηρίου (secundicerius), αντίστοιχα.

Όταν όμως έμαθε ότι οι δύο επίλεκτοι στρατιώτες του ήταν χριστιανοί, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να το πιστέψει. Για να πεισθεί οργάνωσε τελετές με θυσίες σε ειδωλολατρικό ναό και κάλεσε να παραστούν σ' αυτές και οι Σέργιος και Βάκχος.

Άγιοι Σέργιος και Βάκχος
Φορητή Εἰκόνα  του 13ου αιώνα 
στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά
Οι δύο χριστιανοί στρατιώτες αρνήθηκαν και ομολόγησαν το Χριστό με θαρραλέο φρόνημα. Εξοργισμένος τότε ο αυτοκράτορας, διέταξε και τους αφαίρεσαν τα διάσημα των αξιωμάτων τους. 

Ο Μαξιμιανός διέταξε να τους καθαιρέσουν από τα αξιώματά τους, να τους αφαιρέσουν επί τόπου τις ζώνες και τα διάσημα του βαθμού και να τους φορέσουν ενδύματα γυναικεία. Ντυμένους μ’ ενδύματα θηλυπρεπή και φορτωμένους βαρείς σιδερένιους κλοιούς στον τράχηλο, περιέφεραν τους μάρτυρες ανά την πόλη για να τους χλευάσουν.

Κατόπιν ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να οδηγήσουν τους αγίους, από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, έως τις όχθες του Ευφράτη, στην πόλη Βαρβαλισσό, όπου είχε την έδρα του ο διοικητής της επαρχίας της Ανατολής Αντίοχος, δικαστής σκληρός και ωμότατος. 

Τους έφεραν μπροστά του για να τους ανακρίνει, ούτε οι απειλές του όμως ούτε οι κολακείες δεν στάθηκαν ικανές να πτοήσουν τους αγίους νέους. 

Τον Σέργιο, τον έκλεισαν τότε σ’ ένα κελλί και άρχισαν να βασανίζουν τον σύντροφό του, τον μαστίγωσαν με μαστίγια από βούνευρα με τέτοια αγριότητα, που ο Βάκχος παρέδωσε την ψυχή του.

Μαρτύριο Σεργίου καί Βάκχου. 
Τοιχογραφία τού 1547 στην Ι. Μ. Διονυσίου Αγίου Όρους
από τόν Τζώρτζη (Ζώρζη) Φουκά
Την επαύριο, έφεραν πάλι ενώπιον του διοικητού τον Σέργιο, ο οποίος θλιβόταν που βρισκόταν ακόμη στον μάταιο τούτο κόσμο, ενώ ο σύντροφός του χαιρόταν ήδη την μακαρία ζωή. Ο Αντίοχος αρχικά δοκίμασε να κάνει τον Σέργιο ν’ αλλαξοπιστήσει τού θύμισε τα αξιώματα και την εξουσία που είχε πρίν και ύστερα τον απείλησε με τα πιο φρικτά μαρτύρια. Μάταιος κόπος! 

Διέταξε τότε ο ηγεμόνας να φορέσουν στον άγιο υποδήματα που είχαν αιχμηρά καρφιά στο εσωτερικό μέρος, και τον υποχρέωσε να τρέχει μπροστά από το άρμα του. Δεκαπέντε χιλιόμετρα διήνυσε τρέχοντας έτσι ο άγιος, μέχρι που έφθασαν στο κάστρο των Τετραπυργίων (σημ. Κσαϊράς-Σελέ). Η χαρά του που συμμετείχε κι εκείνος στο Θείο Πάθος, τον ανύψωνε πάνω από τους πόνους του σώματος, και ο Σέργιος έτρεχε χαρούμενος γοργά, ψάλλοντας ύμνους. 

Άγιοι Σέργιος και Βάκχος
Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα στο Καθολικό της Ιεράς Μονής
Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους από τον Θεοφάνη τον Κρήτα
Κατά τη διάρκεια της νύκτας, ήλθε άγγελος και εθεράπευσε τις πληγές του, κι έτσι ο νέος παρουσιάσθηκε την επομένη στον διοικητή ευδιάθετος κι έτοιμος για νέους αγώνες. Ο Αντίοχος διέταξε τότε να τον αποκεφαλίσουν στον επόμενο σταθμό, τη Ρουσάφα, διακόσια χιλιόμετρα ανατολικά του Χαλεπίου. 

Φθάνοντας στον τόπο της εκτελέσεως, ο άγιος ζήτησε λίγο χρόνο από τους δημίους του, και προσευχήθηκε ένθερμα να συγχωρηθούν οι διώκτες του. Κατόπιν, έκλινε ο ίδιος την κεφαλή κάτω από το ξίφος και η ψυχή του πέταξε για να συναντήσει τον Βάκχο στη Βασιλεία των Ουρανών.

Οι κάτοικοι της Σούρα, του χωριού όπου μαρτύρησε ο Βάκχος, θέλησαν να πάρουν κρυφά το σώμα του αγίου Σεργίου, φλόγα μεγάλη όμως εξήλθε από τον τάφο και τους εμπόδισε. Έτρεξαν τότε οι χριστιανοί της Ρουσάφα, έδιωξαν τους επίδοξους ληστές και κατέθεσαν το τίμιο λείψανο σε μέρος ασφαλές. 

Έκτισαν αργότερα πάνω στον τάφο του αγίου Σεργίου ναό, ο οποίος κατέστη ένα από τα πιο σεπτά προσκυνήματα όλης της Ανατολής, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε ο τόπος εκείνος ονομάσθηκε Σεργιούπολις και τεμάχια του τιμίου λειψάνου διεσπάρησαν σε όλο τον χριστιανικό κόσμο.

Ο Άγιος Μάρτυρας Σέργιος ο Ρωμαίος. 
Ψηφιδωτό τού τέλους τού 11ου αιώνα
της Μονής Δαφνίου Ελλάδα. 
Το 547 ο Αυτοκράτορας
Ιουστινιανός ανήγειρε στην Κωνσταντινούπολη λαμπρό ναό προς τιμήν των Αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, τον επονομαζόμενο «Μικρή Αγία Σοφία», όπου και κατέθεσε αργότερα τα Ιερά Λείψανά τους.

Στη Δύση πολλές πόλεις διεκδικούν Λείψανα των Μαρτύρων με πρώτη την Βενετία, όπου Λείψανα αποδιδόμενα σ’ αυτούς φυλάσσονται στο Ναό του Αγίου Πέτρου στο Καστέλλο, τα Λείψανα αυτά έγιναν αντικείμενο αναγνωρίσεως το 1991.

Στην Παβία, στη Μονή των Βενεδικτίνων του Αγίου Φίλικος, φυλάσσονται Λείψανα των δύο Μαρτύρων, δωρεά του Αυτοκράτορα Όθωνα Β’. Τα Λείψανα αυτά περιλαμβάνονται στα κειμήλια που έφερε μαζί της στη Δύση η σύζυγός του, Βυζαντινή Πριγκίπισσα Θεοφανώ Σκλήραινα και για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την γνησιότητά τους.

Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση το 1152, κατά την διάρκεια των Σταυροφοριών, ο Κόμης Γοφρέδος ο Ανδεγαβός μετέφερε Λείψανα των Μαρτύρων από την Συρία στα εδάφη του.

Λείψανα των δύο Μαρτύρων φυλάσσονται ακόμη και στο Ναό του Αγίου Μαρτίνου, όπως μαρτυρεί βούλα του Πάπα Παύλου Β’, του 1469. Τα Λείψανα αυτά κατά τους Βολλανδιστές μετεφέρθηκαν τον 13ο ή 14ο αιώνα από την Συρία.

Λείψανα των Μαρτύρων φυλάσσονται ακόμη και στη Μονή του Wiessenburg της Βοημίας, απ’ όπου το 1354 ο Αυτοκράτορας Κάρολος Δ’ δώρισε μέρος τους στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βίτου Πράγας.

Η μνήμη τους τιμάται στις 7 Οκτωβρίου.



Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ, Η ΕΝ ΛΕΡΟ ΤΕΛΕΙΩΘΗΣΑ.

πηγή


Η Τιμία Κάρα της Αγίας Γαβριηλίας της Νέας
Η μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη (Αυρηλία) γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου του 1897 στην Κωνσταντινούπολη, ήταν το τέταρτο και μικρότερο παιδί της οικογένειας Παπαγιάννη, που ήταν ιδιαίτερα εύπορη.

Ο πατέρας της, Ηλίας Παπαγιάννης του Σωτηρίου καί της Βασιλικής, ήταν ο αντιπρόσωπος της γαλλικής εταιρείας «Messagerie de France» κι ενας εύπορος ξυλέμπορος. Μητέρα της ήταν η Βικτωρία Χριστάκη Παπαγιάννη, κόρη του ιατρού Χριστάκη, πού ήταν θεράπων ιατρός του Σουλτάνου. Η Βικτωρία ήταν καί δισέγγονη του Χαρίσιου Δ. Μεγδάνη, του λογίου ιερέα, φιλικού, συγγραφέα καί διδασκάλου της Σχολής της Κοζάνης. Η μεγάλη της αδελφή, Βασιλική, ήταν εκείνη που της πρωτομίλησε για τον Θεό αφού μαζί με τα παραμύθια που της διάβαζε, της έλεγε ιστορίες από το Ευαγγέλιο και την Παλαιά Διαθήκη.

Το 1923 κατά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η οικογένειά της απελάθηκε και βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου αργότερα εισήχθη ως Ακροάτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης (ήταν η δεύτερη γυναίκα που εισήχθη σε ελληνικό πανεπιστήμιο) και πήρε πτυχίο στη Φιλοσοφία.

Φωτογραφία της Αγίας Γαβριηλίας απο την διακονία της
στην Ινδία
πηγή
Σύμφωνα με τον βίο της, αγαπούσε τα φυτά,
«μέχρι το τέλος της ζωής της μιλούσε μαζί τους», για αυτό και νωρίτερα είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή Γεωπονικής του Estavayer-le-Lac στην Ελβετία.

Στην Αθήνα πήγε το 1932, όπου έπιασε δουλειά σε μία ψυχιατρική κλινική ενώ μετά από ένα χρόνο βρέθηκε στην Αγγλία όπου έκανε διάφορες δουλειές, χωρίς, ωστόσο, να σταματήσει να φροντίζει και πάλι φτωχούς, ενώ παράλληλα σπούδασε Ποδολογία καθώς επίσης και Φυσικοθεραπεία.

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η γερόντισσα επέστρεψε στην Ελλάδα, στην Αθήνα όπου άνοιξε ένα ιατρείο φυσικοθεραπείας, όπου και πάλι βοηθούσε απόρους.

Καταλυτικό ρόλο στη μετέπειτα πνευματική της ζωή έπαιξε ο θάνατο της μητέρας της, το 1954. 

Έλαβε όρκο φτώχειας, παραχώρησε όλα τα υπάρχοντά της και έφυγε στην Ινδία όπου για πέντε χρόνια, στάθηκε στο πλευρό των λεπρών και έκανε τα αδύνατα δυνατά για την ανακούφισή τους, στο διάστημα αυτό γνώρισε τη Μητέρα Τερέζα, τον Sivananda και τον ακτιβιστή κοινωνικό λειτουργό Baba Amte.

Ο Τάφος της Αγίας Γαβριηλίας, στην Παναγιά 
του Κάστρου της Λέρου 
πηγή
Μετά από τέσσερα χρόνια δωρεάν φυσιοθεραπείας σε απόρους, η Αυρηλία μετέβη στα όρη των Ιμαλαΐων, περνώντας έντεκα μήνες ως ερημίτρια. Το 1960 έφτασε στην Κοινότητα της Αναστάσεως του Κυρίου της Βηθανίας όπου και δέχτηκε την μοναχική κουρά ενώ μετά την τριετή δοκιμασία της ως μοναχή, η Αυρηλία έλαβε το όνομα Γαβριηλία.

Εν συνεχεία στάλθηκε στην Κοινότητα Ταϊζέ στη Γαλλία από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, όπου η αποστολή της εκεί ήταν σύντομη. Αργότερα, στάλθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου περιόδευσε σε εθνικές ελληνικές κοινότητες σε δεκαεπτά Πολιτείες και συνόδευσε πολλούς ψυχικά ασθενείς σε ψυχιατρικά νοσοκομεία στην Ευρώπη.

Μετά από σχεδόν μια δεκαετία περιοδειών, ομιλιών και προσφοράς στους ασθενείς, στάλθηκε στην Ανατολική Αφρική για τρία χρόνια για να κάνει ιεραποστολικό έργο.

Μετά από σύντομη ανάθεση εργασίας στη Γερμανία, στάλθηκε πίσω στην Ινδία, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Το 1979 της παραχωρήθηκε η χρήση ενός διαμερίσματος στην Αθήνα και έγινε «Γερόντισσα», όπου και συνήθιζε να δίνει συμβουλές σε κόσμο που την επισκεπτόταν. 

Κοντά στο τέλος της ζωής της, αποσύρθηκε σε ένα ερημητήριο στην Αίγινα, αλλά όταν εμφάνισε λέμφωμα Hodgkin επέστρεψε στην Αθήνα. 

Μετά τη θεραπεία της εγκατέλειψε την Αθήνα δύο χρόνια πριν από το θάνατό της και μετακόμισε στο νησί της Λέρου όπου εκάρη είς μεγαλόσχημον από τον Αγιορείτη Γέροντα Διονύσιο Μικραγιαννανίτη στην Παναγιά του Κάστρου.

Κοιμήθηκε σε ηλικία 95 ετών, στις 28 Μαρτίου 1992.


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ.


Φυλάσσεται στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, στο Άγιο Όρος.


Ο Άγιος Απόστολος Βαρθολομαίος
Τέμπερα σε χαρτί του Φώτη Κόντογλου, 1956.
Εθνική Πινακοθήκη
πηγή
Το όνομα ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ σημαίνει
«υιός του Θολομαίου» και οι
 πληροφορίες για τον Απόστολο Βαρθολομαίο στην Καινή Διαθήκη και την εκκλησιαστική παράδοση είναι ελάχιστες. 

Το όνομά του αναγράφεται μόνον στην αναφορά των ονομάτων των Δώδεκα Αποστόλων (Ματθ. 10, 3. Μάρκ. 3, 18. Λουκ. 6,14. Πράξ. 1, 13) και η Εκκλησία τον ταύτισε με τον Ναθαναήλ, του οποίου το όνομα αναφέρεται πάντοτε με αυτό του Φιλίππου. 

Καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας και προφανώς το όνομα Βαρθολομαίος χαρακτηρίζει το πατρώνυμο του Ναθαναήλ. 

Οι λόγοι της ταύτισης αυτής είναι α) ότι στους καταλόγους των Μαθητών στα Συνοπτικά Ευαγγέλια (Ματθ. 10, 3. Μάρκ. 3, 18. Λουκ. 6,14.) και στις Πράξεις (1,13) ονομάζεται μόνο ως Βαρθολομαίος, ενώ στον κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (21, 2. 1, 43-52.) μόνο ως Ναθαναήλ. 

β) Οτι στους καταλόγους αυτούς συγκαταριθμείται μόνο με τον Φίλιππο και αυτό είναι σύμφωνο προς την πληροφορία του Ιωάννου, ότι ο Φίλιππος προσκαλεί τον Ναθαναήλ, για να δει τον Μεσσία Ιησού, βέβαια ξεκίνησε να Τον συναντήση με κάποια δυσπιστία (ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;), αλλά όταν τελικά Τον συνάντησε και συνομίλησε μαζί Του είπε: ῥαββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.

Μαρτύριο Αποστόλου Βαρθολομαίου και μαρτύριο
Αποστόλου Βαρνάβα.
Μηνολόγιο Οξφόρδης (14ος αι.)
πηγή
Ο ιερός
Αυγουστίνος (PL 36, 788.) υποστήριζε ότι ο Ιησούς δεν επέλεξε τον Ναθαναήλ ως μαθητή Του, διότι γνώριζε το Νόμο, ενώ οι Μαθητές όλοι ήταν αγράμματοι, αλλά στον Ιωάννη (21, 2.) ο Ναθαναήλ εμφανίζεται ως Μαθητής του Κυρίου. 

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, δοθέντος του ότι οι Ιουδαίοι είχαν συνήθως δύο ονόματα, προτίμησε, φαίνεται, το όνομα Ναθαναήλ ως εκφραστικώτερο (σημαίνει ο Θεός δίδει) αντί του πατρωνυμικού ονόματος Βαρθολομαίος ενώ κατά τη Συριακή παράδοση ονομαζόταν Ιησούς και αναγκάστηκε να αλλάξει το όνομά του όταν μπήκε στον κύκλο των μαθητών του Χριστού, αφού τον προσκάλεσε ο φίλος του Απόστολος Φίλιππος με τα λόγια «Ὃν έγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ». Και γι' αυτόν είπε ο Χριστός: «Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι».

Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει την πληροφορία ότι ο Βαρθολομαίος κήρυξε στην Ινδία, όπου θανατώθηκε περίπου το 68, στην πόλη Ουρβανούπολη, κάποιες άλλες μαρτυρίες αναφέρουν πως κήρυξε στην Ευδαίμονα Αραβία, την Καραμανία και την Αιθιοπία ενώ σύμφωνα με άλλη παράδοση, στα τέλη της ζωης του βρέθηκε να κηρύττει στη Μεγάλη Αρμενία, όπου συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες και θανατώθηκε με σταυρικό θάνατο, με το κεφάλι προς τα κάτω, κατά διαταγή του βασιλέως Αστυάγη. 

Λόγω των πολλών θαυμάτων που έκανε το σκήνωμά του, οι ειδωλολάτρες το  έκλεισαν σε λάρνακα, ρίχτηκε στη θάλασσα και βρέθηκε στις νήσους Λιπάρες (Λίπαρι) κοντά στη Σικελία, όπου και κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός επ ενόματή του και παρέμεινε εκεί ώς το 829 οπότε και η Λιπάρα ερημώθηκε από Αγαρηνούς πειρατές. Τότε, «επί Λουδοβίκου» (μάλλον του Α΄, γιού του Καρλομάγνου, δηλ. μεταξύ των ετών 814 - 840) κάποιοι Αμαλφηνοί μετέφεραν τό άγιο λείψανο στό Βενεβέντο της Ιταλίας, όπου καί σήμερα υπάρχει μέρος των αγίων λειψάνων του Αποστόλου.

Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 11 Ιουνίου και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 25 Αυγούστου, ενώ στην Καθολική Εκκλησία η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου.


Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΩΖΩΝΤΟΣ, ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ.

Φυλάσσονται στην Ιερά Μητρόπολη Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου.



Ο Άγιος μάρτυς Σώζων
πηγή
Ο Άγιος Σώζων έζησε κατά τον 3ο αιώνα και καταγόταν από την Λυκαονία της Μικράς Ασίας, ζούσε στην Κιλικία και ήταν βοσκός στο επάγγελμα ενώ πριν γίνει χριστιανός ονομαζόταν Ταράσιος. 

Κάποτε ο Σώζων πήγε στην Πομπηιούπολη της Κιλικίας και με θλίψη αντίκρισε παντού ειδωλολατρικά αγάλματα, γεμάτος οργή μπήκε στο ναό της Αρτέμιδος και έκοψε το δεξί χέρι από το χρυσό άγαλμα, έπειτα πήγε στην αγορά, το πούλησε και μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς της περιοχής.

Ο Σώζων παραδόθηκε μόνος του στους φύλακες του ναού και οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα Μαξιμιανό που προσπάθησε να μεταπείσει τον Άγιο να ασπαστεί τα είδωλα, όμως ο Σώζων παρέμεινε ακλόνητος στη χριστιανική πίστη, έτσι βασανίστηκε φρικτά και βρήκε μαρτυρικό θάνατο στη φωτιά. 

Στη βυζαντινή εποχή προστάτης της Λήμνου ήταν ο Άγιος Αλέξανδρος, του οποίου το λείψανο φυλασσόταν στη Λήμνο ως το 1904, αναφέρεται μάλιστα σε κώδικα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας αλλά μετά από την κλοπή του σκηνώματός του και τη μεταφορά του στη Βενετία, φαίνεται πως η μνημόνευση του Αγίου Αλεξάνδρου ως πολιούχου της Λήμνου, σταδιακά εξασθένησε.

Το μαρτύριο του Αγίου Σώζων
πηγή

Η καθιέρωση του Αγίου Σώζοντος ως προστάτη του νησιού της Λήμνου.

Μετά την καταστροφή του 1770 κατά την διάρκεια των Ορλωφικών, Λήμνιοι έμποροι και ναυτικοί ήρθαν σε επαφή με την Ευρώπη, τη Ρωσία και την Αίγυπτο, απέκτησαν πλούτο και σιγά - σιγά άρχισαν να ξαναχτίζουν τους παλιούς και μισοερειπωμένους Ναούς των χωριών τους.

Οι Λημνιοί καραβοκύρηδες ταξίδευαν στην Πόλη, στη Σμύρνη και στην Αλεξάνδρεια, στα λιμάνια του Αιγαίου και της Μαύρης Θάλασσας και στο δρόμο τους προς τα Δαρδανέλια αγνάντευαν το νησί τους από μακριά. 

Ένα εξωκκλήσι, που βρισκόταν από παλιά στη ΝΑ ακτή της Λήμνου, τους έδινε κουράγιο και δύναμη να συνεχίσουν τη μάχη τους με τη θάλασσα, είναι ο ναΐσκος του Αγίου Σώζοντος, που βρίσκεται κοντά στο χωριό Φυσίνη και τον θεωρούσαν σωτήρα τον Άγιο Σώζο, διότι κάποτε έσωσε τους ναυαγούς μετατρέποντας την κάπα του σε βάρκα. 

Όταν αντίκριζαν από μακρυά τα αναμμένα καντήλια του σταυροκοπιόνταν και έκαναν μια ευχή, ο Άγιος Σώζων να τους έχει καλά, ώστε να επιστρέψουν σώοι στο νησί τους αλλά και όταν κινδύνευαν από κάποια θαλασσοταραχή, πάλι στο δικό τους Άγιο απευθύνονταν για σωτηρία  «Άγιε μου Σώζο σώσε μας!», έταζαν άλλος εικόνα, άλλος μια λειτουργία, ό,τι ο καθένας μπορούσε. 

Το Ιερό Προσκύνημα του Αγίου Σώζων στην Λήμνο
πηγή

Αλλά και οι κάτοικοι του νησιού, που πρόσμεναν τους θαλασσοδαρμένους συγγενείς τους, στον Άγιο Σώζο κατέφευγαν με παρακλήσεις και τάματα να τους φέρει πίσω γερούς, επιπλέον, η ιδιότητα του αγίου ως βοσκού, τον έκανε δημοφιλή στους Λήμνιους κεχαγιάδες.

Έτσι σταδιακά ο Άγιος Σώζων έγινε για τη Λημνιά ναυτοσύνη και για τις οικογένειες των ξενιτεμένων ο προστάτης τους, ο άγιος στου οποίου το πανηγύρι όφειλαν να πάνε κάθε χρόνο στις 7 Σεπτέμβρη και προς τα τέλη του 19ου αιώνα καθιερώθηκε να τιμάται, ως πολιούχος της Λήμνου. Στην ανάδειξη του αγίου σε παλλήμνιο άγιο συνέβαλε και ο Μητροπολίτης Ιωακείμ, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω δημοσίευμα: «Αλλά και άλλος λόγος ωθεί τους χριστιανούς να σπεύδωσιν όπως ανυψώσι μετ' ευλαβείας εν κηρίον εις τον άγιον και να ενισχύωσιν εκ του υστερήματός των το ταμείον της εκκλησίας. Είνε η φήμη ήτις φέρει ότι ο Άγιος Σώζων εμφανισθείς καθ' ύπνους προς τον άλλοτε μητροπολίτην Λήμνου Ιωακείμ κατέφερε κατ' αυτού, εκφρασθέντος μετά περιφρονήσεως, κτυπήματα δια της τεραστίας ράβδου την οποίαν φέρει ως έμβλημα του ποιμενικού επαγγέλματος αυτού εννοείται το γεγονός όχι μόνον δεν απεκρύβη υπό του Σεβασμιωτάτου αλλά και διεδόθη παρά τούτου σπεύσαντος να μεταβή εις Άγιον Σώζοντα και να ζητήση συγχώρησιν δια την βλασφημίαν».

Το εκκλησάκι του Αγίου Σώζων, στην Λήμνο
πηγή

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία εορτασμού του Αγίου, ως πολιούχου είναι του 1906 σε εφημερίδα της Αιγύπτου ενώ σύμφωνα με την παράδοση ο Ναός κτίστηκε σε αυτή τη θέση έπειτα από υπόδειξη του ιδίου του Αγίου.

Στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα ο Ναός υπήρχε παλιά αγίασμα, πηγάδι με γλυκό νερό στο επίπεδο της θάλασσας, όπου εκεί, κάτοικος του χωριού Φυσίνη βρήκε μια παλιά εικόνα του Αγίου, την πηγε στο χωριό, αλλά το πρωί η εικόνα βρέθηκε πάλι στο ακρωτήρι κοντά στο αγίασμα. 

Αυτό έγινε πολλές φορές, ώσπου ο Άγιος παρουσιάστηκε σε έναν ευσεβή βοσκό και του υπέδειξε τον τόπο που ήθελε να χτίσουν εκκλησία και να τοποθετήσουν την εικόνα του, του είπε να ξεκινήσει το πρωί, όπως κάθε μέρα, να πάει προς τη μάντρα του και εκείνος θα τον καθοδηγήσει.

Έτσι και έκανε, όμως όπως περπατούσε πίσω του ήταν νύχτα και μπροστά του, στο δρόμο προς το ακρωτήρι, ήταν ημέρα. Εφτασε στο ακρωτήρι στον τόπο όπου κάθε μέρα βρισκόταν η εικόνα και εκεί το φαινόμενο σταμάτησε, κατάλαβε ότι αυτό ήταν το μέρος που ο άγιος ήθελε να χτιστεί ο Ναός, του έκτισε εκεί ένα εξωκκλήσι και αργότερα ένα μεγαλύτερο Ναό.

Ο θαυματουργός τρόπος με τον οποίο ο Άγιος υπέδειξε τη θέση του Ναού έγινε γνωστός σε όλη τη Λήμνο, και πλήθος προσκυνητών συρρέουν στη γιορτή του στις 7 Σεπτεμβρίου ενώ καθιερώθηκε 3μερο παλλημνιακό πανηγύρι. 



Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Η ΣΙΑΓΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗ.


 


Ο Άγιος παπα – Δημήτρης Γκαγκαστάθης γεννήθηκε το 1902 στο χωριό Πλάτανος Τρικάλων, από γονείς απλούς, φτωχούς αλλά πολύ πιστούς και ενάρετους, τον Χρήστο και την Αικατερίνη. Από μικρό παιδί τούς βοηθούσε στα χωράφια και φύλαγε τα λιγοστά ζώα πού είχαν. Γράμματα δεν έμαθε πολλά, παρά λίγα στο Δημοτικό σχολείο.

Διαβάζοντας τούς βίους των άγιων τής εκκλησίας άναψε μέσα του η επιθυμία να τούς μιμηθεί, σηκωνόταν τα μεσάνυχτα και προσεύχονταν, έκανε μετάνοιες ενώ ιδιαίτερα τον ευχαριστούσε να προσεύχεται στο ναό των Ταξιαρχών που ήταν κοντά στο σπίτι του.

Σέ ηλικία 19 των, το 1921 κατατάχθηκε στη Χωροφυλακή και έλαβε μέρος στην Μικρασιατική εκστρατεία, όπως έγραψε ο ίδιος: «Εφθασα στήν Σμύρνη Σάββατο, τήν ρα πού κτυποσαν ο καμπάνες. Τί συγκινητικόν το! Αργά τήν νύκτα ρχεται καί πάλιν γέρων (ννοε τόν Αρχάγγελο) καί μο λέγει: νά (...) πς ες τό δεύτερο λιμάνι. Περί ώρα 9, παρά τέταρτο, νά μπες ες τό πλοον καί θά βγες ες τήν Χίον. Εγώ θά εμαι μαζί σου, μή φοβεσαι. Ετσι κι γινε. Βγκα ες τήν Χίο καί πειτα στήν Αθήνα. Από τήν Αθήνα μέ έστειλαν ες τήν Κομοτηνή. Εκε τακτικά εκκλησιαζόμουν καί μαθον καί τήν ψαλτική».

Ο τάφος του αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη όπισθεν του 
Ιερού Βήματος του Ιερού Ναού Ταξιαρχών στον Πλάτανο
Τρικάλων που διακόνησε πολλά χρόνια ως εφημέριος.
πηγή

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα μετατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό όπου ολοκλήρωσε την θητεία του το 1924 και επέστρεψε στο χωριό του και ολοκλήρωσε το Δημοτικό σχολείο. Αργότερα φοίτησε στην ιερατική σχολή στην Τρίπολη γιατί επιθυμούσε να γίνει ιερέας.

Παντρεύτηκε στον Ναό του Αγίου Νικολάου, με την συγχωριανή του Ελισάβετ Κουτσιμπίρη τού Στεφάνου με την οποία απέκτησε εννέα θυγατέρες από τίς οποίες η μια κόρη του (η μικρότερη) είναι σήμερα η Γερόντισσα Ισιδώρα, η νύν ηγουμένη της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Ζάρκου Τρικάλων ενώ εγγονή του, η μοναχή Ιγνατία, μονάζει στην Ιερά Μονή Κορπόβου Λαγκαδιάς Τρικάλων.

Όταν στο χωριό του έμεινε κενή η θέση τού Ιερέα με την υπόδειξη των κατοίκων στον τότε Μητροπολίτη Πολύκαρπο γίνεται διάκονος στις 24 Μαίου του 1931 και στις 26 του ίδιου μήνα ιερέας όπου διακόνησε στο χωριό του έως το 1973 όταν και αποσύρθηκε λόγω προβλημάτων υγείας, αφού το 1970 διαγνώστηκε με καρκίνο.

Το 1973 νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα της Αθήνας για «ανώτερες σπουδές», όπως έλεγε χαριτολογώντας ενώ στίς 29 Ιανουαρίου του 1975, μετά από πολύμηνους φρικτούς πόνους κοιμήθηκε.

Πριν αναχωρήσει για τίς σκηνές των δικαίων έλεγε: «Όταν βρω εκεί θέση, τότε θα έρχομαι και θα σάς βοηθώ. ῎Αμ, πώς! Θα ξεχάσω τα πνευματικά μου παιδιά;»

Τον Ιούλιο του 2025, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εκτιμώντας τον βίο και τις αρετές του πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάθη, προχώρησε στην επίσημη αγιοκατάταξή του.



Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟ - ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ π. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ΧΑΡΤΟΥΛΑΡΗ.

πηγή


Φυλάσσεται στον Ιερό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Γεωργίου Βροντάδου, στην Χίο.


Ο ιερός Καθεδρικός Ναός του Αγίου Γεωργίου
Βροντάδων Χίου.
πηγή
Την Μεγάλη Πέμπτη, στις 30 Μαρτίου του 1822  η τουρκική αρμάδα παρέπλεε τα παράλια τού Βροντάδου, βομβαρδίζοντας και σπέρνοντας τον πανικό στους κατοίκους της Χίου.

Την ίδια στιγμή ο Ιερο - εθνομάρτυρας πάτερ Σταμάτιος Χαρτουλάρης λειτουργούσε στο Ναό του Αγίου Γεωργίου Βροντάδων, μόνος, μη δεχόμενος να διακόψει την λειτουργία πριν από το τέλος της.

Οι Τούρκοι, πού βρίσκονταν μέσα στο φρούριο, πήραν θάρρος, άνοιξαν τίς πύλες και όρμησαν εναντίον των Χριστιανών. Μία ομάδα από τούς εξελθόντες Τούρκους με αρχηγό τον Χουσεΐν Βεζυράκη (Κανταρτζή), ιδιοκτήτη αγροκτήματος κοντά στον χείμαρρο Αρμένη, κατευθύνθηκε στόν Βροντάδο.

Το μαρτύριο του π. Σταμάτιου Χαρτουλάρη, πίνακας του
Γεώργιου Παναγιωτάκη.
πηγή
Αφού λεηλάτησαν και έκαψαν εγκαταλελειμμένες οικίες, έφθασαν στον περίβολο τού Ναού του Άγιου Γεωργίου, στην Ωραία Πύλη τού οποίου, ατάραχος, ο παπα Σταμάτης Χαρτουλάρης διάβαζε το Ευαγγέλιο τού Νιπτήρος.

Οι Τούρκοι εισέβαλαν με γυμνά ξίφη στο Ναό και, βλέποντες τον Ιερέα να συνεχίζει με δάκρυα στα μάτια την ανάγνωση τού ιερού Ευαγγελίου, ορμούν, με ύβρεις και λύσσα, εναντίον του: «Νταχά σολιορσούν Γκιαούρ» φωνάζουν και, με τα λόγια αυτά, τον αρπάζουν από τίς τρίχες τής κεφαλής, τον κτυπούν με τα ξίφη, τού κόβουν την γλώσσα, τον ποδοπατούν και αφού τον τυράννησαν, τον έσυραν αιμόφυρτο εντός τού Ιερού Βήματος και τον αποκεφάλισαν επί των βαθμίδων τής Άγιας Τραπέζης, κάτω από την οποία, έκρυψαν την κεφαλή του και αφού λεηλάτησαν τον Ναό, τον έκαψαν, έτσι αποτεφρώθηκαν και τα λείψανα του μάρτυρα ιερέα.

Μετά την επιστροφή των κατοίκων της Χίου από την Σύρο και τα άλλα νησιά που είχαν καταφύγει για να σωθούν από την σφαγή, οι κάτοικοι τού Βροντάδου, ανασκάπτοντες τα ερείπια τού Ναού, βρήκαν ημίκαυστη την τίμια κάρα τού μάρτυρος Ιερέως που φυλάσσεται σήμερα στο Ιερό Βήμα τού Ναού εντός απλού κιβωτίου.

Πάνω σέ αυτήν ο Αρχιμανδρίτης Στέφανος Τσιχλής, προϊστάμενος τού Ναού, αργότερα έγραψε: «Η πάνσεπτος Κάρα τού νέου Ἱερομάρτυρος Σταματίου Πρεσβυτέρου τής Εκκλησίας Αγίου Γεωργίου Βροντάδου τής Χίου, ευρόντος φρικτό μαρτυρικό θάνατον εν αυτώ το Ναό υπό των άπιστων Αγαρηνών εν ω ετέλει την Θεία Μυσταγωγία, μη θελήσαντος να την αφήσει ατελείωτων εν γνώσει τού μέλλοντος τέλους αυτού 1822».

Για τον μάρτυρα αυτό ιερέα ισχύουν τα εξής των Ιερών τής Εκκλησίας μας Κανόνων: «Ἐάν τόν λειτουργόν ἐπιπέσωσιν ἐχθροί ἤ ἀλλόφυλοι ἤ αἱρετικοί καί φονεῖς καί δέν δύναται νά τελειώσῃ τήν θείαν λειτουργίαν πρέπει νά συστείλῃ τά Ἅγια, διά νά μή μείνωσιν εἰς χλεύην καί ἐμπαιγμόν ἐκείνων τῶν ληστῶν. Αὐτός δέ θέλει φύγει ἄν δύναται. Εάν δέ μείνῃ κρεῖττον εἶναι, καί αν φονευθῇ, ως μάρτυς στεφανούται». (Ιερά Ανθολογία, έκδοσις Γ´, Περί των σεπτών καί θείων επτά Μυστηρίων της Εκκλησίας υπό Δανιήλ Γεωργοπούλου της εν Δημητσάνη Σχολής, σελ. 92, εγκριθείσα υπό Ανδρούσης Ιωσήφ, Ταλαντίου Νεοφύτου, Τριπόλεως Δανιήλ, καί Καλλινίκου Καστόρχη).

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με την εγκύκλιο 3047 στις 19 Ιουλίου του 2021 και αριθμό πρωτοκόλλου 3019 κατέταξε στα Αγιολογικά Δελτία, τους κατά του 1822 καταστροφή της Χίου αναιρεθέντων Ιερομαρτύρων και Εθνομαρτύρων, μεταξύ αυτών και του ιερέως Σταμάτιου Χαρτουλάρη. 

Η μνήμη του τιμάται, μαζί με τους υπόλοιπους μάρτυρες της Σφαγής της Χίου, που αναφέρονται ονομαστικά στην εγκύκλιο 3047, την Κυριακή του Παραλύτου (η τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα).