Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΣΙΑ ΙΟΝΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΣΙΑ ΙΟΝΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2023

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ, ΛΕΥΚΑΔΑ.


Η Ιερή Εικόνα Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδας (γνωστή και με τα προσωνύμια «Παναγία Φανερωμένη» ή «Κυρά Φανερωμένη») είναι ιερό κειμήλιο, έργο τέχνης του 19ου αιώνα και αποτελεί μια από τις περίφημες εικόνες της Παναγίας που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδας.

Η ιερά Μονή Παναγίας Φανερωμένης στην Λευκάδα
πηγή
Ιστορικά στοιχεία.

Η ιστορία της Ιερής Εικόνας είναι στενά συνυφασμένη με την ιστορία της Ιεράς Μονής και χωρίζεται σε δύο περιόδους: Την περίοδο της πρώτης (πρωτότυπης) εικόνας και την περίοδο της δεύτερης εικόνας.

α) Πρώτη εικόνα (5ος αιώνας μ.Χ. – 1886).

Η Μονή παρουσιάζεται για πρώτη φορά το 332 όπου, σε προυπάρχοντα ναό αφιερωμένο στην Παναγία, εγκαθίστανται δύο μοναχοί και χτίζουν τα πρώτα κελιά. Σύμφωνα με την παράδοση τον 5ο αιώνα παραγγέλνεται από τους μοναχούς της Μονής η αγιογράφηση της Ιερής Εικόνας στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί το έργο αναλαμβάνει ένας ιερομόναχος, ο Κάλλιστος, εφημέριος του ναού της Αγίας Σοφίας και αγιογράφος. Ο Κάλλιστος δεν είχε σκεφτεί το θέμα της εικόνας και ενώ είχε προετοιμάσει τη σανίδα στην οποία θα την αγιογραφούσε δεν είχε καταλήξει στη μορφή που θα έδινε στην Παναγία. Έτσι, και συμφωνα με τη παράδοση, μετά από μέρες προσευχής και νηστείας η μορφή της Παναγίας εμφανίστηκε στο ξύλο και στη συνέχεια ο ίδιος προσέθεσε τα χρώματα. Για το λόγο αυτό, επειδή δηλαδή η μορφή της Παναγίας φανερώθηκε, έδωσε και στην εικόνα τον τίτλο «Πεφανερωμένη» (αυτή που έχει φανερωθεί). Για τον ίδιο λόγο πήρε και το προσωνύμιο «Αχειροποίητος» (που δεν έγινε από ανθρώπινο χέρι). Η εικόνα έφτασε στη Λευκάδα και εορτάζοταν το Σάββατο του Ακάθιστου Ύμνου.

Κατά τους επόμενους αιώνες υπάρχουν πληροφορίες μόνο από προφορικές παραδόσεις για κάποια θαύματα. Το 1642 καταστρέφεται το Καθολικό της Μονής από πυρκαγιά όχι όμως η εικόνα. Δεν συνέβη το ίδιο το 1886 όταν μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς το καθολικό και την Ιερή Εικόνα. Αυτό είναι και το τέλος της περιόδου της πρώτης εικόνας.

Άποψη του περίτεχνου τέμπλου του Καθολικού της Μονής
πηγή
β) Δεύτερη εικόνα (1887 – σήμερα).

Μετά την καταστροφή του Καθολικού και της εικόνας το 1886 o τότε ηγούμενος Φιλάρετος Καρύδης ανέθεσε στο αγιορείτη ιερομόναχο Βενέδικτο Καββαδά να βρει στο Άγιο Όρος κατάλληλο αγιογράφο για να αγιογραφήσει πιστό αντίγραφο της Ιερής Εικόνας. Ο ιερομόναχος Βενέδικτος Καββαδάς ανέθεσε στον αγιογράφο και ιερομόναχο της συνοδείας των Γαλατσιάνων του Καρακαλινού κελιού του Γενεσίου της Θεοτόκου στις Καρυές του Αγίου Όρους Βενιαμίν Κοντράκη την αγιογράφηση της Ιερής Εικόνας. Ο Κουτλουμουσιανός ιερομόναχος Ανατώλιος Μεσολογγίτης καθώς και Λευκαδίτες που βρίσκονταν τότε στο Άγιο Όρος βοήθησαν οικονομικά την αγιογράφηση της εικόνας. Η αγιογράφηση ολοκληρώθηκε το 1887.

Η Ιερή Εικόνα έφτασε στη Λευκάδα την παραμονή του Αγίου Πνεύματος 24 Μαΐου (Ιουλιανό) / 5 Ιουνίου (Γρηγοριανό) 1887 όπου την υποδέχτηκε κλήρος και λαός. Την επόμενη ημέρα ανήμερα του Αγίου Πνεύματος 25 Μαΐου (Ιουλιανό) / 6 Ιουνίου (Γρηγοριανό) 1887 έγινε η «ενθρόνιση» της στο καθολικό της Ιεράς Μονής. Έκτοτε η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδας τιμάται κάθε χρόνο ανήμερα του Αγίου Πνεύματος.

Περιγραφή.

Η εικόνα αποτελεί έργο Αγιορείτικης αγιογραφίας του 19ου αιώνα με προφανείς δυτικές επιδράσεις. Είναι διαστάσεων 120 εκατοστά ύψος και 80 εκατοστά πλάτος. Το θέμα της είναι καθαρά προσωπογραφικό χαρακτηριστικό δείγμα του τύπου της «Κυρίας των Αγγέλων». Αποτελείται από τέσσερα πρόσωπα: Την Παναγία, τον Ιησού Χριστό, και τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ. Για την αγιογράφηση της εικόνας χρησιμοποιήθηκε από τον αγιογράφο σε μεγάλο βαθμό η τεχνοτροπία της ακιδογραφίας ή περισσότερη γνωστή ως sgraffito. Κατά την τεχνική του sgraffito η επιφάνεια του ξύλου στρώνεται με ένα προκαταρκτικό χρώμα, στη συνέχεια επιστρώνεται με δεύτερο χρώμα και τέλος η δεύτερη στρώση χρώματος, το επίχρισμα, με τη βοήθεια ακίδας αφαιρείται ώστε το αποτέλεσμα να έχει το χρώμα του υποστρώματος. Στην περίπτωση της εικόνας το υπόστρωμα είναι φύλλο χρυσού.

Τα πρόσωπα.

Κεντρικό πρόσωπο της εικόνας είναι ο Ιησούς Χριστός. Κάθεται στην αγκαλιά της μητέρας του, της Παναγίας. Κοιτάζει ευθεία προς τον παρατηρητή, το βλέμμα του είναι ρεαλιστικό και επιβλητικό ενώ το ευρύ του μέτωπο αντικατοπτρίζει τη θεϊκή του σοφία. Στο κεφάλι έχει φωτοστέφανο σε χρυσές αποχρώσεις με εγχάρακτο ένα σταυρό στις τρεις κεραίες του οποίου διακρίνεται η επιγραφή «Ο ΩΝ». Με το δεξί του χέρι ευλογεί ενώ με το αριστερό κρατάει ένα βιβλίο, πιθανότατα, το Βιβλίο της Ζωής. Τα ρούχα του αποτελούνται από το χιτώνα (εσωτερικό ένδυμα) σε γήινες αποχρώσεις και το μανδύα (εξωτερικό ένδυμα) σε βαθύ μπλε χρώμα με τις πτυχές του να φωτίζονται από αποχρώσεις του χρυσού με πραγματική χρυσαλοιφή.

Η Παναγία κάθεται σε θρόνο και είναι το κυρίαρχο πρόσωπο της εικόνας. Κοιτάζει επίσης ευθεία προς τον παρατηρητή ενώ το πρόσωπό της είναι φωτεινό και έχει ήπια χαρακτηριστικά. Στο κεφάλι έχει χρυσό φωτοστέφανο διακοσμημένο με ακτίνες. Κρατάει στην αγκαλιά της τον Ιησού Χριστό και συγκεκριμένα με το δεξί χέρι της ανασηκώνει το αριστερό πόδι του και με το αριστερό χέρι της δείχνει προς τον Χριστό. Τα ρούχα της αποτελούνται από το χιτώνα (εσωτερικό ένδυμα) σε βαθύ μπλέ χρώμα, όπως ακριβώς και ο μανδύας του Χριστού, και το μαφόριο (εξωτερικό ένδυμα). Το μάφοριο, με την εξαιρετική τεχνοτροπία, απεικονίζεται ως χρυσοποίκιλτο ένδυμα χρώματος ροζ και λεπτομέρειες σε βαθύ κόκκινο. Στην άκρη, στο σιρίτι, διακρίνεται η τεχνική του στιλβωτού σε χρυσή απόχρωση με σκιές από το σπάνιο ορυκτό χρώμα «αίμα το δράκου» και διακόσμηση από εγχάρακτα γεωμετρικά σχέδια. Από το μαφόριο στους βραχίονες κατά μήκος των γαλονιών κρέμονται χρυσά κρόσσια καθώς και τρία χρυσά αστέρια στους ώμους και στο μέτωπο. Η αντιστροφή χρωματική αντιστοίχιση στα ρούχα του Ιησού Χριστού και της Παναγίας ισορροπεί εικαστικά τις χρωματικές αναλογίες της εικόνας. Κάτω από το χιτώνα προεξέχουν τα υποδήματα της Παναγίας χρώματος κόκκινου με λεπτομέρειες σε χρυσές αποχρώσεις.

Στα πλαϊνά στηρίγματα του θρόνου εκατέρωθεν στηρίζονται όρθιοι οι δύο Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, κοιτούν προς το μέρος του Χριστού και της Παναγίας με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος τους. Στο κεφάλι έχουν ακτινωτούς φωτοστέφανους στις αποχρώσεις του χρυσού ενώ πάνω ακριβώς από τους φωτοστέφανους διακρίνονται τα χρυσά καλλιγραφικά μονογράμματα «Μ» και «Γ» αντίστοιχα. Τα ρούχα τους αποτελούνται από τα στοιχάρια (εσωτερικά ενδύματα) και τους μανδύες (εξωτερικά ενδύματα). Τα στοιχάρια με λεπτομέρειες από φυτικό διάκοσμο είναι δουλεμένα με την τεχνική του sgraffito δίνοντας την εντύπωση του υφαντού. Οι μανδύες είναι χρώματος κόκκινου και ροζ. Τα φτερά τους σε αποχρώσεις του γκρι και του πράσινου πλαισιώνουν σχηματικά τις μορφές της εικόνας με αρμονία.

Άλλα στοιχεία της εικόνας.

Ο θρόνος που κάθεται η Παναγία δεσπόζει σε ολόκληρη την εικόνα. Η πλάτη του θρόνου είναι στολισμένη με φυτικά σχέδια σε βαθύ μπλε χρώμα που λόγω της οξείδωσης του βερνικιού είναι πλέον δυσδιάκριτα. Σε πολλά σημεία δίνεται η εντύπωση του σκαλισμένου ξύλου όπως στα πλαϊνά στηρίγματα που είναι διακοσμημένα με σκαλιστά φύλλα άκανθας. Λεπτομέρεια που μπορεί να περάσει απαρατήρητη είναι το μαξιλάρι στο κάθισμα του θρόνου σε απόχρωση του μπλε του ουρανού.

Στο φόντο, στο πάνω μισό της εικόνας, απεικονίζεται το μοτίβο με συστάδες φυλλωμάτων. Είναι δουλεμένο με τις τεχνοτροπίες του στιλβωτού και του sgraffito. Στην κορυφή στο κέντρο μέσα σε λευκό πλαίσιο με χρυσούς κεφαλαίους καλλιγραφικούς χαρακτήρες αναγράφεται το προσωνύμιο της Παναγίας της εικόνας «ΠΕΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ» ενώ στα άκρα οι συντομογραφίες σε κυκλικά λευκα πλαίσια πάλι με χρυσούς κεφαλαίους καλλιγραφικούς χαρακτήρες «ΜΡ» δηλαδή Μήτηρ και «ΘΥ» δηλαδή Θεού.

Στο κάτω μέρος το υποπόδιο του θρόνου είναι χρώματος γαλανού πιθανότητα ως συμβολική απεικόνιση του Ιονίου Πελάγους. Έχει υποστεί και αυτό χρωματικές αλλοιώσεις με το πέρασμα του χρόνου δίνοντας το αποτέλεσμα περισσότερο απόχρωσης του πράσινου. Στις κάτω γωνίες αναγράφονται σε πράσινο φόντο και με καλλιγραφικά χρυσά γράμματα στη μεν κάτω αριστερή γωνία τα ονόματα των δωρητών: «Δαπάνη Βενεδίκτου Ιερομονάχου Καββαδά. Ανατωλίου μοναχού Μεσολογγίτου, καί Αγιορίται Λευκάδιοι πολίται» και στην κάτω δεξιά γωνία η υπογραφή του αγιογράφου το έτος και ο τόπος αγιογράφησης: «Εν Αγίω Όρει τοῦ Ἄθῳ τῷ ᾳωπζ! (1887) Χειρεί Βενιαμίν Ιερομονάχου Κ. Κοντράκη».

Το προσκυνητάρι της θαυματουργής εικόνας
πηγή
Ο «Θρόνος της Κυράς».

Η Ιερή Εικόνα σήμερα φυλάσσεται στο Καθολικό της Ιεράς Μονής σε ειδικό χώρο για προσκύνημα κατά τις ώρες που είναι ανοιχτή η Μονή. Ο χώρος αυτός, το προσκυνητάριο της Ιερής Εικόνας ή ο «Θρόνος της Κυράς» όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται, είναι στην ουσία το δεξιό τμήμα του ιερού του Καθολικού με είσοδο την δεξιά είσοδο του τέμπλου του Καθολικού. Εκεί η Ιερή Εικόνα πλαισιώνεται από εκατοντάδες τάματα πιστών, κανδήλια, κειμήλια της Μονής, λείψανα Αγίων καθώς και τμήμα Τίμιου Ξύλου.

Εορτή της Παναγίας Φανερωμένης Λευκάδας.

Η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδας είναι κινητή εορτή και εορτάζεται τη Δευτέρα ανήμερα του Αγίου Πνεύματος. Αποτελεί θρησκευτική εορτή για όλο το νησί της Λευκάδας καθώς και για τους απανταχού Λευκαδίτες. Οι εορταστικές εκδηλώσεις ξεκινούν τέσσερις μέρες πριν, την Παρασκευή το απόγευμα, με τον Εσπερινό και την μεταφορά της Ιερής Εικόνας από το «Θρόνο» της στο Νάρθηκα του Καθολικού. Το απόγευμα της παραμονής της εορτής ψάλλεται ο Πανηγυρικός Εσπερινός και ακολουθεί το βράδυ ολονυκτία. Ανήμερα το πρωί ψάλλεται ο Όρθρος και στη συνέχεια τελείται η Θεία Λειτουργία. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας πραγματοποιείται η Λιτανεία της Ιερής Εικόνας γύρω από την Ιερά Μονή. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ψάλλεται ο μεθεόρτιος Εσπερινός και τελείται το κτητορικό μνημόσυνο. Στις εκδηλώσεις προσέρχονται χιλιάδες πιστοί από όλη την Ελλάδα για να προσκυνήσουν την Ιερή Εικόνα.

Το 2012 επίσης ξεκίνησε και η αγιογράφηση του αντιγράφου της Ιερής Εικόνας από τον ιερομόναχο Αρσένιο της Ιεράς Μονής Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδας. Η αγιογράφηση του ολοκληρώθηκε το 2013 και τοποθετήθηκε στο νεόδμητο Νάρθηκα του Καθολικού της Μονής. Έκτοτε καθ’ όλο το έτος η Ιερή Εικόνα βρίσκεται στο προσκυνητάριο της («Θρόνο της Κυράς») στο δεξιό τμήμα του Ιερού και το αντίγραφο της στο Νάρθηκα. Κατά τον τετραήμερο εορτασμό όμως η Ιερή Εικόνα μεταφέρεται στο Νάρθηκα για την διευκόλυνση του προσκυνήματος και τη θέση της στο προσκυνητάριο καταλαμβάνει το αντίγραφο.



Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021

ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΣ.

πηγή

Φυλάσσονται στο το αγιώνυμο παρεκκλήσιο στο Επισκοπείο της Κέρκυρας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

    Ο άγιος Αρσένιος, Μητροπολίτης Κέρκυρας
πηγή
Γεννήθηκε στη Βηθανία το 876 και σύμφωνα με το συναξάρι οι γονείς του ήταν άνθρωποι ευσεβείς και με πίστη ακράδαντη. 

Ο πατέρας του καταγόταν από την Ιερουσαλήμ και η μητέρα του από τη Βηθανία, όντες άτεκνοι σε προχωρημένη ηλικία παρακάλεσαν τον Θεό να τους χαρίσει ένα τέκνο και τάχτηκαν να το αφιερώσουν στην Εκκλησία. 

Έτσι και έγινε, δεν άργησε να συλλάβει η μητέρα του και να φέρει στον κόσμο τον Αρσένιο και όπως είχαν υποσχεθεί μόλις το παιδί έγινε τριών χρόνων το πήραν σε μοναστήρι όπου ο Αρσένιος καθ’ όλη την παρουσία του εκεί διακρινόταν για την ενάρετη ζωή και φιλομάθειά του. 

Σε ηλικία δώδεκα ετών έλαβε το μοναχικό σχήμα και τότε και οι γονείς του εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, έλαβαν και αυτοί το μοναχικό σχήμα και εντάχθηκαν στην αδελφότητα όπου ζούσε ο κατά σάρκα γιός τους.

Ο Αρσένιος μετά τις βασικές σπουδές του στην Βηθανία τις συνέχισε στην Σελεύκεια της Συρίας που ήταν την περίοδο εκείνη σημαντικό κέντρο σπουδών της Ανατολής ενώ ο επίσκοπος της Σελεύκειας σύντομα διέκρινε τα χαρίσματα του Αρσενίου και τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο. 

Ο άγιος Αρσένιος, Μητροπολίτης Κέρκυρας
πηγή
Την περίοδο εκείνη θέλησε να επισκεφθεί τη γενέτειρα του και να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους, κατά τη διάρκεια όμως του ταξιδιού έπεσε σε πειρατές και αιχμαλωτίστηκε, όμως οι πειρατές κάμφθηκαν μπροστά στην ιεροπρέπεια του ανδρός, την πραότητα του χαρακτήρα και το μελίρρυτο των λόγων του και τον απελευθέρωσαν.

Στη συνέχεια και αφού είχαν κοιμηθεί οι γονείς του εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έζησε κοντά στον Πατριάρχη και Άγιο της Εκκλησίας μας Τρύφωνα. Το 933 επί Πατριάρχου Θεοφυλάκτου, γιου του αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ Λεκαπηνού, ο Αρσένιος εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας. 

Μάλιστα αναφέρεται στην εκκλησιαστική ιστορία ότι επί των ημερών του, λόγω της σημαντικής προσωπικότητας του Αρσενίου, ο θρόνος της Εκκλησίας της Κερκύρας από Αρχιεπισκοπικός προήχθη σε Μητροπολιτικός.

Όπως μας αναφέρει το Συναξάρι του Αγίου: «Εκεί (στην Κέρκυρα) ο Αρσένιος επί τον θρόνον αναβάς, τα του βήματος πρώτον κατεκόσμησε και την χειροτονίαν καθαράν και ανεπίληπτον διετήρει. Κατόπιν και τα χρεώδη πατρικώς προμηθούμενος, ορφανών εγένετο πατήρ, χηρών υπερασπιστής, αδικουμένων προστάτης, πεινώντων τροφεύς, πενήτων χορηγός, καταπονουμένων βοηθός, λυπουμένων παράκλησις, ασθενούντων ιατρός, και απλώς ειπείν· τοις πάσιν εγένετο τα πάντα κατά τον θείον Απόστολον· διό και ο Θεός διά της χάριτος των θαυμάτων αυτόν αντήμειψεν».

Ο άγιος Αρσένιος, Μητροπολίτης Κέρκυρας
πηγή
Ο Αρσένιος το 941 έλαβε την πληροφορία ότι Σλάβοι πειρατές που λεηλατούσαν τα απέναντι ηπειρωτικά παράλια επρόκειτο να επιτεθούν και στην Κέρκυρα, βρισκόμενος μπροστά σ’ αυτή την απειλή δεν δίστασε να ταξιδεύσει ο ίδιος προς αυτούς, θέτοντας τη ζωή του σε κίνδυνο, με σκοπό να τους αποτρέψει,  όμως αυτοί, τον συνέλαβαν και τον απείλησαν. 

Οι Κερκυραίοι μόλις πληροφορήθηκαν τις ενέργειες και τη σύλληψη του επισκόπου τους επιβιβάστηκαν στα πλοία και με πίστη και δύναμη επιτέθηκαν στους επιδρομείς, τους έφεραν καίρια πλήγματα, βύθισαν πολλά από τα πλοία τους, ελευθέρωσαν τον επίσκοπό τους και τους καταδίωξαν έως τα λεγόμενα Τετρανήσια (νησίδες που σήμερα ανήκουν στην Αλβανία και βρίσκονται στο στενό βορειοανατολικά της Κέρκυρας).

Το αίσιο αποτέλεσμα γέμισε χαρά τους Κερκυραίους και η ενέργεια του επισκόπου τους εκτιμήθηκε δεόντως, χωρίς αμφιβολία για τους Κερκυραίους ο επίσκοπός τους ήταν ένας ζωντανός άγιος.

Μία ανάλογη πρωτοβουλία για το ποίμνιό του ανέλαβε στα τέλη της ζωής, όταν στα μέσα του 10ου αιώνα υπηρετούσε στην Κέρκυρα ένας διοικητής φιλοχρήματος και δόλιος που στην προσπάθειά του να αποσπάσει υψηλά χρηματικά ποσά από εύπορους Κερκυραίους, τους κατηγόρησε στην αυτοκρατορική αυλή ότι προκαλούν στασιαστικά κινήματα στο νησί. 

Η λειψανοθήκη με τα λείψανα του Αγίου Αρσενίου,
 Μητροπολίτη Κέρκυρας.
πηγή
Ο Αρσένιος αποφάσισε να πάει στην Κωνσταντινούπολη και να εκθέσει ο ίδιος την κατάσταση στον αυτοκράτορα, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του και τις δυσκολίες ενός τόσο μεγάλου και δύσκολου για την εποχή του ταξιδιού. Η παρουσία του ενώπιον του αυτοκράτορα
Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου και οι εξηγήσεις που έδωσε είχαν ως αποτέλεσμα τη διάσωση και την απαλλαγή των κατηγορουμένων από τις συκοφαντίες.

Ο Αρσένιος με χαρά για το αίσιο αποτέλεσμα και σε ηλικία 77 χρόνων, επιβιβάστηκε στο πλοίο για να επιστρέψει στο ποίμνιό του, όμως λόγω της ταλαιπωρίας του πολυήμερου ταξιδιού, του χειμώνα και άλλων κακουχιών ασθένησε κοντά στη Σκύρο και πλησίον της Κορίνθου εκοιμήθη στις 19 Ιανουαρίου του 953 ενταφιάστηκε την Κόρινθο με τις πρέπουσες τιμές.

Η λειψανοθήκη με τα λείψανα του Αγίου Αρσενίου,
 Μητροπολίτη Κέρκυρας.
πηγή
Οι Κερκυραίοι μετά από λίγο καιρό μετέφεραν τα λείψανά του και τα εναπόθεσαν σε καινό μνημείο στον καθεδρικό τους ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που βρισκόταν στο Παλαιό Φρούριο της Κέρκυρας.

Ο Αρσένιος και μετά την κοίμησή δεν άργησε να δείξει σημεία της αγιότητάς του, όπως θαύματα και να τιμηθεί πολύ γρήγορα ως άγιος και πολιούχος της Κέρκυρας για αιώνες μέχρι να πάρει τη θέση αυτή ο Άγιος Σπυρίδων. 

Από τα πρώτα χρόνια της ανδηγαυικής κυριαρχίας της Κέρκυρας (1267 - 1386) άρχισαν τα δεινά, οι Δυτικοί κατακτητές θέλοντας να έχουν καλές σχέσεις με τον Πάπα προσπάθησαν να επιβάλλουν το ρωμαιοκαθολικό δόγμα στην Κέρκυρα και μεταξύ άλλων κατάσχεσαν τον ορθόδοξο καθεδρικό ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, εντός του οποίου βρισκόταν και ο τάφος του Αγίου Αρσενίου καθώς και τα λείψανα του που τα παρέδωσαν στους Ρωμαιοκαθολικούς. 

Τα λείψανα του Αγίου παρέμειναν στους Ρωμαιοκαθολικούς έως το 1944 όταν στις 13 Νοεμβρίου του 1944, μετά τη Γερμανική Κατοχή, ο στρατιωτικός ιερέας Δωρόθεος Χλαμίδης τα επανέφερε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τα παρέδωσε στον Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών Μεθόδιο, τοποθετήθηκαν σε παρεκκλήσιο που δημιούργησε εντός του Μητροπολιτικού Μεγάρου προς τιμήν του Αγίου Αρσενίου ενώ τμήμα αυτών δόθηκε στον ιερό ναό Αγίου Αρσενίου Λευκίμμης. 

Στιγμιότυπο απο την Λιτανεία των
λειψάνων του Αγίου Αρσενίου
Μητροπολίτη Κερκύρας
πηγή
Στην πόλη της Κέρκυρας πραγματοποιείται λιτανεία την παραμονή από το Μητροπολιτικό Μέγαρο προς τον ναό του Παντοκράτορος, όπου τα ιερά λείψανα παραμένουν σε 2ήμερο προσκύνημα ενώ ιδιαίτερα τιμάται στη Λευκίμμη, όπου στους Αναπλάδες υπάρχει μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Αρσενίου, επίσης ναοί του Αγίου Αρσενίου υπάρχουν στα χωριά της Κέρκυρας, Αυλιώτες, Βαλανειό, Ποταμό και Σταυρό.

Πολλοί από τους βιογράφους του Αγίου Αρσενίου αναφέρουν ότι ασχολήθηκε με την εκκλησιαστική ποίηση και συνέγραψε σχετικά κείμενα  και σίγουρα έως τις ημέρες μας έχουν διασωθεί τρεις λόγοι του, ικανοί να μας φανερώσουν την αξιόλογη μόρφωση και τη σπουδαία πνευματική του προσωπικότητα: «Εγκώμιον εις τον Άγιον Ανδρέα τον Πρωτόκλητον», «Εγκώμιον εις την Αγίαν Μεγαλομάρτυραν Βαρβάραν» και «Εγκώμιον εις τον Άγιον Θερίνον τον Μάρτυρα»

Οι Κερκυραίοι αγαπούσαν τον Άγιο Aρσένιο ιδιαίτερα και παρ’όλο που ήταν Μητροπολίτης, τον τιμούσαν σαν «Στρατιωτικό» Άγιο – προστάτη τους, η παλαιά λατρεία του Αγίου Αρσενίου «ατόνησε» μόνο όταν έφτασε στο Νησί το σκήνωμα του Αγίου Σπυριδώνα, αλλά δεν ξεχάστηκε ποτέ.

Η μνήμη του Αγίου Αρσενίου εορτάζεται στις 19 Ιανουαρίου.



Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΓΡΙΛΙΩΤΙΣΣΑΣ

πηγή

Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Αγριλίων σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων ανατολικά από τη σημερινή  Σάμη της Κεφαλλονιάς.

Η ιερά Μονή Παναγίας Αγριλλιώτισσας
πηγή
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση δύο βοσκοί με μία βοηθό τους, έβλεπαν στην περιοχή αυτή, για αρκετά βράδια ένα φώς
«ωσάν τση αστροπής» να φέγγει σε συγκεκριμένο σημείο του λόγγου και αποφάσισαν να πάνε να δούνε τι συμβαίνει. 

Στην ρίζα μια αγριλίδας βρήκανε ένα μικρό εικόνισμα με τις μορφές του Χριστού, της Παναγίας και του Αη Γιάννη του Πρόδρομου, καλυμμένο στην πρόσοψη με εγχάρακτη χρυσή επένδυση.  

Αργότερα το πολύ μικρό αυτό εικόνισμα το ενσωμάτωσαν σε μία υπάρχουσα εικόνα της Θεοτόκου, η οποία επονομάστηκε "Αγριλιώτισσα" και αυτό σύμφωνα με την προφορική παράδοση συνέβηκε στο τέλος του 17ου αιώνα ή στα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα.

Το μικρό θαυματουργό εικόνισμα με τις μορφές
του Χριστού, της Παναγίας και του Αη Γιάννη
του Πρόδρομου (Δέηση)
Ένας από τους βοσκούς το πήρε στο εικονοστάσι του, αλλά το πρωί το εικόνισμα έλειπε από τη θέση του και την επόμενη νύκτα διαπίστωσε ότι αυτό κείτονταν και πάλι στη ρίζα της αγριλίδας. Το έφερε ξανά σπίτι του, αλλά όταν για τρίτη φορά το εικόνισμα επέστρεψε με ανεξιχνίαστο τρόπο στο ίδιο δένδρο, δεν το μετακίνησε, κατάλαβε πως άλλο ήταν το θέλημα του Θεού!

Εστησε σε εκείνον τον τόπο ένα προσκυνητάρι και άναψε ένα καντήλι, ενώ λίγο αργότερα έγινε μοναχός και ιερέας, λαμβάνοντας το όνομα Συμεών ενώ τον μοναστικό βίο ακολούθησαν και οι άλλοι δύο βοσκοί, ο Γαβριήλ και η Πελαγία. 

Αργότερα, οι Γιακουμής Ζερβός και παπά Συμεών Δευτεραίος, από το χωριό Καταποδάτα, ανήγειραν εκκλησιά επάνω στα ερείπια μιάς παλιότερης εντός της οποίας σωζόταν το εικόνισμα της Παναγίας.

Η επίσημη σύσταση του Μοναστηριού έγινε το 1721 από τους Νικόδημο, Άνθιμο, Μακάριο Ζερβούς που μαζί με τους Δευτεραίους ανοικοδόμησαν και επεξέτειναν κτηριακά το Μοναστήρι κατά το β’ μισό του 18ου αιώνα, για αυτόν τον λόγο τους συναντάμε ως Γιουσπατροναρίους και κτήτορες. 

Η εικόνα της Παναγίας Αγριλιώτισσας χωρίς το
πουκάμισο και μετά την συντήρησή της
πηγή
Η εικόνα φέρει φύλλο χρυσού, το Μαφόριο της Παναγίας είναι διακοσμημένο με φυτικά διακοσμητικά στοιχεία και φύλλο ασημιού, ενώ φέρει και επιγραφές, καθώς και την υποδοχή στο κέντρο, εντός της οποίας υπάρχει το θαυματουργό  μικρό εικονίδιο της Δέησης.

Η εικόνα ανήκει στο   σπανιότατο εικονογραφικό τύπο της Παναγίας Βρεφοκρατούσας, σπανιότατο λόγω του ανοικτού πλουμιδάτου μαφόριου που φορεί η Παναγία και που αναπαραγάγει τα εκκλησιαστικά Επτανησιακά - Κεφαλονίτικα άμφια του 18ου αιώνα, όπως τα βλέπουμε στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Μηλαπιδιάς στην Κεφαλονιά. 
 
Η εξαιρετικά επιμελημένη ζωγραφική, και όχι απλά σχεδιαστική, απόδοση των χεριών, των προσώπων, καθώς και οι εικονογραφικές λεπτομέρειες της παράστασης καθιστούν εύλογη την χρονολόγηση της εικόνας τον 18ο αιώνα.

Η εικόνα κατά τον 19ο αιώνα δυστυχώς καλύφθηκε με ασημένιο πουκάμισο το οποίο της προξένησε σημαντική φθορά λόγω της συσσώρευσης ρύπων, σκόνης, καπνιάς, υγρασίας και της οξείδωσης του μετάλλου, οι βλάβες άλλωστε είναι ιδιαιτέρως ορατές στο ζωγραφισμένο μαφόριο της Παναγίας. 

Μετά την συντήρηση της εικόνας, το πουκάμισο αφαιρέθηκε και σήμερα το πουκάμισο κοσμεί το αντίγραφο της πρωτότυπης εικόνας.


Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑΣ, ΚΥΘΗΡΑ.


Φυλάσσεται στην ομώνυμη Μονή, των Μυρτιδίων, στα Κύθηρα των οποίων αποτελεί Πολιούχος και Έφορος.

Η Μονή της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας στα Κύθηρα
πηγή
Η εικόνα της Θεοτόκου βρέθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου από έναν βοσκό σε μια κοιλάδα νοτιοδυτικά του νησιού γεμάτη από μυρτιές, που ονομάζεται Μυρτίδια, πιθανόν τον 13ο αιώνα ή κατά άλλους το 1160 ή τον 15ο αιώνα ενώ λόγω της τοποθεσίας, ονομάστηκε ‘‘Μυρτιδιώτισσα”. 

Η παράδοση αναφέρει ότι ένας βοσκός είδε στον ύπνο του έναν άγγελο να του υποδεικνύει ένα σημείο στην περιοχή που είχε τα πρόβατά του, μέσα σε μια μυρτιά.

Στο σημείο εκείνο υπήρχε μία εικόνα της Παναγίας, έτσι αυτός το πρωί πήγε, βρήκε την εικόνα και την πήρε στο σπίτι του στο γειτονικό χωριό Καλοκαιρινές όμως τη νύχτα η εικόνα επέστρεφε στη μυρτιά. 

Η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, των Κυθήρων
πηγή
Ο βοσκός είδε και πάλι τον άγγελο να του λέει πως η εικόνα έπρεπε να μείνει εκεί κοντά στη μυρτιά, έτσι αυτός, έκτισε ένα μικρό εκκλησάκι δίπλα στη μυρτιά και τοποθέτησε την εικόνα εκεί, 
το εκκλησάκι αυτό παραμένει έως σήμερα και ονομάζετε παλαιό Καθολικό όπου εκεί στεγάζεται η εικόνα της Παναγίας.

Ο βοσκός αφιέρωσε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του στην φροντίδα του Ναού εκείνου ενώ μετά το θάνατο του, την φροντίδα του ανέλαβε ο Μοναχός Λεόντιος, που με χρηματική βοήθεια των Κυθηρίων μεγάλωσε το αρχικό εκκλησάκι και έκτισε γύρω του κελιά για τη φιλοξενία των προσκυνητών, που όμως ήτανε τόσοι που δημιούργησε την ανάγκη ενός μεγάλου Ναού. 

Το έργο αυτό ξεκίνησε ο Ιερομόναχος Αγαθάγγελος Καλλίγερος το 1841 και σε δεκαέξι χρόνια έγινε ένα υπέροχο συγκρότημα με μεγαλοπρεπή Ναό, πανύψηλο καμπαναριό και πολλά κελιά φιλοξενίας.

Λόγω των συχνών πειρατικών επιδρομών η εικόνα μεταφέρθηκε στο φρούριο της πρωτεύουσας των Κυθήρων από όπου και επανήλθε στα Μυρτίδια μεταξύ του 1824 και του 1855, ενώ το 1915 μεταφέρθηκε στην Αθήνα μαζί με άλλες θαυματουργές εικόνες (Παναγία της Τήνου, Χρυσαφίτισσα, κ.α) για τις δεήσεις που γίνονταν με σκοπό την αποκατάσταση της υγείας του Βασιλέως Κωνσταντίνου.

Στο κάτω μέρος της χρυσής επένδυσης της Εικόνας,
απεικονίζονται τρία θαύματα
Η εικόνα δεν είχε τις σημερινές διαστάσεις, ήτανε μικρότερη, πριν τοποθετηθεί σε ξύλινο πλαίσιο και δείχνει μεγαλύτερη ενώ ο
ι Κυθήριοι, την έντυσαν με μία ολόχρυση επένδυση,
φτιαγμένη από τον κρητικό καλλιτέχνη Νικόλαο Θεοφίλου Σπιθάκη, στις 12 Μαρτίου του 1837,  με την επιγραφή να αναφέρει: 
«Διά σπουδῆς καί δαπάνης CΚ CΚ + Χ Ἱερομόναχου καί ηγουμένου Καλούτζη, ποίημα Θεοφίλη Σπιθάκη ».

Το περίτεχνο Στέμμα της Παναγίας,
δώρο ενός Τούρκου.
Στο κάτω μέρος της χρυσής επένδυσης απεικονίζονται τρία θαύματα: το θαύμα της εύρεσης της εικόνας από το βοσκό, το θαύμα της θεραπείας του παραλύτου στις 24 Σεπτεμβρίου, τον 17ο αιώνα και το θαύμα της διάσωσης του φρουρίου των Κυθήρων από τους κεραυνούς στις 22 Ιανουαρίου του 1829, κατά τη διάρκεια της φύλαξης της εικόνας της Παναγίας εντός του φρουρίου για το φόβο των πειρατών που μάστιζαν τη Μεσόγειο.

Ακόμη, η Παναγία φέρει στέμμα στο οποίο υπάρχει προσαρμοσμένο ένα «Πολυτιμότατον αδαμαντοκόλλητον εν σχήματι ημισελήνου χρυσούν κόσμημα» που σύμφωνα με τον βιογράφο της Μυρτιδιώτισσας, αείμνηστο Σοφοκλή Καλούτση, το αφιέρωσε κάποιος Τούρκος πλούσιος και επιφανής, από την Κρήτη, ο οποίος βρισκόταν τότε στα Κύθηρα.

Στιγμιότυπο από την Λιτανεία της
Παναγίας Μυρτιδιώτισσας
Αναφέρει σχετικά ο Καλούτσης:
..Κάποια ημέρα ο Τούρκος, παρατήρησε μια ασυνήθιστη  συγκέντρωση κόσμου, στην πλατεία του Ναού του Εσταυρωμένου στη Χώρα, ρώτησε τι συμβαίνει και του είπαν ότι το Νησί μαστίζεται από πολύμηνη ανομβρία και για αυτό θα πραγματοποιηθεί Λιτανεία της Αγίας Εικόνας της Μυρτιδιώτισσας, η οποία είχε ήδη κατέβει από το κάστρο που φυλασσόταν τότε και βρισκότανε μέσα στον Εσταυρωμένο.

Όμως ο ουρανός ήταν καταγάλανος και δεν φαινόταν ούτε νέφος στον ορίζοντα, έτσι ο Τούρκος τους χλεύασε και είπε ότι αν μετά την Λιτανεία βρέξει, θα αφιέρωνε το χρυσό κόσμημα της ημισελήνου που είχε μαζί του, στην Εικόνα. Η Λιτανεία έγινε με κατάνυξη, οι Κυθήριοι γονυκλινείς παρακάλεσαν για την λύση της ανομβρίας και το θαύμα έγινε, μόλις η Ιερά Πομπή επέστρεψε στον Ναό, άρχισε να πέφτει ραγδαία βροχή, έτσι ο Τούρκος τήρησε την υπόσχεση του και αφιέρωσε το κόσμημα στην Παναγία.. το πότε όμως χρονικά έγινε αυτό βέβαια, δεν αναφέρεται.

Η εύρεση της εικόνας τιμάται στις 24 Σεπτεμβρίου ενώ την Κυριακή της Ορθοδοξίας γίνεται η λιτάνευση της Εικόνας από τα Μυρτίδια στη Χώρα και διαρκεί 15 ημέρες περνώντας μέσα από τα περισσότερα χωριά του νησιού ενώ πολλοί πιστοί ακολουθούν την περιφορά και τις 15 μέρες.

Η λιτάνευση αυτή είναι παλαιότατο έθιμο, αναφέρεται μάλιστα η εντολή του Επισκόπου Κυθήρων Νεοφύτου Λεβούνη (1731 - 1757), στα 1750 προς τους ιερείς του νησιού να συμμετέχουν σε λιτανείες «...της αγίας εικόνος της Θεοτόκου των Μυρτιδίων εις την νήσον...» καθώς και απόδειξη του 1841 από το βιβλίο εσόδων-εξόδων του ναού του φρουρίου από ελεημοσύνη «...εις τον γύρον της νήσου της Υπεραγίας Θεοτόκου...»



Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, ΤΟΥ ΕΝ ΚΥΘΗΡΟΙΣ ΑΣΚΗΣΑΝΤΑ.

πηγή
Φυλάσσεται στην Ομώνυμη Μονή των Κυθήρων, των οποίων είναι ο Προστάτης, «ἐντός βαρυτίμου καί πολυτελοῦς θήκης, εἰς τύπον ἀρχιερατικῆς μίτρας, ἐκ χρυσοῦ καί ἀργύρου, ἐπιτελοῦσα πολλά θαύματα, τά ὁποῖα πιστοποιοῦνται καί διά τοῦ μεγίστου ἀριθμοῦ ἀφιερωμάτων».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Η παλαιά εικόνα του Οσίου Θεοδώρου με επιχρυσωμένο
αργυρό ένδυμα, έργο του χρυσοχόου Νικολάου Σπιθάκη
από τον Μυστρά, το 1835. Δεξιά κάτω είναι το
οικόσημο του Επισκόπου Κυθήρων Προκοπίου Καλλονά,
της περιόδου της Αγγλικής προστασίας.
πηγή
Ο Όσιος Θεόδωρος γεννήθηκε στην Κορώνη της Πελοποννήσου μεταξύ των ετών 870 - 890 από γονείς εύπορους ενώ η μητέρα του που ήταν στείρα, όταν ο Θεός της χάρισε το παιδί, το ονόμασε Θεόδωρο.

Διδάχτηκε τα Ιερά γράμματα και παραδόθηκε από τους γονείς του στον τότε επίσκοπο Κορώνης, Θεόδωρο, που τον έκανε αναγνώστη και όταν πέθαναν οι γονείς του, μπήκε υπό την προστασία ενός Ιερέα του Ναυπλίου, που ήταν συγγενής ή φίλος των γονιών του.

Σε κατάλληλη ηλικία, παντρεύτηκε και απόκτησε δύο παιδιά όμως ο επίσκοπος Άργους, βλέποντας τις αρετές του, τον χειροτόνησε Διάκονο. 

Αργότερα πήγε στη Ρώμη, να προσκυνήσει στις Κατακόμβες, τούς τάφους των αρχαίων Μαρτύρων, όπου έμεινε τέσσερα χρόνια, κατόπιν επέστρεψε στη Μονεμβασία, όπου παρέμεινε για αρκετό χρόνο σε ένα κελί του Ναού της Θεοτόκου της Διακονίας.

Παρά τις παρακλήσεις της οικογένειας του να μείνει κοντά της, ο Θεόδωρος, ποθώντας τα ανώτερα πνευματικά αγαθά, πήγε στα Κύθηρα περίπου το 921 όταν η νήσος ήταν «ἔρημος καί ἀοίκητος» λόγω των επιδρομών των Σαρακηνών της Κρήτης και μόνασε στον παλαιό χριστιανικό Ναό των Αγίων Σεργίου και Βάκχου  «καρτερῶν ἐν πειρασμοῖς καί ἐγκαρτερῶν ἐν πείνῃ καί δίψῃ, ἐν καύματι τοῦ θέρους καί τῷ ψύχει τοῦ χειμῶνος».

Η Ιερά Μονή του Οσίου Θεοδώρου, στα Κύθηρα
στην οποία φυλάσσεται η Τιμία Κάρα του.
Εκεί έζησε ασκητική ζωή και απεβίωσε ειρηνικά στις 12 Μαΐου του 922 και λίγο πριν από την κοίμηση του, έγραψε σε ένα όστρακο: «Ἐγώ ὁ ἐλάχιστος Θεόδωρος Διάκονος, ἠσθένησα εἰς τάς 7 Ἀπριλίου μηνός καί ἰδού ὅπου ἀποσθνήσκω 12 Μαϊου, τήν τοῦ ἁγ. Ἐπιφανίου ἡμέραν».

Το Λείψανό τού, βρέθηκε ανέπαφο τον Σεπτέμβριο τού ιδίου έτους από ναύτες του Βυζαντινού Στόλου, που αφού το προσκύνησαν, τον άφησαν όπως το βρήκαν και τρία χρόνια αργότερα Μονεμβασιώτες πήγαν στα Κύθηρα και ενταφίασαν το άφθαρτο Λείψανό του μέσα στο Ναό, όπου σήμερα σώζεται ο τάφος του. 
 
Αμέσως μετά κτίσθηκε ένας ναός προς τιμήν του και - πιθανότατα κατά την βασιλεία τού Νικηφόρου Φωκά - μία αυτοκρατορική αποστολή προσπάθησε να μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη το Λείψανό τού, όμως κατά την εκταφή, «φῶς ἐκτυφλωτικόν περιέλουσεν τόν τάφον τοῦ Ὁσίου».

Ο Τάφος του Οσίου Θεοδώρου, μέσα στο Καθολικό
της ομώνυμης Μονής στα Κύθηρα.
Όταν οι άντρες του αυτοκράτορα πήραν την Κάρα τού Οσίου και απέπλευσαν, το πλοίο άρχισε να βυθίζεται και μία φωνή ακούστηκε να λέει: «Ἐπιστρέψατε τήν ἁγίαν Κάραν εἰς τό μέρος ἀπ' ὅπου τήν ἐπήρατε», όπως και τελικά έγινε.

Ο παλιός Ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου ξαναχτίστηκε από Μονεμβασιώτες και αφιερώθηκε στον Όσιο Θεόδωρο ενώ με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκε ένα μοναστήρι.

Το χρονικό του μοναστηριού του Αγίου Θεοδώρου Κυθήρων, γραμμένο από τον Κυθήριο μοναχό Χειλά αποτελεί μία πολύτιμη πηγή για την ιστορία του μοναστηριού αυτού και είναι μια έκθεση - αναφορά προς τους Βενιέρους, η οποία γράφτηκε περίπου το 1457.

Ο Επίσκοπος Κυθήρων και μετέπειτα Μητροπολίτης
Φιλαδελφείας - Βενετίας, Αθανάσιος Βαλεριανός.
Σύμφωνα με το χρονικό, το μοναστήρι ανήκε στη δικαιοδοσία των Λατίνων φεουδαρχών Βενιέρων, στους οποίους κατέβαλαν ετήσιο φόρο από τα εισοδήματα της μονής, ενώ κατά τα μέσα του 14ου αιώνα το μοναστήρι αναλαμβάνει κάποιος πρωτοπαπάς Νοταράς.

Γύρω στα 1630 ο Επίσκοπος Κυθήρων Αθανάσιος Βαλεριανός ανακαίνισε το Ναό, έκτισε κωδωνοστάσιο ενώ επάνω από την κυρία είσοδο εντοίχισε εντυπωσιακό θυρεό με επιγραφή, στην οποία αναφέρεται το όνομα του Αθανάσιου Βαλεριανού και αναφέρει: «ΕΠΤΑΣΟ ΤΟΙΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΟΙΣ ΑΘΑΝΑΣΙΕ ΠΡΟΦΡΩΝ ΑΓΛΑΪΣΙ ΠΤΙΛΟΙΣ ΥΨΙΘΡΟΝΩ ΤΕΜΕΝΕΙ. ΟΞΥΤΑΤΟΙΣ ΔΕ ΜΑΚΑΡ ΑΡΕΤΑΩΝ ΒΕΝΘΕΣΙΝ ΑΥΘΙΣ ΛΗΨΗ ΦΩΣ ΑΠΛΕΤΟΝ ΤΡΙΑΔΟΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ»

Κατά καιρούς το μοναστήρι οργάνωνε διάφορες «ζητείες» για να αντιμετωπίσει τα διάφορα έξοδα του ναού ενώ γύρω από το μοναστήρι δημιουργήθηκε οικιστικός χώρος που τον κατοικούσαν οι οικογένειες των ιερέων. 

Σύμφωνα με αρχειακές μαρτυρίες το 1695 η μονή έχει 10 κελιά με μοναχές και δόκιμες, τελεί δε υπό την άμεση εποπτεία του επισκόπου Κυθήρων, στον οποίο υποχρεούται ο εκάστοτε εφημέριος να δίνει λεπτομερή αναφορά για κάθε ζήτημα, εξ άλλου ο εκάστοτε επίσκοπος αναθέτει την εφημερία και φροντίζει για την περιουσία του ναού, έτσι στο ληξιαρχικό αρχείο αναφέρεται «η επισκοπική εκκλησία του αγίου Θεοδώρου».

Η εικόνα του 1700 που απεικονίζει τον Όσιο Θεόδωρο
αριστερά και τον Άγιο Ρόκο της
Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, δεξιά.
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα του 1700, στην οποία απεικονίζονται ολόσωμοι οι Άγιοι, αριστερά σε στάση δέησης ο Όσιος Θεόδωρος, και δεξιά, ο Άγιος Ρόκος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Οι δύο Άγιοι θεωρούνται προστάτες όσων είχαν προσβληθεί από πανώλη, που ενέσκηψε στα Κύθηρα, πριν το 1700, μάλιστα ο Άγιος Ρόκος, θύμα και αυτός της πανώλης, δείχνει στον μηρό του το σημάδι της αρρώστιας ενώ το σκυλί στα πόδια του είναι το μόνο πλάσμα που του έμεινε πιστό στην απομόνωση του και για αυτό από τους Λατίνους θεωρείται προστάτης των κατοικιδίων.

Η Εικόνα αυτή έχει εξαιρετική σπουδαιότητα, γιατί αφενός απεικονίζει δύο Αγίους, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικά δόγματα, κάτι που δεν είναι συνηθισμένο, και αφετέρου διότι περιέχει πιστή απεικόνιση του Φρουρίου των Κυθήρων, που ήταν το Διοικητικό, πολιτικό, στρατιωτικό και Πνευματικό κέντρο του νησιού, την περίοδο της Βενετοκρατίας.

Η Εικόνα αυτή μάλιστα εκπροσώπησε τα Κύθηρα στην έκθεση που οργάνωσε το Μέγαρο Μουσικής τον Μάϊο του 1999 με θέμα «Η Βενετία των Ελλήνων - Η Ελλάδα των Βενετών», η οποία είχε και εξαιρετική επιτυχία.

Ακολουθία του Οσίου εκδόθηκε το 1747 στη Βενετία, το 1841 στη Σμύρνη καθώς επίσης και το 1899 (μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ) και το 1961 στην Αθήνα.

Ο Άγιος Θεόδωρος τιμάται από την Εκκλησία μας στις 12 Μαΐου.