Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΤΜΗΜΑ ΜΑΛΛΙΩΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ.

Τα κειμήλια της εικόνας της Παναγίας του Καζάν (τμήμα από τα μαλλιά της Θεοτόκου 
και τεμάχιο από την τιμία εσθήτα). Δεξιά σε μεγέθυνση.



Το αντίγραφο της εικόνας της Παναγίας του Καζάν.
Περιέχει τμήμα μαλλιών και τεμάχιο τιμίας εσθήτας της θεοτόκου.
Μουσείο Κρεμλίνου, Μόσχα.
Βρίσκονται μαζί με μικρό τεμάχιο της Τιμίας Εσθήτας της Παναγίας ενσωματωμένα στην περίτεχνη και εξαιρετική επένδυση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας του Καζάν (αντίγραφο).

Η εικόνα είναι αντίγραφο της Παναγίας του Καζάν που θεωρείται το παλλάδιο του ρωσικού έθνους και ανήκε στην μεγαλόσχημο μοναχή Ιωάννα Μπαριατίνσκαγια, βασιλικής καταγωγής, μέλος της οικογένειας Μπαριατίνσκι που ήταν κλάδος των Ρουρικιδών, της κυβερνώσας δυναστείας του ανατολικού σλαβικού κόσμου από τα τέλη του 9ου αιώνα μ.Χ. μέχρι το 1598.

Η εικόνα αγιογραφήθηκε στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα και ήταν ιδιαίτερα θαυματουργή, αφού έχουν καταχωρηθεί σε ειδικό βιβλίο περιπτώσεις τυφλών που βρήκαν το φως τους προσευχόμενοι μπροστά στην εικόνα. 

Η φήμη της εικόνας ήταν τέτοια που αποφασίστηκε να χτιστεί παρεκκλήσι στην Ιερά Γυναικεία Μονή Bοζνεσένσκι του Κρεμλίνου και να τοποθετηθεί η εικόνα εκεί.

Η επιγραφή περιμετρικά της θήκης με τα κειμήλια της εικόνας της Παναγίας του Καζάν:
Μέρος των μαλλιών και της εσθήτας της Υπεραγίας Θεοτόκου (μετάφραση).

Λεπτομέρεια του αντιγράφου της εικόνας
της Παναγίας του Καζάν.
Γυναίκες αριστοκρατικής καταγωγής που είχαν θεραπευθεί προσευχόμενες μπροστά στην εικόνα παρήγγειλαν το 1717 το ''πουκάμισο'' της εικόνας και ενσωμάτωσαν σε ειδική θήκη στο αριστερό άκρο της εικόνας μαριολογικά κειμήλια με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, τα οποία ήταν τμήμα από τα μαλλιά της Παναγίας και τεμάχιο από την τιμία εσθήτα της.

Το τμήμα από τα μαλλιά της Θεοτόκου είχε δωρηθεί στις 4 Νοεμβρίου του 1666 στον τσάρο Αλέξιο της Ρωσίας από τον Πατριάρχη Αντιοχείας Μακάριο Γ΄, ενώ το τεμάχιο από την εσθήτα της Θεοτόκου ήταν αφιέρωμα του πρίγκηπα Βασίλη Βασίλιεβιτς Γκολίτσιν, από τον οίκο του οποίου προέρχονταν δύο πριγκίπισσες που είχαν επιχορηγήσει το ''πουκάμισο'' της εικόνας.

Η εικόνα έχει διαστάσεις 32 Χ 28,5 εκατοστά και βρίσκεται σήμερα στο μουσείο του Κρεμλίνου, στην Μόσχα της Ρωσίας.

Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι οτι εικόνες με ενσωματωμένα λείψανα είναι σχετικά σπάνιες στη ρωσική παράδοση και σώζονται πολύ λίγες.

Βιβλιογραφία: Христианские реликвии в Московском Кремле. Москва, «Радуница», 2000.
 




Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΟΛΕΟΝΤΙΣΣΑΣ.


Φυλάσσεται στην ομώνυμη ιερά Μονή της Παναγίας Χρυσολεόντισσας, στην Αίγινα. 



Η ιερά Μονή της Παναγίας Χρυσολεόντισσας
πηγή φωτογραφίας: www.fysiolatris.net
Η αργυροεπένδυτη και ελαφρώς επιχρυσωμένη, εξαιρετικής τέχνης, εικόνα της Παναγίας της Χρυσολεόντισσας είναι σήμερα τοποθετημένη στην άκρη του τέμπλου του Καθολικού της Μονής, προς την βόρεια πύλη του Ιερού.

Η Παναγία Χρυσολεόντισσα παριστάνεται να κάθεται μετωπικά σε ένα θρόνο ο οποίος στολίζεται κάτω με λιοντάρια και κρατεί μπροστά της το Χριστό. 

Αποτελεί ένα θαυμάσιο, περίτεχνο και εξαιρετικής ομορφιάς έργο της αυστηρής κρητικής σχολής του 15ου και 16ου αιώνα παρ όλο που η παράδοση θέλει η εικόνα αυτή να είναι μία από τις 70 εικόνες της Παναγίας που φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς.

Λεπτομέρεια της Εικόνας
Την θαυματουργή αυτή εικόνα της Παναγίας μετέφεραν ψηλά στο βουνό της Αίγινας δύο μοναχοί, ο Μακάριος και ο Αρσένιος από το μοναστήρι του Αγίου Λεοντίου που είχαν κάψει οι πειρατές τρεις φορές και βρισκότανε χαμηλότερα.

Όπως την έφερναν, άφησαν σε μία πέτρα την εικόνα και ο βράχος αυτός σχίστηκε και σχηματίσθηκε στο σημείο ένας σταυρός.

Αυτό το σημείο σήμερα το λένε «το χέρι της Παναγίας» και βρίσκεται στον δρόμο, δεξιά (δίπλα του ένα καντήλι να καίει μέρα νύχτα) κοντά στην Ιερά Μονή που βρίσκεται στο κέντρο της Αίγινας, με εξαιρετική και ανεμπόδιστη θέα, από ψηλά, στον Σαρωνικό.

Πλήθος θαυμάτων έχουν καταγραφεί, από πιστούς που θεραπεύτηκαν «αλείφοντας με λαδάκι από το καντήλι της Παναγίας», τη σπονδυλική στήλη, το σκοτισμένο κεφάλι, τους διαγνωσμένους όγκους και όλα αυτά είναι ιστορημένα, με ονόματα και διευθύνσεις στο βιβλιαράκι της Μονής.




Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΕΠΙΓΟΝΑΤΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ.

Γενική άποψη του αντικειμένου πριν από τη συντήρηση, 2008 (φωτ. Χ. Καρύδης).

Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς,  είναι ένας από τους νεότερους άγιους της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. 

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ ΣΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ
ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΜΕ ΙΔΙΟΧΕΙΡΟ ΥΠΟΓΡΑΦΗ
( Αρχείο Μητροπολίτου Παραμυθίας Τίτου Ματθαιάκη)
Γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 και χειροτονήθηκε διάκονος στις 28 Ιουλίου του 1879 στον Ι. Ναό της Μεταμορφώσεως στην Πλάκα, και μετά από πέντε χρόνια χειροτονείται πρεσβύτερος στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισσαίου, στο Μοναστηράκι.

Διακονεί επί 50 χρόνια περίπου (1884 - 1932) στους αθηναϊκούς ναούς και διακρίθηκε ως ο λειτουργικότερος ιερέας, αναδείχθηκε συνεχής διάκονος του Θυσιαστηρίου ενώ ήταν αφιλάργυρος και ελεήμων.

Ο παπα - Νικόλας, ο λεγόμενος «απλός», διακρίθηκε για την απλότητά του ως άνθρωπος και ως ιερέας και η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ανακήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135η Συνοδική Περίοδο (1991 - 1992) του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 

Σύμφωνα με τον Συναξαριστή, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς επονομάστηκε ως ο απλός ιερέας. 

Άρα δεν θα μπορούσε εδώ να καταγραφεί ένα πολυτελές λειτουργικό ένδυμα με πλούσιο διάκοσμο, το οποίο να είχε χρησιμοποιηθεί από τον Άγιο Νικόλαο. Το συγκεκριμένο αντικείμενο ανήκει σε μοναστική κοινότητα, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα.

Το επιγονάτιο ανήκει στην κατηγορία των λειτουργικών ενδυμάτων και λόγω του ότι χρησιμοποιήθηκε από Άγιο της Εκκλησίας έχει ιδιαίτερη ιστορική και θρησκευτική σημασία.

Σύντομη περιγραφή του αντικειμένου.

Πίσω όψη πριν από τη συντήρηση, 2008 (φωτ. Χ. Καρύδης).
Μέγιστες διαστάσεις (ύψος x πλάτος): 46×46 εκ.

Υλικό: βαμβάκι, μετάξι, μεταλλικά νήματα, χαρτόνι.

Η μεταξωτή επιφάνεια του καφεκόκκινου κάμπου καλύπτεται από μεγάλα κίτρινα ελικοειδή διακοσμητικά άνθη και καρπούς με φυσιοκρατική απόδοση. 

Το ύφασμα φαίνεται να προέρχεται από μεγαλύτερο κομμάτι και κόπηκε για να κατασκευαστεί το επιγονάτιο.

Στο κέντρο του επιγονατίου, είναι τοποθετημένος σταυρός που έχει κεντηθεί με μεταλλικά νήματα πάνω σε χαρτόνι δημιουργώντας ανάγλυφη επιφάνεια. 

Τα νήματα είναι καρφωμένα στην επιφάνεια με τη γνωστή βελονιά ορθή ρίζα. Τιρ - τιρ και πούλιες χρησιμοποιήθηκαν στις άκρες των κεραιών και στις δέσμες ακτινών που συμπεριλαμβάνει ο σταυρός ενώ περιμετρικά ένα μεταλλικό σειρίτι με γραμμικό διάκοσμο, διακοσμεί το επιγονάτιο.

Λεπτομέρεια φθοράς στο πίσω μέρος,(φωτ. Χ. Καρύδης).
Στο πίσω μέρος παρατηρείται η τοποθέτηση υποκίτρινης ισομερούς ύφανσης λινής φόδρας πάνω από την οποία τοποθετείται υποκίτρινη βαμβακερή και τέλος το επιγονάτιο φοδράρεται με κόκκινο μεταξωτό ύφασμα που, λόγω φθοράς, έχει υποστεί μεγάλες απώλεις του υλικού. 

Πάνω από την κόκκινη φόδρα είχε επιρραφθεί βελούδινος σταυρός που λείπει η μία κεραία του. Μαύρη βελούδινη ταινία στο πίσω μέρος χρησιμοποιήθηκε για τη διακόσμηση της παρυφής του επιγονατίου.

Το μοτίβο του κάμπου όπως επίσης και τα διακοσμητικά στοιχεία του σταυρού του επιγονατίου χρονολογούν το αντικείμενο στο τέλος του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα.

Κατάσταση διατήρησης. 

Λεπτομέρεια των τσακίσεων και των ζαρωμάτων
στην επιφάνεια του κάμπου,(φωτ. Χ. Καρύδης)
.
Το αντικείμενο έφερε αρκετές απώλειες υλικού και ελεύθερες ίνες λόγω της χρήσης αλλά και λόγω της κοπής διαφόρων μικρών τεμαχίων του υφάσματος προς κατασκευή διαφόρων φυλακτών από τους πιστούς ως ευλογία.

Τα μεταλλικά νήματα αυτά φέρουν προϊόντα οξείδωσης λόγω κάποιας παλαιότερης όμως κακής αποθήκευσης.

Παρατηρούνται επίσης διάφορες μεγάλες τσακίσεις λόγω διπλώματος του επιγονατίου και ανοίγματα σε κατά τόπους σημεία. 

Επικαθίσεις και κατά τόπους λεκέδες από τα κεριά βρίσκονται στην επιφάνεια του κάμπου του ενδύματος.

Επεμβάσεις συντήρησης.

Λεπτομέρεια υποστήριξης της πίσω πλευράς με
μεταξωτό τούλι, (φωτ. Χ. Καρύδης)
Πραγματοποιήθηκε αρχικά μηχανικός καθαρισμός για την αφαίρεση των επικαθίσεων σκόνης με τη χρήση μαλακού πινέλου και σκούπας και αργότερα χρησιμοποιήθηκε Chemical sponge® για την απορρόφηση των ενσωματωμένων ρύπων.

Μετά πραγματοποιήθηκε ομαλοποίηση των μεγάλων τσακίσεων ακολουθώντας ανοικτή ενεργή ύγρανση.

Ο μεταξωτός κάμπος υποστηρίχθηκε με κρεπλίνα κατά τόπους και στερεώθηκε με μεταξωτές κλωστές χρησιμοποιώντας διάφορα είδη βελονιάς συντήρησης (couching, long & sort). Ακολουθήθηκε η στερέωση του περιμετρικού σειριτιού με τη χρήση μεταξωτής κλωστής ενώ στο πίσω μέρος του επιγονατίου τοποθετήθηκε βαμμένο (βαφές Lanacron®) μεταξωτό τούλι στην κατάλληλη απόχρωση για να υποστηρίξει όλες τις φόδρες αλλά και για να είναι ορατά τα υφάσματα και ο σταυρός).

Το αντικείμενο δεν έχρηζε περαιτέρω εργασιών συντήρησης χάρη στην καλή γενική κατάστασή του.

Δρ Χρήστος Χ. Καρύδης
Επίκουρος Καθηγητής Προληπτικής Συντήρησης και Ιστορίας Υφάσματος
Α.ΤΕΙ Ιονίων Νήσων, Α.Π.Θ  και Α.Ε.Α.Θ

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ www.archaiologia.gr




Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ.


Φυλάσσεται στο Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά, στην Καστανιά της Βέροιας.

Το προσκύνημα της Παναγίας Σουμελάς
στην Βέροια, πανοραμική άποψη
πηγή φωτογραφίας: epontos.blogspot.gr
Η θαυματουργή εικόνα, μαζί με άλλες δύο, ιστορήθηκε στη Θήβα από τον Ευαγγελιστή Λουκά τον 4ο αιώνα, και μετά το θάνατο του ο μαθητής του Ανανίας την μετέφερε στην Αθήνα και την τοποθέτησε ως «Παναγία η Αθηνιώτισσα» στον Παρθενώνα, που είχε μεταβληθεί τότε σε ναό της Αγίας Σοφίας, εκεί έμεινε για λίγα χρόνια και μετά τοποθετήθηκε στον νεόκτιστο ναό της «Μεγάλης Παναγίας» στη στοά του Αδριανού, ο οποίος καταστράφηκε στη μεγάλη πυρκαγιά και κατεδαφίστηκε.

Η εικόνα παρέμεινε στο ναό έως το 385 και κατά την παράδοση παρουσιάστηκε η Παναγία στους μοναχούς Βαρνάβα (κατά κόσμον Βασίλειο) και Σωφρόνιο (κατά κόσμον Σωτήριχο), θείο κι ανιψιό, και τους ζήτησε να ιδρύσουν μοναστήρι στο όνομά της στον Πόντο και να εγκαταστήσουν εκεί την εικόνα της.

Η επιγραφή στην εικόνα της Παναγίας
Οι Βαρνάβας και Σωφρόνιος, με την εικόνα στα χέρια, μετέβησαν στον Πόντο.

Πρώτα επισκέφθηκαν την Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος και είδαν τον περίτεχνο και δύσκολο τρόπο κατασκευής της στην πλαγιά βουνού, βρήκαν κατόπιν με θεία έμπνευση και υπόδειξη, το 386 επί Θεοδοσίου του Μεγάλου, σπήλαιο σε ιδανικό μέρος, στο όρος Μελά, νότια της Τραπεζούντας, σε απόσταση 43 χιλιομέτρων και σε υψόμετρο 1063 μέτρα και ίδρυσαν εκεί την Μονή της Παναγίας Σουμελά. 

Η Παναγία Σουμελά στον Πόντο
Εκεί έζησαν έως το 412 και πέθαναν και οι δύο την ίδια μέρα, μάλιστα ο Βαρνάβας άφησε και διαθήκη όπου υπογράφει: «Βαρνάβας εξ Αθηνών, έγραψεν δε την διαθήκην αυτού, Βοηδρομιώνος ογδόη μεσούντος 412».

Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο που η ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο ενώ οι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους.


Τοιχογραφίες στην Παναγία Σουμελά στον Πόντο
Τοιχογραφίες στην Παναγία Σουμελά στον Πόντο
Τοιχογραφίες στην Παναγία Σουμελά στον Πόντο
Τοιχογραφίες στην Παναγία Σουμελά στον Πόντο
Τοιχογραφίες στην Παναγία Σουμελά στον Πόντο

Η Παναγία Σουμελά στον Πόντο
Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη ενώ γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.
Oι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο της Μονής. 

Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, στο οποίο οι μοναχοί το 1922 έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού και το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου.

Η Παναγία Σουμελά στον Πόντο
H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεπτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. 

Mερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. 

Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί όμως και πάλι από τον Tραπεζούντιο, Όσιο Xριστόφορο το 644
Η εικόνα της Παναγίας παρέμεινε στη Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο για 1.545 χρόνια! 


Η Μονή Παναγίας Σουμελά σε καρτ ποστάλ του
Max Fruchtermann, 1898. Τη φωτογραφία παραχώρησε
στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Στέργιος Θεοδωρίδης.
Στο διάστημα αυτό βυζαντινοί αυτοκράτορες, λόγω του κύρους της, έδωσαν προνόμια στη Μονή και απένειμαν χρυσόβουλα και οι πατριάρχες σιγίλια και πλούσια δώρα και ακόμα και οι σουλτάνοι (Βαγιαζήτ, Σελίμ, Μουράτ, Μωάμεθ, Σουλεϊμάν κ.ά.) με φιρμάνια χορήγησαν προνόμια, πλούσια και πολύτιμα δώρα που βρίσκονταν σε σιδερένια κιβώτια στη Μονή.
Ο σουλτάνος Σελίμ κατά τη διάρκεια κυνηγιού διανυκτέρευσε στη Μονή όπου νόσησε και κατελήφθη από φρικτούς πόνους και κινδύνευε να πεθάνει. Οι πατέρες της Μονής επικαλέστηκαν τη βοήθεια της Παναγίας και ως εκ θαύματος ο Σελίμ, που ασπάστηκε την εικόνα της, θεραπεύτηκε, υποσχέθηκε και έστειλε πάρα πολλά δώρα.

Το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του οσίου Χριστοφόρου
Πολλά πολύτιμα και ανεκτίμητης αξίας έγγραφα καθώς  και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού μέχρι τον ξεριζωμό.

Μάλιστα μέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα.

Στις 19 Δεκεμβρίου του 1923, με την εκδίωξη όλων των μοναχών, η Μονή άρχισε να δέχεται τις επιδρομές χρυσοθήρων και ερημώθηκε αφού οι Τούρκοι άρπαξαν ότι πολύτιμο βρήκαν. 

Πριν φύγουν οι τελευταίοι μοναχοί, Ιερεμίας και Αμβρόσιος ο Σουμελιώτης πήραν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, το σταυρό με τα πολύτιμα πετράδια του Εμμανουήλ Κομνηνού και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του οσίου Χριστοφόρου και τα έθαψαν σε κρύπτη, δίπλα στο Μετόχι της Αγίας Βαρβάρας.
Το 1931 οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας εξομαλύνθηκαν και ο Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Αθήνα. 

Ο σταυρός του Εμμανουήλ Κομνηνού
Εκεί, μετά από παράκληση του Πόντιου υπουργού Λεωνίδα Ιασωνίδη, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε από τον Ινονού να επιτρέψει στον μοναχό Αμβρόσιο τον Σουμελιώτη να μεταβεί στη Μονή Σουμελά και να πάρει τα κρυμμένα ιερά κειμήλια.

Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη, από τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. 

Ο Αμβρόσιος λοιπόν πήγε στο Μετόχι της Αγίας Βαρβάρας μαζί με τον εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Αλέξανδρο Βασιλείου και με συνοδεία Τούρκου αξιωματικού της Αστυνομίας, τα βρήκε, τα έφερε στην Αθήνα και τα παρέδωσε στον αποκρισάριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, τον άγιο των Ποντίων, Χρύσανθο Φιλιππίδη και η τότε κυβέρνηση τα τοποθέτησε στο Βυζαντινό Μουσείο στην Αθήνα.

Μετά από 62 χρόνια, το 1993, η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς θα μεταφερθεί με απόφαση του τότε αείμνηστου πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, έπειτα από παράκληση του αντιπροέδρου της Βουλής Ισαάκ Λαυρεντίδη και του προέδρου του Ιδρύματος Παναγία Σουμελά, Παναγιώτη Τανιμανίδη, με μεγάλες τιμές στο Βέρμιο.

Η μία από τις άλλες δύο εικόνες που φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς βρίσκεται στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα και η άλλη στη Μονή Κύκκου, στην Κύπρο.

πηγή: www.pontos-news.gr


Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ ΤΟΥ "ΠΑΠΟΥΛΑΚΗ" ΤΟΥ ΙΘΑΚΗΣΙΟΥ.

Η Τιμία Κάρα και τα λείψανα του αγίου που βρίσκονται στον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας, στον Σταυρό της Ιθάκης
πηγή φωτογραφίας: www.inkefalonia.gr

Η μισή Τιμία Κάρα του Αγίου φυλάσσεται στην ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου Αγίου όρους, η άλλη μισή και τα υπόλοιπα λείψανά του στον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας, στον Σταυρό της Ιθάκης.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).




Η Τιμία Κάρα του αγίου που βρίσκεται στην ιερά
Μονή Βατοπεδίου Αγίου Ορους
πηγή φωτογραφίας: www.diakonima.gr
Ο Όσιος Ιωακείμ - κατά κόσμον Ιωάννης Πατρίκιος - γεννήθηκε το 1786 στον οικισμό Καλύβια της Βόρειας Ιθάκης από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, τον Αγγελο και την Αγνή.

Όταν ο Ιωάννης ήταν μικρό παιδί ακόμη, πέθανε η μητέρα του και ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε και η μητριά του μικρού Ιωάννη τον ταλαιπωρούσε και τον βασάνιζε.

Ο άγιος, τα δύσκολα αυτά χρόνια, ασκήθηκε στην υπομονή και στην ταπείνωση, βρίσκοντας καταφύγιο στην προσευχή, στο απόμερο εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνος, και στην μελέτη των ιερών βιβλίων.

Στην εφηβική του ηλικία εργάζεται σαν ναυτικός στο καΐκι του πατέρα του, προκαλώντας τον σεβασμό και την εκτίμηση του πληρώματος για τις σπάνιες αρετές του, όμως, σύμφωνα με την επιθυμία της μητριάς του, ο Ιωάννης απομακρύνεται από τη δούλεψη του πατέρα του κι αναλαμβάνει εργασία στο πλοίο του συμπατριώτη του καπεταν - Γιώργη Βρεττού, Χατζή.

πηγή φωτογραφίας: www.imli.gr
Σε κάποιο από τα ταξίδια του αυτά, το 1803, βρίσκει καταφύγιο στο Αγιον Όρος, στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, όπου γίνεται μοναχός και παίρνει το όνομα Ιωακείμ.

Με την άσκησή του, κάτω από την καθοδήγηση Αγίων Γερόντων, ξεπερνάει στην αρετή ακόμη και μεγαλύτερους απ’ αυτόν μοναχούς.

Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ο ηγούμενος της Μονής επιλέγει τον μοναχό Ιωακείμ και τον στέλνει σαν ιεροκήρυκα στην Πελοπόννησο.

Εκεί, ακούραστος, ο Αγιος, διδάσκει, στηρίζει, παρηγορεί κι ενθαρρύνει τον ταλαίπωρο πληθυσμό  ενώ επιπλέον, με το καΐκι του Κεφαλλονίτη παπα - Γιάννη Μακρή μεταφέρουν από τον Μωριά στα Επτάνησα γέρους και γυναικόπαιδα, σώζοντας τους από τις επιδρομές του Ιμπραήμ.

Γύρω στα 1827 ο Όσιος Ιωακείμ φτάνει στη μικρή αγγλοκρατούμενη τότε πατρίδα του Ιθάκη και για 41 χρόνια δρα ακαταπόνητος μέσα στον κόσμο, την πλάνη, την αίρεση, την αμαρτία, δεχόμενος τον σεβασμό αλλά και προκαλώντας με την αγιότητα του βίου του την έχθρα και την αντιπάθεια των Αγγλων καθώς και μερικών Ιθακησίων.

Ο Άγιος υπέγραφε με ένα δικό του χαρακτηριστικό τρόπο:
 Ιωακείμ μοναχός αγιορείτης περικαλώ
πηγή φωτογραφίας: www.pemptousia.gr
Τους χειμερινούς μήνες φιλοξενείται σε σπίτια ευλαβών Χριστιανών και σε μοναστηράκια του νησιού, ενώ το υπόλοιπο χρονικό διάστημα σε δάση και φαράγγια περνά τις νύχτες του προσευχόμενος. 

Αναφέρονται δέ περιπτώσεις που ο Αγιος, ενώ προσευχόταν, βρισκόταν πάνω από το έδαφος, πλημμυρισμένος από ουράνιο φως.

Καταπονώντας το ασκητικό του σώμα φορά εσωτερικές μολύβδινες πλάκες δεμένες στη μέση του και μεταφέρει σε μεγάλες ανηφοριές τσουβάλια με πέτρες και βότσαλα από ερημικές παραλίες του νησιού ενώ παράλληλα ασκείται στην αγία ταπείνωση κάτω από το πετραχήλι του αγίου Πνευματικού του, Ιερομονάχου Αγαπίου της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Περαχωρίου.

Πάνω από το χωριό Σταυρός στην Ιθάκη βρίσκεται ο 
ναός της Αγίας Βαρβάρας, που ίδρυσε ο Άγιος Ιωακεί
 και εκεί έμεινε επί 20 χρόνια.
πηγή φωτογραφίας: www.pemptousia.gr
Ο Αγιος μερίμνησε να χτιστούν ναοί και με τα κηρύγματά του αναζωπύρωσε το θρησκευτικό συναίσθημα των Ιθακησίων και τους ενθάρρυνε εναντίον των Αγγλων, προφητεύοντας ακόμη και την αναίμακτη φυγή τους από το νησί όπως και έγινε.

Προικισμένος με το προορατικό και διορατικό χάρισμα, γίνεται ο δάσκαλος, ο σύμβουλος, ο τροφός και ο ιατρός των συμπατριωτών του, ενώ ο ίδιος ζούσε σε αρκετά μεγάλη εκούσια φτώχεια καθώς και ακτημοσύνη.

Σε προχωρημένη ηλικία κοιμήθηκε εν Κυρίω «εκ μαρασμού» στις 2 Μαρτίου του 1868, στην οικία του Παΐζη, στο Βαθύ της Ιθάκης και πάνω του δεν βρήκανε τίποτε παρά μόνο ένα χαρτί στο δεξί του χέρι του που έγραφε την επιθυμία του να ταφεί στον Ιερό ναό της Αγίας Βαρβάρας που ο ίδιος έχτισε.

Ο τάφος του Αγίου Ιωακείμ, στον περίβολο του
ναού της Αγίας Βαρβάρας.
πηγή φωτογραφίας: www.pemptousia.gr
Η εξόδιος ακολουθία του Αγίου έγινε στον Ναό του Αγίου Νικολάου της πόλεως, παρουσία πλήθους Χριστιανών.

Ακολούθησε η κατανυκτική εκφορά του  Σκηνώματος του προς το χωριό Σταυρός, μία πορεία αρκετών ωρών, όπου και τάφηκε σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία, πίσω από τον Ναό της Αγίας Βαρβάρας που ο ίδιος είχε χτίσει.

Κατά τη διάρκεια της πομπής προς τον Σταυρό, έβρεχε καταρρακτωδώς όμως το ιερό λείψανο του Αγίου δεν βράχηκε καθόλου. 

Αυτά ήταν μόνο τα πρώτα σημάδια της αγιότητας του Οσίου ενώ η ζωντανή παρουσία και τα θαύματα του Οσίου Ιωακείμ του Παπουλάκου συνεχίστηκαν και μετά τον σωματικό του θάνατο καθώς όμως συνεχίζονται ακόμη και μέχρι σήμερα.

Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του αγίου
Ιωακείμ, παρόν ήτανε και ο ηγούμενος και
της Μονής Βατοπεδίου, Εφραίμ.
πηγή φωτογραφίας: www.pemptousia.gr
Στις 23 Μαΐου του 1992 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου παρουσία, κατά την οποία η Τιμία Κάρα του χωρίστηκε στα δύο και έτσι το μισό πήρε για Ευλογία η Μονή Βατοπεδίου και το άλλο μισό ο Ιερός Ναός της Αγίας Βαρβάρας.

Στις 19 Μαρτίου του 1998 με αριθμό πρωτοκόλλου 323 της Πατριαρχικής και Συνοδικής πράξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά από εισήγηση της Μονής Βατοπεδίου και της Εκκλησίας της Ελλάδος (αρχιεπίσκοπος ο μακαριστός Σεραφείμ) θεσπίστηκε «...όπως από του νυν και εις το εξης εις αιώνα τον άπαντα, Ιωακείμ ο Βατοπεδινός ο Παπουλάκης συναριθμείται τοις οσίοις και αγίοις της Εκκλησίας ανδράσοιν, ετησίοις ιεροτελεστίες και αγρυπνίαις τιμώμενος, και ύμνοις εγκωμίων γεραιρόμενος, τη μεν β' Μαρτίου, εν ή μακαρίως προς τον Κύριος εξεδήμησεν, τη δε ι' / κγ' Μαΐου, επί τη ανακομιδή των ιερών αυτού λειψάνων...». 

Η μνήμη του τιμάται στις 2 Μαρτίου.




Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ.

πηγή φωτογραφίας: www.religiousgreece.gr

Φυλάσσονται στον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα στην Περιστερά Θεσσαλονίκης.



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).



Ο Άγιος Ευθύμιος, κατά κόσμο Νικήτας, γεννήθηκε επί Λέοντος Ε’ του Αρμενίου το 823 - 824, στην κωμόπολη της Γαλατίας, Οψώ, που ήταν στα περίχωρα της Άγκυρας.

Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και ευσεβείς, ονομάζονταν Επιφάνιος και Άννα ενώ είχανε και δύο κόρες, την Μαρία, που ήταν πρεσβυτέρα και την Επιφάνια.

Όταν ενηλικιώθηκε, υπηρέτησε για ένα διάστημα στον στρατό και παρ’ όλο που διακαώς επιθυμούσε να ακολουθήσει τον  μοναχικό βίο ενέδωσε στις παρακλήσεις της μητέρας του και νυμφεύθηκε ενώ απέκτησε και μία κόρη, την Αναστασώ. 

Μία ημέρα ο Νικήτας, με πρόσχημα ότι έφευγε για να ψάξει ένα από τα άλογα του σπιτιού που είχε χαθεί, αποχαιρέτησε την οικογένειά του και κατέφυγε στην έρημο για να βρει ύδατα αναπαύσεως. Πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη, έφθασε τελικά στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας ο οποίος χάρις σε μορφές όπως ο άγιος Ιωαννίκιος, ο όσιος Πέτρος της Ατρώας, ο όσιος Θεοφάνης ο Ομολογητής, ήταν την εποχή εκείνη το πιο σημαντικό μοναστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τριγύρω από κάποια μεγάλα μοναστήρια, ζούσαν χιλιάδες μοναχοί είτε σε απόλυτη ερημία, είτε με κάποιον Γέροντα, είτε σε ημιαναχωρητικές αδελφότητες.

Ο Νικήτας πάνω απ’ όλα επιθυμούσε να πάρει την ευλογία του αγίου Ιωαννικίου του Μεγάλου, του θαυματουργού και ομολογητού της ορθοδόξου πίστεως, και ει δυνατόν να συγκαταλεχθεί μεταξύ των πολλών μαθητών του. Βλέποντάς τον να πλησιάζει ο Ιωαννίκιος, προείδε τη μεγάλη αρετή του ανδρός και είπε στους μαθητές του για να τον δοκιμάσει: «Ποιος είναι αυτός ο αυθάδης νέος που τολμά να έλθει σε μας ενώ είναι κακούργος και ληστής; Πιάστε τον και δέστε τον!» Ο Νικήτας κατέβασε το κεφάλι και δεν επιχείρησε να αμυνθεί, τόσο μεγάλη ήταν η χαρά του που βρισκόταν κοντά στον άγιο.

Όταν ο Ιωαννίκιος τον απάλλαξε από την κατηγορία, όλοι θαύμασαν την ταπείνωση του νέου και την εκκοπή του ιδίου θελήματος. Για να αποφύγει τους επαίνους, ο Νικήτας άφησε τη συνοδεία του αγίου Ιωαννικίου και πήγε υποτακτικός στον Ιωάννη, έναν Γέροντα άγιο και σημειοφόρο, που ζούσε στην ερημία.

Ο Ιωάννης έκειρε τον Νικήτα μοναχό, του έδωσε το όνομα Ευθύμιος και τον ενέδυσε το μικρό Σχήμα. Αυτό έγινε το έτος 842. Μετά από καιρό, ο Ιωάννης έστειλε τον Ευθύμιο στο πλησιέστερο κοινόβιο, τη Μονή των Πισσαδηνών, για να ολοκληρώσει την ασκητική διαπαιδαγώγηση με την υπακοή και την καθημερινή αυταπάρνηση.

Ο Ευθύμιος υποτάχθηκε με τη μεγαλύτερη πραότητα σε όλα τα διακονήματα. Θεωρούσε ότι ήταν ο έσχατος και πλέον ανάξιος όλων των αδελφών και πρόθυμα υπάκουε όχι μόνον στον ηγούμενο αλλά και σε όλους τους άλλους μοναχούς, σαν να άκουγε από τα χείλη τους τη φωνή του Θεού.

Γύρω στο 858, η μονή είχε αναστατωθεί από τις διχόνοιες και τα σκάνδαλα που ακολούθησαν την εκλογή του αγίου Φωτίου (6 Φεβρ.) στον Οικουμενικό θρόνο. Φιλήσυχος και φιλέρημος, ο όσιος Ευθύμιος προτίμησε να αναχωρήσει, μαζί με τον συμμοναστή του Θεοστήρικτο, στον Άθω, όπου τότε εγκαταβίωναν μόνον ερημίτες οι οποίοι ζούσαν με σκληρή άσκηση.

Πριν αποσυρθεί οριστικά στην άγρια ερημία του Άθω, πήγε να μείνει για κάποιο διάστημα κοντά σε ένα φημισμένο ασκητή του Ολύμπου, τον Θεόδωρο, ώστε να μυηθεί στις ανώτερες βαθμίδες του ασκητικού βίου και να λάβει από αυτόν το μεγάλο και αγγελικό Σχήμα.

Μετά από δεκαπέντε χρόνια στον Όλυμπο της Βιθυνίας ο Ευθύμιος ξεκίνησε για τον Άθω, όπου έγινε υποτακτικός του Γέροντος Ιωσήφ, ενός Αρμένιου, του οποίου η αρετή ήταν τόσο μεγάλη ώστε μετά θάνατον το σκήνωμά του ανέβλυσε μύρο ευωδιάζον. Ενθάρρυναν ο ένας τον άλλο στον αγώνα της αρετής και αποφάσισαν να μείνουν εντός ενός σπηλαίου για τρία χρόνια, δίχως να βγουν, τρεφόμενοι με ό,τι τους έστελνε η πρόνοια του Θεού.

Μετά το πέρας αυτής της υπεράνθρωπης δοκιμασίας, από την οποία βγήκε νικητής και φωτισμένος από τη θεία Χάρη, ο Ευθύμιος επέστρεψε για λίγο στον Όλυμπο της Βιθυνίας για να δει τον Θεόδωρο. Όταν του διηγήθηκε την αγγελική βιοτή που ζούσαν στον Άθω, ο Θεόδωρος τον παρακάλεσε να τον πάρει κι εκείνον μαζί του. Εξαιτίας όμως της προχωρημένης ηλικίας του και των παθήσεων που προκλήθηκαν από την ασκητική του ζωή, ο Θεόδωρος δεν μπόρεσε να μείνει στον Άθω. Ο Ευθύμιος τον εγκατέστησε στα περίχωρα της φιλοχρίστου και φιλομονάχου πόλεως Θεσσαλονίκης και επέστρεψε στον Άθω για να απολαύσει το μέλι της ησυχίας.

Λίγο αργότερα, ο Ευθύμιος πληροφορήθηκε τον θάνατο του Γέροντα Θεοδώρου και πήγε στη Θεσσαλονίκη για να προσκυνήσει τον τάφο του και χειροτονήθηκε τότε πρεσβύτερος.

Επιστρέφοντας στον Άθω, δεν βρήκε την ανάπαυση και την ησυχία που επιθυμούσε διότι πολλοί ήταν εκείνοι που τον επισκέπτονταν εξαιτίας της φήμης που είχε αποκτήσει μεταξύ των αναχωρητών. Αποφάσισε τότε να φύγει και να πάει στον Άγιο Ευστράτιο, μαζί με δύο συντρόφους του, τον Ιωάννη Κολοβό και τον Συμεών. Ενώ όμως έπλεαν για το νησί, τους αιχμαλώτισαν πειρατές Αγαρηνοί, που τότε λυμαίνονταν το Αιγαίο πέλαγος.

Όταν απελευθερώθηκαν, επέστρεψαν στον Άθω, αλλά και εκεί οι συχνές επιδρομές των πειρατών τους υποχρέωσαν να χωρισθούν για να πάνε σε μέρη πιο ασφαλή. Ο Ευθύμιος, ο Ιωσήφ ο Αρμένιος και κάποιοι από τους υποτακτικούς τους εγκαταστάθηκαν κοντά στο χωριό Βραστά της Χαλκιδικής και διήγαν ισάγγελο πολιτεία σε χωριστά κελλιά. Του Ευθυμίου ωστόσο του άρεσε να πηγαίνει περιοδικά στον Άθω για να βρίσκεται μεταξύ ουρανού και γης και να συνομιλεί αμεσότερα με τον Θεό.

Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας αναχωρητικής διαμονής, του δόθηκε σε όραμα η εντολή να αναστηλώσει την εγκαταλελειμμένη μονή που βρισκόταν στο όρος Περιστερά, κοντά στη Θεσσαλονίκη, ώστε να παράσχει στους ευλαβείς κατοίκους της περιοχής την ευλογία που φέρνουν οι άνθρωποι του Θεού.

Εγκαταστάθηκε στα ερείπια της μονής γύρω στο 871, μαζί με δύο υποτακτικούς του, τον Ιγνάτιο και τον Εφραίμ και μέσα από αναρίθμητες δυσκολίες που προκάλεσαν οι μισόκαλοι δαίμονες, κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει τη μονή την αφιερωμένη στον άγιο Απόστολο Ανδρέα. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα, ήλθε από τη Θεσσαλονίκη και τη γύρω περιοχή πλήθος μοναχών για να υποταχθούν στη σοφή καθοδήγηση του Ευθυμίου.

Το 888 ίδρυσε εκεί κοντά μία γυναικεία μονή, επικεφαλής της οποίας όρισε την Ευθυμία, την εγγονή του, η οποία, όπως άλλωστε και όλα τα μέλη της οικογενείας του, είχε ασπασθεί τον μοναχικό βίο.

Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ο Ευθύμιος πήγαινε από καιρό σε καιρό στη Θεσσαλονίκη και ανέβαινε σ’ ένα στύλο, που είχε διαλέξει ως στίβο του ασκητικού αγώνα, κατά την πρώτη του επίσκεψη. Πάνω απ’ όλα όμως τον ανέπαυε να αποσύρεται στον Άθω, μακριά απ’ όλους, μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος.

Το 898, προορατικώς γνώρισε την ημέρα της εκδημίας του και συγκέντρωσε όλους τους μαθητές του για ένα εορταστικό γεύμα στην τράπεζα της Μονής των Περιστερών. 

Τους συμβούλευσε, τους νουθέτησε για τελευταία φορά, και αφού τους έδωσε την ευλογία του, μετέβη στην έρημη νησίδα Ιερά (σημ. Γιούρα), όπου παρέδωσε εν ειρήνη την ψυχή του στον Κύριο, παρουσία μόνον των αγγέλων και των αγίων, την 15η Οκτωβρίου του 898.

Η σωρός του μεταφέρθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στις αρχές Ιανουαρίου του 899 στην Περιστερά όπου και τάφηκε ενώ την βιογραφία του συνέγραψε ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης Βασίλειος, που υπήρξε και μαθητής του Αγίου.

Η μνήμη του τιμάται στίς 15 Οκτωβρίου.

Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος δεύτερος, Οκτώβριος. Εκδόσεις Ορμύλια, 2004, σελ. 190.