Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

ΑΠΟΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ.


 Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος στο Άγιο Όρος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Αμφιπρόσωπη εικόνα με τον άγιο Γεώργιο στην κύρια όψη και τις
αγίες Μαρίνα και Ειρήνη στην πίσω, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.

πηγή
Ο Αγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος είναι από τους δημοφιλέστερους Αγίους σε όλο τον χριστιανικό κόσμο. 


Ειδικά στη χώρα μας, δεν υπάρχει περιοχή που να μην έχει κάποιο εξωκλήσι ή εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη του, ενώ το όνομα Γεώργιος είναι από τα πλέον διαδεδομένα και συνηθισμένα.

Κατά τους συναξαριστές αλλά και την Ιερή Παράδοση, ο Γεώργιος γεννήθηκε μεταξύ του 275 και του 281 στη Νικομήδεια της Βιθυνίας. 

Ο πατέρας του ονομαζόταν Γερόντιος και καταγόταν από μία πλούσια οικογένεια της Καππαδοκίας ενώ ήτανε επίσης στρατιωτικός αλλά και Συγκλητικός. 

Η μητέρα του ονομαζόταν Πολυχρονία και καταγόταν από τη Λύδδα της Παλαιστίνης ενώ και οι δύο γονείς του Γεωργίου είχανε βαπτιστεί χριστιανοί.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του Γερόντιου, η οικογένεια του Αγίου μετακόμισε στη Λύδδα της Παλαιστίνης, την πατρίδα της μητέρας του όπου και σε νεαρή ηλικία, ο Γεώργιος, ακολούθησε μία στρατιωτική καριέρα και εντάχθηκε στο Ρωμαϊκό Στρατό όπου ξεχώρισε για τις ηγετικές του ικανότητες αλλά και την ανδρεία του, ενώ έλαβε και το αξίωμα του Τριβούνου

Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος
Βυζαντινή εικόνα τού 13ου αιώνα, στο Εκκλησιαστικό Βυζαντινό 
Μουσείο τής Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης.
Μάλιστα ο ίδιος ο αυτοκράτορας 
Διοκλητιανός τον τίμησε και τον προήγαγε σε Δούκα (διοικητή) και αργότερα σε Κόμη (συνταγματάρχη) στο σώμα της σπουδαίας αυτοκρατορικής φρουράς.

Το 303 ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός άρχισε λυσσαλέους και τρομερούς διωγμούς κατά των Χριστιανών όμως ο Γεώργιος αρνήθηκε να εκτελέσει τις φρικτές διαταγές του και ομολόγησε επί πλέον την πίστη του στον Χριστό. 

Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, που δεν περίμενε  καθόλου αυτή την συμπεριφορά και ειδικά από ένα δικό του άνθρωπο μάλιστα, διέταξε να υποβάλουν τον Γεώργιο σε φρικτά βασανιστήρια, προκειμένου να απαρνηθεί την πίστη του.

Αφού τον βασάνισαν, τον λόγχισαν, του ξέσχισαν τις σάρκες με ειδικό τροχό γεμάτο από μαχαίρια, έπειτα τον έριξαν εξαντλημένο σε έναν λάκκο με βραστό ασβέστη και κατόπιν τον ανάγκασαν να βαδίσει με πυρωμένα μεταλλικά παπούτσια που του είχανε φορέσει στα πόδια του με την βία. 

Φορητή εικόνα του Αγίου Γεωργίου, έφιππου.
17ος αιώνας, διαστάσεων 59 x 50 εκατοστών σε ξύλο με αυγοτέμπερα 
και φέρει την επιγραφή: ΔΕΗCΙC ΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΛΑΔΑ
Μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου
Ο Γεώργιος υπέμενε όμως καρτερικά το μαρτύριο αυτό και στις 23 Απριλίου του 303 αποκεφαλίστηκε στα τείχη της Νικομήδειας. 

Την ημερομηνία αυτή τιμάται η μνήμη του σε όλο τον χριστιανικό κόσμο, με εξαίρεση τις ορθόδοξες εκκλησίες. 

Όταν η 23η Απριλίου πέφτει πριν από το Πάσχα ή συμπίπτει με το Πάσχα, επειδή η ακολουθία του περιλαμβάνει αναστάσιμους ύμνους.

Στην περίπτωση αυτή, ο εορτασμός της μνήμης του Αγίου Γεωργίου μετατίθεται για τη Δευτέρα της εβδομάδας της Διακαινησίμου.

Το λείψανο του αγίου Γεωργίου, μαζί με αυτό της μητέρας του, η οποία μαρτύρησε επίσης την ίδια ή και την επόμενη ημέρα από αυτόν, μεταφέρθηκε και τάφηκε στη Λύδδα. 

Από εκεί, όπως βεβαιώνουν οι πηγές, οι Σταυροφόροι πήραν τα ιερά λείψανα της Αγίας Πολυχρονίας και τα μετέφεραν στη Δύση ενώ επί του τάφου του Αγίου Γεωργίου, ο Μέγας Κωνσταντίνος έκτισε έναν περικαλλή ναό.

Φορητή εικόνα του Αγίου Γεωργίου.
Βυζαντινό μουσείο. 
πηγή
Η θαυμαστή καρτερία που επέδειξε ο Γεώργιος κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του και τα θαύματα που επιτέλεσε, συνετέλεσαν στη μεταστροφή πολλών παριστάμενων Ρωμαίων στον Χριστιανισμό, με επιφανέστερη περίπτωση της συζύγου του Διοκλητιανού, Αλεξάνδρας, η οποία ασπάστηκε τον Χριστιανισμό μαζί με τους δούλους της Απολλώνιο, Ισαάκιο και Κοδράτο που η μνήμη τους τιμάται στις 21 Απριλίου.

Η φήμη του Γεωργίου διαδόθηκε σε όλη την Ανατολή και ήδη, τον 4ο αιώνα υπήρχαν στη Συρία ναοί με το όνομά του, ενώ στην Αίγυπτο είχαν χτιστεί προς τιμήν του 40 ναοί αλλά και 3 μοναστήρια ενώ στην Κωνσταντινούπολη αναφέρεται ένας ναός του Γεωργίου, ήδη, από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Οι εκκλησιαστικοί ποιητές, όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός, του αφιέρωσαν θριαμβευτικούς ύμνους και εγκώμια, ανακηρύσσοντάς τον «Αστέρα πολύφωτον, ώσπερ ήλιον λάμποντα»«Πρωταθλητάρχην και πρωτοστράτηγον και μέγαν ταξιάρχην της πίστεως» και της «πίστεως υπέρμαχον και μάρτυρα αήττητον και νικητήν θεόστεπτον»«περιφρουρούντα το εν θαλάσση πλέοντα, τον εν οδώ βαδίζοντα και τον εν νυκτί κοιμώμενον», μεγαλομάρτυρα τροπαιοφόρον, του οποίου, «το θαυμάσιον αυτού όνομα εν πάση τη γη άδεται».

Ιστορικό της μεταφοράς των λειψάνων Αγίου Γεωργίου.

Φορητή εικόνα του Αγίου Γεωργίου, του 16ου αιώνα,
διαστάσεων 94.5 Χ 60 εκατοστά.
Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας.
πηγή
Δέν ειναι γνωστό πότε ανακομίσθηκαν τά Λείψανα του Μεγαλομάρτυρος από τήν Λύδδα της Παλαιστίνης στήν Κωνσταντινούπολη. 

Μέχρι τό 1207 πάντως στήν ομώνυμη Μονή των Μαγγάνων υπήρχε η Τιμία Κάρα του. 

Όταν τό 1207 εγκαταστάθηκαν εκει Λατίνοι Μοναχοί, η Κάρα μεταφέρθηκε από τούς Καταλανούς στό φρούριο της Λειβαδιάς, απ' όπου τό 1393, μέ τήν εκδίωξη των Καταλανών από τό Φραγκικό Δουκάτο των Αθηνών, μεταφέρθηκαν στήν Αιγινα, τότε Καταλανική κτήση.

Στή Λειβαδιά πάντως πρέπει νά έμεινε μέρος Κάρας καί κάποια Λείψανα, διότι σήμερα στή Μητρόπολη Θηβών καί Λεβαδείας φυλάσσονται μέρος Κάρας καί άλλα Λείψανα πού αποδίδονται στόν Αγιο Γεώργιο.

Τό 1462, οταν οι Βενετοί αντικατέστησαν τούς Καταλανούς στήν Αίγινα, πέτυχαν τήν κλοπή της Κάρας του Αγίου καί τήν μεταφορά της στή Βενετία, όπου κατατέθηκε στό Ναό του Αγίου Γεωργίου του Μείζονος, όπου σήμερα φυλάσσεται μέρος Κάρας.

Στή Βενετία επίσης, στό Κοινόβιο των Βενεδικτίνων του Αγ. Νικολάου Lido, φυλάσσεται ένας βραχίονας του Αγίου, τμηματικά αδιάφθορος, πού έφθασε εκει τό 1296 από τήν Μονή Αγίου Γεωργίου da fiore της Καλαβρίας, τό Λείψανο αυτό προσκύνησε τό Σαββάτο της Τυρινής του 1438 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ, παρά τίς αμφιβολίες του Χαρτοφύλακος Μιχαήλ Βαλσαμώνος γιά τήν γνησιότητά του.

Τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου με το προσωνύμιο
"Ταχύς" στον νάρθηκα του Καθολικού της ιεράς
Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Δαμανδρίου Λέσβου
πηγή
Σύμφωνα μέ μία δεύτερη παράδοση πού επικρατεί στή Δύση (τήν Ρωμαϊκή), τά Λείψανα του Μεγαλομάρτυρος δωρήθηκαν από τήν Αγία Ισαπόστολο Ελένη στήν Εκκλησία της Ρώμης, αμέσως μετά τήν εύρεσή τους.

Τά Λείψανα αυτά κατατέθηκαν στήν Παπική Καθέδρα του Λατερανού, απ' όπου αργότερα μεταφέρθηκαν στό Ναό Αγίου Γεωργίου Velabro. 

Τό 1600 ο Πάπας Κλήμης Η' δώρησε μέρος των Λειψάνων αυτών στόν Καθεδρικό Ναό της Φερράρας.

Εκεί φυλάσσεται καί μέρος ενός βραχίονα πού μετέφερε από τήν Παλαιστίνη κατά τίς Σταυροφορίες ο Κόμης Ροβέρτος της Φλάνδρας, τό Λείψανο αυτό δωρήθηκε στό Ναό τό 1100 από τήν σύζυγό του Ματθίλδη.

Στήν Ελλάδα πρόβλημα υπάρχει μέ τήν ευωδιάζουσα Κάρα πού φυλάσσεται στή Μονή Οσίου Μελετίου Οινόης Βιλλίων Αττικής καί αποδίδεται στόν Όσιο Μελέτιο του Κιθαιρώνος, διότι η επιγραφή της αργυρής θήκης της Κάρας αναφέρει, ότι πρόκειται γιά τήν Κάρα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου.

Σημείωση: Η μνήμη του Αγίου γιορτάζεται στις 23 του Απρίλη αν όμως το Πάσχα πέφτει μετά τις 23 Απρίλη, τότε η μνήμη του Αγίου γιορτάζεται την επόμενη μέρα του Πάσχα (Δευτέρα της Διακαινησίμου).

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΠΟΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ (ΚΛΙΚ ΕΔΩ)
ΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ
ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ (ΚΛΙΚ ΕΔΩ)



Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΠΟΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΑΓΙΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ.

πηγή

 Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Οσίου Ξενοφώντος Αγίου Όρους.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Άγιοι Στέφανος και Παύλος ο Ξηροποταμινός
Μέσα του 18ου αιώνα, Nέα Σκήτη Άγιον Όρος.
πηγή
Ο Άγιος Στέφανος ήταν ένας από τους πιο διακεκριμένους μεταξύ των επτά διακόνων, που εξέλεξαν οι πρώτοι χριστιανοί για να επιστατούν στις κοινές τράπεζες των αδελφών, ώστε να μη γίνονται λάθη και τους οποίους χειροτόνησαν οι ίδιοι οι Άγιοι Απόστολοι.

Αν και κουραστική η ευθύνη του επιστάτη για τόσους αδερφούς παρ’ όλα αυτά ο Στέφανος έβρισκε καιρό αλλά και μεγάλη δύναμη για να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού. 

Και όπως αναφέρει η Αγία Γραφή: «Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα εν τω λαῷ».(Πραξ. Αποστόλων, στ΄8-15, ζ΄1-60). 

Δηλαδή ο Στέφανος, που ήταν γεμάτος πίστη και χάρισμα ευγλωττίας δυνατό, έκανε μεταξύ του λαού πολύ μεγάλα θαύματα, που προκαλούσαν κατάπληξη και αποδείκνυαν όμως έτσι την αλήθεια του χριστιανικού κηρύγματος.

Ο Στέφανος είχε αφιερώσει τη ζωή του στο κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου καθώς και στη φιλανθρωπική δράση και για τη προσφορά του αυτή αλλά και για τις αρετές του τιμήθηκε και ευλογήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας, με το οποίο θεράπευε ασθενείς και αποδείκνυε έτσι τη δύναμη του Χριστού. 


Ο λιθοβολισμός του Αγίου Στεφάνου.
Μιχαήλ Δαμασκηνός, 1590.
πηγή
Με τη βαθιά θεολογική του κατάρτιση ο Στέφανος ανέτρεπε εύκολα τις κακοδοξίες των Ιουδαίων, προκαλώντας την οργή και το φθόνο τους, αυτοί όμως, ήταν προκατειλημμένοι και εξαπέλυσαν συκοφάντες ανάμεσα στο λαό, που διέδιδαν ότι άκουσαν το Στέφανο να βλαστημά τον Μωυσή και το ίδιο τον Θεό. 

Με αφορμή αυτές τις συκοφαντίες εναντίον του, που οι ίδιοι είχαν ενσπείρει, άρπαξαν με μίσος τον Στέφανο και τον οδήγησαν μπροστά στο Συνέδριο, τάχατες για να απολογηθεί για τα σημαντικά παραπτώματά του. 

Η απολογία του Στεφάνου υπήρξε ένα πρότυπο τόλμης αλλά και θάρρους, χωρίς να φοβηθεί καθόλου, εξαπέλυσε λόγια - κεραυνούς εναντίον των Ιουδαίων και από υπόδικος, ορθώθηκε θυελλώδης ελεγκτής αλλά και κατήγορος τους. 

Ακράτητοι από το μίσος οι Ιουδαίοι, τον έσυραν έξω από την πόλη, όπου τον θανάτωσαν με λιθοβολισμό και εκεί φάνηκε η μεγάλη συγχωρητικότητα του Στεφάνου προς τους εχθρούς του με τη φράση του, «Κύριε, μὴ στήσης αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην», δηλαδή, Κύριε μη λογαριάσεις σε αυτούς την αμαρτία αυτή.
 
Την μέρα εκείνη, έγινε μεγάλος διωγμός κατά της εκκλησίας των Iεροσολύμων και όλοι σκορπίστηκαν στα χωριά της Iουδαίας και της Σαμάρειας, εκτός από τους Αποστόλους ενώ τον Στέφανο τον πήραν και τον έθαψαν μερικοί ευλαβείς άντρες.

Ο Πρωτομάρτυρας  Αρχιδιάκονος Στέφανος
Εικόνα βυζαντινή  τού δευτέρου μισού τού 14ου αιώνα. 
στο Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς
Με εντολή των προεστών μεταφέρθηκε το σώμα του Στεφάνου έξω από τη βόρεια πύλη της πόλης και έμεινε άταφο, να το κατασπαράξουν άγρια ζώα, όμως κανένα ζώο δεν το πείραξε και μερικοί ευλαβείς άντρες, αφού θρήνησαν, πήραν το σώμα του και το έθαψαν.
 
Αυτό έγινε με πρωτοβουλία του νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ, που παρακάλεσε και προέτρεψε τους Αποστόλους να πάρουν το σώμα του Στεφάνου και να το ενταφιάσουν στον τάφο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του, στο χωριό Καφαργάμαλα, στην ευρύτερη περιοχή των Ιεροσολύμων όπως και έγινε. 
 
Ο Γαμαλιήλ, ο γιος του Άβιβος και ο ανιψιός του Νικόδημος, ο νυχτερινός μαθητής του Κυρίου, είχαν βαπτιστεί χριστιανοί από τους Αποστόλους Ιωάννη και Πέτρο όμως μετά το πένθος των σαράντα ημερών, οι Ιουδαίοι πληροφορήθηκαν ότι ο Νικόδημος βαπτίσθηκε και τον υπέβαλλαν σε πολλά βασανιστήρια.
 
Έτσι έφτασε διωκόμενος και πληγωμένος στο χωριό του Γαμαλιήλ και του ζήτησε καταφύγιο, δυστυχώς λίγες ημέρες αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του και ενταφιάστηκε δίπλα στον Άγιο Στέφανο ενώ όταν αργότερα ο Γαμαλιήλ και ο γιος του Άβιβος απεβίωσαν, ενταφιάστηκαν και αυτοί δίπλα στον Άγιο Στέφανο και το Νικόδημο.

Η Ανακομιδή των Λειψάνων του Αγίου Πρωτομάρτυρα Στέφανου.
 
Ανακομιδή του Λειψάνου του Αγίου
Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, Βυζαντινό
Μηνολόγιο (2-5 Αυγούστου) του
14ου αιώνα,βρίσκεται στην Bodleian
βιβλιοθήκη στην Οξφόρδη, της Αγγλίας.
Επί βασιλείας του Θεοδοσίου του Μικρού
(401450), στις 3 Δεκεμβρίου του 415,
ημέρα Παρασκευή ο Λουκιανός, ένας σεβάσμιος ιερέας στα Καφαργάμαλα, ενώ κοιμόταν, είδε σε όραμα τον Γαμαλιήλ ο οποίος του αποκάλυψε τον τόπο που ήταν ενταφιασμένος ο ίδιος, ο γιος του Άβιβος, ο ανιψιός του Νικόδημος και Άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος.    

Τον προέτρεψε μάλιστα να πάει στην Ιερουσαλήμ να ειδοποιήσει τον επίσκοπο Ιεροσολύμων Ιωάννη να μεταφέρουν τα λείψανα, για να αναπαυθούν σε ένα καταλληλότερο μέρος.  
 
Ο Λουκιανός όμως αβέβαιος για τη φύση του οράματός του δεν έκανε αυτό που πρόσταξε ο Γαμαλιήλ αλλά προσευχήθηκε στο Θεό να ξαναεμφανιστεί ο γέροντας, για να βεβαιωθεί πως επρόκειτο για αληθινό θεϊκό όραμα έτσι την επόμενη Παρασκευή ο Γαμαλιήλ εμφανίστηκε για δεύτερη φορά στο Λουκιανό και τον ρώτησε ανυπόμονα γιατί δεν έδρασε σύμφωνα με τις οδηγίες που του έδωσε. 
 
Ο Λουκιανός εξήγησε στο Γαμαλιήλ πως προσευχήθηκε επειδή είχε αμφιβολίες και πως περίμενε άλλο ένα σημάδι, για να πειστεί μάλιστα, ο Γαμαλιήλ του έδωσε λεπτομερείς πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο θα αναγνώριζε τα άγια σώματα μετά την εκταφή τους.
 
Απεικόνιση του Αγίου Πρωτομάρτυρα Στέφανου
σε εικόνα του 6ου αιώνα, μουσείο Hermitage
πηγή
Ο Λουκιανός είδε λοιπόν
τέσσερα καλάθια, τρία χρυσά και ένα ασημένιο, τα χρυσά καλάθια ήταν στολισμένα με τριαντάφυλλα, το ένα καλάθι με κόκκινα ενώ τα άλλα δύο με λευκά και το τέταρτο καλάθι ήταν γεμάτο με σαφράν. 
 
Αμέσως ο Γαμαλιήλ εξήγησε πως τα τριαντάφυλλα αντιπροσωπεύουν τα ιερά λείψανα των ανδρών, τα κόκκινα αντιπροσώπευαν το Στέφανο που κέρδισε την τιμή του μαρτυρίου, τα λευκά τον Νικόδημο και τον Γαμαλιήλ για τη σταθερή τους πίστη και το σαφράν τον Αβελβούλ, γιατί είχε διατηρήσει την παρθενία του.
 
Ο Λουκιανός και πάλι δεν ακολούθησε το πρόσταγμα του Γαμαλιήλ που εμφανίστηκε και τρίτη φορά και τον επέπληξε, τότε ο Λουκιανός πληροφόρησε άμεσα τον επίσκοπο Ιωάννη για τα οράματά του εκθέτοντας με επιμέλεια όλες τις λεπτομέρειες. 
 
Αμέσως ο Ιωάννης έδωσε την άδειά του να γίνει η εκταφή και βρήκαν τους τάφους των αγίων ανδρών, στους οποίους ήταν χαραγμένα τα ονόματά τους στην εβραϊκή γλώσσα, Χιλιήλ που σημαίνει «Στέφανος», Νασόμ που σημαίνει «Νικόδημος», Γαμαλιήλ και Αβελβούς που σημαίνει «ὁ υἱὸς αὐτοῦ». Εκείνη την εποχή ο Ιωάννης Ιεροσολύμων (περίπου 356 417), που προήδρευε σε μία σύνοδο στη Διόσπολη, μόλις πληροφορήθηκε την εύρεση των λειψάνων, επέστρεψε συνοδευόμενος από τους επισκόπους Ευτόνιο Σεβαστής και Ελευθέριο Ιεριχούντων στα Ιεροσόλυμα, για να διεξάγει την ανακομιδή των λειψάνων του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου.  
 
Στις 26 Δεκεμβρίου του 415 μεταφέρθηκε το λείψανο του Αγίου Στεφάνου με πανηγυρικό τρόπο στο ναό της Αγίας Σιών στην Ιερουσαλήμ και σηματοδότησε έτσι την επιστροφή του Αγίου στο τόπο της διακονίας του.
 
Το «πρόβλημα» της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη.
 
Η αφήγηση των γεγονότων της μεταφοράς προσκρούει σε ένα σημαντικό πρόβλημα, ενώ η εύρεση πραγματοποιείται το 415 επί Ονωρίου (395 ­‐ 423) και Θεοδοσίου του Μικρού (408 450), η μεταφορά, αν και μεταγενέστερο γεγονός, τοποθετείται αρκετά χρόνια πίσω, στα χρόνια δηλαδή της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306 ­‐ 337). 
 
Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι αυτά του Μεγάλου Κωνσταντίνου (272 - ­337), του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Μητροφάνη Α ́ (306 ­‐ 314) και του Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων Αγίου Κυρίλλου Α ́ (313 ­‐ 386).  
 
Ο Λουκιανός και ο μεταφραστής της επιστολής του Άβιτος (440), ο φίλος του Αβίτου Ορώσιος (395 ­‐ 423) και ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Ιωάννης Β ́ (386 ­‐ 417) έδρασαν όλοι επί Θεοδοσίου του Μικρού (408 450). 
 
Ο Ορώσιος μετέφερε στη Βόρεια Αφρική και στην Ισπανία τμήματα του λειψάνου του Αγίου Στεφάνου, όταν στον επισκοπικό θρόνο της Ιππώνος βρισκόταν ο Αυγουστίνος (354 - 430), επίσης, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το όραμα του Λουκιανού πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου του 415, και πως ο Γαμαλιήλ εμφανίστηκε άλλες δύο φορές, δηλαδή την επόμενη και την μεθεπόμενη Παρασκευή, στις 10 και 17 Δεκεμβρίου αντίστοιχα. 
 
Η αφήγηση λέει πως μετά την τρίτη εμφάνιση του Γαμαλιήλ (17 Δεκεμβρίου) ο Λουκιανός ανακάλυψε τα λείψανα του Αγίου και πως ο επίσκοπος Ιωάννης μετέβη άμεσα από τη Διόσπολη όπου βρισκόταν και συμμετείχε σε Σύνοδο, στα Ιεροσόλυμα, πρόκειται για τη Σύνοδο που αντιμετώπισε τον Πελάγιο και πραγματοποιήθηκε στα μέσα του Δεκέμβρη του 415 και στην οποία συμμετείχε ο Ιωάννης. 
 
Το γεγονός της διεξαγωγής της Συνόδου στα μέσα του Δεκέμβρη του 415, της 17ης Δεκεμβρίου του 415 που φαίνεται να είναι η ημερομηνία της τελευταίας εμφανίσεως του Γαμαλιήλ και αν λάβει κανείς υπόψη του και τη μεταφορά του λειψάνου στο ναό της Αγίας Σιών, που πραγματοποιήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου του 415 οδηγείται με μεγάλη βεβαιότητα στο συμπέρασμα πως πρόκειται για την πιο αξιόπιστη και αληθοφανή εκδοχή της ιστορίας. 
 
Πώς τώρα συγχέονται τα γεγονότα που ακολουθούν με το όνομα του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι ένα θέμα γύρω από το οποίο μπορούν να γίνουν πολλές υποθέσεις.  
 
Ήταν πολύ διαδεδομένο το φαινόμενο οι διάφοροι αυτοκράτορες να επιδίδονται σε αγαθοεργίες και ανεγέρσεις ιερών ναών και προσκυνημάτων, ο αυτοκράτορας που ξεχώρισε και εγκαινίασε όλη αυτή την πρακτική ήταν αναμφίβολα ο Κωνσταντίνος Α ́ ο Μέγας, η δράση του και η βοήθεια που παρείχε στη μητέρα του Αγία Ελένη για το σκοπό αυτό ήταν πρωτοφανής και ανεπανάληπτη
 
Οι ναοί που υψώθηκαν ιδιαιτέρως στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη αλλά και στην υπόλοιπη αυτοκρατορία εντυπωσίασαν τους χριστιανούς και επηρέασαν τη ζωή τους καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσαιωνικού χριστιανισμού και κορωνίδα αυτής της δραστηριότητας υπήρη η εύρεση του Τιμίου Σταυρού και η ανέγερση ναών στα αγιότερα μέρη της Παλαιστίνης που προσέδωσε στον αυτοκράτορα θρυλικές διαστάσεις. 
 
Είναι λοιπόν λογικό να ταυτιστεί η μεταφορά των λειψάνων του πρώτου μάρτυρα του Χριστού με το πρόσωπο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, πιθανότατα όμως ο αυτοκράτορας στου οποίου τα χρόνια έγινε η μεταφορά του λειψάνου από τα Ιεροσόλυμα στην Κωσταντινούπολη να μην είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος αλλά ο Θεοδόσιος Β ́ ο Μικρός.
 
Θα πρέπει να αναφερθεί εδώ πως επί πατριαρχίας του Ιουβελιανού Ιεροσολύμων (422 458), στις 15 Μαΐου του 439, τα λείψανα του Αγίου Στεφάνου μεταφέρθηκαν στη βασιλική που αναγέρθηκε στον τόπο του λιθοβολισμού του, σε μία μεγαλοπρεπέστατη τελετή όπου χοροστατούσε ο Κύριλλος Α  Αλεξανδρείας, στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε πως ο Θεοδόσιος βασίλεψε έως το 450 και πως στον Πατριαρχικό θρόνο της πρωτεύουσας ανήλθε το 434 και παρέμεινε έως το 446 ο Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως, γνωστός και για το εγκώμιό του «εἰς τὸν ἅγιον πρωτομάρτυρα Στέφανον»
 
Η μεταφορά του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη μετά την κατάθεση του λειψάνου στην Αγία Σιών, κάποιος συγκλητικός από την Κωνσταντινούπολη με το όνομα Αλέξανδρος, ταξίδεψε στα Ιεροσόλυμα και έκτισε έναν μεγαλοπρεπή ναό αφιερωμένο στον Άγιο Στέφανο. 
 
Ο συγκλητικός παρακάλεσε θερμά τον επίσκοπο Ιωάννη να μεταφέρει εκεί τα λείψανα του Αγίου, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό και όταν μετά από 5 χρόνια ο Αλέξανδρος αρρώστησε, κατασκεύασε ένα φέρετρο από ξύλο ροδακινιάς (γλωσσόκομον περσεϊνὸν) παρόμοιο με αυτό που περιείχε τα λείψανα του Αγίου Στεφάνου και εξέφρασε την επιθυμία του, όταν αποβιώσει, να ενταφιαστεί δίπλα στον Άγιο Στέφανο. 
 
Όταν τελικά απεβίωσε, το φέρετρο αυτό με το σώμα του Αλεξάνδρου τοποθετήθηκε δίπλα σε αυτό του Πρωτομάρτυρα και οκτώ χρόνια αργότερα, η χήρα του Αλεξάνδρου, Ιουλιανή, όταν θέλησε να μεταφέρει το σώμα του συζύγου της στην Κωνσταντινούπολη, παρουσιάστηκε στον τότε πατριάρχη Ιεροσολύμων και τον παρακάλεσε να της επιτρέψει τη μεταφορά του λειψάνου του.
 
Ο πατριάρχης αρχικά αρνήθηκε όμως μετά από παρέμβαση του πατέρα της Ιουλιανής, που είχε βασιλική προσταγή, αναγκάστηκε να το επιτρέψει, αλλά αυτή αντί να λάβει τη θήκη του ανδρός της έλαβε την όμοια θήκη του Αγίου Στεφάνου την οποία φόρτωσε σε όνο και ξεκίνησε την οδοιπορία της προς την Κωνσταντινούπολη. 
 
Οταν έφτασε η γυναίκα στην παράλια πόλη της Ασκάλωνος βρήκε πλοίο, επιβιβάστηκε και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη ενώ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συνέβησαν διάφορες κακουχίες και θαυμαστά γεγονότα, αλλά με την πρόνοια του Αγίου έφθασαν στη Χαλκηδόνα όπου προσάραξε το πλοίο, από εκεί προχώρησαν στο Γαλατά (Συκεαίς) και μετά πέρασαν απέναντι στο Σταυρίον (Ζεύγμα), όπου έζευσαν τους ημίονους και φόρτωσαν το λείψανο για να το μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη.  
 
Εν τω μεταξύ ο βασιλιάς πληροφορήθηκε πως έφτασε το λείψανο του Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη, τότε η Ιουλιανή του διηγήθηκε όλη την περιπέτεια και ο βασιλιάς γεμάτος χαρά πρόσταξε τον πατριάρχη και όλο τον κλήρο να εξέλθουν, για να προϋπαντήσουν το άγιο λείψανο με τιμή και ευλάβεια και να το φέρουν στο βασιλικό παλάτι
 
Τα θαύματα που ακολούθησαν είναι απερίγραπτα. Έσυραν λοιπόν οι ημίονοι την άμαξα με το λείψανο, έως ότου έφτασαν στην περιοχή που ονομάζεται Κωνσταντιαναί και εκεί σταμάτησαν ενώ επειδή χτυπούσαν τα ζώα για να συνεχίσουν, ο ένας ημίονος μίλησε με ανθρώπινη φωνή και είπε: «Γιατί μας δέρνετε; Εδώ πρέπει να αποτεθεί το άγιο λείψανο», όταν ο πατριάρχης και οι παρευρισκόμενοι άκουσαν τη φωνή δοξολόγησαν το Θεό. 
 
Μόλις έμαθε ο βασιλιάς τα γεγονότα διέταξε να τοποθετηθούν τα λείψανα σε κάποιο ναό της περιοχής, όπου ο λαός είχε την ευκαιρία να τα προσκυνήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ αργότερα κτίστηκε στον τόπο εκείνο ναός αφιερωμένος στον Άγιο Στέφανο.  
 
Ο Θεοφάνης ιστορεί πως ο Θεοδόσιος ο Μικρός έστειλε μεγάλη ελεημοσύνη στον αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων, για να τη μοιράσει στους φτωχούς, επίσης, έστειλε ένα χρυσό σταυρό με πολύτιμους λίθους, για να τοποθετηθεί στον τόπο του Κρανίου ενώ ο αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων έστειλε με τη σειρά του τη δεξιά χείρα του αγίου Στεφάνου εις ένδειξιν ευχαριστίας στην Κωνσταντινούπολη. 
 
Όταν το λείψανο, που μετέφερε ο Πασσαρίων, έφθασε στη Χαλκηδόνα, ο Άγιος φανερώθηκε στην Πουλχερία, η οποία είχε έλθει με τον αδελφό της, αυτοκράτορα Θεοδόσιο το Νέο, να παραλάβει το τίμιο αυτό κειμήλιο που εν συνεχεία αποτέθηκε στο παλάτι, πριν μεταφερθεί στην πρώτη εκκλησία της Βασιλεύουσας που αφιερώθηκε στον Άγιο
 
Η μνήμη του Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιακόνου Αγίου Στεφάνου γιορτάζεται στις 27 Δεκεμβρίου και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 2 Αυγούστου.


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
 
ΤΕΜΑΧΙΟ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
(ΚΛΙΚ
ΕΔΩ)

ΤΗΝ ΔΕΞΙΑ ΚΝΗΜΗ
TOY AΓΙΟΥ 
ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΟΥ 
ΣΤΕΦΑΝΟΥ
(ΚΛΙΚ ΕΔΩ)