Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2023

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.


 Φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου, επί της Εγνατίας οδού, στην Θεσσαλονίκη.


Περισσότερες πληροφορίες για το πώς και κάτω από ποιές συνθήκες βρέθηκε η Τιμία Κάρα στον Ιερό Ναό καθώς και αν πρόκειται για Απότμημα της Τιμίας Κάρας του Αγίου Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δυστυχώς δεν έχουμε στην διάθεσή μας. Σύμφωνα με τη σελίδα του Ιερού Ναού στο facebook αναφέρεται ότι πρόκειται για την Τιμία Κάρα του Μεγαλομάρτυρα Αγίου Ευσταθίου κάτι που όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί από πηγές μας.

Ο Άγιος Ευστάθιος ο Κατάφλωρος, Αρχιεπίσκοπος
Θεσσαλονίκης. Τοιχογραφία στο Καθολικό της
Μονής Βατοπεδίου.
Είχε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και ε
ίναι ιδιαίτερα γνωστός για την ιστορία του αναφορικά με τη λεηλασία της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς το 1185 (στην οποία αιχμαλωτίστηκε προσωρινά), αλλά και τα ερμηνευτικά σχόλιά του για τον Όμηρο.

Υπήρξε μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Φλώρου της Κωνσταντινούπολης, εξ ου και το προσωνύμιο Κατάφλωρος. Μετέπειτα κατέστη σύμβουλος επί των δεήσεων, «μαΐστωρ ρητόρων» (δηλαδή καθηγητής ρητορικής) και διάκονος της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Έγινε επίσκοπος Μύρων της Μικράς Ασίας και έπειτα Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, γύρω στα 1178, έως και τον θάνατό του. 

Ως Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης συγκρούστηκε με τους "δυνατούς" της πόλης και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη για λίγο. Επίσης, διατηρούσε αλληλογραφία με σημαντικά πρόσωπα της πολιτικής ζωής. Βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας σχολίασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου, τον Διονύσιο τον Περιηγητή και τον Πίνδαρο. 

Μετά την κοίμησή του, τους επικήδειους λόγους του διάβασαν οι Άγιος Ευθύμιος και Άγιος Μιχαήλ Χωνιάτης, αποσπάσματα των οποίων σώζονται σε βιβλιοθήκη της Οξφόρδης. Ο μαθητής του Νικήτας Χωνιάτης τον επαίνεσε, επίσης, ως τον πιο καλλιεργημένο άνθρωπο της γενιάς του, κάτι που είναι δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς ιστορικά.

Ο Ευστάθιος έγραψε εκτενώς σχόλια για αρχαίους ποιητές, θεολογικές πραγματείες, ομιλίες, επιστολές, εγκώμια, επιταφίους, καθώς και μία ιστορία της άλωσης της Θεσσαλονίκης το 1185.

Αναλυτικά, τα σημαντικότερα έργα του είναι τα ακόλουθα: 

α) Ιστορικόν της Αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών. Πρόκειται για μαρτυρία του ιδίου τόσο της άλωσης όσο και των δεινών που υπέφεραν οι πολίτες κατόπιν. Στις πρώτες σελίδες των απομνημονευμάτων του, ο Ευστάθιος περιγράφει τις πολιτικές εξελίξεις στην Κωνσταντινούπολη από το θάνατο του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού ως τη σύντομη βασιλεία του Αλεξίου Β΄ Κομνηνού και το σφετεριστή Ανδρόνικο Α’ Κομνηνό. Στις γραμμές του περιλαμβάνει επίσης σχόλια για τις πράξεις ευγενών και άλλων σημαντικών προσωπικοτήτων της εποχής.

β) Παρεκβολαὶ εις την Ομήρου Ιλιάδα καὶ Οδύσσειαν
Δεν πρόκειται για δικά του κείμενα, αλλά για συλλογή από πονήματα προηγουμένων σχολιαστών. Η απέραντη αυτή συλλογή δείχνει υψηλού επιπέδου επιμέλεια εκ μέρους του Ευσταθίου, ώστε να διασφαλίσει το σεβασμό απέναντι στις αληθινές πηγές. Οι Παρεκβολές αποτελούν το κορυφαίο μεσαιωνικό σύγγραμμα σχετικά με τα Ομηρικά έπη, ιδίως αφού οι πηγές του Ευσταθίου που ήταν διαθέσιμες στις τότε βιβλιοθήκες της Κωνσταντινούπολης (Αρίσταρχος Σαμοθράκης, Ζηνόδοτος, Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, Δειπνοσοφιστές) μας έχουν χαθεί.

γ) Παρατηρήσεις για τον Διονύσιο τον Περιηγητή, που αφιέρωσε στον Ιωάννη Δούκα, γιό του Ανδρονίκου Καματηρού. Το βιβλίο αυτό μας μεταφέρει αρκετό περιεχόμενο από τις «Γεωγραφίες των Ελλήνων» του Διονυσίου.

δ) Σχόλια για τον Πίνδαρο
Δυστυχώς, μόνο η εισαγωγή τους σώζεται σήμερα, στην Ιερά Μονή Ιβήρων Αγίου Όρους.

ε) Περί βυζαντινής μουσικής προσωδίας και Ερμηνεία στον ιαμβικό κανόνα της Πεντηκοστής του Ιωάννου Δαμασκηνού.

Aγιοκατατάχθηκε στις 10 Ιουνίου του 1988 και η Μνήμη του τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου.



Δευτέρα 15 Αυγούστου 2022

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΑΡΑΝΤΑΕΚΚΛΗΣΙΩΤΙΣΣΑΣ.


Φυλάσσεται σήμερα, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην περιοχή Σαράντα Εκκλησίες, στις παρυφές του δάσους του Σέιχ Σού, στην Θεσσαλονίκη.


Ο Ιερός Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου,
40 Εκκλησιών, στην Θεσσαλονίκη
Ο ναός είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένος με τους πρόσφυγες από τις 40 Εκκλησίες της Ανατολικής Θράκης που βρήκαν καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη, όταν εκδιώχθηκαν από την πατρίδα τους κατά την Μικρασιατική Καταστροφή ενώ 
η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 15ου - 16ου αιώνα και έφτασε στη Θεσσαλονίκη μετά από περιπέτειες.

Οι πρόσφυγες κατά την βίαιη έξοδό τους από την αλησμόνητη πατρίδα τους δεν μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους το ιερό αυτό κειμήλιο, έτσι μια ολιγομελής ομάδα Σαρανταεκκλησιωτών, με επικεφαλής τον Δ. Καβάφη, επέστρεψε μετά από 4 ή 5 χρόνια, αναζητώντας την εικόνα για να την μεταφέρει στη νέα τους πατρίδα.

Οι 40 Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης
σε κάρτ ποστάλ της εποχής
Μόλις έφτασαν στις 40 Εκκλησίες της Ανατολικής Θράκης διαπίστωσαν με θλίψη ότι ο ναός είχε καταστραφεί και η θαυματουργή εικόνα της Κοίμησης της Παναγίας, χρησιμοποιούνταν ως σκέπαστρο ενός πηγαδιού στο περιβόλι του τοπικού άρχοντα.

Με την καταβολή 100 χρυσών λιρών τους δόθηκε η άδεια να την παραλάβουν και να την μεταφέρουν στην Ελλάδα. 

Με πολλούς κινδύνους, αλλά και θερμή πίστη η εικόνα της Παναγίας έφτασε στη νέα πατρίδα στις Σαράντα Εκκλησιές στη Θεσσαλονίκη, συντηρήθηκε και εγκαταστάθηκε με δοξολογίες, δεήσεις και αγρυπνίες αρχικά στον παλαιό μικρό ναό και αργότερα στον κεντρικό νέο ναό.

Έκτοτε οι ενορίτες και οι προσκυνητές τιμούν και ευλαβούνται την ιερή εικόνα, καταφεύγοντας στην Χάρη Της σε κάθε δύσκολη περίσταση της ζωής.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου.

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 40 ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
Πλατεία Σ. Πετρίδου, Σαράντα Εκκλησίες, ΤΚ 54636 Θεσσαλονίκη.
Τηλέφωνο - Fax: 2310 206672.


Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΙΟΥ.

πηγή

Φυλάσσεται με μέρος του δέρματός του, ευωδιασμένο, στην Ιερά Μητρόπολη Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς, στην Θεσσαλονίκη και μάλιστα .
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).
Άγιοι Ευγένιος, Ουαλεριανός, Κανίδιος και Ακύλας.
Ο άγιος Eυγένιος φέρει χρυσό φωτοστέφανο αντί βαθυκύανο.
Φορητή εικόνα διπλής όψης, 
δώρο από τον Αλέξιο Γ΄ Μεγάλο
Κομνηνό, γύρω στα 1375, Mονή Διονυσίου, Άγιον Όρος.
Ο Άγιος Ευγένιος, γεννήθηκε, έζησε και μαρτύρησε στην Τραπεζούντα, το 290 ή 292, μαζί με τους μάρτυρες Κανίδιο, Ουαλεριανό και Ακύλα.

Ο Χριστιανισμός τον 4ο αιώνα είχε εξαπλωθεί σε όλο τον Πόντο, όμως στα χρόνια του Αγίου Ευγενίου του Τραπεζούντιου, τον 3ο αιώνα, ήταν πολύ δύσκολη η παραδοχή μιας νέας για τον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο πίστης, οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός είχαν εξαπολύσει σκληρούς διωγμούς κατά των χριστιανών και το 290 οι Εθνικοί της Τραπεζούντας είχαν καταγγείλει και τους τέσσερις στον έπαρχο της Καππαδοκίας Δούκα Λυσία και της Αρμενίας Αγρικόλαο.

Εκείνη την εποχή, λατρευόταν με ιδιαίτερη τιμή από τους εθνικούς Τραπεζούντιους ο εξελληνισμένος θεός της Ανατολής, Μίθρας, τόσο που θεωρούνταν και ο πολιούχος της πόλης και προς τιμή του έχτισαν στο ύψωμα της Τραπεζούντας, που πήρε το όνομα του από τη θεότητα αυτή, το Μίθριο όρος, λαμπρό βωμό με άγαλμα, το Μίθριο όρος είναι το γνωστό σε μας σήμερα Πόζ - Τεπε.

Ο Ευγένιος με τον Κανίδιο και τον  Ουαλεριανό ήτανε πολέμιοι της λατρείας του και αποφάσισαν να μπούνε στον Ναό του και να καταστρέψουν το άγαλμα και τον βωμό του, κάτι που τελικά κατάφεραν.

Μικρογραφία του Αγίου Ευγενίου σε χειρόγραφο
Κώδικα στην Μονή Βατοπεδίου.
Κάτω από τον φόβο της σύλληψης έφυγαν από την πόλη, οι Ουαλεριανός και Κανίδιος κατέφυγαν στα βουνά της Χαλδίας και ο Ευγένιος πήγε σε μία σπηλιά κοντά στο πατρικό του σπίτι, την λεγόμενη "Σπήλαιο της Ακάνθης".

Όταν την επόμενη μέρα οι κάτοικοι είδαν τον κατεστραμμένο ναό, απέδωσαν την πράξη αυτή στον Ευγένιο και τους συναθλητές του, ενώ ο Λυσίας διέταξε αμέσως να τους φέρουν ενώπιον του για να τιμωρηθούν. 

Από τις έρευνες που διεξήγαν, ένας κάτοικος με το όνομα Ακύλας, χωρίς να γνωρίζει για ποιο λόγο τους αναζητούσαν υπέδειξε στους στρατιώτες την κρυψώνα του Ουαλεριανού και του Κανίδιου.

Όμως όταν οι στρατιώτες τους συνέλαβαν, ο Ακύλας μετανιωμένος, δήλωσε και αυτός την χριστιανική του πίστη, συντάχθηκε μαζί τους και φυλακίστηκε και αυτός.

Ο Ακύλας,  Κανίδιος και Ουαλεριανός φυλακίστηκαν και πέρασαν όλη τη νύχτα προσευχόμενοι και ψάλλοντας ύμνους στον Θεό ενώ το πρωί στην ανάκριση, μπροστά στον έπαρχο Λυσία, για μια ακόμη φορά ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και οδηγήθηκαν στον τόπο των βασανιστηρίων.

Τοιχογραφία του Αγίου Ευγενίου
στην Μονή Διονυσίου Αγίου όρους
Ο Άγιος Ευγένιος αφού κρύφτηκε, με την παρότρυνση του ίδιου του Χριστού, βγήκε από την σπηλιά που είχε βρει καταφύγιο και άρχισε να ψάλλει και να υμνεί τον Θεό, έτσι  μια γερόντισσα που μάζευε ξύλα στην περιοχή τον κατέδωσε.

Ο Άγιος Ευγένιος οδηγήθηκε στη φυλακή και ακολούθησε τη μοίρα των τριών ομοθρήσκων του αφού στο κάλεσμα του έπαρχου Λυσία να προσφέρει θυσία στους θεούς των ειδωλολατρών για να σώσει τη ζωή του, δεν ανταποκρίθηκε και ξανά ομολόγησε την πραγματική του πίστη. 

Η παράδοση λέει ότι ο Άγιος Ευγένιος μπήκε σε έναν ειδωλολατρικό ναό μαζί με τον Λυσία και με τη δύναμη της προσευχής θρυμμάτισε τρία αγάλματα με το πλήθος που τους ακολουθούσε να μένει έκπληκτο. 

Τους φυλακισμένους χριστιανούς τους μαστίγωσαν με μαστίγιο από δέρμα βοδιού για να σκιστούν οι σάρκες τους και μετά με αναμμένες λαμπάδες τους έκαψαν τις πληγές και κατόπιν οι τέσσερις μάρτυρες ρίχτηκαν σε μια μεγάλη κάμινο όμως τρεις ημέρες αργότερα, βρέθηκαν σώοι και αβλαβείς, οι δήμιοι που πήγαν να ελέγξουν την κατάσταση είδαν το θαύμα με τα μάτια τους και ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό.

Το μαρτύριο των τεσσάρων Αγίων της Τραπεζούντας.
Μικρογραφία στο Μηνολόγιο του Βασίλειου Β',
βρίσκεται σήμερα στο Βατικανό.
Ο Λυσίας, διέταξε τον αποκεφαλισμό των τριών μαρτύρων και τη σταύρωση του Ευγένιου ενώ τα τρία αποκεφαλισμένα σώματα, που είχαν παραμορφωθεί από τα βασανιστήρια και ήταν δύσκολο να αναγνωριστούν, ως εκ θαύματος βρέθηκαν στον τόπο της καταγωγής του καθενός και τάφησαν από τους χριστιανούς με ιδιαίτερες τιμές.

Ο Άγιος Ευγένιος, που εκείνη την ώρα ήταν κρεμασμένος στο σταυρό, μέσα στη φυλακή, από θαύμα απελευθερώθηκε και θεραπεύτηκαν οι πληγές του. 

Οι συγκρατούμενοί του, άφωνοι από το μεγαλείο του θαύματος, ασπάστηκαν και αυτοί τον Χριστιανισμό όμως ο Λυσίας απέδωσε το θαύμα της θεραπείας στις μαγικές ικανότητες του Ευγένιου και διέταξε τον αποκεφαλισμό του, στις 21 Ιανουαρίου. 

Ο Ναός του Αγίου Ευγενίου
στην Τραπεζούντα, σήμερα.
Ο πρώτος ναός του Αγίου Ευγενίου, που χτίστηκε προς τιμή του, βρισκόταν κοντά στο πατρικό του σπίτι

Τον 4ο αιώνα, αμέσως μετά την επισημοποίηση της χριστιανικής θρησκείας και αργότερα, με εντολή του Ιουστινιανού, ο στρατηγός Βελισσάριος τον μετέτρεψε σε λαμπρή εκκλησία περιβαλλόμενη από μονή που υπήρξε στη διάρκεια της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1204 - 1461) από τις σημαντικότερες αφού εκεί η αυτοκρατορική οικογένεια στέφονταν, παντρεύονταν, μόναζε, αλλά και θάβονταν.

Μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ μετέτρεψε το ναό του Αγίου Ευγενίου σε τζαμί, υπάρχει και σήμερα, ενώ πήρε το όνομα τέμενος της νέας ή πρώτης Παρασκευής (Yeni Cuma), επειδή προσευχήθηκε εκεί ο σουλτάνος την πρώτη Παρασκευή μετά την άλωση της Τραπεζούντας.

Ασημένιο νόμισμα με παράσταση του Αγίου Ευγενίου
στην μία όψη και του Αυτοκράτορα Ιωάννη Β '
Κομνηνού, στην άλλη.
Ο Άγιος Ευγένιος είναι πολιούχος της Τραπεζούντας και του αποδίδονται πολλά θαύματα που βοήθησαν την πόλη στο διάβα των αιώνων ενώ ο Ιουστινιανός σεμνύνονταν τόσο πολύ τον Άγιο Ευγένιο, ώστε έδωσε το όνομα του στο υδραγωγείο της πόλης.

Η απεικόνιση της μορφής του αγίου Ευγενίου, τόσο σε νομίσματα, όσο και σε εμβλήματα των Μεγάλων Κομνηνών, αποτελεί ένδειξη της έντονης παρουσίας του στην κοινωνική ζωή και την καθημερινότητα των κατοίκων της και επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη τιμή που απολάμβανε ως προστάτης της δυναστεύουσας οικογένειας και της "θεόσωστης και θεοσυντήρητης" πόλης της Τραπεζούντας.

Σύγχρονη εικόνα του Αγίου Ευγενίου.
Τα πρώτα κείμενα που βρέθηκαν να αναφέρονται στο μαρτύριο του Αγίου, ανήκουν στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Ξιφιλινό, χρονολογούνται δε από το 1042, ενώ με νέα δεδομένα τα θαύματα του Αγίου καταγράφηκαν (και πάλι από τον Ιωάννη Ξιφιλινό) στον κώδικα της μονής Διονυσίου Αγίου Όρους (έκδοση 154), στην οποία τιμάται αδιάλειπτα, από το 1375.

Το 1916 όταν η Τραπεζούντα καταλήφθηκε από ρωσικά στρατεύματα διοργανώθηκε αρχαιολογική αποστολή με συντονιστή τον ακαδημαϊκό Θεόδωρο Ουσπένσκι που εκτός των άλλων ναών στην Τραπεζούντα, η αποστολή εργάστηκε και στο ναό του Αγίου Ευγενίου. 

Οι Ρώσοι βρήκαν στο άγιο βήμα του ναού οστά κάτω από μια πλάκα και ο Ουσπένσκι υπέθεσε ότι ανήκαν στον Άγιο Ευγένιο και τους συναθλητές του, τα οποία οι μοναχοί της Μονής μετακόμισαν από τη λάρνακα και τα έκρυψαν από τους Τούρκους στο ιερό βήμα του ναού, ο ίδιος αναφέρει ότι παρέδωσε τα οστά στη Μητρόπολη Τραπεζούντας, γεγονός που διαψεύδεται από τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο και πιθανολογείται ότι φυγαδεύτηκαν στη Ρωσία. 

Γνωρίζουμε μόνο ότι η λειψανοθήκη του Αγίου Κανίδιου, που περιέχει το χέρι του, μεταφέρθηκε το 1924 στο χωριό Λιποχώρι της Έδεσσας και ότι ένα μέρος από το λείψανο του Αγίου Ευγενίου σώζεται στον μητροπολιτικό ναό της Καλαμαριάς.

Η γιορτή του Αγίου Ευγενίου εορταζόταν την 21η Ιανουαρίου ημέρα του μαρτυρίου του, από τον 9ο αιώνα όμως, την εποχή της αρχιερατείας του τραπεζούντιου Οσίου Αθανασίου Δαιμονοκαταλύτη, καθιερώθηκε να γιορτάζεται και η ημέρα των γενεθλίων του που είναι στις 24 Ιουνίου.



Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΑΝΥΣΙΑΣ, ΤΗΣ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.



Φυλάσσονται στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Πολιούχου Θεσσαλονίκης, μέσα σε περικαλλή λάρνακα, στο εγκάρσιο κλίτος, από την αριστερή πλευρά του Ιερού Βήματος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Φορητή εικόνα της Αγίας Ανυσίας
πηγή
Η Αγία Ανυσία, έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (298 μ.Χ.), καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και ήταν θυγατέρα γονέων ευσεβών αλλά και πολύ πλουσίων. 

Όταν πέθαναν οι γονείς της, στην παιδική της ηλικία, η Ανυσία στάθηκε κυρία του εαυτού της, ούτε τα πλούτη που κληρονόμησε τη μέθυσαν αλλά ούτε και η ορφάνια της την παρέσυρε, πούλησε ολόκληρη την περιουσία της και την μοίρασε σε απόρους και φτωχούς ανθρώπους.

Με φρόνηση και εγκράτεια, προσπαθούσε πάντα να μαθαίνει «τι εστίν ευάρεστον τω Κυρίω» και η ευσέβειά της αυτή, την έκανε γνωστή στους ειδωλολάτρες, την εποχή εκείνη, που ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός εξέδωσε ένα διάταγμα σύμφωνα με το οποίο οποιοσδήποτε μπορούσε να σκοτώσει χριστιανό, οποτεδήποτε και οπουδήποτε τον συναντούσε, χωρίς για αυτό να δικαστεί ή καταδικαστεί.

Κάποια ημέρα η αγία αυτή παρθένος, Ανυσία, είχε βγει έξω για να πάει στην εκκλησία ενώ την ημέρα εκείνη οι ειδωλολάτρες γιόρταζαν τη γιορτή του ήλιου. 

Καθ’ οδόν συνάντησε έναν στρατιώτη, ο οποίος ελκύστηκε από την ομορφιά της και την πλησίασε με ανήθικο σκοπό, ρωτώντας να μάθει το όνομά της, εκείνη όμως έκανε το σημείο του Σταυρού και είπε: «Είμαι δούλη του Χριστού και πηγαίνω στην εκκλησία».

Αγία Ανυσία η Οσιομάρτυς από τη Θεσσαλονίκη.
Μικρογραφία τού 985 μ.Χ.  στό Μηνολόγιο του Βασίλειου Β'. 
Βρίσκεται στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού.
πηγή
Ο στρατιώτης την πλησίασε και άρχισε να της λέει διάφορες ανοησίες και την παρότρυνε να θυσιάσει στα είδωλα, εκείνη όμως τον έσπρωξε μακριά και τον έφτυσε κατά πρόσωπο. 

Ο στρατιώτης προσβεβλημένος έβγαλε το σπαθί του και το έμπηξε κάτω από το πλευρό της και έτσι με αυτό τον τρόπο η Αγία Ανυσία, έλαβε μαρτυ­ρικό τέλος, το 298. 

Οι χριστιανοί την ενταφίασαν με όλες τις τιμές και αργότερα κτίστηκε εκκλησία προς τιμήν της αγίας Ανυσίας, πάνω από τον τάφο της.

Το τίμιο σώμα της για πολλά χρόνια ήταν θαμμένο σε άγνωστο μέρος, ώσπου στις 4 Ιουλίου του 1980, αρχιερατεύοντος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου κυρού Παντελεήμονος του Β’ και επί υπουργείας Δημοσίων έργων Νικ. Ζαρντινίδη έγινε προσπάθεια διανοίξεως της νέας λεωφόρου Γ’ Σεπτεμβρίου που ενώνει τα Πανεπιστήμια με την παραλία. 

Κατά τη διάρκεια των εργασιών ανακαλύφθηκε το μεγαλύτερο μέρος ενός παλαιοχριστιανικού μνημείου καθώς και λείψανα χριστιανών της εποχή εκείνης και η ανακοίνωση της ανακάλυψης προκάλεσε έντονο το ενδιαφέρον εκκλησιαστικών και πανεπιστημιακών κύκλων, έγινε μάλιστα και μια έκτακτη ανακοίνωση στο 10ο Διεθνές Συνέδριο Χριστιανικής Αρχαιολογίας από τον καθηγητή Θ. Ζήση. 

Μέρος των Ιερών Λειψάνων της Οσιομάρτυρος Ανυσία 
που βρίσκονται στη Βασιλική του Αγίου Δημητρίου 
στην Θεσσαλονίκη.
πηγή
Παρά τις αντιρρήσεις της ομάδας του καθηγητή Δ. Τσάμη τελικά μάλλον συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα ερείπια που ανακαλύφθηκαν ανήκουν στη μονή της Αγίας Ανυσίας και τα ευρεθέντα εντός του κεντρικού κλίτους και πλησίον του Ιερού Βήματος ιερά λείψανα αποδίδονται στη μάρτυρα Ανυσία.

Έγκριτοι θεολόγοι, καθηγητές του Πανεπιστημίου όπως οι Θεόδωρος Γιάγκου και π. Θεόδωρος Ζήσης μελετώντας το θέμα της βασιλικής της Αγίας Ανυσίας αποφάνθηκαν θετικά περί του ευρεθέντος παλαιοχριστιανικού μνημείου.

Διατύπωσαν την άποψή τους και υποστήριξαν  ότι είναι αδύνατον στο σημείο εκείνο έξω από τα τείχη της πόλης να υπάρχει και άλλη βασιλική που να βρίσκεται σε απόσταση 500 μέτρων από την περιοχή «Συντριβάνι» της σημερινής Θεσσαλονίκης, όπου η ήταν η Κασσανδρεώτικη πύλη, και να έχει τόση μεγάλη έκταση κτισμάτων όσο αυτή που ανακαλύφθηκε και περιγράφεται στα εκκλησιαστικά κείμενα. 

Συνεπώς το παλαιοχριστιανικό μνημείο και το ιερό λείψανο πρέπει να αποδοθούν με βεβαιότητα σχεδόν στη μάρτυρα Ανυσία. 

Κατόπιν, τα λείψανα της Αγίας Ανυσίας, με ευλάβεια ανακομίσθηκαν και κατατέθηκαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, επιτελώντας μέχρι σήμερα πλήθος ιάσεων και θαυμάτων σε όλους αυτούς πού τιμούν την Αγία και την προσκυνούν με πίστη.

Η μνήμη της τιμάται από την Εκκλησία μας στις 30 Δεκεμβρίου.


Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2019

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΘΕΟΧΑΡΗ, ΤΟΥ ΝΕΑΠΟΛΙΤΗ.


Φυλάσσονται  στον βυζαντινό ιερό ναό της Αγίας Αικατερίνης στην Θεσσαλονίκη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Μέρος των λειψάνων του Νεομάρτυρα Θεοχάρη
Σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, ο Θεοχάρης ήταν ορφανός από γονείς.

Στα 1740 το Οθωμανικό κράτος, βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση και ο Θεοχάρης συνελήφθη μαζί με άλλα αγόρια χριστιανών σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και εκεί τον ξεχώρισε, ο καδής (ισλαμικός δικαστής) της Νεαπόλεως (Νέβσεχιρ) Καππαδοκίας και του ανέθεσε εργασία στο υποστατικό του.
Ο δικαστής και η σύζυγός του αποφάσισαν να το κάνουν γαμπρό τους με τη θυγατέρα τους, με την προϋπόθεση όμως να γίνει μουσουλμάνος αλλά ο Θεοχάρης αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και ο δικαστής εξέλαβε την απάντηση ως προσβλητική και τον απείλησε με πείνα, βασανιστήρια και θάνατο. 
Φορητή εικόνα του Νεομάρτυρα Θεοχάρη.
Ο Θεοχάρης πήγε στο Ναό του Αγίου Γεωργίου, στον αρχιμανδρίτη π. Γεώργιο, εξομολογήθηκε και μετάλαβε της Θείας Κοινωνίας.
Όταν επέστρεψε, και αφού έμεινε σταθερός στην απόρριψη της πρότασης, ο δικαστής τον φυλάκισε, αφήνοντας τον για αρκετό χρόνο χωρίς τροφή και με ελάχιστο
Μετά από καιρό, αφού ο άγιος πάλι δεν δέχθηκε να αλλαξοπιστήσει, τον έδεσαν σε άλογο και τον οδήγησαν σε απόσταση μίας ώρας μακριά από την Νεάπολη, όπου υπήρχε μία λεύκη, εκεί οι δήμιοι τον απαγχόνισαν λιθοβολώντας τον και τον έθαψαν μπροστά στη λεύκη.
Ο ουρανός σκοτείνιασε και ξέσπασε μεγάλη καταιγίδα με βροντές και αστραπές, πού έκανε το απόσπασμα να αποπροσανατολισθεί και να παρασυρθεί από το ρεύμα, ενώ ο καιρός μέχρι τότε ήταν αίθριος. 
Αυτά συνέβησαν το μεσημέρι της 20ης Αυγούστου 1740, και ήταν μεσημέρι όταν ο μάρτυρας παρέδωσε το πνεύμα. 
Η λεύκη εκείνη ονομάστηκε «κανλί καβάκ», το οποίο σημαίνει «λεύκη αίματος», και για αρκετό χρόνο από τα σπασμένα κλαδιά της έρρεε αίμα, η λεύκη έγινε τόπος προσκυνήματος Οθωμανών και Ορθοδόξων.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών της Συνθήκης της Λωζάνης, το 1923, τα λείψανα του Αγίου Θεοχάρους μεταφέρθηκαν στον ιερό ναό της Αγίας Αικατερίνης Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκονται και σήμερα. 
Στο ναό εκτίθεται μόνιμα μέρος του δεξιού χεριού του αγίου, η δε μνήμη του εορτάζεται με περιφορά των λειψάνων στις 20 Αυγούστου.


Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου, Εύοσμος Θεσσαλονίκης.

πηγή


Βρίσκεται στην οδό Γραβιάς 20, στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης. 





Ασπρόμαυρη φωτογραφία του 1925 με οικισμό
προσφύγων από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας
στο χωριό Χαρμάνκιοϊ
 αρχείο Θ. Τσινόπουλου.
πηγή
Τα δυτικά περίχωρα της Θεσσαλονίκης, δηλαδή η περιοχή από το Βαρδάρι ως το Δερβένι, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της Τουρκοκρατίας περιελάμβαναν βοσκοτόπια, κτήματα, κήπους, χειμάρρους και έλη. 

Την περίοδο της τουρκοκρατίας, έως και μερικά χρόνια μετά το 1922, Χαρμάνκιοϊ ονομαζόταν μία ευρύτατη αγροτική έκταση, βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης, η οποία περιελάμβανε τους σημερινούς Δήμους Ελευθερίου - Κορδελιού, Εύοσμου, Αμπελοκήπων, Μενεμένης, Σταυρούπολης και το Δυτικό τμήμα τον Δήμου Θεσσαλονίκης. 

Το 1771 σε τουρκικό τεφτέρι σημειώνονται τρία τσιφλίκια, μεταξύ των οποίων το μεγαλύτερο είναι το Χαρμάν - Κιοΐ (τσιφλίκι) και καταγράφονται ως χριστιανικά με κατοίκους ασχολούμενους κυρίως με την παραγωγή ξυλοκάρβουνου που οι υποχρεώσεις τους περιελάμβαναν καταβολή φόρου και ορισμένης ποσότητας από ξυλοκάρβουνα στους Τούρκους. 

Άποψη του εσωτερικού του ναού
πηγή
Μετά την απελευθέρωση και κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, η περιοχή χρησιμοποιήθηκε σαν στρατόπεδο αγγλογαλλικών στρατευμάτων και όταν τα στρατεύματα αποχώρησαν, τα ξύλινα παραπήγματα του περιήλθαν στη δικαιοδοσία της Πρόνοιας, και το 1920 χρησιμοποιήθηκαν για την προσωρινή στέγαση Ποντίων προσφύγων από τη Ρωσία και μετά την Μικρασιατική καταστροφή για τους πρόσφυγες από την Σμύρνη. 

Σταδιακά, οι Χαρμανκιότες εγκαταστάθηκαν σε σπίτια τα οποία πήραν τη Θέση των παραπηγμάτων και η εγκατάσταση αυτή έγινε σε διάφορα στάδια, από τα τέλη της δεκαετίας τον 1920 μέχρι τη δεκαετία τον 1960, κάποια σπίτια κατασκεύασε το κράτος και άλλα οι ίδιοι οι κάτοικοι με κρατική χρηματοδότηση. 

Άποψη του εσωτερικού του ναού
πηγή
Οι κάτοικοι στην πλειοψηφία τους τότε ήτανε κεραμοποιοί, καθώς στην περιοχή, λόγω της καταλληλότητας του χώματος, λειτουργούσαν κεραμοποιεία από την εποχή της ανοικοδόμησης της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά τον 1917.

Ο δήμος Ελευθερίου – Κορδελιού περιλάμβανε τρεις οικισμούς: το Νέο Κορδελιό, που το ίδρυσαν πρόσφυγες από τη Σμύρνη, το Χαρμάνκιοϊ (χωριό με αλώνια – το σημερινό Ελευθέριο), όπου αρχικά εγκαταστάθηκαν Μικρασιάτες και Πόντιοι πρόσφυγες και τον μικρό οικισμό της Διαλογής. 

Τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής τους οι τρεις αυτοί οικισμοί συναποτέλεσαν την κοινότητα του Σταθμού, το 1929 όμως εντάχθηκαν, όπως και οι περισσότερες προσφυγικές συνοικίες, στο δήμο Θεσσαλονίκης. 

Σε όλη αυτή την περιοχή υπήρχε ένας μόνο οικισμός, από 60 ως 70 χριστιανικές οικογένειες,  που είναι χρονολογούμενος προ του 1818.

Αυτός ο οικισμός τοποθετείται στο χώρο γύρω από την εκκλησία τον Αγίου Αθανασίου Ευόσμου ενώ το Χαρμανκιόι χωρίστηκε σε δυο περιοχές, το νέο Χαρμανκιόι (Ελευθέριο) και το Παλαιό Χαρμάνκιοϊ (Εύοσμος) γύρω από το ναό του Αγίου Αθανασίου. 

Τοιχογραφία του Αγίου Αθανασίου στο Ιερό του
Ομώνυμου ναού στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης
πηγή
Σε αυτόν εγκαταστάθηκαν 266 προσφυγικές οικογένειες από την περιοχή της Σμύρνης και ιδιαίτερα από τον Κουκλουτζά (προάστιο της Σμύρνης) και ακόμη 10 οικογένειες από τον Πόντο και 2 από την Ανατολική Θράκη ενώ το 1926 ο οικισμός άλλαξε όνομα και ονομάσθηκε Νέος Κουκλουτζάς. 

Το 1934, ιδρύθηκε η κοινότητα Νέου Κορδελιού, στην οποία εντάχθηκαν και οι οικισμοί του Χαρμάνκιοϊ και του Κουκλουτζά ενώ το 1952, ο Κουκλουτζάς αποσπάστηκε από το Νέο Κορδελιό και έγινε χωριστή κοινότητα με τη νέα πλέον ονομασία Εύοσμος, ενώ το Χαρμάνκιοϊ μετονομάστηκε, προς τιμήν του Ελευθερίου Βενιζέλου, σε Ελευθέριο. 

Τον επόμενο χρόνο, η κοινότητα Νέου Κορδελιού μετονομάστηκε και αυτή σε Ελευθέριο και το Ελευθέριο - Κορδελιό ήταν ανεξάρτητος Δήμος μέχρι το 2011 όταν ενώθηκε με το Δήμο Ευόσμου και τώρα αποτελούν έναν ενιαίο Δήμο, τον Δήμο Κορδελιού-Ευόσμου.

Η ανέγερση του ναού ήτανε στις αρχές του 19ου αιώνα που για άγνωστους λόγους μνημονεύεται ο εξισλαμισμός του ενήλικου γιου του Γεωργίου (Τραγιανού), ο οποίος πήρε το όνομα Αλής και τέθηκε υπό την καθοδήγηση του Αράπ Χατζή Μεχμέτ ενώ πιθανότατα έλαβε και ως κτήμα του ένα μεγάλο τμήμα από το τσιφλίκι, με το πρόσωπο αυτό να συνδέεται άμεσα με την ανέγερση του ναού του Αγίου Αθανασίου. 

Ιερά λείψανα του Αγίου Αθανασίου στον
Ομώνυμο ναό, στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης
πηγή
Η τοπική παράδοση διασώζει την πληροφορία ότι κατόπιν θαυμαστού οράματος ο Αλής αποφασίζει να παραχωρήσει σημαντική έκταση, για να κτίσουν οι χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής ένα ναό προς τιμήν του εμφανισθέντος Αγίου Αθανασίου. 

Ο ναός άρχισε να οικοδομείται το 1817 – σύμφωνα με άλλη εκδοχή το 1812 - και αποπερατώθηκε το 1819, όπως προκύπτει από την κτητορική επιγραφή στο τέμπλο του. 

Ο τύπος του ναού του Αγίου Αθανασίου είναι τρίκλιτη βασιλική με ξύλινη δίρριχτη στέγη και ξύλινο περίστωο, τύπος ευρέως διαδεδομένος στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Η ανθεκτικότητα και η γραφικότητα του κτίσματος (είναι το παλαιότερο σωζόμενο σε όλη την εκτός των τειχών δυτική Θεσσαλονίκη) φανερώνουν την ευσέβεια, την τέχνη και την επιμέλεια των κτητόρων του ναού σε όλες τις μετέπειτα γενιές των χριστιανών της περιοχής μας. 

Η συμβολή του παραχωρήσαντος την έκταση, του εξισλαμισθέντος Αλή, φαίνεται ότι ήταν πολύ μεγάλη, αφού και χρήματα προσέφερε, αλλά και φρόντισε με σωζόμενο κιτάπι να «προικοδοτήσει» το ναό με σημαντική πέριξ αυτού έκταση.



Η Παναγία Ελεούσα αριστερά και Ο Χριστός Παντοκράτορας δεξιά, 
εικόνες του τέμπλου του ναού


Ο Άγιος Αθανάσιος αριστερά και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος δεξιά, 
εικόνες του τέμπλου του ναού


Ο Άγιος Δημήτριος αριστερά και ο Άγιος Γεώργιος δεξιά, 
εικόνες του τέμπλου του ναού


Άποψη του εσωτερικού του ναού
πηγή
Η παράδοση μάλιστα εμμένει στην πληροφορία ότι πήγαινε ο ίδιος κρυφά τις νύκτες εκεί για να προσευχηθεί, επομένως η όλη ιστορία του αποτελεί μία ακόμη περίπτωση κρυπτοχριστιανού, ο οποίος με τη φαινομενική του αλλαξοπιστία πέτυχε να εξασφαλίσει ναό για τις λατρευτικές ανάγκες των χριστιανών του τσιφλικιού

Το Χαρμάνκοϊ αρχικά και στη συνέχεια ο Κουκλουτζάς και ο Εύοσμος μέχρι το 1970 είχαν μόνο το μικρό αυτό ναό για τη χριστιανική πίστη και για την τέλεση των μυστηρίων

Οι παλαιές εικόνες είναι απόδειξη της γενναίας οικονομικής συμβολής του κτήτορος «Αλή» και χρονολογούνται όλες το 1819. 

Πρόκειται για εικόνες της επαρχιακής μακεδονίτικης αγιογραφίας του 19ου αιώνα, οι οποίες πρέπει να αποδοθούν πιθανότατα στον αγιογράφο  Μαργαρίτη Λάμπου από την Κολακιά (Πύργος, Χαλάστρα), χωριό με πλούσια παράδοση αγιογράφων που άφησαν έργα τους στις περιοχές Θεσσαλονίκης, Ημαθίας, Πιερίας, Κιλκίς και Χαλκιδικής. 

Οι εικόνες του ναού φανερώνουν υψηλή τέχνη και το γεγονός μάλιστα ότι είναι δέκα και φιλοτεχνήθηκαν με τη χρήση και φύλλων χρυσού αποκαλύπτει εμμέσως πλην σαφώς το χορηγό, που κάλεσε και φιλοξένησε επί μακρόν τον αγιογράφο μέχρις ότου τελειώσει το έργο του. 

Σε πέντε από τις εικόνες αυτές διαβάζουμε και ονόματα χριστιανών δωρητών τους, όπως: Γεώργιος Τραγιανός και Κιρανό Στεργίου, Πέτρος Τραγιανός, Αναστάσιος Νικολάου Καπίλας, Νικόλαος Τάσιου και Δημητράκης Αποστόλου. 

Ο Ναός αναπαλαιώθηκε υποδειγματικά το 2013 και έχει ανακηρυχθεί με υπουργική απόφαση ιστορικό διατηρητέο μνημείο.


Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ ΤΟΥ ΔΕΝΔΡΙΤΗ.

πηγή

Φυλάσσονται στην Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας στην Θεσσαλονίκη. 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).



Όσιος Δαβιδ.
Τοιχογραφία τού 1547 ἀπό τόν Τζώρτζη 
(Ζώρζης) Fuca στην Ιερά Μονή 
Διονυσίου Άγιον Όρους
Ο Όσιος Δαβίδ καταγόταν από τη βόρεια Μεσοποταμία, που ήταν ένα μεγάλο μοναστικό κέντρο, και γεννήθηκε περίπου το 450. 

Για λόγους που δεν αναφέρονται ήλθε στη Θεσσαλονίκη μαζί με το μοναχό Αδολά και κατά το βιογράφο τους ο Όσιος εισήλθε αρχικά στη μονή των Αγίων Μαρτύρων Θεοδώρου και Μερκουρίου, επιλεγομένη Κουκουλλιατών, της οποίας η τοποθεσία προσδιορίζεται «ἐν τῷ ἀρκτικῷ μέρει τῆς πόλεως πλησίον τοῦ τείχους ἐν ᾧ ἐστι τὸ παραπόρτιον τῶν Ἀπροΐτων». 

Το προσωνύμιο «Κουκουλλιατῶν» ή «Κουκουλλατῶν» δηλώνει τους μοναχούς που έφεραν κουκούλιο, ίσως κατά ιδιάζοντα τρόπο, αν κρίνει κανείς από τις σωζόμενες απεικονίσεις του Οσίου, δηλαδή ριγμένο στους ώμους ενώ η θέση της μονής πρέπει να αναζητηθεί βορειοανατολικά της Ακροπόλεως, εκεί όπου αναγνωρίζεται το τοπωνύμιο «Κῆπος τοῦ Προβατᾶ»

Τα παραδείγματα των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης, ιδιαιτέρως του Προφήτου και βασιλέως Δαβίδ, ο οποίος «τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο, ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καὶ παιδεία καὶ σύνεσις», ώθησαν τον Όσιο Δαβίδ να αποφασίσει να καθίσει σε δένδρο αμυγδαλέας μέχρι ο Κύριος να του αποκαλύψει το θέλημά Του και να του χαρίσει σύνεση και ταπείνωση. 

Στο τέλος της τριετίας εμφανίσθηκε στον Όσιο Άγγελος Κυρίου και τον διαβεβαίωσε ότι εισακούσθηκε η παράκλησή του και η δοκιμασία του ως δενδρίτου ασκητού έληξε και να κατέλθει από το δένδρο για να συνεχίσει τον ασκητικό του βίο σε κελί αινών και ευλογών τον Θεό. 

Οι όσιοι Συμεών Στυλίτης αριστερά και Δαβίδ δεξιά.
Εικόνα τού 15ου αιώνα στην Ιερά Μονή 
Βατοπαιδίου Άγιον Όρος.
Ο Όσιος κοινοποίησε την οπτασία αυτή στους μαθητές του, ζητώντας τη βοήθειά τους για την κατασκευή του κελιού και η είδηση γρήγορα έφθασε στον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Δωρόθεο αλλά και σε όλη την πόλη.

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 11, του 535, απέσπασε από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τις βόρειες περιοχές του Ιλλυρικού και ανύψωσε την ιδιαίτερή του πατρίδα σε Αρχιεπισκοπή, υπό τον τίτλο της Νέας Ιουστινιανής.

Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ήταν ο Αριστείδης, ο οποίος αν και αποδέχθηκε τη μεταβολή, προσπάθησε να περισώσει την πολιτική σημασία της πόλης, με την επαναφορά της έδρας του υπάρχου του Ιλλυρικού από την Πρώτη Ιουστινιανή στη Θεσσαλονίκη, όμως ενώ η διάσπαση της εκκλησιαστικής διοίκησης δεν μείωνε την αξία της Θεσσαλονίκης, η μετάθεση της έδρας της υπαρχίας συνιστούσε σοβαρό υποβιβασμό της πόλης. 

Το αίτημα λοιπόν των Θεσσαλονικέων, καθώς και η επιθυμία του υπάρχου Δομνίκου, ήταν η επαναφορά της έδρας στη Θεσσαλονίκη, ιδέα που ενστερνίσθηκε με ενθουσιασμό ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης και ζητήθηκε η βοήθεια του Οσίου Δαβίδ για τη μεταφορά του αιτήματος στον Ιουστινιανό, διότι ο Αρχιεπίσκοπος, όπως ο Βίος εξηγεί, δεν μπορούσε «καταλιπεῖν τὴν πόλιν ἀδιοίκητον» και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. 

Άγιοι Παχώμιος και Δαβίδ  απο την Θεσσαλονίκη. 
Εικόνα τού έτους 1577 στην Ιερά Μονή Διονυσίου,
 Άγιον Όρος.
Μετά από χρόνια εγκλεισμού ο Όσιος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στο φως του ήλιου και η μορφή του είχε αλλάξει. 

Τα μαλλιά του είχαν μακρύνει μέχρι την οσφύ αυτού και τα γένια του μέχρι τους πόδες του, το δε άγιο πρόσωπό του έλαμπε σαν τις ακτίνες του ήλιου. 

Συνοδευόμενος από δύο μαθητές του, τον Θεόδωρο και τον Δημήτριο, απέπλευσε προς τη Βασιλεύουσα, η φήμη του όμως είχε προτρέξει και όταν έφθασε εκεί, όλη η Πόλη τον υποδέχθηκε. 

Η υποδοχή του από τη Θεοδώρα, σύζυγο του Ιουστινιανού, καθώς και οι τιμές και ο σεβασμός της προς το πρόσωπο του Οσίου, προκάλεσαν τον θαυμασμό όλων των παρισταμένων. Η Θεοδώρα κινήθηκε δραστήρια έτσι, όταν επέστρεψε ο Ιουστινιανός, ο οποίος απουσίαζε σε επίσημες υποχρεώσεις, φρόντισε να προκαταλάβει τη γνώμη του θετικά υπέρ του Οσίου Δαβίδ, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να προσκαλέσει τον Όσιο ενώπιον της συγκλήτου. 

Ο Όσιος παρουσιάσθηκε στη σύγκλητο κατά τρόπο θεαματικό κρατώντας στα χέρια του φωτιά με θυμίαμα που δεν κατέκαιγε τη σάρκα του και το παράστημά του καθώς και το προφανές θαύμα επέβαλε σε όλους κλίμα δέους και ο βασιλέας πρόθυμα ικανοποίησε το αίτημά του.

Βυζαντινό Μηνολόγιο 25 - 28, Ιουνίου. 
14ου αιώνα, βρίσκεται στην  Οξφόρδη της Αγγλίας.
Bodleian Βιβλιοθήκη (Bodleian Library)

Κομίζοντας τα αγαθά νέα ο Όσιος απέπλευσε για τη Θεσσαλονίκη, την οποία όμως έμελλε μόνο από μακριά να ξαναδεί.

Μόλις το πλοίο παρέκαμψε το ακρωτήριο εκείνος παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό με το γεγονός αυτό να συνέβη μεταξύ των ετών 535 – 541.

Η είδηση της άφιξης του ιερού λειψάνου του Οσίου συγκλόνισε ολόκληρη την πόλη της Θεσσαλονίκης και το σκήνωμά του αρχικά κατατέθηκε στον τόπο, όπου είχαν αποτεθεί παλαιότερα τα ιερά λείψανα των Μαρτύρων Θεοδούλου και Αγαθόποδος, στα δυτικά του λιμανιού. 

Ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης με πολλή θλίψη όρισε πάνδημη κηδεία και το λείψανο του Οσίου ενταφιάσθηκε στη μονή του, των Απροΐτων, σύμφωνα και με την επιθυμία του.

Εκατόν πενήντα χρόνια μετά την κοίμηση του Οσίου, περί το 685 – 690, έγινε μία προσπάθεια για τη διάνοιξη του τάφου, όταν ο ηγούμενος της μονής των Απροΐτων Δημήτριος «ἠθέλησεν ἀπὸ πολλὴν πίστιν λαβεῖν τι μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου»

Μόλις όμως ξεκίνησε η εργασία αυτή, η πλάκα που κάλυπτε τον τάφο έσπασε και αυτό θεωρήθηκε ως θέλημα του Οσίου να μη θιγεί. 

Έτσι το ιερό λείψανο παρέμεινε στην αρχική του θέση μέχρι την εποχή των σταυροφοριών. 

Κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας του Μομφερατικού οίκου στη Θεσσαλονίκη (1204 – 1222), το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Ιταλία και το 1236 απαντάται στην Παβία, από όπου μεταφέρθηκε στο Μιλάνο, το 1967.

Τελικά, το σεπτό λείψανο του Οσίου Δαβίδ με ενέργειες τού Παναγιωτάτου Μητροπο­λί­του Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονος Β', μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και κατατέθηκε στη βασιλική του Αγίου Δημητρίου στις 16 Σεπτεμβρίου του 1978 ενώ σήμερα φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας στην Θεσσαλονίκη.

Η μνήμη του γιορτάζεται στις 26 Ιουνίου.