Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΔΑΡΔΑΝΕΛΙΩΝ.



Φυλάσσεται στον Ιερό Ναό της Οσίας Ξένης στην Νίκαια της Αττικής.
 


Ο νεομάρτυρας Θεόδωρος γεννήθηκε σε ένα χωριό της επαρχίας Ελλησπόντου και Τρωάδος, που στα τουρκικά ονομαζόταν Ερένκιοι. 

Ανατράφηκε δε από ευσεβείς γονείς, τον Γεώργιο και την Κυριακή και σε νεαρή ηλικία πήγε στην πόλη Τανάκ Καλέ (Δαρδανέλια), όπου έμαθε και εξασκούσε την τέχνη επεξεργασίας σουσαμιού. 

Αν και ήταν μόλις 20 χρονών, ο Θεός τον είχε προικίσει με πλούσια αρετή, αυτό όμως το πρόσεξε και κάποιος πλούσιος Τούρκος της πόλης, που θέλησε να τον εξισλαμίσει και να τον κάνει γαμπρό του και κληρονόμο του, για αυτό και χρησιμοποίησε πολλά δόλια μέσα.

Ο Θεόδωρος όμως απέρριψε όλες τις προτάσεις του και τότε ο Τούρκος τον συκοφάντησε στον κριτή της πόλης, ότι δήθεν ο Θεόδωρος - μετά από μια αρρώστια του - είπε ότι θα γίνει μωαμεθανός, αν γίνει υγιής. 

Ο Κριτής ρώτησε τον Θεόδωρο αν αληθεύουν όλα αυτά και ο μάρτυρας απάντησε: «Εγώ είμαι χριστιανός απ' τους γονείς μου και χριστιανός θέλω να πεθάνω. Τον Ιησού μου δεν αρνούμαι και τη μιαρή θρησκεία σας απεχθάνομαι»

Αμέσως τότε τον άρπαξαν και υπέστη πολλά και φρικτά βασανιστήρια και τελικά στις 2 Αυγούστου 1690, στις 15.00 το μεσημέρι τον αποκεφάλισαν.

Το 1922, φεύγοντας από τις πατρικές εστίες ο αείμνηστος ιερέας Πατήρ Κωνσταντίνος Οικονόμου με μερικούς πατριώτες μετέφεραν την Αγία Κάρα του στη Νίκαια και φυλάσσεται σήμερα στον Ιερό Ναό Οσίας Ξένης.

Η μνήμη του τιμάται απο την Εκκλησία μας στις 2 Αυγούστου.


Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

ΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΓΑΣΤΟΥΝΗΣ.


Φυλλάσεται στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου στην Γαστούνη της Ηλείας.

Οι Άγιοι Νεομάρτυρες Χρίστος και Πανάγος.
Σχολή Βυζαντινής Αγιογραφίας
Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας, 2014.
πηγή
Ο Άγιος Πανάγος γεννήθηκε στην Γαστούνη και α
πό πληροφορίες που αντλούνται από τα αρχεία του Δήμου Πηνειού (τέως Δήμου Γαστούνης), το επώνυμο του Αγίου ήταν Σισίνης και ανήκε στην μεγάλη οικογένεια των Σισιναίων η οποία ασχολείτο με το ναυτιλιακό εμπόριο. 

Η ίδια οικογένεια ασχολείτο και με τα πολιτικά δρώμενα, αρκεί να αναφερθεί το πρόσωπο του Γεωργίου Σισίνη, στενού συνεργάτη του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. 

Κύρια πηγή για τον βίο του αποτελεί το συναξάρι που ανακάλυψε στην Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου ο διδάκτωρ της Νεότερης Ιστορίας Ιωάννης Χατζής το 2004. 

Πρόκειται για έναν εγκωμιαστικό λόγο αγνώστου συγγραφέα, που περιγράφει την ζωή και το μαρτύριο των δύο κατονομαζομένων στον υπέρτιτλό του αγίων ενώ προηγείται αυτού η ασματική ακολουθία των εν λόγο αγίων, έργο του ιερομόναχου Ζαχαρία Καραντινού, του οποίου η ταυτότητα παραμένει αβέβαιη. 

Τα δύο κείμενα απόκεινται στον κώδικα υπ’ αριθμόν 919 (ff. 140-171) της Βιβλιοθήκης της Ακαδημίας της Ρουμανίας στο Βουκουρέστι με υπέρτιτλο «Ἐν μηνὶ Μαρτίῳ θη συμψάλλεται καὶ ἡ ἀκολουθία τῶν ἁγίων νέων μαρτύρων Πανάγου καὶ Χρήστου, ποιηθεῖσα παρὰ τοῦ ἐν ἱερομονάχοις ἐλαχίστου Ζαχαρίου τοῦ Καραντινοῦ τοῦ ἐξ Αἰτωλίας, αἰτήσει εὐσεβῶν τινῶν Χριστιανῶν»

Ο Μητροπολιτικός Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου
στην Γαστούνη Ηλείας στον οποίο
φυλάσσεται το απότμημα Τιμίας Κάρας του
Αγίου Πανάγου.
πηγή
Οι πληροφορίες αυτές και οι
 προσπάθειες της Μητρόπολης Ηλείας οδήγησαν να ανακαλυφθούν περισσότερα στοιχεία για τους Αγίους αυτούς, με αποκορύφωμα την εύρεση μικρού τμήματος λειψάνου του Αγίου Πανάγου, σε παλιά ξύλινη λειψανοθήκη, που είχε ξεχαστεί στο σκευοφυλάκιο του ναού Αγίου Νικολάου και μεταξύ άλλων λειψάνων βρέθηκε ένα μικρό οστό καλυμμένο με κερί. 

Όταν αφαιρέθηκε το κερί αποκαλύφθηκαν χαραγμένες πάνω στο οστό οι λέξεις: "Πανάγος. Ήλις" και η χρονολογία "1716", έκτοτε τοποθετήθηκε σε νέα λειψανοθήκη και λιτανεύεται κάθε χρόνο στην εορτή των Αγίων, στις 9 Μαρτίου.

Οι σωροί των Αγίων δεν έχουν εντοπιστεί, αφού μετά το μαρτύριό τους ενταφιάστηκαν εντός του Ιερού Βήματος του παλαιού ναού του Αγίου Νικολάου Γαστούνης που κατεδαφίστηκε προ δεκαετιών και στην θέση του βρίσκεται σήμερα η πλατεία της πόλης, ενώ στο σημείο του Ιερού Βήματος υπάρχει ως σήμερα η Αγία Τράπεζα του παλαιού ναού, που υποδεικνύει και τον τάφο των Αγίων.

Από το συναξάρι μαθαίνουμε ότι ο Πανάγος Σισίνης ήταν έγγαμος και πατέρας ενός τουλάχιστον άρρενος τέκνου και με δεδομένο ότι το 1693 εμφανίζεται σε επίσημο βενετικό έγγραφο ως αρχηγός οικογένειας (δηλαδή είναι ενήλικος σύμφωνα με τους βενετικούς νόμους), πρέπει να υποθέσουμε ότι γεννήθηκε περί τα τέλη της δεκαετίας του 1660. 

Σύμφωνα με το συναξάρι, οι γονείς του τα τελευταία χρόνια πριν τον ερχομό των Βενετών, είχαν ασπαστεί τον μουσουλμανισμό, ίσως για να διατηρήσουν την ήδη ισχυρή θέση και τα αξιώματά τους και ότι επίσης, ο Πανάγος είχε οριστεί σύνδικος (δηλαδή εκπρόσωπος των ντόπιων στους Βενετούς με αρμοδιότητες αγορανομίας και απονομής δικαιοσύνης).

Η υπογραφή του εμφανίζεται σε αρκετά δημοσιευμένα έγγραφα πρός την βενετική διοίκηση στην διάρκεια της Βενετοκρατίας με τα έγγραφα αυτά (όπως το σχετικό με την εκλογή του μητροπολίτη Πατρών με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 1713) να είχαν δημοσιευτεί ήδη από τα μέσα του 20ου αιώνα, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για το εν λόγο πρόσωπο.

Σύμφωνα με το συναξάρι, οταν οι Τούρκοι ανεκατέλαβαν την Πελοπόννησο, το 1716, μετά από 30ετή παραμονή των Ενετών, ο Οσμάν Πασάς που κατέλαβε τη Γαστούνη έχοντας καλές σχέσεις με τον Πανάγο του έδωσε την δυνατότητα διαφυγής αφού θα εξαπέλυε διωγμό κατά των Χριστιανών όμως ο Πανάγος ασθένησε και ήταν αδύνατον να διαφύγει, πράγμα το οποίο έκανε όμως ο γιος του φεύγοντας στην Κέρκυρα μαζί με τον Οσμάν Πασά.

Ο Πανάγος κλήθηκε στον Μουρτάτ Αγά να αρνηθεί την πίστη του όμως αρνήθηκε και αποκεφαλίστηκε στις 1 Μαρτίου του 1716 με το σώμα του να παραμένει άταφο για τρεις ημέρες. 

Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η τιμία κεφαλή του ρίχτηκε στα σκυλιά όμως αυτά δεν την πείραξαν και τελικά, δόθηκε το σώμα του στους Χριστιανούς και ενταφιάστηκε εντός του παλαιού, μη σωζόμενου σήμερα, ναού του Αγίου Νικολάου που τότε δεν ήταν ενοριακός, αλλά ιδιόκτητος και ανήκε στην οικογένεια Σισίνη. 

Την ίδια περίοδο θανατώθηκαν, αρνούμενοι να αλλαξοπιστήσουν, και περίπου 50 ακόμη Χριστιανοί της περιοχής, από αυτούς γνωρίζουμε μέσω του συναξαρίου τον ιερέα Χρήστο από την Ανδραβίδα που ενταφιάστηκε στον ίδιο τάφο με τον Πανάγο και έναν νεαρό με το όνομα Κανέλλος, οι υπόλοιποι παραμένουν ανώνυμοι. 

Η λειτουργική τους τιμή επανασυστάθηκε επισήμως το 2007 με απόφαση του Μητροπολίτη Ηλείας και η μνήμη τους εορτάζεται στις 9 Μαρτίου.



Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΩΤΗ.

πηγή

Πρόκειται για δύο μεγάλα οστά από τα χέρια του Αγίου και φυλάσσονται στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Βουλκάνου, στην Μεσσηνία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Σύγχρονη φορητή εικόνα του Αγίου Νεομάρτυρα
Ιωάννη του Μονεμβασιώτη.
Ο Άγιος νεομάρτυρας Ιωάννης γεννήθηκε στην πόλη Γούβες της Μονεμβασίας, το 1758, ήταν μοναχοπαίδι ενώ ο πατέρας του, Δημήτριος, ήταν ιερέας που καταγόταν από το χωριό Γεράκι, έτσι ο μικρός Ιωάννης ήταν, «πεπαιδευμένος τα ιερά γράμματα» και απέκτησε δυνατή πίστη.

Το 1770, στα «Ορλωφικά»,  οι ορδές του Αλβανού Χατζή Οσμάν, κατέπνιξαν κάθε σημείο και έφθασαν και στις Γούβες όπου μεταξύ άλλων φόνευσαν καί τον πατέρα του Ιωάννη ενώ αιχμαλώτισαν τον ίδιο καί τη μητέρα του και τους μετέφεραν στη Λάρισα.

Εκεί πουλήθηκαν σκλάβοι δύο και τρεις φορές, αγοράστηκαν από Τούρκους και χωρίστηκαν όμως μετά από δύο χρόνια πουλήθηκαν πάλι και αγοράστηκαν, από τον ίδιο πλούσιο Τούρκο, κάτοικο Λάρισας, ο οποίος είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη. 

Ο Τούρκος δεν είχε παιδιά από το γάμο του και θέλησε να τον υιοθετήσει, όμως έπρεπε να εξισλαμιστεί ο Ιωάννης ο οποίος αρνήθηκε αλλά ο Τούρκος, χρησιμοποίησε κάθε μέσο να τον δελεάσει ακόμη και την μαγεία.

Ο Άγιος δεν πτοείτο από τα πλούτη και τα αξιώματα ούτε φοβόταν από τις απειλές, και ο Τούρκος τον οδήγησε, με την βία σε ένα μουσουλμανικό τέμενος της Λάρισας όπου εκεί άρχισαν να τον εκφοβίζουν, να τον απειλούν χτυπώντας τον και σπαθίζοντάς τον, αυτός όμως παρέμεινε ακλόνητος και αμετακίνητος στην πίστη του και έλεγε: «Δε γίνομαι Τούρκος∙ εγώ χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να αποθάνω»

Σύγχρονη φορητή εικόνα του Αγίου Νεομάρτυρα
Ιωάννη του Μονεμβασιώτη.


Στη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου ο Τούρκος πίεζε τον Άγιο να φάει  αρτύσιμο φαγητό, όμως ο Άγιος τον περιφρονούσε, έτσι τον έκλεισε στο στάβλο, τον κρέμασε από ένα δοκό και έβαζε φωτιά σε άχυρα κάτω από τα πόδια του.

Σε όλη την νηστεία ο Ιωάννης υπέμεινε το μαρτύριο, όπως την πείνα και τον ξυλοδαρμό, ο μεγαλύτερος όμως πειρασμός ήταν η που ο Τούρκος τον βασάνιζε μπροστά στην μητέρα του. 

Η μητέρα του βλέποντας τα φρικτά βασανιστήρια, τον παρακαλούσε να υποχωρήσει και να φάει, ο Ιωάννης όμως παρέμεινε ανεπηρέαστος έλεγε: «Διά τι κάμνεις έτσι μητέρα μου; Διά ποια αιτία κλαίεις; Διά τι δεν μιμείσαι κι εσύ τον Πατριάρχην Αβραάμ, ο οποίος διά την αγάπην του πλάστου του ηθέλησε να θυσιάσει τον μονογενή του υιόν, μόνον κλαίεις, και θρηνείς διά λόγου μου; Εγώ είμαι παπά υιός και πρέπει να φυλάττω καλύτερα από τους υιούς των λαϊκών τους νόμους και τα έθιμα της αγίας μας Εκκλησίας, διά τι όταν τα μικρά δεν φυλάττομεν, πώς ημπορούμεν να φυλάξωμεν τα μεγάλα;»

Δύο μήνες υπέφερε τα βασανιστήρια και αισθανόμενος το τέλος του είπε στη μητέρα του, να ενταφιάσει το σώμα του και να παραμείνει στη Λάρισα μέχρι τη στιγμή της εκταφής, να παραλάβει τα οστά του και να τα μεταφέρει στα Γουβιά της Μονεμβασίας, ο Τούρκος οργισμένος, τον μαχαίρωσε και παρέδωσε την ψυχή του, 15 ετών, στις 21 Οκτωβρίου του  1773, ο Τούρκος πέταξε το σώμα του και έδιωξε την μητέρα του Αγίου. 

Σύγχρονη φορητή εικόνα του Αγίου Νεομάρτυρα
Ιωάννη του Μονεμβασιώτη.

Κρατούσε στα χέρια της το Λείψανο του γιου της, αλλά ο πόνος, η εξάντληση και το γήρας δεν της άφηναν να το ενταφιάσει και έμενε δίπλα του μη γνωρίζοντας πού να πάει, τι να κάνει.

Επί δύο μέρες ένα φως έλουζε εκεί που ήταν το σώμα του νεομάρτυρα, το παρατήρησαν οι Χριστιανοί, πήγαν στο σημείο και βρήκαν τη μητέρα να κρατά στα χέρια το νεκρό γιο της και ειδοποίησαν το Μητροπολίτη Λαρίσης Μελέτιο που ενταφίασε με ευλάβεια το ιερό σκήνωμα. 

Η μητέρα του Αγίου έμεινε στη Λάρισα, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι ζητιανεύοντας και αναμένοντας την ημέρα της εκταφής για να κάνει πράξη την επιθυμία του μονογενούς της, πέρασε καιρός, ο Μητροπολίτης Λαρίσης τέλεσε την εκταφή και παρέδωσε τα Λείψανα στη μητέρα του Αγίου, εκείνη τα πήρε και αφού περιπλανήθηκε έφτασε στην πατρίδα της, τις Γούβες, όπου έμεινε με τον αδελφό της. 

Κρατούσε τα Λείψανα σαν πολύτιμο θησαυρό, επειδή φοβόταν μήπως τα ζητήσει ο τότε Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Καλαμάτας Ιγνάτιος (Τζαμπλάκος), όταν όμως έφτασε η μέρα της δικής της κοίμησης, είπε στους συγγενείς της, στον ενταφιασμό της να τοποθετήσουν μαζί και τα Λείψανα του γιου της.

Η ιστορική Μονή Βουλκάνου

Δεκαπέντε χρόνια μετά το θάνατό της πέθανε και η σύζυγος του αδελφού της και έπρεπε να ταφεί στον τάφο της οικογενείας, την ώρα όμως που έσκαβαν, μία άρρητη ευωδία κατέλαβε τους παρευρισκόμενους και θυμήθηκαν ότι στο ίδιο σημείο βρίσκονταν και τα Λείψανα του Ιωάννη.  

Με ευλάβεια, τέλεσαν την ανακομιδή των οστών, που ήταν άθικτα, ακόμη και ο σάκος που ήταν τοποθετημένα είχε διατηρηθεί σε άριστη κατάσταση, το δε σώμα της μητέρας του ήταν τελείως διαλυμένο. 

Τα λείψανα τα πήρε ο ιερέας, συγγενής τους, ονόματι Ιωάννης Καυσοκαλύβας όμως λόγω των πολλών θαυμάτων που επιτελούσαν δεν έμεινε κρυφή η ύπαρξη ούτε η κατοχή τους από αυτόν και όταν ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Καλαμάτας Χρύσανθος Παγώνης το πληροφορήθηκε, θέλησε να τα δει και να τα προσκυνήσει, όμως ο ιερέας συγγενής του Αγίου, δεν το επέτρεψε.

Το 1818 ο ιερέας πέθανε και ο Μητροπολίτης πήγε με τον Διάκονό του, Πανάρετο Αγγελόπουλο, το συγγραφέα του βίου του Αγίου, τέλεσε την εξόδιο Ακολουθία του και πήρε όσα Λείψανα του Αγίου σώθηκαν, αφού ο ιερέας Ιωάννης είχε δωρίσει την τιμία Κάρα του Αγίου στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Επισκοπής Έλους, όπου θεράπευσε το παράλυτο χέρι μιας γυναίκας. 

Ο Μητροπολίτης άφησε μέρος των ιερών Λειψάνων στη Μονεμβασία και τα υπόλοιπα τα πήγε στην Καλαμάτα ενώ η οικογένεια Παγώνη δώρισε τα ιερά Λείψανα και τη χειρόγραφη ιερά Ακολουθία του Αγίου στην Ιερά Μονή Γαρδικίου, όμως αργότερα ερημώθηκε και τα ιερά Λείψανα περιήλθαν στην ιστορική Ιερά Μονή του Βουλκάνου, που φυλάσσονται σήμερα, σε ασημένια λειψανοθήκη, δύο μεγάλα τεμάχια από τα χέρια του Αγίου που αναδίδουν μύρο. 

Με τα ιερά Λείψανα του Αγίου, ο νυν Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος (Θέμελης) τελεί κατά κόρον τα εγκαίνια Ιερών Ναών της Ιεράς Μητρόπολης Μεσσηνίας. 

Η μνήμη του τιμάται στις 21 Οκτωβρίου.



Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΑΡΓΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΕΠΑΝΩΜΙΤΗ.


Φυλάσσεται στην Ιερά Μητρόπολη Γ.Ο.Χ στην Αστόρια της Αμερικής και είναι κληροδότημα από την διαθήκη του μακαριστού Μητροπολίτη Τριφυλίας & Ολυμπίας κ. Χρυσόστομο Δημητρίου από την Ζάκυνθο, της Ελλαδικής Εκκλησίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Εικόνα του Αγίου Νεομάρτυρα Αργυρίου του
1853, στα Βημόθυρα του Ι.Ν Κοίμησης της
Θεοτόκου στην Επανομή Θεσσαλονίκης
.
πηγή
Δύο αδέλφια από την Χίο, ο Στέφανος και ο Νικόλαος Αστυφίδης, μυήθηκαν στην πνευματική καθοδήγηση από τον γέροντά τους π. Άνθιμου Βαγιάνο, του μετέπειτα Αγίου.

Σε ηλικία 18 χρόνων πηγαίνουν στην σκήτη της Αγίας Άννης στο Κελί της Αγίας Αναλήψεως στο Άγιο Όρος, ενώ δέκα χρόνια μετά χειροτονούνται Πρεσβύτεροι με το όνομα Πέτρος και Νήφων αντίστοιχα και πηγαίνουν στην Επανομή για να εξυπηρετήσουν το   εκεί παράρτημα των Γ.Ο.Χ.

Κατά την θητεία τους στην Επανομή τους δόθηκε ἡ τιμία Κάρα του Αγίου Αργυρίου από τις μοναχές Ματρώνα καί Μαριάμ, που ανήκαν στην οικογένεια Μπρέντα (Μπρεντούδες) η οποία είχε την τιμία Κάρα στην κατοχή της (;).  

Η δράση τους υπέρ του Παλαιού εορτολογίου τους επιφέρει διωγμούς κατά τους και με τις μοναχές Ματρώνα και Μαριάμ φεύγουν από την Επανομή και πηγαίνουν στην Χίο, παίρνοντας μαζί τους και την Κάρα του Αγίου Αργυρίου. 

Αργότερα πηγαίνουν στην Αθήνα παίρνοντας μαζί τους και πάλι την Κάρα του Αγίου ενώ οι δύο μοναχές μονάζουν στην Παλαιοημερολογίτικη Μονή του Αγίου Μηνά στην Ανθούσα Αττικής.

Το 1951 ο Ιερομόναχος Πέτρος αναχωρεί για την Αμερική και το 1962 εκλέγεται Μητροπολίτης της Αστόριας ενώ το 1986 συμμετείχε στην εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών των Γ.Ο.Χ. Χρυσοστόμου, η σχέση τους αυτή δικαιολογεί και την φύλαξη της Κάρας του Αγίου Αργυρίου στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών των Γ.Ο.Χ. 

Εικόνα του Αγίου Νεομάρτυρα Αργυρίου,
στα 1884.
πηγή
Ο μετέπειτα Μητροπολίτης Αμερικής  Γ.Ο.Χ. Παύλος, μετέφερε την Κάρα του Αγίου Αργυρίου από την ιερά Μονή Αγίου Μηνά Ανθούσας στην Νέα Υόρκη, όπου και φυλάσσεται σήμερα ενώ κομίζετε στην ετήσια πανήγυρη της Ιεράς Μονής του Αγίου Μηνά Ανθούσας στην Αττική.

Ο Άγιος Νεομάρτυρας Αργύριος γεννήθηκε το 1788 στην Επανομή της Θεσσαλονίκης από τον Αστέριο και τη Βασιλική, το γένος Ντουγιούδη και σε νεαρή ηλικία πήγε στην Θεσσαλονίκη, όπου προσλήφθηκε από κάποιον ράπτη ως υπηρέτης.

Τις μέρες εκείνες κάποιος Χριστιανός από τον Σοχό βρισκόταν κλεισμένος στη φυλακή της Θεσσαλονίκης για κάποιο έγκλημα που είχε κάνει και μην έχοντας να πληρώσει τα χρήματα που του ζητούσε ο πασάς, τον απειλούσε ότι θα τον κρεμάσει.

Ο φυλακισμένος χριστιανός αποφάσισε να αλλαξοπιστήσει, κάτι που χαροποίησε τους Αγαρηνούς, που αμέσως τον έβγαλαν από την φυλακή και τον πήγαν σε ένα καφενείο στην τοποθεσία Ταχτάκαλα με σκοπό να τον μυήσουν στη μουσουλμανική θρησκεία.

Ο Αργύριος, είχε πληροφορηθεί το γεγονός και πήγε και αυτός στο καφενείο και άρχισε να τον ελέγχει για το παράπτωμά του και ταυτόχρονα τον παρακινούσε, να επιστρέψει και πάλι στην Ορθόδοξη πίστη.

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νεομάρτυρα Αργυρίου,
στην Επανομή.
πηγή
Η στάση του αυτή προκάλεσε πολύ τους Γενίτσαρους, που όρμησαν επάνω του και άρχισαν να τον γρονθοκοπούν τόσο άγρια, ώστε θα τον σκότωναν, εάν δεν ανέστελλε την οργή τους η ελπίδα μπάς και τον προσελκύσουν στην δική τους πίστη.

Προσπάθησαν, λοιπόν, απειλώντας τον ότι θα τον σκοτώσουν, να τον αναγκάσουν να αλλαξοπιστήσει. όμως σαν βροντή ακούσθηκε η φωνή του Νεομάρτυρα: «Είμαι Χριστιανός και δεν αρνιέμαι την πίστη μου. Δόξα και τιμή μου ο Σταυρός του Χριστού. Επιθυμία μου είναι να αποθάνω για την πίστη και την αγάπη του Χριστού».

Οι Αγαρηνοί τότε οδήγησαν τον Αργύριο στον κριτή, ενώπιον του οποίου προσπάθησαν και πάλι να τον μεταπείσουν μεταχειριζόμενοι πότε απειλές και πότε κολακείες και υποσχέσεις για δώρα και αξιώματα, μετά από δύο ημέρες, οι Γενίτσαροι, επανέλαβαν και πάλι τις προσπάθειές τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα έτσι ζήτησαν λοιπόν από τον κριτή να διατάξει την εκτέλεσή του.

Λειψανοθήκη που ανήκε στον Αγιο Άνθιμο της Χίου
και στην οποία υπάρχει απότμημα του Αγιο
Νεομάρτυρα Αργυρίου. Βρίσκεται στην Μονή
Παναγίας Βοηθείας στήν Χίο. 
πηγή
Αυτός όμως, βλέποντας ότι ο Αργύριος δεν είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα άξιο θανάτου, προσπάθησε να κατευνάσει την οργή των εξαγριωμένων Τούρκων και να τους πείσει πως δεν είναι δίκαιο να σκοτώσουν έναν αθώο άνθρωπο όμως εκείνοι εξαγριώθηκαν και εναντίον του και έτσι ο κριτής διέταξε την διά απαγχονισμού θανάτωσή του.

Σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών, το 1806 και ημέρα Παρασκευή, ο Άγιος Νεομάρτυς Αργύριος οδηγήθηκε σε ένα τόπο λεγόμενο Καμπάν (η σημερινή αγορά Καπάνι), στην κεντρική αγορά της Θεσσαλονίκης, όπου και απαγχονίσθηκε και επισφράγισε την ομολογία του στον Χριστό με τη θυσία του αίματός του.

Το γένος του αγίου καθώς και τα ονόματα των γονιών του ανα­γράφονται στην ακολουθία του που εκδόθηκε το 1933 που πληροφορίες αναφέρουν ότι συντάχθηκε από τον όσιο Νικηφόρο της Χίου, ενώ στη νεότερη, που συντάχθηκε από τον μοναχό Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, αυτά θεωρούνται άγνωστα όπως και η γενεά του.

Η Μνήμη του τιμάται στις 11 Μαίου.



Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΑΠΤΗ ΕΞ ΤΕΡΟΒΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ.

πηγή

Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Τοιχογραφία του Αγίου
Νεομάρτυρα Ιωάννη του Ράπτου
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ράπτης γεννήθηκε στο χωριό Τέροβο των Ιωαννίνων, το 1500, από ευσεβείς γονείς και εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα κάνοντας το επάγγελμα του ράπτη, τέχνη που έμαθε από τον πατέρα του, ο δέ Λαμπρίδης μας πληροφορεί ότι το εργαστήριο του Ιωάνη ήτανε στην περιοχή Πλινθοκοπείο ή Τσιεκούρ μαχαλά των Ιωαννίνων.

Μετά τον θάνατο των γονέων του, ο Ιωάννης, πάει στην Κωνσταντινούπολη επί Πατριάρχου Ιερεμίου Α' καταγόμενου από την Ζίτσα των Ιωαννίνων και επί Σουλτάνου Σουλεϊμάν Μεγαλοπρεπή όπου εκεί εξάσκησε το επάγγελμά του.

Επειδή ήταν προικισμένος με σωματικές και ψυχικές αρετές, κίνησε τον φθόνο μερικών Τούρκων, που τον πίεζαν να γίνει μουσουλμάνος: «Εσύ, τόσο καλό και ωραίο παλικάρι είναι ντροπή να δουλεύεις σαν ραφτάκος! Έλα στην πίστη τη δική μας και θα ανταμειφθείς με πλούτη και αξιώματα!», του έλεγαν συνέχεια».

Ο Ιωάννης απέρριψε αμέσως τις δελεαστικές προτάσεις των Τούρκων και όχι μόνο, αλλά αποφάσισε να μαρτυρήσει για τον Χριστό, μάλιστα δύο φορές αποπειράθηκε να εκπληρώσει αυτή του την επιθυμία, αλλά τον απέτρεψε ο πνευματικός του, την τρίτη φορά όμως, Μεγάλη Παρασκευή, είπε πως είδε σε όραμα να χορεύει μέσα στις φλόγες και έτσι πέτυχε την ποθούμενη ευλογία του πνευματικού του ο οποίος και τον κοινώνησε. 

Όταν πήγε στο εργαστήριο του, είδε να έρχονται οι Τούρκοι που τον προέτρεπαν να γίνει μουσουλμάνος, αυτή τη φορά όμως τον συκοφαντούσαν ότι δήθεν, όταν ήταν στα Τρίκαλα αρνήθηκε τον Χριστό, αρχίζουν να το προπηλακίζουν όμως ο Άγιος Ιωάννης τα αρνείται όλα αυτά, δηλώνοντας πως ποτέ δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Οι Άγιοι Ιωάννης αριστερά και Γεώργιος δεξιά, οι εξ Ιωαννίνων
σε τοιχογραφία από την Μονή Αγ. Αθανασίου Δελβινακίου.
Εγώ, λέγει, «εν αυτώ τω Χριστώ και ζω και ζήσομαι και συν αυτώ και υπέρ αυτού ευγνωμόνως τεθνήξομαι»

Τον διώκουν, τον χτυπούν αλλά εκείνος προσεύχεται: «Ενίσχυσόν με μόνε Δυνατέ. δός μοι δύναμιν, δός μοι κραταίωσιν και χείρα μοι βοηθείας εξ αγίου σου κατοικητηρίου κατάπεμψον» 

Γράφει ο συναξαριστής: «ο δε εις ουρανόν και νουν ανατείνας και όμμα, Χριστός Ανέστη και τα λοιπά της ωδής επέψαλλε κείμενος»

Τον καταδικάζουν στον δια πυρός θάνατον, όμως δήθεν φιλανθρώπως φερόμενοι απέναντί του για να μη καεί οδυνηρώς, τον αποτραβούν εκ της πυράς και τον αποκεφαλίζουν στις 18 Απριλίου του 1526

Όσα λείψανα απέμειναν μαζί με την σεπτή κεφαλή του, ευλαβείς χριστιανοί τα περισυνέλεξαν και τα πήγαν στο Πατριαρχείο, εκείνη τη μέρα, πλήθος χριστιανών μαζεύτηκε στον Πατριαρχικό ναό της Κωνσταντινούπολης, για να τιμήσουν τον άγιο και αφού τελέστηκε αγρυπνία, όλοι οι χριστιανοί προσκύνησαν τα ιερά λείψανα του Νεομάρτυρα και έπειτα τα ασφάλισαν σε κατάλληλο σημείο.

Τοιχογραφία του Αγίου
Νεομάρτυρα Ιωάννη του Ράπτου
Οι χριστιανοί πολύ σύντομα από το χρόνο του μαρτυρίου του, τον τιμούν ως άγιο, τον αγιογραφούν όπως στη Μονή Φιλανθρωπινών στο Νησί, τον Ναό Αγίου Αθανασίου στο Προσγόλι, στη Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου στη Βελλά κ.α. και συντάσσουν το συναξάρι του, όπως ο Ιουστίνος ο Δεκαδίων μαζί με την ακολουθία του, περίπου το 1543, δηλαδή 17 χρόνια μετά το μαρτύριό του. 

Στη συνέχεια επανεκδίδουν την ακολουθία ο πρωτόπαπας του Ναυπλίου Νικόλαος ο Μαλαξός, ο μέγας ρήτωρ της Εκκλησίας Αντώνιος και άλλοι το 1719, το 1738, το 1792, το 1819, το 1865 (ακολουθία δημοσιευμένη στο Ανθολόγιον της Βενετίας εκ του τυπογραφείου του Φοίνικος) και το 1870 η χειρόγραφη ακολουθία του, στην οποία στηριχθήκαμε να γράψουμε όλα αυτά, «Ποιηθεῖσα παρά τοῦ Σοφωτάτου Κυρίου Ἰουστίνου τοῦ Δεκαδίωνος, αἰτήσει δὲ τῶν φιλοχρίστων εὐσεβῶν Χριστιανῶν. Ἀντιγραφθεῖσα ὑπό τοῦ ἀναξίου Ἱερομονάχου Ἀγαθαγγέλου Γεωργιάδου Ἰωαννίτου. Διά τὴν Ἱεράν ἐκκλησίαν τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Σούβλιασις (σ.σ. σημερινός Άγιος Βλάσιος Θεσπρωτίας)»

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ράπτης όπως μας λέει και το Απολυτίκιό του: «Γόνος κάλλιστος, Ἰωαννίνων, κλέος ἔνθεον, τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη πανεύφημε, τῶν γὰρ Μαρτύρων ζηλώσας τὴν ἄθλησιν, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος».

Η μνήμη του τιμάται στις 18 Απριλίου και στα Ιωάννινα τελείται την Τρίτη της Διακαινησίμου στο ναό της Αγίας Μαρίνας.


Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε' ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ.


Φυλάσσονται μέσα σε περίβλεπτη λάρνακα στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Αθήνα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Άγιος Γρηγόριος Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Τοιχογραφία στην Ι. Μ. Στροφάδων και Αγίου 
Διονυσίου Ζακύνθου.
 Έργο Ιωάννου Τσολάκου.
Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1745, από τον Ιωάννη και την Ασημίνα.

Σπούδασε στη σχολή της γενέτειράς του κοντά στον δάσκαλο Μελέτιο, Ιερομόναχο θείο και ανάδοχό του και στον Ιερομόναχο Αθανάσιο Ρουσόπουλο ενώ είκοσι ετών, το 1765 πήγε στην Αθήνα και μαθήτευσε για δύο χρόνια κοντά στον μεγάλο διδάσκαλο Δημήτριο Βόδα.

Το 1767 πήγε στη Σμύρνη στον θείο του, εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή και μετά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα ενώ μετά τις σπουδές του πήγε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός ως Γρηγόριος. 

Κατόπιν τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του ενώ όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στη Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.

Το 1785 ο Προκόπιος εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης και ο Γρηγόριος χειροτονείται επίσκοπος και ανέρχεται στο Μητροπολιτικό θρόνο της Σμύρνης. Η πλούσια δραστηριότητά του τον κάνει πλατιά γνωστό και γι᾽ αυτό τον Μάιο του 1797, μετά τη χηρεία του Οικουμενικού Θρόνου, εκλέγεται πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ως Γρηγόριος Ε´.

Η πατρική οικία του Γρηγορίου Ε΄στη Δημητσάνα.
Εκθρονίζεται από την Υψηλή Πύλη, εξορίζεται το 1798 και αποσύρεται στη Μονή Ιβήρων του Άθωνα, όπου μένει επτά χρόνια, επιδιδόμενος στην άσκηση και τη μελέτη.

Αγάπησε πραγματικά τη Μονή Εσφιγμένου και ενδιαφέρθηκε για την επαναφορά της στην κοινοβιακή τάξη, εξάλλου τέλεσε και τα εγκαίνια του κεντρικού Ναού της το 1811 και ανέλαβε τη εξόφληση της νότιας πτέρυγας της Μονής, για αυτό και θεωρείται κτίτωρά της.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 καλείται για 2η φορά από τους αρχιερείς στον Πατριαρχικό Θρόνο, τα προβλήματα όμως δεν παύουν αφού η αλλαγή της τουρκικής πολιτικής και η επανάσταση των Γενιτσάρων επιφέρουν και νέα πτώση του Γρηγορίου που εξορίζεται στην Πριγκηπόννησο και το 1810 αποσύρεται πάλι στο Άγιο Όρος, όπου μένει άλλα 9 χρόνια.

Εκλέγεται όμως και για τρίτη φορά Πατριάρχης στις 15 Δεκεμβρίου του 1818 χρονιά που μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του 1818 στο Άγιον Όρος και «Ἔδειξεν εὐθὺς ζωηρότατον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» και «ηὐχήθη ἀπὸ καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της και επιστρέφει στην Πόλη τον Ιανουάριο του 1819.

Η αναπαλαιωμένη κατοικία του Γρηγορίου Ε' στην Δημητσάνα,
πηγή
Το εκκλησιαστικό μουσείο της Δημητσάνας στεγάζεται στην
αναπαλαιωμένη κατοικία του Γρηγορίου Ε'.

πηγή
Το διαμορφωμένο εκκλησάκι εντός της κατοικίας του Γρηγορίου Ε' στην Δημητσάνα.
πηγή

Πορτρέτο του Αγίου Γρηγορίου Ε'.
ξυλογραφία στα 1861 - 1862

Η 3η Πατριαρχία του συνδέεται με κρίσιμες στιγμές του Γένους, η θέση του γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και η πατριαρχία του λήγει με τη μαρτυρική του θυσία όταν την νύχτα του Πάσχα, στις 10 Απριλίου του 1821 μαζί με 8 άλλους αρχιερείς τέλεσε τη θεία Λειτουργία της Αναστάσεως, συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε ενώ τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια και τον πίεζαν να δεχτεί τον Ισλαμισμό.

Ο Γρηγόριος ο Ε΄, μάλιστα είχε προείπει τον θάνατό του την Κυριακή των Βαϊων, λέγοντας: «Σήμερα τρώμε εμείς τα ψάρια, την άλλη Κυριακή - το Πάσχα δηλαδή - θα μας τρώνε εκείνα».

Ο Πατριάρχης απάντησε: «Μάταια κοπιάζετε. Ό Πατριάρχης των Χριστιανών, Χριστιανός γεννήθηκε και Χριστιανός θα πεθάνει», τότε τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον οδήγησαν δεμένο στην αποβάθρα του Φαναρίου.

Εκεί ο Γρηγόριος γονάτισε, έκανε τον Σταυρό του και περίμενε να αποκεφαλιστεί, όμως ένας δήμιος τον κλώτσησε και τον μετέφεραν στις Πύλες του Πατριαρχείου στις 3 το απόγευμα, όπου σε μία από αυτές με φρικτό τρόπο τον κρέμασαν. Επί τρεις ημέρες το σώμα του έμεινε μετέωρο, δεχόμενο τους εξευτελισμούς του μανιασμένου όχλου, μια σπείρα Εβραίοι αγόρασαν τον νεκρό, τον περιέφεραν στους δρόμους και τελικά αφού τρύπησαν όλο το σώμα του, έδεσαν στο λαιμό του ογκόλιθο και τον πέταξαν στον Κεράτιο κόλπο. 

H κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, που απαγχονίστηκε
ο Γρηγόριος Ε΄, η οποία παραμένει κλειστή ως σήμερα
Κατά θεία οικονομία όμως ο ογκόλιθος λύθηκε και το λείψανο του Πατριάρχη εθεάθη κάτω από τις γέφυρες κοντά στο Γαλατά ενώ ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Νικ. Σκλάβος βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε κρυφά στην Οδησσό, όπου τάφηκε στον Ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος αφού κηδεύτηκε με αυτοκρατορικές τιμές. 

Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», αλλά ήταν και «ἄκαμπτος εἰς τᾶς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίων, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε»

Ο ανδριάντας του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ στα προπύλαια
του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αποδίδεται σε μέγεθος μεγαλύτερο 

του φυσικού, όρθιος, σε μεγαλοπρεπή στάση, με το αριστερό χέρι 
στηρίζεται στη μπρούντζινη ποιμαντική ράβδο, ενώ το δεξί χέρι
απλώνεται χαρακτηριστικά προς τα εμπρός.
O Γρηγόριος, έταξε σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το Γένος, να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό ενώ για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του τη διπλωματική δεξιοτεχνία όμως στην προσπάθειά του να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνοντα μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου». «Ἂς μὴν λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν του κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τᾶς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων, μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τᾶς ὑπονοίας, ὄτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῆ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῆ διὰ τῆς φυγῆς».

Επιστολή του Γρηγορίου Ε´με την οποία αποκηρύσσεται
η εξέγερση και αφορίζεται ο Αλέξανδρος Υψηλάντης
Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 26 Δεκεμβρίου 1820 στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορική άποψη, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, σε όλες του τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση: «Ἀμφοτέρα τᾶς τιμίας ἐπιστολᾶς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φοῦντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τοὺς ἐν αὐταὶς τιμίους λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα, οἱ γὰρ χρόνοι πονηροὶ εἰσι καὶ ἐν ταὶς φιλοπατριώταις ἐστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανώνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευομένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιώται, οὖς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργούσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγείν. Οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσι μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοὶς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρυφὰ ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὄτε καὶ ἐπίκρινε τοὶς θεοσεβέσιν ἀδελφοὶς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶα πράυνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχεσιν, ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὒν ταὶς ἐμαὶς εὐχαὶς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατύνει αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἳ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἠασαΐα. Γεωργοὶ ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος».

"Ο θάνατος του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄"
Πίνακας του 
Ουγκ Φουρό
Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο, ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα: «Χρεωστοῦμεν», έλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἠμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώση....».

Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε: «Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας. 

Ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῆ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του».

Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση, μάλιστα oι Φιλικοί ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.

Στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας στην Οδησσό είχε ταφεί αρχικά
την 16η Απριλίου 1821 το λείψανο του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Γρηγορίου Ε’, ανευρεθέν στα
παράλια της Οδησσού από τον Κεφαλλονίτη πλοίαρχο Γεράσιμο
 Σκλάβο, έπειτα από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη από
τους Οθωμανούς την 10η Απριλίου 1821 και την ρίψη του
νεκρού σώματος του στον Κεράτιο Κόλπο.
Κατόπιν μεταφέρθηκε στην Αθήνα.
Όταν σε μια συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε' απάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Ὁ θάνατος ἠμῶν θὰ δώση δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίση τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἠμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύση ὅλον τὸ Ἔθνος».

Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε: «Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθη τᾶς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργούσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην. Εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετὰ τίνας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων. Δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τᾶς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῆ καὶ θριαμβεύση, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».

«Ο Πατριάρχης Γρηγορίος Ε΄συρόμενος στην αγχόνη»,
Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Νικηφόρου Λύτρα
Ο Γρηγόριος ο Ε', ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του, σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος, επωμίσθηκε το σταυρό του, ανέβηκε το Γολγοθά του, δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό, μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη.

Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί «γιαφτάς»), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του: «.…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως… ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώση πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς τῶν, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν. Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὄσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων…Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψη ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων».


Απόσπασμα από τον γιαφτά της καταδίκης του Αγίου Γρηγορίου Ε'

Το σώμα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε΄
ρίπτεται στο Κεράτιο κόλπο. Ελαιογραφία σε μουσαμά,
αγνώστου, αντίγραφο από την πρωτότυπη σύνθεση
του γερμανού ζωγράφου Peter von Hess.
Το 1871 η Εκκλησία της Ελλάδος θέλησε να μετακομίσει το λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα και για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β' ο Κατραμής και ο Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α' γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. 

Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου το οποίο έφθασε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου του 1871, με το ατμόπλοιο «Βυζάντιο» και οι Αθηναίοι του επιφύλαξαν πάνδημη υποδοχή και εναποτέθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα. 

Η εφημερίδα ΑΙΩΝ περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες την λαμπρή υποδοχή στο φύλλο της 27ης Απριλίου 1871 και ξεκινά την περιγραφή: «Η ημέρα της προχθές Κυριακής 25 Απριλίου, θα μνημονεύεται, εν τοις χρονικοίς της πόλεως Αθηνών, επί μακρούς χρόνους, ως μια των ωραιοτάτων και γραφικοτάτων αυτής. Την ημέραν αυτήν η πρωτεύουσα του ελληνικού Βασιλείου ετέλεσε διπλήν τελετήν, επανηγύρισε την πεντηκονταετηρίδα από της εθνικής εγέρσεως, υπεδέχθη δε όπως, εν μέσω τόσων άλλων κειμηλίων της δόξης του παρελθόντος και της καθ΄ημάς εποχής, φυλάξη πολύτιμον του Ελληνισμού κειμήλιον, το λείψανον του υπέρ της ελληνικής ελευθερίας μαρτυρήσαντος Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’». 

Στις 10 Απριλίου του 1921 ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και η μνήμη του τιμάται στις 10 Απριλίου.