Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ, ΤΟΥ ΕΝ ΠΑΡΩ.

πηγή

Φυλάσσεται μαζί με τα υπόλοιπα Ιερά του Λείψανα στην Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στην Πάρο όπου βρίσκεται και ο τάφος του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Αγιος Αρσένιος ο Εν Πάρω
Εικόνα του 1941 από τον Χερουβήμ, 
Μητροπολίτη Παροναξίας
πηγή
Ο Όσιος Αρσένιος Σεργίου Σεργιάδης, κατά κόσμον Αθανάσιος,γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 31 Ιανουαρίου του 1800 και από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός καιμ από πατέρα και από μητέρα, ενώ σε ηλικία εννέα ετών μετέβη στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου σπούδασε στην ονομαστική σχολή της πόλης έχοντας ως σχολάρχη τον περίφημο διδάσκαλο ιερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη

Στην χολή φοίτησε πέντε χρόνια και στα τελευταία έτη συνδέθηκε με τον πνευματικό Γέροντα Δανιήλ από τη Ζαγορά του Πηλίου, έναν από τους ονομαστούς πνευματικούς της εποχής εκείνης και έγινε υποτακτικός του.

Το 1815 ο Άγιος αναχώρησε για το Άγιον Όρος με τον Γέροντα Δανιήλ και εκεί εκάρη μοναχός με το όνομα Αρσένιος. Κατά την εξαετή παραμονή του στον Άθωνα έδωσε τον εαυτό του ως πρότυπο μοναχού και ακολουθώντας τον γέροντα του Δανιήλ πήγε στην Ιερά Μονή Πεντέλης και στην συνέχεια στην Πάρο και μάλιστα στις ιερές Μονές Λογγοβάρδας και Αγίου Αντωνίου Μαρπήσσης. 

Κατόπιν τον βλέπουμε στα νησιά Σίκινο και Φολέγανδρο που χειροτονείται Διάκονος και διορίζεται ελληνοδιδάσκαλος, ωφελώντας πολλαπλά και τα μέγιστα στην πνευματική, ηθική, κοινωνική και εθνική εξύψωση του επιπέδου του λαού. Στη Φολέγανδρο παρέμεινε αρκετά χρόνια, εργαζόμενος άοκνα ιεραποστολικώς.

Μετά την κοίμηση του γέροντός του Δανιήλ και παρά τις αντιδράσεις των Φολεγανδρίων, ανεχώρησε με το σκεπτικό να επανέλθει στο Άγιο Όρος, όμως, διερχόμενος από την Πάρο και την Μονή Αγίου Γεωργίου, συνάντησε τον εξ Ηπείρου επίσης καταγόμενο αρχιμανδρίτη Ηλία Γεωργιάδη, Ιεροκήρυκα Κυκλάδων. 

Αγιος Αρσένιος ο Εν Πάρω
Εικόνα του 1960 από την μοναχή Αρσενία
Ο γέροντας αυτός προέτρεψε τον Αρσένιο τότε να μη μεταβεί στον Άθωνα, αλλά να παραμείνει στην Πάρο, πράγμα και που έπραξε, στην Μονή Αγίου Γεωργίου Πάρου όπου και διέπρεψε στους πνευματικούς αγώνες. 

Κοιμόταν και έτρωγε ελάχιστα και συνεχώς αγρυπνούσε, προσευχόμενος για τα πνευματικά του τέκνα και τη σωτηρία του κόσμου. Βασική του τροφή ήταν η ανάγνωση των θείων Γραφών και των συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων για αυτό και ο Όσιος θεωρούσε τη μικρή του βιβλιοθήκη ως κήπο τερπνότατο και ωραιότατο με αγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη από εύχυμους καρπούς.

Ο Όσιος αγαπούσε τους πάντες χωρίς διακρίσεις, περισσότερο όμως αγαπούσε τους ασθενείς, τους οποίους διακονούσε με μεγάλη προθυμία και η
 φήμη του ως αγίου είχε ήδη περάσει στον λαό ενώ ακόμα βρισκόταν στη ζωή αυτή.

Όταν το 1861 κοιμήθηκε ο ηγούμενος της μονής, Αγίου Γεωργίου, ευσεβής ιερομόναχος Ηλίας, οι πατέρες εξέλεξαν ηγούμενο και προϊστάμενό τους τον Όσιο Αρσένιο, ο οποίος τους ποίμανε με θεοφιλή και θεάρεστο τρόπο ενώ λίγα χρόνια αργότερα παραιτήθηκε, για να ασχοληθεί απερίσπαστα με το έργο της ιεράς εξομολογήσεως.

Η Ιερά Μονή Μεταμόρφωσης του Χριστού στην
Πάρο όπου βρίσκεται ο τάφος και τα 
Λείψανα του Αγίου Αρσενίου.
Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1877 
και τα τελευταία του λόγια ήταν: "Κύριε, εις χειράς σου παρατίθημι τούτο το ποίμνιο που μου ενεπιστώθης. Σος είμι εγώ, Κύριε, ότι τα δικαιώματά Σου εξεζήτησα". 

Το ιερό του λείψανο τέθηκε επί 3 μέρες σε λαϊκό προσκύνημα με τις εκδηλώσεις αγάπης του λαού να ήταν απερίγραπτες και η Εκκλησία μας, τον Ιούνιο του 1967 τον ανακήρυξε άγιο.

Το 1968, και αφού ήδη καθιερώθηκε στη συνείδηση των πιστών ως Άγιος, ο Μητροπολίτης Παροναξίας Χερουβείμ έθεσε τον θεμέλιο λίθο για την ανέγερση ναΐσκου επί του Τάφου του αγίου Αρσενίου, ο οποίος εγκαινιάστηκε την 20η Οκτωβρίου του 1968 από τον Μητροπολίτη Παροναξίας Επιφάνιο, και αφού είχε προηγηθεί, κατά τη 20η Ιουνίου του 1967 η επίσημη ανακήρυξη του Οσίου Αρσενίου ως Αγίου.


Ο Νέος ιερός Ναός αφιερωμένος στον Αγιο
Αρσένιο, έξω από την Μονή Μεταμόρφωσης
Κατά την 20η Σεπτεμβρίου 1998, και αφού πέρασαν 30 χρόνια από τα εγκαίνια του μικρού Ιερού Ναού, θεμελιώθηκε από τον Σεβ. Μητροπολίτη Παροναξίας κ. Αμβρόσιο τον B' ο Νέος Ιερός Ναός του Αγίου Αρσενίου.

Κάτοχος σπουδαίας παιδείας, όχι μόνο θεολογικής αλλά και φιλοσοφικής, μαθηματικής, συνέγραψε σπουδαία συγγράμματα, τα οποία όμως δε διασώθηκαν, εκτός από ένα και μόνο, δηλαδή το βιβλία που έγραψε το 1832 στην Φολέγανδρο, με τον τίτλο: "ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΥΝΕΡΑΝΙΣΘΕΝ ΥΠΟ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ."

Ο βίος του γράφηκε από τον μακαριστό ηγούμενο της Λογγοβάρδας αρχιμανδρίτη Φιλόθεο Ζερβάκο, η ακολουθία και ο Παρακλητικός Κανόνας του από τον μοναχό Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη και μία άλλη νεώτερη από τον Χ. Μ. Μπούσια.

Ο Άγιος εορτάζεται ιεροπρεπώς στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Χριστού (Δάσους) στην Πάρο, όπου βρίσκονται ο Τάφος και το Ιερά του λείψανα, δυο φορές τον χρόνο, την 31η Ιανουαρίου, ημέρα της κοιμήσεως του και την 18η Αυγούστου, ημέρα της Ανακομιδής των Τιμίων Λειψάνων του.

Επίσης εορτάζει την 1η Κυριακή του Σεπτεμβρίου, στην καθιερωθείσα Σύναξη των Πέντε Αγίων της Παροναξίας που τελείται στον νεόδμητο Ιερό Ναό των Ναξίων Αγίων Νικοδήμου του Αγιορείτου και Νικολάου του Πλανά, στην πόλη της Νάξου και ακόμη, την Τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου στην Πάρο, όπου επίσης τελείται η Σύναξη των Αγίων.



Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ.

πηγή

Φυλάσσεται σε λάρνακα μαζί με τα οστά του Αγίου Αντωνίου πολιούχου Βεροίας στον ομώνυμο ιερό προσκυνηματικό ναό του Αγίου Αντωνίου, στη Βέροια.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Η Αγία Ιερουσαλήμ με τα παιδιά της
Σέκενδο, Σεκένδικο και Κήγορο
πηγή
Η αγία Ιερουσαλήμ γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από ευσεβείς γονείς πιθανόν τον 3ο αιώνα και ακολούθησε την επιθυμία των γονέων της να νυμφευθεί, αν και η ίδια επιθυμούσε να αφιερώσει τη ζωή της στόν Χριστό και να γίνει μοναχή. 

Στη διάρκεια του έγγαμου βίου της απέκτησε τρία παιδιά, τον Σέκενδο, τον Σεκένδικο και τον Κήγορο, με τα οποία, μετά τον θάνατο του συζύγου της, αποφάσισε να ταξιδεύσει μέχρι τη Ρώμη κηρύττοντας τον Χριστό, την περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου Πρόβου.

Αργότερα ήρθε στην Ελλάδα όπου δίδαξε στην Αθήνα, την Βοιωτία, τη Θεσσαλία και την Έδεσσα όπου χειροτονήθηκε μοναχή από τον ιερομόναχο Ευσέβιο ενώ στη συνέχεια πήγε στή Βέροια και κήρυττε το Χριστιανισμό, έτσι προκάλεσε τους ειδωλολάτρες και την επέμβαση του δούκα της Θεσσαλονίκης Κινδιανού, ο οποίος την κάλεσε σε απολογία.

Η γενναία ομολογία της πίστης της στον Χριστό εξόργισε τον Κινδιανό και διέταξε τη σκληρή τιμωρία της καθώς και των τριών παιδιών της.

Πρώτος μαρτύρησε το μικρότερο από τα τρία παιδιά, ο Κήγορος, ο οποίος παρέδωσε το πνεύμα του πάνω σε πυρακτωμένη σχάρα, ακολούθησε ο Σέκενδος, στο κεφάλι του οποίου τοποθέτησαν πυρωμένη περικεφαλαία, ενώ ο Σεκένδικος δέθηκε πίσω από άγρια άλογα που έτρεχαν και άφησε την τελευταία του πνοή συρόμενος ανελέητα επάνω στο χώμα όπου διαμελίσθηκε. 

Διαβάστε ή κατεβάστε την Ακολουθία καθώς και τον Βίο της Αγίας Ιερουσαλήμ
και των τέκνων της
ΕΔΩ


Η Αγία Ιερουσαλήμ με τα παιδιά της
Σέκενδο, Σεκένδικο και Κήγορο
πηγή
Τελευταία οδηγήθηκε στο μαρτύριο η μητέρα, η αγία Ιερουσαλήμ, η οποία, αφού παρακολούθησε με υπομονή και καρτερία το μαρτύριο των παιδιών της, αποκεφαλίσθηκε μετά από σκληρά βασανιστήρια.

Τα μέλη της Ιερουσαλήμ και των παιδιών της, μάζεψαν οι χριστιανοί της Βέροιας και τα έθαψαν κατά μία εκδοχή στη νότια πλευρά της πόλης και αργότερα έκτισαν προς τιμή της Ναό που δυστυχώς καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της πυρκαγιές που κατέστρεψαν την πόλη, πιθανότατα το 1772.

Η Αγία Ιερουσαλήμ τιμάται επίσης και στον σπηλαιώδη Ναό πρός τιμήν της που βρίσκεται απέναντη απο το Κάστρο της Υπάτης, μέσα σε μία τεράστια σπηλιά.

Ακόμη,  στην Κεφαλλονιά σε μια από τις ωραιότερες παραλίες του νησιού υπάρχει γραφικό πέτρινο εκκλησάκι της Αγίας Ιερουσαλήμ που έκτισε ο ιδρυτής του γειτονικού Φισκάρδο, Νορμανδός Σταυροφόρος Ροβέρτος Γυισκάρδος τον 11ο αιώνα.

Στον ομώνυμο ιερό προσκυνηματικό ναό του Αγίου Αντωνίου, στη Βέροια υπάρχει μία ενεπίγραφη εικόνα της Αγίας «μετά των τέκνων της» έργο του αγιογράφου Μιχαήλ Χατζηαναγνώστου από τη Σαμαρίνα και με ημερομηνία 28 Μαΐου 1866.

Η μνήμη της εορτάζεται πανηγυρικά στις 4 Σεπτεμβρίου τόσο στη Βέροια όσο και στο Καμποχώρι Αλεξανδρείας.


Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΠΟΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΑΓΙΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ.

πηγή

 Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Οσίου Ξενοφώντος Αγίου Όρους.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Άγιοι Στέφανος και Παύλος ο Ξηροποταμινός
Μέσα του 18ου αιώνα, Nέα Σκήτη Άγιον Όρος.
πηγή
Ο Άγιος Στέφανος ήταν ένας από τους πιο διακεκριμένους μεταξύ των επτά διακόνων, που εξέλεξαν οι πρώτοι χριστιανοί για να επιστατούν στις κοινές τράπεζες των αδελφών, ώστε να μη γίνονται λάθη και τους οποίους χειροτόνησαν οι ίδιοι οι Άγιοι Απόστολοι.

Αν και κουραστική η ευθύνη του επιστάτη για τόσους αδερφούς παρ’ όλα αυτά ο Στέφανος έβρισκε καιρό αλλά και μεγάλη δύναμη για να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού. 

Και όπως αναφέρει η Αγία Γραφή: «Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα εν τω λαῷ».(Πραξ. Αποστόλων, στ΄8-15, ζ΄1-60). 

Δηλαδή ο Στέφανος, που ήταν γεμάτος πίστη και χάρισμα ευγλωττίας δυνατό, έκανε μεταξύ του λαού πολύ μεγάλα θαύματα, που προκαλούσαν κατάπληξη και αποδείκνυαν όμως έτσι την αλήθεια του χριστιανικού κηρύγματος.

Ο Στέφανος είχε αφιερώσει τη ζωή του στο κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου καθώς και στη φιλανθρωπική δράση και για τη προσφορά του αυτή αλλά και για τις αρετές του τιμήθηκε και ευλογήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας, με το οποίο θεράπευε ασθενείς και αποδείκνυε έτσι τη δύναμη του Χριστού. 


Ο λιθοβολισμός του Αγίου Στεφάνου.
Μιχαήλ Δαμασκηνός, 1590.
πηγή
Με τη βαθιά θεολογική του κατάρτιση ο Στέφανος ανέτρεπε εύκολα τις κακοδοξίες των Ιουδαίων, προκαλώντας την οργή και το φθόνο τους, αυτοί όμως, ήταν προκατειλημμένοι και εξαπέλυσαν συκοφάντες ανάμεσα στο λαό, που διέδιδαν ότι άκουσαν το Στέφανο να βλαστημά τον Μωυσή και το ίδιο τον Θεό. 

Με αφορμή αυτές τις συκοφαντίες εναντίον του, που οι ίδιοι είχαν ενσπείρει, άρπαξαν με μίσος τον Στέφανο και τον οδήγησαν μπροστά στο Συνέδριο, τάχατες για να απολογηθεί για τα σημαντικά παραπτώματά του. 

Η απολογία του Στεφάνου υπήρξε ένα πρότυπο τόλμης αλλά και θάρρους, χωρίς να φοβηθεί καθόλου, εξαπέλυσε λόγια - κεραυνούς εναντίον των Ιουδαίων και από υπόδικος, ορθώθηκε θυελλώδης ελεγκτής αλλά και κατήγορος τους. 

Ακράτητοι από το μίσος οι Ιουδαίοι, τον έσυραν έξω από την πόλη, όπου τον θανάτωσαν με λιθοβολισμό και εκεί φάνηκε η μεγάλη συγχωρητικότητα του Στεφάνου προς τους εχθρούς του με τη φράση του, «Κύριε, μὴ στήσης αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην», δηλαδή, Κύριε μη λογαριάσεις σε αυτούς την αμαρτία αυτή.
 
Την μέρα εκείνη, έγινε μεγάλος διωγμός κατά της εκκλησίας των Iεροσολύμων και όλοι σκορπίστηκαν στα χωριά της Iουδαίας και της Σαμάρειας, εκτός από τους Αποστόλους ενώ τον Στέφανο τον πήραν και τον έθαψαν μερικοί ευλαβείς άντρες.

Ο Πρωτομάρτυρας  Αρχιδιάκονος Στέφανος
Εικόνα βυζαντινή  τού δευτέρου μισού τού 14ου αιώνα. 
στο Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς
Με εντολή των προεστών μεταφέρθηκε το σώμα του Στεφάνου έξω από τη βόρεια πύλη της πόλης και έμεινε άταφο, να το κατασπαράξουν άγρια ζώα, όμως κανένα ζώο δεν το πείραξε και μερικοί ευλαβείς άντρες, αφού θρήνησαν, πήραν το σώμα του και το έθαψαν.
 
Αυτό έγινε με πρωτοβουλία του νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ, που παρακάλεσε και προέτρεψε τους Αποστόλους να πάρουν το σώμα του Στεφάνου και να το ενταφιάσουν στον τάφο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του, στο χωριό Καφαργάμαλα, στην ευρύτερη περιοχή των Ιεροσολύμων όπως και έγινε. 
 
Ο Γαμαλιήλ, ο γιος του Άβιβος και ο ανιψιός του Νικόδημος, ο νυχτερινός μαθητής του Κυρίου, είχαν βαπτιστεί χριστιανοί από τους Αποστόλους Ιωάννη και Πέτρο όμως μετά το πένθος των σαράντα ημερών, οι Ιουδαίοι πληροφορήθηκαν ότι ο Νικόδημος βαπτίσθηκε και τον υπέβαλλαν σε πολλά βασανιστήρια.
 
Έτσι έφτασε διωκόμενος και πληγωμένος στο χωριό του Γαμαλιήλ και του ζήτησε καταφύγιο, δυστυχώς λίγες ημέρες αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του και ενταφιάστηκε δίπλα στον Άγιο Στέφανο ενώ όταν αργότερα ο Γαμαλιήλ και ο γιος του Άβιβος απεβίωσαν, ενταφιάστηκαν και αυτοί δίπλα στον Άγιο Στέφανο και το Νικόδημο.

Η Ανακομιδή των Λειψάνων του Αγίου Πρωτομάρτυρα Στέφανου.
 
Ανακομιδή του Λειψάνου του Αγίου
Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, Βυζαντινό
Μηνολόγιο (2-5 Αυγούστου) του
14ου αιώνα,βρίσκεται στην Bodleian
βιβλιοθήκη στην Οξφόρδη, της Αγγλίας.
Επί βασιλείας του Θεοδοσίου του Μικρού
(401450), στις 3 Δεκεμβρίου του 415,
ημέρα Παρασκευή ο Λουκιανός, ένας σεβάσμιος ιερέας στα Καφαργάμαλα, ενώ κοιμόταν, είδε σε όραμα τον Γαμαλιήλ ο οποίος του αποκάλυψε τον τόπο που ήταν ενταφιασμένος ο ίδιος, ο γιος του Άβιβος, ο ανιψιός του Νικόδημος και Άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος.    

Τον προέτρεψε μάλιστα να πάει στην Ιερουσαλήμ να ειδοποιήσει τον επίσκοπο Ιεροσολύμων Ιωάννη να μεταφέρουν τα λείψανα, για να αναπαυθούν σε ένα καταλληλότερο μέρος.  
 
Ο Λουκιανός όμως αβέβαιος για τη φύση του οράματός του δεν έκανε αυτό που πρόσταξε ο Γαμαλιήλ αλλά προσευχήθηκε στο Θεό να ξαναεμφανιστεί ο γέροντας, για να βεβαιωθεί πως επρόκειτο για αληθινό θεϊκό όραμα έτσι την επόμενη Παρασκευή ο Γαμαλιήλ εμφανίστηκε για δεύτερη φορά στο Λουκιανό και τον ρώτησε ανυπόμονα γιατί δεν έδρασε σύμφωνα με τις οδηγίες που του έδωσε. 
 
Ο Λουκιανός εξήγησε στο Γαμαλιήλ πως προσευχήθηκε επειδή είχε αμφιβολίες και πως περίμενε άλλο ένα σημάδι, για να πειστεί μάλιστα, ο Γαμαλιήλ του έδωσε λεπτομερείς πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο θα αναγνώριζε τα άγια σώματα μετά την εκταφή τους.
 
Απεικόνιση του Αγίου Πρωτομάρτυρα Στέφανου
σε εικόνα του 6ου αιώνα, μουσείο Hermitage
πηγή
Ο Λουκιανός είδε λοιπόν
τέσσερα καλάθια, τρία χρυσά και ένα ασημένιο, τα χρυσά καλάθια ήταν στολισμένα με τριαντάφυλλα, το ένα καλάθι με κόκκινα ενώ τα άλλα δύο με λευκά και το τέταρτο καλάθι ήταν γεμάτο με σαφράν. 
 
Αμέσως ο Γαμαλιήλ εξήγησε πως τα τριαντάφυλλα αντιπροσωπεύουν τα ιερά λείψανα των ανδρών, τα κόκκινα αντιπροσώπευαν το Στέφανο που κέρδισε την τιμή του μαρτυρίου, τα λευκά τον Νικόδημο και τον Γαμαλιήλ για τη σταθερή τους πίστη και το σαφράν τον Αβελβούλ, γιατί είχε διατηρήσει την παρθενία του.
 
Ο Λουκιανός και πάλι δεν ακολούθησε το πρόσταγμα του Γαμαλιήλ που εμφανίστηκε και τρίτη φορά και τον επέπληξε, τότε ο Λουκιανός πληροφόρησε άμεσα τον επίσκοπο Ιωάννη για τα οράματά του εκθέτοντας με επιμέλεια όλες τις λεπτομέρειες. 
 
Αμέσως ο Ιωάννης έδωσε την άδειά του να γίνει η εκταφή και βρήκαν τους τάφους των αγίων ανδρών, στους οποίους ήταν χαραγμένα τα ονόματά τους στην εβραϊκή γλώσσα, Χιλιήλ που σημαίνει «Στέφανος», Νασόμ που σημαίνει «Νικόδημος», Γαμαλιήλ και Αβελβούς που σημαίνει «ὁ υἱὸς αὐτοῦ». Εκείνη την εποχή ο Ιωάννης Ιεροσολύμων (περίπου 356 417), που προήδρευε σε μία σύνοδο στη Διόσπολη, μόλις πληροφορήθηκε την εύρεση των λειψάνων, επέστρεψε συνοδευόμενος από τους επισκόπους Ευτόνιο Σεβαστής και Ελευθέριο Ιεριχούντων στα Ιεροσόλυμα, για να διεξάγει την ανακομιδή των λειψάνων του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου.  
 
Στις 26 Δεκεμβρίου του 415 μεταφέρθηκε το λείψανο του Αγίου Στεφάνου με πανηγυρικό τρόπο στο ναό της Αγίας Σιών στην Ιερουσαλήμ και σηματοδότησε έτσι την επιστροφή του Αγίου στο τόπο της διακονίας του.
 
Το «πρόβλημα» της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη.
 
Η αφήγηση των γεγονότων της μεταφοράς προσκρούει σε ένα σημαντικό πρόβλημα, ενώ η εύρεση πραγματοποιείται το 415 επί Ονωρίου (395 ­‐ 423) και Θεοδοσίου του Μικρού (408 450), η μεταφορά, αν και μεταγενέστερο γεγονός, τοποθετείται αρκετά χρόνια πίσω, στα χρόνια δηλαδή της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306 ­‐ 337). 
 
Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι αυτά του Μεγάλου Κωνσταντίνου (272 - ­337), του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Μητροφάνη Α ́ (306 ­‐ 314) και του Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων Αγίου Κυρίλλου Α ́ (313 ­‐ 386).  
 
Ο Λουκιανός και ο μεταφραστής της επιστολής του Άβιτος (440), ο φίλος του Αβίτου Ορώσιος (395 ­‐ 423) και ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Ιωάννης Β ́ (386 ­‐ 417) έδρασαν όλοι επί Θεοδοσίου του Μικρού (408 450). 
 
Ο Ορώσιος μετέφερε στη Βόρεια Αφρική και στην Ισπανία τμήματα του λειψάνου του Αγίου Στεφάνου, όταν στον επισκοπικό θρόνο της Ιππώνος βρισκόταν ο Αυγουστίνος (354 - 430), επίσης, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το όραμα του Λουκιανού πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου του 415, και πως ο Γαμαλιήλ εμφανίστηκε άλλες δύο φορές, δηλαδή την επόμενη και την μεθεπόμενη Παρασκευή, στις 10 και 17 Δεκεμβρίου αντίστοιχα. 
 
Η αφήγηση λέει πως μετά την τρίτη εμφάνιση του Γαμαλιήλ (17 Δεκεμβρίου) ο Λουκιανός ανακάλυψε τα λείψανα του Αγίου και πως ο επίσκοπος Ιωάννης μετέβη άμεσα από τη Διόσπολη όπου βρισκόταν και συμμετείχε σε Σύνοδο, στα Ιεροσόλυμα, πρόκειται για τη Σύνοδο που αντιμετώπισε τον Πελάγιο και πραγματοποιήθηκε στα μέσα του Δεκέμβρη του 415 και στην οποία συμμετείχε ο Ιωάννης. 
 
Το γεγονός της διεξαγωγής της Συνόδου στα μέσα του Δεκέμβρη του 415, της 17ης Δεκεμβρίου του 415 που φαίνεται να είναι η ημερομηνία της τελευταίας εμφανίσεως του Γαμαλιήλ και αν λάβει κανείς υπόψη του και τη μεταφορά του λειψάνου στο ναό της Αγίας Σιών, που πραγματοποιήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου του 415 οδηγείται με μεγάλη βεβαιότητα στο συμπέρασμα πως πρόκειται για την πιο αξιόπιστη και αληθοφανή εκδοχή της ιστορίας. 
 
Πώς τώρα συγχέονται τα γεγονότα που ακολουθούν με το όνομα του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι ένα θέμα γύρω από το οποίο μπορούν να γίνουν πολλές υποθέσεις.  
 
Ήταν πολύ διαδεδομένο το φαινόμενο οι διάφοροι αυτοκράτορες να επιδίδονται σε αγαθοεργίες και ανεγέρσεις ιερών ναών και προσκυνημάτων, ο αυτοκράτορας που ξεχώρισε και εγκαινίασε όλη αυτή την πρακτική ήταν αναμφίβολα ο Κωνσταντίνος Α ́ ο Μέγας, η δράση του και η βοήθεια που παρείχε στη μητέρα του Αγία Ελένη για το σκοπό αυτό ήταν πρωτοφανής και ανεπανάληπτη
 
Οι ναοί που υψώθηκαν ιδιαιτέρως στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη αλλά και στην υπόλοιπη αυτοκρατορία εντυπωσίασαν τους χριστιανούς και επηρέασαν τη ζωή τους καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσαιωνικού χριστιανισμού και κορωνίδα αυτής της δραστηριότητας υπήρη η εύρεση του Τιμίου Σταυρού και η ανέγερση ναών στα αγιότερα μέρη της Παλαιστίνης που προσέδωσε στον αυτοκράτορα θρυλικές διαστάσεις. 
 
Είναι λοιπόν λογικό να ταυτιστεί η μεταφορά των λειψάνων του πρώτου μάρτυρα του Χριστού με το πρόσωπο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, πιθανότατα όμως ο αυτοκράτορας στου οποίου τα χρόνια έγινε η μεταφορά του λειψάνου από τα Ιεροσόλυμα στην Κωσταντινούπολη να μην είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος αλλά ο Θεοδόσιος Β ́ ο Μικρός.
 
Θα πρέπει να αναφερθεί εδώ πως επί πατριαρχίας του Ιουβελιανού Ιεροσολύμων (422 458), στις 15 Μαΐου του 439, τα λείψανα του Αγίου Στεφάνου μεταφέρθηκαν στη βασιλική που αναγέρθηκε στον τόπο του λιθοβολισμού του, σε μία μεγαλοπρεπέστατη τελετή όπου χοροστατούσε ο Κύριλλος Α  Αλεξανδρείας, στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε πως ο Θεοδόσιος βασίλεψε έως το 450 και πως στον Πατριαρχικό θρόνο της πρωτεύουσας ανήλθε το 434 και παρέμεινε έως το 446 ο Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως, γνωστός και για το εγκώμιό του «εἰς τὸν ἅγιον πρωτομάρτυρα Στέφανον»
 
Η μεταφορά του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη μετά την κατάθεση του λειψάνου στην Αγία Σιών, κάποιος συγκλητικός από την Κωνσταντινούπολη με το όνομα Αλέξανδρος, ταξίδεψε στα Ιεροσόλυμα και έκτισε έναν μεγαλοπρεπή ναό αφιερωμένο στον Άγιο Στέφανο. 
 
Ο συγκλητικός παρακάλεσε θερμά τον επίσκοπο Ιωάννη να μεταφέρει εκεί τα λείψανα του Αγίου, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό και όταν μετά από 5 χρόνια ο Αλέξανδρος αρρώστησε, κατασκεύασε ένα φέρετρο από ξύλο ροδακινιάς (γλωσσόκομον περσεϊνὸν) παρόμοιο με αυτό που περιείχε τα λείψανα του Αγίου Στεφάνου και εξέφρασε την επιθυμία του, όταν αποβιώσει, να ενταφιαστεί δίπλα στον Άγιο Στέφανο. 
 
Όταν τελικά απεβίωσε, το φέρετρο αυτό με το σώμα του Αλεξάνδρου τοποθετήθηκε δίπλα σε αυτό του Πρωτομάρτυρα και οκτώ χρόνια αργότερα, η χήρα του Αλεξάνδρου, Ιουλιανή, όταν θέλησε να μεταφέρει το σώμα του συζύγου της στην Κωνσταντινούπολη, παρουσιάστηκε στον τότε πατριάρχη Ιεροσολύμων και τον παρακάλεσε να της επιτρέψει τη μεταφορά του λειψάνου του.
 
Ο πατριάρχης αρχικά αρνήθηκε όμως μετά από παρέμβαση του πατέρα της Ιουλιανής, που είχε βασιλική προσταγή, αναγκάστηκε να το επιτρέψει, αλλά αυτή αντί να λάβει τη θήκη του ανδρός της έλαβε την όμοια θήκη του Αγίου Στεφάνου την οποία φόρτωσε σε όνο και ξεκίνησε την οδοιπορία της προς την Κωνσταντινούπολη. 
 
Οταν έφτασε η γυναίκα στην παράλια πόλη της Ασκάλωνος βρήκε πλοίο, επιβιβάστηκε και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη ενώ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συνέβησαν διάφορες κακουχίες και θαυμαστά γεγονότα, αλλά με την πρόνοια του Αγίου έφθασαν στη Χαλκηδόνα όπου προσάραξε το πλοίο, από εκεί προχώρησαν στο Γαλατά (Συκεαίς) και μετά πέρασαν απέναντι στο Σταυρίον (Ζεύγμα), όπου έζευσαν τους ημίονους και φόρτωσαν το λείψανο για να το μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη.  
 
Εν τω μεταξύ ο βασιλιάς πληροφορήθηκε πως έφτασε το λείψανο του Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη, τότε η Ιουλιανή του διηγήθηκε όλη την περιπέτεια και ο βασιλιάς γεμάτος χαρά πρόσταξε τον πατριάρχη και όλο τον κλήρο να εξέλθουν, για να προϋπαντήσουν το άγιο λείψανο με τιμή και ευλάβεια και να το φέρουν στο βασιλικό παλάτι
 
Τα θαύματα που ακολούθησαν είναι απερίγραπτα. Έσυραν λοιπόν οι ημίονοι την άμαξα με το λείψανο, έως ότου έφτασαν στην περιοχή που ονομάζεται Κωνσταντιαναί και εκεί σταμάτησαν ενώ επειδή χτυπούσαν τα ζώα για να συνεχίσουν, ο ένας ημίονος μίλησε με ανθρώπινη φωνή και είπε: «Γιατί μας δέρνετε; Εδώ πρέπει να αποτεθεί το άγιο λείψανο», όταν ο πατριάρχης και οι παρευρισκόμενοι άκουσαν τη φωνή δοξολόγησαν το Θεό. 
 
Μόλις έμαθε ο βασιλιάς τα γεγονότα διέταξε να τοποθετηθούν τα λείψανα σε κάποιο ναό της περιοχής, όπου ο λαός είχε την ευκαιρία να τα προσκυνήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ αργότερα κτίστηκε στον τόπο εκείνο ναός αφιερωμένος στον Άγιο Στέφανο.  
 
Ο Θεοφάνης ιστορεί πως ο Θεοδόσιος ο Μικρός έστειλε μεγάλη ελεημοσύνη στον αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων, για να τη μοιράσει στους φτωχούς, επίσης, έστειλε ένα χρυσό σταυρό με πολύτιμους λίθους, για να τοποθετηθεί στον τόπο του Κρανίου ενώ ο αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων έστειλε με τη σειρά του τη δεξιά χείρα του αγίου Στεφάνου εις ένδειξιν ευχαριστίας στην Κωνσταντινούπολη. 
 
Όταν το λείψανο, που μετέφερε ο Πασσαρίων, έφθασε στη Χαλκηδόνα, ο Άγιος φανερώθηκε στην Πουλχερία, η οποία είχε έλθει με τον αδελφό της, αυτοκράτορα Θεοδόσιο το Νέο, να παραλάβει το τίμιο αυτό κειμήλιο που εν συνεχεία αποτέθηκε στο παλάτι, πριν μεταφερθεί στην πρώτη εκκλησία της Βασιλεύουσας που αφιερώθηκε στον Άγιο
 
Η μνήμη του Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιακόνου Αγίου Στεφάνου γιορτάζεται στις 27 Δεκεμβρίου και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 2 Αυγούστου.


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
 
ΤΕΜΑΧΙΟ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
(ΚΛΙΚ
ΕΔΩ)

ΤΗΝ ΔΕΞΙΑ ΚΝΗΜΗ
TOY AΓΙΟΥ 
ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΟΥ 
ΣΤΕΦΑΝΟΥ
(ΚΛΙΚ ΕΔΩ)