Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΑ ΓΕΔΕΩΝ ΤΟΥ ΕΝ ΤΥΡΝΑΒΟΥ.


Φυλάσσονται στην Ιερά Μονή Καρακάλλου, Αγίου Όρους και πρόκειται για ολόκληρο το δεξιό μηριαίο οστό και την κομμένη δεξιά κνήμη κάτι που μαρτυρά και το μαρτύριό του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Φορητή εικόνα του Οσίου Γεδεών με σκηνές του βίου του
Ο Άγιος Γεδεών γεννήθηκε στο χωριό Γλαφυραί ή Κάπουρνα στο Νομό Μαγνησίας, κατά κόσμον ονομαζόταν Νικόλαος και οι ευσεβείς γονείς του, ονομάζονταν ήτανε ο Αυγερινός και η Κυράτζα ενώ είχε άλλους τρεις αδελφούς και τέσσερις αδελφές.

Δώδεκα χρονών, με την οικογένειά του πήγε στο χωριό Γιερμή και από εκεί στο Βελεστίνο, όπου εργαζόταν κοντά στο θείο του στο παντοπωλείο, όμως τον άρπαξε ο Αγάς του Βελεστίνου Αλή και τον εξισλάμισε με το όνομα Ιμπραήμ.

Μετά από δυο μήνες, ο Νικόλαος, κατόρθωσε και δραπέτευσε, επανήλθε στην οικογένειά του όπου ο πατέρας του τον φυγάδευσε στο χωριό Κεραμίδι, και από εκεί μαζί με κάποιους οικοδόμους πήγε στην Κρήτη.

Εκεί εξομολογήθηκε τα του όσα του είχανε συμβεί σε κάποιο Ιερέα και βρήκε άσυλο στο εξωκλήσι του. 

Μετά τον θάνατο του ιερέα, ο Νικόλαος έφυγε για το Άγιον Όρος όπου αφού εξομολογήθηκε έλαβε των αχράντων μυστηρίων και στη Μονή Καρακάλου, εκάρη μοναχός με το όνομα Γεδεών και οι πατέρες της Μονής του ανέθεσαν το διακόνημα του Εκκλησιάρχου.

Ο Τάφος του Οσίου Γεδεών στον Τύρναβο
Στις 6 Ιουνίου του 1797 ο Γεδεών με την ευλογία των Πατέρων διορίσθηκε μετοχιάρης με τον προηγούμενο Γαβριήλ, στο Μετόχιο της Μεταμορφώσεως, στις Μαργαρίτες της επαρχίας Ρεθύμνου (σημερινού Δήμου Γεροποτάμου) της Κρήτης όπου παρέμεινε έξι χρόνια και έπειτα επέστρεψε στην μονή της μετανοίας του.

Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος, μετά από μία πνευματική εξόρμηση που είχε στο Βελεστίνο και ευρύτερα στην Θεσσαλική γη, αξιώνεται ενός μοναδικού και συγκλονιστικού θείου Οράματος: Ένα βράδυ, ενώ ήταν προσευχόμενος μέσα στο καθολικό της Ιεράς Μονής Καρακάλλου ακούει από την Αγία Εικόνα του Παντοκράτορος Χριστού, από τον Τρούλλο δηλαδή της Εκκλησίας την φωνή του Κυρίου να του λέει: «Ος αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι καγώ, αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς».

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεδεών του Οσιομάρτυρα,
στον Τύρναβο της Λάρισας.
Ήταν η φωνή που περίμενε, την είδε ως Θεία ευδοκία και την άκουσε με την πονεμένη του καρδιά που διψούσε για μαρτύριο και θυσία.

Με την ευχή των Γεροντάδων Του, αναχωρεί από το Αγιώνυμο Όρος πηγαίνοντας στην Ζαγορά και από εκεί επανέρχεται στο Βελεστίνο και στην Αγιά Λαρίσης με μοναδικό σκοπό να κηρύξει Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον, να σκορπίσει το αληθινό Φως του Αγίου Τριαδικού Θεού στους ανθρώπους και να ξεπλύνει με αυτό τον τρόπο το παιδικό του αμάρτημα, αυτό της αρνήσεώς του.

Μια μέρα, εκεί όπου ιεραποστολικά εργαζόταν κηρύττοντας τον λόγο του Θεού, συλλαμβάνεται στην Λάρισα από τους Αγαρηνούς και κατευθείαν οδηγείται στον Τύρναβο, όπου βρισκόταν ο Βελή Πασάς, ενώπιον του οποίου με ιδιαίτερο θάρρος ομολογεί το παιδικό του αμάρτημα και με σθένος διακηρύσσει ότι Χριστιανός γεννήθηκε και Χριστιανός θα αποθάνει.

Η Τιμία Κάρα του Οσιομάρτυρα Γεδεών
Μετά από αυτήν την δυνατή ομολογία Του οδηγείται στην φυλακή, από όπου μετά από σύντομο χρονικό διάστημα αρχίζει το πραγματικά φρικτό μαρτύριο.

Τον διαπομπεύουν στους δρόμους του Τυρνάβου, του ξυρίζουν το κεφάλι και του φορούν κεφαλήν προβάτου, τον ανεβάζουν ανάποδα πάνω σε ζώο και τον σύρουν για πολλή ώρα, περιγελώντας τον, του κόβουν με το τσεκούρι τα δυο του χέρια και τα δυο του πόδια.

Ο Άγιος ευρισκόμενος πάνω ακριβώς στην γέφυρα του Τυρνάβου (που προ ολίγων μηνών στο ίδιο ακριβώς σημείο, επάνω στην Γέφυρα του Τιταρήσιου, είχε μαρτυρήσει με γενναιότητα και καρτερία ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος, ο Διδάσκαλος της Ραψάνης) και μέσα σε κλίμα μεγάλου ψύχους, παραδίδει το πνεύμα Του στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, στις 30 Δεκεμβρίου του 1818.

Οι Χριστιανοί του Τυρνάβου, μαζί με το Ιερατείον της πόλεως αφού συνέλεξαν το ακρωτηριασμένο σώμα του Μάρτυρος Γεδεών, το τύλιξαν σε λευκή σινδόνη και το ενταφίασαν στον Ιερό Ναό των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων Τυρνάβου όπου μετά από 19 χρόνια έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του.

Έκτοτε ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεδεών αποτελεί τον ανεξάντλητο θησαυρό και θαυματουργεί ασταμάτητα προστατεύοντας την Πόλη του Τυρνάβου ως Πολιούχος της, αλλά και όλους όσους τον επικαλούνται στις προσευχές τους.

Η μνήμη του τιμάται στις 30 Δεκεμβρίου.



ΑΠΟΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ.


Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Καρακάλλου, Αγίου Όρους.


Ο Άγιος Χριστοφόρος ως κυνοκέφαλος, φορητή εικόνα του
1681 απο την Καππαδοκία, στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.
πηγή
Ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Χριστόφορος καταγόταν από μία ημιβάρβαρη φυλή, ονομαζόταν Ρεμπρόβος και πιθανότατα έζησε στους χρόνους του αυτοκράτορα
Δεκίου (249 - 251 μ.Χ.), όταν στην Αντιόχεια Επίσκοπος ήταν ο Άγιος Ιερομάρτυς Βαβύλας.

Ως προς την εξωτερική του εμφάνιση ήταν τόσο πολύ άσχημος, γι' αυτό και αποκαλείτο «κυνοπρόσωπος». Συνελήφθη αιχμάλωτος σε μάχη, που διεξήγαγε το έθνος του με τα Ρωμαϊκά αυτοκρατορικά στρατεύματα και κατόπιν κατατάγηκε στις Ρωμαϊκές λεγεώνες.

Όταν ήταν κατηχούμενος, για να ευχαριστήσει τον Χριστό, εγκαταστάθηκε σε επικίνδυνη δίοδο ποταμού και μετέφερε δωρεάν στους ώμους του εκείνους που επιθυμούσαν να διέλθουν τον ποταμό.

Μια μέρα του παρουσιάσθηκε ένα μικρό παιδί και τον παρακάλεσε να τον περάσει στην απέναντι όχθη, αυτός πρόθυμα το έβαλε στους ώμους του και στηριζόμενος στο ραβδί του μπήκε στο ποτάμι, όσο όμως προχωρούσε, τόσο το βάρος του παιδιού αυξανόταν, και με μεγάλο κόπο μπόρεσε να φθάσει στην απέναντι όχθη. 

Μόλις έφθασε, κατάκοπος είπε στο παιδί ότι και όλο τον κόσμο να σήκωνε δεν θα ήταν τόσο βαρύς. Το παιδί του απάντησε: «Μην απορείς, διότι δεν μετέφερες μόνο τον κόσμο όλο, αλλά και τον πλάσαντα αυτόν. Είμαι Εκείνος στην υπηρεσία του Οποίου έθεσες τις δυνάμεις σου και σε απόδειξη αυτού φύτεψε το ραβδί σου και αύριο θα έχει βλαστήσει», και αμέσως εξαφανίσθηκε. 

Φορητή εικόνα του Αγίου Χριστόφορου με τον Άγιο Γεώργιο.
Είναι του 1745 από τον ζωγράφο Ιωαννίκιο Ιερομόναχο
και βρίσκεται στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Άρπερας
κοντά στο χωριό Τερσεφάνου της επαρχίας Λάρνακας.
πηγή
Ο Ρεμπρόβος φύτεψε την ράβδο και την επομένη την βρήκε πράγματι να έχει βλαστήσει. Μετά το περιστατικό αυτό βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον Άγιο Ιερομάρτυρα Βαβύλα, ο οποίος τον μετονόμασε σε Χριστόφορο.

Στην Ορθόδοξη αγιογραφία ο Άγιος εικονίζεται να μεταφέρει στον ώμο του τον Χριστό. Εξ' αφορμής ίσως του γεγονότος αυτού θεωρείται προστάτης των οδηγών και στο Μικρόν Ευχολόγιον και συγκεκριμένα στην Ακολουθία «επί ευλογήσει νέου οχήματος» υπάρχει, πρώτο στη σειρά, το απολυτίκιό του.

Κατά τον τότε εναντίον των Χριστιανών διωγμό, είδε Χριστιανούς να κακοποιούνται από τους ειδωλολάτρες, επενέβη και έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις προς αυτούς, διέφυγε δε τη σύλληψη χάρη στο γιγαντιαίο του παράστημα και την ηράκλεια δύναμή του, καταγγέλθηκε όμως στον αυτοκράτορα και διατάχθηκε η σύλληψή του. Για τον σκοπό αυτό απεστάλησαν διακόσιοι στρατιώτες. 

Αυτοί τον βρήκαν την στιγμή που ετοιμαζόταν να γευματίσει ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Κατάκοποι οι στρατιώτες και πεινασμένοι ζήτησαν από τον Άγιο Χριστόφορο να τους δώσει να φάνε και ως αντάλλαγμα του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον κακομεταχειρίζονταν. Ένας από τους στρατιώτες, βλέποντας ότι πλην του ξερού άρτου δεν υπήρχε καμία άλλη τροφή, ειρωνευόμενος, του είπε ότι ευχαρίστως θα γινόταν Χριστιανός, εάν είχε την δύναμη να τους χορτάσει όλους με το κομμάτι εκείνο του άρτου. 

Η πρώτη γνωστή απεικόνιση του Αγίου Χριστοφόρου σε
ανάγλυφο του 6ου αιώνα με τον αγιο Γεώργιο να
σκοτώνουν δύο φίδια
Ο Άγιος γονάτισε, άρχισε να παρακαλεί τον Χριστό να πολλαπλασιάσει τον άρτο, όπως πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους στην έρημο. Η παράκληση του ακούστηκε και ο άρτος πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οι στρατιώτες το θαύμα θελησαν να γίνουν Χριστιανοί, έτσι ο Χριστόφορος τους οδήγησε στον Επίσκοπο Αντιοχείας Βαβύλα, ο οποίος, αφού τους κατήχησε, τους βάπτισε. 

Όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε το γεγονός, συνέλαβε τους στρατιώτες και τους αποκεφάλισε, τον δε Χριστόφορο προσπάθησε με υποσχέσεις και κολακείες να μεταπείσει, αλλά άσκοπα και έστειλε δύο διεφθαρμένες γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, ελπίζοντας ότι με τα θέλγητρά τους θα τον σαγήνευαν και θα τον παρέσυραν. 

Οι δύο γυναίκες, αφού άκουσαν την προτροπή του Αγίου, να επανέλθουν στον δρόμο της αγνότητας έγιναν Χριστιανές και αφού παρουσιάσθηκαν ενώπιον του αυτοκράτορα Δεκίου, ομολόγησαν τον Χριστό, για αυτό και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.

Εικόνα του 1700 στο Μουσείο Εικόνων του Recklinghausen 
(Ikonen-Museum Recklinghausen) που απεικονίζει τον 
Άγιο Στέφανο των Πρωτομάρτυρα και τον Άγιο Χριστόφορο. 
Πηγή: Wikimediamtx Commons.


Στη συνέχεια ο Άγιος Χριστόφορος υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια και τέλος υπέστη τον δι' αποκεφαλισμού θάνατο το 251.

Κατά την παράδοση του ελληνικού λαού ο Άγιος Χριστοφόρος θεωρείται προστάτης των χωραφιών και των αμπελιών από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και ιδιαίτερα από την πτώση χαλαζιού. Στους νεότερους χρόνους, άρχισε να θεωρείται προστάτης των αυτοκινητιστών, των οδοιπόρων και του Σώματος Εφοδιασμού - Μεταφορών του Στρατού, ενώ είναι και ο πολιούχος της πόλης του Αγρινίου.

Σε αρχαϊκές τοιχογραφίες της Καππαδοκίας ο Χριστόφορος απεικονίζεται νέος αγένειος φέροντας χλαμύδα (γύρω στον 11ο αιώνα), κάτι που αποδεικνύει πως η παράδοση περί κυνοκέφαλου αγίου δεν είχε δημιουργηθεί την περίοδο αυτή ή δεν είχε επηρεάσει την εικονογραφία της Καππαδοκίας. 

Σαν στρατιωτικός νεαρός και ωραίος Άγιος απεικονίζεται σε βυζαντινές τοιχογραφίες. Τον 12ο αιώνα τον εντοπίζουμε ως νέο αγένειο με στρατιωτική πανοπλία και ασπίδα (Άγιοι Ανάργυροι Καστοριάς), στους παλαιολόγιους χρόνους ως νέο κατά τον τύπο των μαρτύρων κρατώντας σταυρό και την ίδια περίοδο ως νέο φέροντα στους ώμους το βρέφος Ιησού. Της τελευταίας αναπαράστασης έχουν εντοπιστεί τοιχογραφίες στο Τίρνοβο της Βουλγαρίας και σε εικόνα της Πάτμου. Είναι μάλλον προϊόντα δυτικών προτύπων-χαλκογραφίας, η οποία κυκλοφορούσε στην Ανατολή.

Σε κώδικα του 11ου αιώνα ο Χριστόφορος «ἐκ τοῦ γένους τῶν κυνοκεφάλων ὐπῆρχεν, γῆς δὲ τῶν ἀνθρωποφάγων». Και περιγράφεται ως ἀνὴρ νεανίας, φοβερὸς τῷ εἴδει, καὶ ὑπερμεγέθης τῷ σώματι καὶ τῷ πάχει· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς ἀστὴρ ὁ πρωῒ ἀνατέλλων, καὶ οἱ ὀδόντες αὐτοῦ ὡς συάγρου ἐξέχοντες.

Ο Άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στον Συναξαριστή του, παρατηρεί στην υποσημείωση 2 της 9ης Μαΐου τα εξής αξιοπρόσεκτα: «Κυνοπρόσωπος, εδώ πρέπει να νοηθή, ότι ο άγιος ήταν και άσχημος και άμορφος εις το πρόσωπον, όχι δε και πως είχε σκύλου μορφήν εις τελειότητα, καθώς ου καλώς ιστορούσιν αυτόν μερικοί αμαθείς ζωγράφοι. Ανθρώπινον γαρ πρόσωπον είχε, καθώς και οι λοιποί άνθρωποι, άσχημον όμως και φοβερόν και ηγριωμένον»

Η μνήμη του τιμάται στις 9 Μαΐου από την Ορθόδοξη Εκκλησία και στις 25 Ιουλίου από την Καθολική ενώ θεωρείται επίσης Άγιος από τη Λουθηρανική και την Αγγλικανική εκκλησία.  


Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

ΑΠΟΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΥ.

πηγή

Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Καρακάλλου, στο Αγιο Όρος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

 

Τοιχογραφία του Αγίου Μερκουρίου,  18ος αιώνας
Καθολικό Ιεράς Μονής Παναγίας Φανερωμένης Σαλαμίνος.
Πρόκειται για απότμημα της Τιμίας Κάρας του Αγίου (μετωπιαίο οστό). 

Η τιμία κάρα του Αγίου Μερκουρίου φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους μέσα σε ένα περίτεχνο κιβώτιο - λειψανοθήκη οκταγωνικού σχήματος που χρονολογείται το 1813, ενώ ιερά λείψανα του Αγίου φυλάσσονται επίσης στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους. 

Ο Άγιος Μερκούριος έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα και επί των ημερών των ασεβών αυτοκρατόρων Δεκίου (249 - 251), Τρεβονιανού Γάλλου (251 - 253) και Βαλεριανού (253 - 259).

Καταγόταν από την Ανατολή και ο σκυθικής καταγωγής πατέρας του Γορδιανός, ήτανε χριστιανός για αυτό και ο Μερκούριος είχε ανατραφεί χριστιανικά.

Όταν απεβίωσε ο πατέρας του, κατατάχθηκε στον ρωμαϊκό στρατό και μάλιστα υπηρέτησε στο στράτευμα των Μαρκησίων όπου διακρίθηκε για το ανδρείο του φρόνημα και απέσπασε τον θαυμασμό και την εκτίμηση των ανωτέρων του, το γεγονός αυτό παρακίνησε τον αυτοκράτορα στο να τον αποστείλει με το στράτευμά του για να πολεμήσει εναντίον των βαρβάρων.

Ο Άγιος Μερκούριος εξετάζει  ένα βέλος, 16 αιώνας.
Τοιχογραφία από τον Άγιο Ανδρέα στις Βολίμες.
Σήμερα βρίσκεται στο Βυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου.

πηγή
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής αποστολής παρουσιάσθηκε στον Μερκούριο Άγγελος Κυρίου κρατώντας στο δεξί του χέρι ξίφος και του είπε ότι στάλθηκε από τον Θεό για να τον ενισχύσει στον αγώνα του εναντίον των βαρβάρων, του αποκάλυψε ότι θα νικήσει τους εχθρούς με τη βοήθεια του Θεού και αργότερα θα μαρτυρήσει για το όνομα του Χριστού.

Ο Μερκούριος κατατρόπωσε τους βαρβάρους και μάλιστα κατά τη διάρκεια της συμπλοκής φόνευσε και τον στρατηγό των βαρβάρων, τον Ρήγα.

Η νίκη αυτή εντυπωσίασε τον αυτοκράτορα και ανακήρυξε τον Μερκούριο αρχιστράτηγο, ενώ του πρόσφερε και μεγάλες τιμές, διακρίσεις σε σημείο που ξέχασε τον Κύριο και απομακρύνθηκε από τον χριστιανισμό.

Αγγελος Κυρίου όμως εμφανίστηκε και πάλι στον ύπνο του και του θύμισε ότι ξεστράτησε από τις χριστιανικές διδαχές, αυτό τον ταρακούνησε πολύ και αποφάσισε να επανέλθει στο δρόμο του Θεού.

Άρχισε σιγά - σιγά να απομακρύνεται από το περιβάλλον του αυτοκράτορα, με διάφορες προφάσεις και δεν πήγε ούτε στο συμβούλιο που συνεκλήθη ούτε στον ειδωλολατρικό ναό της Αρτέμιδος για να προσφέρει θυσία στους προγονικούς θεούς. Η αλλαγή αυτή στη συμπεριφορά του έγινε όμως η αφορμή να διαβληθεί στον αυτοκράτορα από άνθρωπο, ο οποίος εποφθαλμιούσε το αξίωμα του αρχιστρατήγου. Ο άνθρωπος αυτός παρουσιάσθηκε στον αυτοκράτορα και τον ενημέρωσε για την περιφρόνηση που επιδεικνύει ο Μερκούριος στους πατρώους θεούς, αλλά και για την πίστη του στον Ιησού Χριστό.

Ο Άγιος Μερκούριος.
Τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου.
Πρωτάτον, Άγιον Όρος.
Ο Μερκούριος κλήθηκε από τον αυτοκράτορα, και ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον Ιησού Χριστό.

Η σθεναρή ομολογία του Αγίου εξόργισε τον αυτοκράτορα, ο οποίος έδωσε την εντολή να τον φυλακίσουν, ελπίζοντας στη μεταμέλειά του. Το επόμενο πρωί ο Μερκούριος οδηγήθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα και πάλι, ο οποίος προσπάθησε με κολακείες να τον μεταπείσει να αρνηθεί τη χριστιανική του πίστη κάτι που δεν έκανε και ο αυτοκράτορας διέταξε να υποβληθεί σε φρικτά βασανιστήρια. Ο Μερκούριος του απάντησε να πράξει ότι θέλει, διότι δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη και να προσφέρει τιμές στους ψεύτικους θεούς. Αμέσως ο αιμοβόρος αυτοκράτορας έδωσε εντολή να τον δέσουν με τέσσερα σχοινιά σε τέσσερις πασσάλους και από κάτω άλλοι να του κόβουν με μαχαίρια τις σάρκες του και άλλοι να του κατακαίουν το σώμα του, ώστε να έχει αφόρητους πόνους.

Στη συνέχεια κλείστηκε σε σκοτεινή φυλακή και μάλιστα οι δήμιοι τον πήραν στα χέρια τους και τον άφησαν κάτω ακίνητο, αφού δεν μπορούσε να περπατήσει καθόλου. Στη φυλακή ο Μερκούριος δέχθηκε για τρίτη φορά την επίσκεψη του Αγγέλου, ο οποίος του θεράπευσε τις πληγές και τον ενθάρρυνε λέγοντάς του: «Χαίροις γενναῖε στρατιῶτα καὶ ἀθλητά τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἀήττητε». Μόλις ξύπνησε, είχε αποκατασταθεί πλήρως η υγεία του και ευχαρίστησε αμέσως το όνομα του Παντοδυνάμου Κυρίου.

Η θαυματουργή εικόνα του Αγίου Μερκουρίου στον Ναό
του Αγίου Μερκουρίου Ιστρίου Ρόδου.
πηγή
Όταν όμως ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε τη θεραπεία του Μερκουρίου, εξεπλάγη και διέταξε να τον φέρουν μπροστά του και βλέποντας με έκπληξη ότι οι πληγές του σώματός του είχαν εξαφανισθεί και θεραπευτεί, ρώτησε τον Μερκούριο ποιος γιατρός ή μάγος τον επισκέφθηκε και τον θεράπευσε. Ο Άγιος του απάντησε ότι ο ίδιος ο Χριστός με την παντοδυναμία Του τον θεράπευσε.

Η ομολογία αυτή του μάρτυρος εξόργισε ακόμη περισσότερο τον αυτοκράτορα, ο οποίος έδωσε την εντολή να υποβληθεί ο Μερκούριος σε φρικτότατα βασανιστήρια και αμέσως άρχισε ο ανελέητος βασανισμός του με διαμελισμό των μελών του σώματός του, το οποίο κατατρυπούσαν με αιχμηρά σίδερα, ενώ άλλοι τον έδερναν στο πρόσωπο.

Η καρτερία και η αντοχή που επέδειξε ο Μερκούριος εξαγρίωσαν ακόμη περισσότερο τον αυτοκράτορα που πρόσταξε να κρεμάσουν τον μάρτυρα κατωκέφαλα και να δέσουν βαριά πέτρα στον τράχηλό του, ώστε να του προξενήσουν αφόρητο πόνο. Αλλά και πάλι με τη χάρη και τη βοήθεια του Κυρίου ο Άγιος υπέμεινε την τρομερή δοκιμασία, γεγονός που εξόργισε τον αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε να λύσουν την πέτρα από τον τράχηλό του και να τον ραβδίσουν ανελέητα με βούρδουλα. Βλέποντας όμως ο μανιακός τύραννος την υπομονή, τη γενναιότητα και το άκαμπτο αγωνιστικό φρόνημα του μάρτυρος, έδωσε την εντολή να τον οδηγήσουν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας για να τον αποκεφαλίσουν.

Φτάνοντας στον τόπο της θανατικής καταδίκης προσευχήθηκε για τη συγχώρηση των βασανιστών του και ευχήθηκε γι’ αυτούς που θα εορτάζουν τη μνήμη του, να απολαύσουν ουράνια αγαθά από τον Κύριο, στη συνέχεια έκλινε την τιμία κεφαλή του και οι δήμιοι τον αποκεφάλισαν.

Η μνήμη του Αγίου τιμάται από την εκκλησία μας στις 25 Νοεμβρίου.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΥ (ΚΛΙΚ ΕΔΩ)




Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΓΙΟΥ ΛΕΩΝΙΔΗ ΤΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ.

πηγή

Φυλάσσονται σε περίτεχνη λειψανοθήκη στον Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Νέα Επίδαυρο της Αργολίδος. 


Ο Άγιος Λεωνίδης ο Τροιζήνιος και η Συνοδεία αυτού: Χαρίσσα (ή Χαρίεσσα),
Νίκη, Γαληνή, Καλλίς, Νουνεχία, Βασίλισσα
 και Θεοδώρα.
πηγή
Τα μόνα στοιχεία που έχουν διασωθεί για τον Άγιο και την συνοδεία του, αφορούν κυρίως στην σύλληψη και το μαρτυρικό τέλος τους ενώ διάφοροι συγγραφείς της εποχής τους συγχέουν τον Άγιο μάρτυρα Λεωνίδη τον Τροιζήνιο με τον σύγχρονο του όσιο Λεωνίδη επίσκοπο Αθηνών.

Ο Άγιος Λεωνίδης ο Τροιζήνιος έζησε τον 3ο αιώνα και η ιεραποστολική του δράση απλωνόταν σε ολόκληρη την περιοχή της Τροιζηνίας μέχρι την Πεδιάδα (σημερινή Νέα Επίδαυρο) στα όρια της αρχαίας Επισκοπής «Δαμαλών, Φαναρίου και Πεδιάδος» όμως οι πηγές δεν μας μαρτυρούν εάν ο Άγιος ήταν μοναχός ή ιερέας.

Φορητή εικόνα του Αγίου Λεωνίδη και της Συνοδείας αυτού
στον ομώνυμο ιερό ναό στην Νέα Επίδαυρο.
πηγή


Συνελήφθη το Μεγάλο Σάββατο του 251, ήταν
«Έξαρχος χορού γυναικών», χωρίς να διευκρινίζεται αν ήταν χοράρχης  χορωδίας ή πνευματικός οδηγός στην συνοδεία που τον ακολουθούσε. Μπορούμε να υποθέσουμε όμως ότι ο Άγιος και η συνοδεία του αποτελούσαν μία πρώιμη μορφή μοναστικής συνοδείας.

Ο Άγιος Λεωνίδης βρέθηκε μετά των ανωτέρω αγίων γυναικών τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή του 251 στην Κόρινθο με σκοπό να τονώσουν το φρόνημα των εκεί χριστιανών που δοκιμάζονταν από τους διωγμούς του αυτοκράτορα Δεκίου. Οι αιρετικοί, όμως, της περιοχής τους εκδίωξαν, κατέφυγαν στην Τροιζηνία και συνέχισαν το κήρυγμα του Ευαγγελίου. 

Οι καταγγελίες συνεχίστηκαν και ο Ρωμαίος ηγεμόνας της Κορίνθου Ανθύπατος Βενούστος διέταξε τη σύλληψή τους την ώρα της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Σαββάτου και την βίαιη προσαγωγή τους. Ακολούθησε η δίκη και η καταδίκη τους στην Κόρινθο όπου υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια αλλά παρέμειναν ακλόνητοι στην πίστη τους. 

Ο Ρωμαίος αξιωματούχος βλέποντας τον Λεωνίδη να παραμένει ασάλευτος στην Πίστη του στον Χριστό διέταξε να τον κρεμάσουν και εν συνεχεία να ξεσχίσουν τις σάρκες του, ταυτόχρονα αναμμένες λαμπάδες έκαιγαν τα πλευρά του. Τα ίδια φρικτά βασανιστήρια υπέστησαν και οι επτά γυναίκες της συνοδείας του, που και αυτές παρέμειναν ακλόνητες στο πιστεύω τους. 

Φορητή εικόνα του Αγίου Λεωνίδη και της Συνοδείας αυτού
στον ομώνυμο ιερό ναό στην Νέα Επίδαυρο.
πηγή
Ο Ανθύπατος Βενούστος βλέποντας την στάση τους διέταξε τον καταποντισμό τους στον Κορινθιακό Κόλπο. Οι Άγιοι Μάρτυρες εφέροντο με συνοδεία να ριφθούν στη θάλασσα ενώ η
«μακαρία Χάρισσα έψαλλεν, ως ποτε η Προφήτις Μαριάμ», ενώ οι άλλες άγιες γυναίκες «συνεβοήθουν αυτή και συνέψαλλαν», την ίδια ωδή συνέχισαν στο πλοιάριο που επιβιβάστηκαν μέχρι που καταποντίστηκαν στο βυθό της θάλασσας  προσδεμένοι όλοι με πέτρες.

Η θάλασσα απέδωσε τα σώματα των Αγίων στους Χριστιανούς, εκβράστηκαν στην παραλία του Λεχαίου (κοντά στη Νέα Επίδαυρο) και ετάφησαν με τιμές. Στο χώρο αυτόν κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός, η θεμελίωση του οποίου έγινε επί αυτοκράτορος Μαρκιανού (450 - 457) καταστράφηκε όμως από ισχυρό σεισμό το 551.

Στις 12 Απριλίου του 1898, μετά από όραμα που είδε ο 17χρονος Ιωάννης Γεωργίου Μπιμπής του ενφανίστηκε η Υπεραγία Θεοτόκος, μαυροφορεμένη, με το Θείο βρέφος στην αγκαλιά της στο σημείο που έχει οικοδομηθεί ο ναός σήμερα και του υπέδειξε να σκάψει και θα βρει ανεκτίμητο θησαυρό. Ο νέος διηγήθηκε στην οικογένειά του το όραμα, προσευχήθηκε, πήρε μία σκαπάνη και με την ανατολή του ήλιου πήγε στο σημείο που του είχε υποδείξει η Παναγία.

Η μαρμάρινη λάρνακα στην οποία βρέθηκαν τα λείψανα του
Αγίου Λεωνίδι και της Συνοδείας αυτού.
πηγή
Έκανε την προσευχή του, πήρε μια σκαπάνη και με τα πρώτα χτυπήματα βρέθηκε ένα τρίπτυχο επίχρυσο Βυζαντινό εικόνισμα. Είχε από έξι Αποστόλους στο αριστερό και δεξιό φύλλο και στο κέντρο του τριπτύχου εικονιζόταν η Υπεραγία Θεοτόκος με το Θείο Βρέφος όπως την είχε οραματιστεί.

Το 1903 ο Ιωάννης Μπιμπής αναχώρησε στην Αμερική παίρνοντας μαζί του το σεπτό εικόνισμα και απεβίωσε το 1916 στην ξενιτιά χωρίς να αποκτήσει οικογένεια, οπότε η εικόνα χάθηκε μαζί με τα ατομικά του υπάρχοντα.

Μερικά χρόνια μετά την εύρεση της εικόνας η μητέρα του Σταματίνα έβλεπε κατά διαστήματα στον ύπνο της έναν γαλήνιο άνδρα μέσης ηλικίας με ασκητική και γαλήνια φυσιογνωμία, ντυμένο με καφετί ράσο να κρατά ραβδί και ρωτούσε που βρίσκεται το εικόνισμα της Θεοτόκου. 

Το 1917 επισκέφθηκε την Νέα Επίδαυρο ο τότε Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος στον οποίο ο γιός της Σταματίνας, Αντώνης περιέγραψε λεπτομερώς το ιστορικό της ανεύρεσης της Παναγίας και τα οράματα της μητέρας του. Ο Μητροπολίτης αφού τον άκουσε με ιδιαίτερη προσοχή, του έδωσε οδηγίες να συνεννοηθεί με τους ιερείς του Ναού της Ευαγγελίστριας, Ευάγγελο Καλαντζή και Ηλία Οικονόμου και τους επιτρόπους και να κάνουν εκσκαφή κάτω από το σημείο που είχε βρεθεί η Εικόνα της Θεοτόκου.

    Ο Ιερός Ναός του Αγίου Λεωνίδη και της Συνοδείας
αυτού, στην Νέα Επίδαυρο.
πηγή
Στις 20 Μαΐου του 1917 οι ιερείς, οι επίτροποι και πλήθος κόσμου  συγκεντρώθηκαν στον ιερό τόπο και την ανασκαφή ανέλαβαν οι Αντώνιος Μπιμπής, Λάζαρος Καπερώνης και Στυλιανός Κλώνης. 

Σε βάθος μισού μέτρου φάνηκε τάφος με λαξευτή λάρνακα Κορινθιακού ρυθμού με προσκολλημένα διάφορα είδη μικρών οστράκων τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. 

Η λάρνακα ήταν σκεπασμένη με πέτρινες πλάκες αλάξευτες διαστάσεων 30 Χ 40 εκατοστών. Όταν τις αφαίρεσαν, φάνηκαν επτά κρανία και πολλά οστά κατάλευκα, τα οποία τοποθέτησαν προσεκτικά επάνω σε καθαρό σεντόνι. Στη μέση περίπου της λάρνακας υπήρχε δεύτερο στρώμα με όμοιες πλάκες. Αφού τις αφαίρεσαν, κάτω από αυτές φάνηκε σκελετός άνδρα ολόσωμος, με απόλυτα ενωμένα τα μέλη του σώματός του ολόλευκα σαν το χιόνι, με το κάτω σαγόνι προς το αριστερό μέρος και τα χέρια σταυρωμένα. 

Άποψη απο την Λειψανοθήκη του Αγίου Λεωνίδη και της
Συνοδείας αυτού.
πηγή
Όπως θυμούνται οι επιζώντες άφθονα μύρα άρχισαν να αναβλύζουν από την λάρνακα, των οποίων η ευωδιά των λειψάνων κάλυπτε την περιοχή πολύ καιρό.

O γιός του Λάζαρου Καπερώνη, Νέστορας, ενώ συνέχισε να σκάβει προσεκτικά γύρω από την λάρνακα, βρέθηκε πήλινη στάμνα κομμένη στη μέση και σκεπασμένη στο πάνω μέρος της. 

Αυτό το εύρημα ήταν απόδειξη εγκαινίων παλιάς Εκκλησίας μέσα στην οποία υπήρχε η λάρνακα, αλλά με την πάροδο 17 και πλέον αιώνων από την ανέγερσή του, ο παλαιός Ναός είχε καταστραφεί είτε από σεισμό ή από επιδρομές βαρβάρων ή από άλλη αιτία και από το παλαιό αυτό εξωκλήσι είχαν απομείνει ελάχιστα ερείπια.

Ύστερα από ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1956 - 1961 από τον αρχαιολόγο χριστιανικής αρχαιολογίας, Δημήτριο Πάλλα, από τα σωζόμενα ερείπια φαίνεται ότι ο κυρίως ναός, πλην του νάρθηκα και των άλλων προσκτισμάτων του, είχε μήκος 105,50 μέτρα και πλάτος 59,20 μέτρα, το δε όλο μήκος του Ναού κατά άξονα έφτανε τα 220 μέτρα και κατελάμβανε συνολική έκταση 11.000 τ.μ.

Άποψη απο την Λειψανοθήκη του Αγίου Λεωνίδη και
της Συνοδείας αυτού.
πηγή
Την επομένη μέρα οι δύο ιερείς με τους επιτρόπους του ναού της Ευαγγελίστριας πήγαν στο Ναύπλιο και συνάντησαν τον
Μητροπολίτη Αργολίδος Αθανάσιο στον οποίο εξιστόρησαν όσα είχαν συμβεί. 

Αυτός, επισκέφθηκε τον τόπο της εύρεσης της λάρνακας συνοδευόμενος από τους ιερείς, όσους είχαν συμβάλει στην αποκάλυψη των λειψάνων και πλήθος κόσμου. Εψαλε τρισάγιο και αφού μελέτησε διάφορες γραπτές πηγές, όρισε ότι πρόκειται περί του Τάφου του ΑΓΙΟΥ ΛΕΩΝΙΔΗ και των επτά Αγιων γυναικών: ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, ΧΑΡΙΣΣΑ, ΘΕΟΔΩΡΑ, ΓΑΛΗΝΗ, ΚΑΛΛΙΣ, ΝΙΚΗ και ΝΟΥΝΕΧΙΑ.

Λεπτομερείς έρευνες έκανε και ο μετέπειτα Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β΄ το 1958 και βρήκε έπειτα από μελέτη των μεγάλων συναξαριστών την βιογραφία του Αγίου Λεωνίδη και των επτά Αγίων Γυνακών.

Μετά την ανεύρεση της Λάρνακας ορίστηκε Ερανική Επιτροπή αποτελούμενη από τους Αντώνιο Γ. Μπιμπή, Κωνσταντίνο Χριστοδούλου γιατρό, Σπυρίδωνα Παπαργύρη και Σπυρίδωνα Τετράδη, η οποία ανέλαβε την ανέγερση  Ιερού  Ναού του Αγίου Λεωνίδη.

H μνήμη του Αγίου Λεωνίδη και της συνοδείας του τιμάται την 16 Απριλίου.


Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Ιερά Μονή Αγίας Ζώνης Βλαμαρής, Σάμος.

πηγή: www.imsamou.gr
 

Είναι ανδρική Μονή και βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της νήσου της Σάμου, στην νοτιοδυτική άκρη του κοιλάδας της Βλαμαρής.

 

Άποψη του εσωτερικού του Καθολικού
πηγή
Το 1695 ο Ιερομόναχος Μελέτιος, με τη συνεργασία πολλών λαϊκών της περιοχής, αποφάσισε να ιδρύσει την Ιερά Μονή της Αγίας Ζώνης, εκεί περίπου όπου υπήρχε πρότερος Ναός αφιερωμένος στη Θεοτόκο ερειπωμένος ήδη και κατεστραμμένος, ενώ στην αρχαιότητα στον ίδιο χώρο υπήρχε ναός της θεάς Δήμητρας. Με αίτηση του κτήτορα Μελέτιου εκδόθηκε μάλιστα το 1696 σιγίλιο του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίλλου του Ακαρνάνος, σύμφωνα με το οποίο η Μονή αναγνωρίστηκε ως Σταυροπηγιακή.

Το καθολικό της Μονής ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης τρουλαίας Βασιλικής, επάνω στην είσοδό της διασώζεται το λιτό μαρμάρινο καμπαναριό, η επιγραφή του οποίου αναφέρει τον ηγούμενο Μερκούριο και φέρει χρονολογία 1751 ενώ εσωτερικά διασώζετε το αρχικό μαρμάρινο δάπεδο.

Άποψη του εξωτερικού του Καθολικού της Μονής
Άποψη του εξωτερικού του Καθολικού της Μονής
Άποψη του εξωτερικού του Καθολικού της Μονής

Άποψη του εσωτερικού του Καθολικού
πηγή
Το περίτεχνο ξυλόγλυπτο και επιχρυσωμένο τέμπλο του Καθολικού φιλοτεχνημένο δια συνδρομής του Καθηγουμένου Γαβριήλ ανάγεται σύμφωνα με την επιγραφή του το 1801, φέρει τις 3 παλαιές δεσποτικές φορητές εικόνες του 19ου αιώνος, ανάμεσα στις όποιες ξεχωρίζει ή εφέστιος εικόνα της Αγίας Ζώνης επενδεδυμένη με αργυρόδετο διάκοσμο του 1819. 

Η μαρμάρινη πλάκα της Αγίας Τραπέζης χρονολογείται στα 1752 και είναι έργο του μαρμαρογλύπτη Αλέξανδρου από την Κρήτη, αποδίδεται δε και πάλι στο ανοικοδομητικό πρόγραμμα του ηγουμένου Μερκουρίου, σύμφωνα με σχετική επιγραφή.

Άποψη της Μονής
πηγή
Το κτηριακό συγκρότημα της Μονής είναι μάλλον περιορισμένο, εδώ ακολουθεί το παραδοσιακό μοναστηριακό σχήμα με μία ακαδημαϊκή κανονικότητα και συμμετρία που κυριαρχούν οι τοξοστοιχίες, οι ξυλοκατασκευές και αναπτύχθηκε περίπου μετά το 1730.

Η εφέστια επάργυρη θαυματουργή εικόνα της Αγίας Ζώνης, στο θρονί της, φέρει επάργυρο πουκάμισο του 1819, έργο του Ιωάννη Κουσαντιανού.

Στην Ιερά Μονή διαφυλάσσονται αρκετά Άγια λείψανα όπως των Αγίων Παρθενίου επισκόπου Λαμψάκου, Αρχιδιακόνου και πρωτομάρτυρος Στεφάνου, Ιωάννου του Ελεήμονος, Γεωργίου Μεγαλομάρτυρος, Χαραλάμπους, Νικήτα, Μάμαντος, Ερμολάου, Κυριακής και Παρασκευής των Μεγαλομαρτύρων, Μάρκου του Νέου, Θέκλης της Πρωτομάρτυρος και Ισαποστόλου, Αγίων Τεσσαράκοντα κ.α.

Η εφέστια επάργυρη θαυματουργή εικόνα της Αγίας Ζώνης
πηγή romfea
Από δύο επιγραφές γνωρίζουμε ότι το 1833 και το 1855 έγιναν διάφορες ανακαινίσεις και κάποιες προσθήκες στα κτήρια του μοναστηριού.

Επίσης κοντά στο μοναστήρι υπάρχει μία πηγή και στο ανατολικό της τμήμα υπήρχε ένα μικρό λεπροκομείο το οποίο συντηρούσε η αδελφότητα.

Στο αρχείο της Μονής πλην του Ιδρυτικού σιγιλίου σώζονται σιγίλια των Οικουμενικών Πατριαρχών Σωφρονίου (1776), Γρηγορίου του Ε΄(1797) και Κυρίλλου (1816) τα οποία αναφέρονται στην περιουσία της Μονής και προς τη διαφύλαξη αυτής.

Την περίοδο της ακμής της η Ιερά Μονή διέθετε πατητήρι για τα σταφύλια, αγορασμένο το 1797, αλλά και την κυριότητα αλυκής στην Ψιλή Άμμο, που αφιερώθηκε από τους κατόχους της το 1768. 

Την ακμή αυτή μαρτυρούν επίσης τα δεκατέσσερα μετόχια και εξωκλήσια του μοναστηριού, στην Ανατολική κυρίως Σάμο αλλά και απέναντι από το νησάκι της Σαμιοπούλας ενώ υπήρχαν και 3 μετόχια της Μονής στα απέναντι Μικρασιατικά παράλια. 

Το Τεμάχιο Τιμίας Ζώνης στην Μονή
Μετόχια της Μονής όπως ο Ναός των Ταξιαρχών στο Μαλαγάρι που ανηγέρθηκε από τον Ηγούμενο Γρηγόριο Ατμανή, στις αρχές του 18ου αιώνα και όπου λειτούργησε αργότερα η ιερατική σχολή, το ιεροδιδασκαλείο «Ανατολή» και η Μαυρογένειος επαγγελματική σχολή.

Αλλά και ο νυν Ιερός Μητροπολιτικός Ναός της πόλης της Σάμου, ο Άγιος Νικόλαος και ο Ιερός Ναός του Αγίου Θεοδώρου της Πόλης της Σάμου υπήρξαν και αυτοί μετόχια της Μονής Βλαμαρής.

Σημαντική ήταν και η συμβολή της Μονής Βλαμαρής, κατά την επανάσταση του 1821 αλλά και περισσότερο ακόμη κατά την επανάσταση του 1912. 

Η μονή Βλαμαρής ήταν το κέντρο των επαναστατών Σαμίων, μάλιστα διασώζεται σήμερα και μία σχετική φωτογραφία του σώματος στρατού εκτός των τοιχών της Μονής, λίγο πριν ξεκινήσουν οι αιματηρές μάχες έναντι των Τούρκων στην περιοχή μεταξύ της Μονής και του Παλαιοκάστρου.

Η Ιερά Μονή Αγίας Ζώνης Βλαμαρής, εορτάζει 2 φορές τον χρόνο, στις 31 Αυγούστου, όπου και η κεντρική πανήγυρης αλλά και την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, εκάστου έτους (κινητή εορτή), όπου και η ανάμνησης των εγκαινίων αυτής εορτάζεται.

ΤΟ ΤΕΜΑΧΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΖΩΝΗΣ.

Τό τεμάχιον τῆς Ἁγίας Ζώνης, τό ὁποῖον εὑρίσκεται ἀποτεθησαυρισμένο στήν ὁμώνυμη Ἱερά Μονή Ἁγίας Ζώνης Βλαμαρῆς Σάμου εἶναι ἕνα ἀπό τά κειμήλια, πού ἐπιμαρτυρεῖ τήν στενή σχέση τῆς Σάμου μέ τά Ἱεροσόλυμα. Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἀποτελοῦσε τιμαλφές προσωπικόν κειμήλιον διαφόρων Ἱερομονάχων, οἱ ὁποῖοι τό παρέδιδαν ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν καί ἐν τέλει κατά τρόπον θαυμαστόν, ἐκ τοῦ τελευταίου κατόχου ἀφιερώθηκε στήν καθ’ἡμᾶς Ἱερά Μονή, τόν ὁποῖον ἀποδίδουμε στήν μέριμναν καί τήν βουλήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί μόνον. Μετά τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου ἐνώπιον μιᾶς τοιαύτης δωρεᾶς ἀνακράζομεν «Τίς λαλήσει τάς δυναστείας Σου Ἁγνή ἤ τίς ἐξαριθμήσει τῶν θαυμάτων τό μέγα πέλαγος;» Σύν τούτοις ὀφείλουμε νά ὁμολογήσωμε τά δεκάδες καταγεγραμμένα θαύματα, τά ὁποῖα μέχρι σήμερα ἔχουν ἐπιτελεσθεῖ ἰδιαιτέρως σέ περιπτώσεις ἀτεκνίας, ἀπό τή μιά ἄκρη τῆς Πατρίδος μας ὡς τήν ἄλλη, καί ἀπό τήν Ἀμερική ἕως τήν Ἀφρική καί τήν Αὐστραλία.

Ἡ ἀκριτική Σάμος διασυνδέεται ἔκπαλαι μέ τό παλαίφατο Πατριαρχεῖο τῶν Ἱεροσολύμων, καθώς πέντε Πατριάρχες, Κύριλλος ὁ Β, Ἱερόθεος, ὁ Β΄, Δαμιανός, Τιμόθεος καί Εἰρηναῖος, ὑπῆρξαν Σάμιοι, ὡς καί πλειάδα Ἀρχιερέων καί Ἱερομονάχων. Ἐκτός τούτων ἡ σχέση τῆς Σάμου πρός τά Ἱεροσόλυμα διακρίνεται εὐχερῶς ἀπό τήν ὕπαρξη Ἱερῶν Κειμηλίων καί ἐκκλησιαστικῶν τιμαλφῶν. Τό εὐμέγεθες τεμάχιον τοῦ Τιμίου Ξύλου, ἀποτεθησαυρισμένο στήν Ἱερά Μονή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί τό μικρόν τμῆμα τῆς Ἁγίας Ζώνης τῆς Θεομήτορος καταδεικνύουν τοῦ λόγου τό ἀληθές, μαζί μέ τίς διάφορες ἀκολουθίες, ὅπως ὁ ἱερός Νιπτῆρας καί πολλές τυπικές διατάξεις τοῦ Ἱεροσολυμιτικοῦ Τυπικοῦ, ὅπως ο Ἐπιτάφιος τῆς Παναγίας μας, πού ὑπάρχουν ἀπό πολύ παλαιά καί ἀποτελοῦν πνευματικά ἀντιδάνεια, μαρτυροῦντα τήν σχέση τῆς Σάμου μέ τά Ἱεροσόλυμα.

Τηλέφωνο Μονής: 22730 - 27.587.