Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

AΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΤΡΩΝΑΣ, ΤΗΣ ΤΥΦΛΗΣ ΕΚ ΡΩΣΙΑΣ.



Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος Κοκκιναρά Πεντέλης (Μετόχι της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη) από το 2000 και τίθεται προς προσκύνηση καθημερινά.

ΣΗΜΕΙΩΣΗΣτην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Η Οσία Ματρώνα γεννήθηκε το 1881 στο χωριό Σέμπινο Επιφανίσκαγια του νομού της Τούλα, που σήμερα ονομάζεται Κομίφσκι, από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Δημήτριο και τη Ναταλία. 

Η Οσία είχε ακόμη τρία αδέλφια, τον Ιβάν, τον Μιχαήλ και την Μαρία. Οι γονείς της, επειδή ήταν φτωχοί, σκέφθηκαν να δώσουν το παιδί που περίμεναν στο ορφανοτροφείο του Γκολίτσιν. 

Όμως η μητέρα της Ματρώνας είδε, πριν την γέννησή της στο όνειρό της ότι ήλθε και κάθισε πάνω στο δεξί της χέρι ένα πουλί με ανθρώπινη μορφή αλλά χωρίς μάτια. 

Τότε θεώρησε το όνειρό της ως σημείο προς τον Θεό, ότι το παιδί που θα φέρει στον κόσμο θα είναι σκεύος εκλογής και έτσι αποφάσισαν να μην το δώσουν στο ορφανοτροφείο.

Η Οσία γεννήθηκε τυφλή, στην βάπτισή της, που έγινε από τον ιερέα Βασίλειο, έναν ευλαβή και προορατικό ιερέα, σχηματίσθηκε πάνω από την κολυμβήθρα ένα ανάλαφρο σύννεφο που ανέδιδε ευωδία, ήτανε και αυτό ένα σημείο που φανέρωνε την πνευματική πρόοδο που θα είχε η Αγία.


Το μόνο μέρος που πήγαινε συνέχεια, η Αγίας Ματρώνα, επειδή ήταν τυφλή, ήτανε η εκκλησία και όταν η μητέρα της δεν την έβρισκε στο σπίτι ή κάπου αλλού, ήξερε ότι η Ματρώνα ήτανε στην εκκλησία. 

Από την παιδική της ηλικία ακόμη, της είχε παραχωρηθεί το προορατικό καθώς και το διορατικό χάρισμα. 

Γνώριζε τις ασθένειες των ανθρώπων, τα προβλήματά τους, τις αστοχίες τους, τα πάθη τους και έτσι τους προειδοποιούσε καθώς όμως και τους συμβούλευε.

Η Οσία επισκέφθηκε πολλά προσκυνήματα της Ρωσίας, σε ένα από τα προσκυνήματά της βρέθηκε μπροστά στον Άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης, που τότε ζούσε ακόμα. 

Χωρίς να δει την Οσία, είπε να ανοίξουν χώρο και φώναζε: «Ματρώνα, έλα εδώ», χωρίς να την γνωρίζει και συνέχισε ο Άγιος Ιωάννης: «Αυτή θα είναι η διάδοχός μου. Αυτή είναι ο όγδοος στύλος της Ρωσίας». Η Αγία ήταν τότε δεκατεσσάρων ετών.

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών η Ματρώνα όχι μόνο δεν έβλεπε, αλλά σταμάτησε και να περπατάει. 

Έζησε έτσι παράλυτη πενήντα χρόνια. 

Παρόλα αυτά, ποτέ δεν παραπονέθηκε και έλεγε ότι είναι πνευματική η αιτία για όλα αυτά που της συνέβαιναν και μόνο ο Θεός γνωρίζει τις αιτίες. 

Έλεγε σε εκείνους που την επισκέπτονταν: «Θα έλθει ο καιρός που θα σας βάλουν μπροστά σας ψωμί και σταυρό, για να διαλέξετε. Θα περάσουμε δύσκολους καιρούς και εμείς οι Χριστιανοί πρέπει να διαλέξουμε τον σταυρό»Τον κόσμο που την επισκεπτόταν τον ευλογούσε, έβαζε τα χέρια της πάνω στην κεφαλή τους και τους διάβαζε προσευχές. 

Στο μέτωπό της, από τους πολλούς σταυρούς που έκανε τόσο συχνά, είχε σχηματιστεί μία λακουβίτσα. 

Ο Θεός την είχε αξιώσει ακόμη και με το χάρισμα της θαυματουργίας και έτσι πολλούς ανθρώπους τους θεράπευσε και τους ωφέλησε πνευματικά.

Ο Άγιος Θεός της είχε αποκαλύψει πως πλησίαζε η ημέρα της εξόδου της από τον μάταιο τούτο κόσμο. 


Έτσι, τρεις ημέρες πριν την κοίμησή της, έδωσε οδηγίες για την εξόδιο ακολουθία της καθώς και τον ενταφιασμό της.  

Η Οσία Ματρώνα κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Μαΐου του 1952 και ενταφιάσθηκε στο κοιμητήριο της μονής του Δανιήλ.

Στις 8 Μαρτίου του 1998 έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων της πού μεταφέρθηκαν στην Ιερά Μονή της Αγίας Σκέπης στη Μόσχα, όπου ο τάφος σήμερα έχει γίνει ένα από τα δύο μεγαλύτερα προσκυνήματα της Ρωσίας.

Με πράξη του ο μακαριστός Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος αναγνώρισε την Αγία Ματρώνα «ως τοπική Αγία της Μόσχας και όλης της Επαρχίας». 
 
Η μνήμη της τιμάται στις 2 Μαΐου (19 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο), ημέρα της κοιμήσεως της.



Μονή Παναγίας Σπηλιάς, Κουμπουριανά Αργιθέας, Καρδίτσα.

πηγή

Βρίσκεται στο Δήμο της Ανατολικής Αργιθέας του Νομού Καρδίτσας, σε υψόμετρο 1000 περίπου μέτρων επάνω σε μια βραχώδη και απότομη κορυφή των Αγράφων της Πίνδου και κοντά στην κοινότητα των Κουμπουριανών. 


πανοραμική άποψη της Μονής Σπηλιάς
πηγή
Η Μονή απέχει από το Μουζάκι 41 περίπου χιλιόμετρα και στη βάση της ρέει ο Πετρηλιώτικος, παραπόταμος του Αχελώου ενώ πήρε το όνομα “Παναγία Σπηλιάς” από τη σπηλιά που βρίσκεται στο βράχο, κάτω ακριβώς από το μοναστήρι και που εκεί βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Σπηλιάς. 

Η απόκρημνη και η δύσβατη τοποθεσία της Μονής καθηλώνει και σκορπά ρίγη στον επισκέπτη καθώς την πλησιάζει από την μοναδική είσοδο, στη νότια πλευρά της βουνοπλαγιάς. 

Η Μονή Σπηλιάς χαρακτηρίστηκε ως ένα ιστορικό και διατηρητέο μνημείο αλλά και ένας τόπος που παρουσιάζει ιδιαίτερο φυσικό κάλλος ή ενδιαφέρων από άποψης αρχιτεκτονικής ή ιστορικής με την απόφαση, ΥΑ 4701/3-3-1967 - ΦΕΚ 183/Β/16-3-1967.

Δυτική άποψη της Μονής Σπηλιάς
πηγή
Η παράδοση αναφέρει ως ιδρυτές της Μονής Σπηλιάς δύο αδέλφια, τον Αθανάσιο και τον Παρθένιο, καλόγεροι  στο μοναστήρι του Αι - Χαραλάμπη, που το 1064 σε όνειρο που είδαν και οι δύο, η Παναγία τους υπέδειξε που να κτίσουν μοναστήρι αφιερωμένο σε Αυτήν. 

Εκεί στο πιο απρόσιτο σημείο βρήκαν την εικόνα της Παναγίας, πλάι στην οποία έκαιγε καντήλι, ενώ με θαύμα αναφάνηκε και πόσιμο νερό, το οποίο ρέει ακόμη έως και σήμερα. 

Η μικρή πλάκα με τη χρονολογία 1064 που υπήρχε καταστράφηκε από τους Τούρκους κατά την επανάσταση των Αγράφων το 1854, όπου είχε την έδρα του το Αρχηγείο της Επαναστατικής Επιτροπής λόγω της φυσικής οχύρωσης που διέθετε το μοναστήρι.

Ο σημερινός ναός είναι κτισμένος δίπλα στον παλιό
πηγή
Ο σημερινός ναός που είναι κτισμένος δίπλα από τον παλιό, κτίστηκε κατά το 1736 και είναι αφιερωμένος στο όνομα της Ζωοδόχου Πηγής, με κτήτορες  τους πατεράδες Παρθένιο, Ιωνά, Γαβριήλ καθώς και Ανανία, όπως φαίνεται άλλωστε και σε επιγραφή δεξιά από την είσοδο του ναού. 

Ο Ναός έχει διαστάσεις 7.50 × 11 μέτρα και είναι ρυθμού βυζαντινού, αγιορείτικου τύπου. 

Δηλαδή, είναι τρίκλιτος σταυροειδής με τρούλο στο κέντρο του σταυρού, ο οποίος στηρίζεται σε τέσσερις κίονες και κόγχες στο νότιο και το βόρειο τοίχο ενώ το δάπεδο του κυρίως ναού είναι χαμηλότερο από το δάπεδο του νάρθηκα κατά μισό περίπου μέτρο (τρία σκαλοπάτια) και είναι πλακόστρωτο.

Λεπτομέρεια τοιχογραφίας από το νέο Καθολικό
πηγή
Στο εσωτερικό του νέου αυτού καθολικού, της Ζωοδόχου Πηγής, διατηρούνται εξαιρετικής τέχνης, τοιχογραφίες οι οποίες και χρονολογούνται από τον 18ο ως και τον 19ο αιώνα. 

Επίσης, διατηρείται και ένα περίτεχνο, εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο και επιχρυσωμένο τέμπλο. 

Το τέμπλο, χρονολογείται από το 1779 και φιλοτεχνήθηκε απο τους αδελφούς τεχνίτες Γεώργιο και Ιωάννη. 

Στην Δεσποτικὴ εικόνα του τέμπλου, του Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως υπάρχει η επιγραφή: «Ἐλάχιστος Θεόδωρος αγιογράφος απὸ τὴν Μεγαλοβλαχίαν ἐκ κώμης Βουκουρέστι, Ἔτει ΑΨΛΖ».

Επάνω σε μία εγχάρακτη πλάκα και έξω από το ναό της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκεται και η εξής επιγραφή: «Ανοικοδομήθη ο θείος και ιερός ναός της Ζωοδόχου Πηγής επί έτους ΑΨΛς μήνι Απριλίω δια συνδρομής Παρθενίου ιερομονάχου και παπα - Ιωνά και Παπαγαβριήλ και Παπαανανία»

Επίσης, έξω από τον νάρθηκα του ναού υπάρχει και μία άλλη επιγραφή η οποία μας αναφέρει: «Εκτίσθη ο Νάρθηξ παρά των συνδρομητών και κυρίου Χρυσάνθου Ιερομονάχου Ιουλίου 31/1892».

Τοιχογραφία στη κόγχη, ιερού βήματος του παλαιού καθολικού: η Πλατυτέρα
© Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
πηγή
Τοιχογραφία του παλαιού καθολικού: το μαρτύριο του αγίου Νέστωρος
© Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
πηγή
Τοιχογραφία του παλαιού καθολικού: η Θεία Κοινωνία
© Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
πηγή

Το εσωτερικό του Παλαιού Καθολικού,
της Κοίμησης της Θεοτόκου

πηγή
Ο διπλανός μικρός ναός με διαστάσεις 3 × 5 μέτρα δεν είναι ένα παρεκκλήσι, αλλά είναι ένας ναός παλαιότερος του ναού της Ζωοδόχου Πηγής και τιμάται στην Κοίμηση της Θεοτόκου. 

Είναι του τύπου, σταυροειδής καμαροσκέπαστος ναός και μόλις που προεξέχει ο κεντρικός θόλος, όπου δεσπόζει βέβαια ο εντυπωσιακός Παντοκράτορας. 

Εξωτερικά, ο τυφλός αυτός σφαιρικός θόλος περιβάλλεται από έναν μικρό τοίχο και δημιουργείται ένα κτίσμα τετράγωνο που προεξέχει λίγο της υπόλοιπης στέγης του ναού και καλύπτεται με δίκλινη στέγη. Στο βόρειο και νότιο τοίχο εκτείνεται σε κόγχες, γεγονός που τον κατατάσσει στον αγιορείτικο τύπο ενώ η στέγη και των δύο ναών είναι σκεπασμένη με πλάκες.

Τοιχογραφίες στο φουρνικό του νέου καθολικού
© Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
πηγή
Τοιχογραφία στο σφαιρικό τρίγωνο του νέου καθολικού: Ευαγγελιστής
© Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
πηγή
Τοιχογραφίες στον τρούλο του νέου καθολικού
© Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
πηγή

Άποψη του εσωτερικού του Νέου Καθολικού
της Ζωοδόχου Πηγής χτισμένου το 1736
.
πηγή
Το 1677 με το πατριαρχικό σιγίλιο του Διονυσίου του Δ΄ η Ιερά Μονή γίνεται Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή ενώ έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στους αγώνες του 1821. 

Εδώ ο Γεώργιος Καραϊσκάκης έκανε συχνά πολεμικές συσκέψεις και συμβούλια στην Ιερά Μονή, αφού η θέση της είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία ενώ κατά την επανάσταση των Αγράφων, την οποία υποκίνησε η Ελληνική Κυβέρνηση για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, υπήρξε στραταρχείο.

Εκεί το 1837 εγκαταστάθηκε η Επαναστατική Κυβέρνηση υπό τον Αλεξανδρή, ενώ επάνω από τη Μονή σώζονται μέχρι σήμερα τα οχυρώματα. 

Από την άλλοτε μεγάλη περιουσία της, κτήματα, βοσκοτόπια, ζώα, εισφορές – τάματα δεν έμειναν πολλά πράγματα εκτός από τα ιστορικά μοναστήρια – μετόχια όπως η Παναγία και Αγίου Χαραλάμπους Πετρίλου, Γενεσίου της Θεοτόκου Κώστη Κουμπουριανών, Γενεσίου της Θεοτόκου Βλασίου, Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Μικρών Βραγγιανών και Γενέσιον της Θεοτόκου Μεσοβουνίου. 

Το αγίασμα της Μονής Σπηλιάς
πηγή
Παρά τα έσοδα λοιπόν που είχε η αρχή του 20ου αιώνα την βρήκε έρημη και διαλυμένη.

Επανασυστάθηκε το 1925 από τον μακαριστό Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη και στα επόμενα χρόνια ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση έως και το 1963 όταν κοιμήθηκε ο τελευταίος μοναχός της,  ο Δαυίδ. 

Στην Μονή σήμερα, από το 2004, διαμένει ανδρική αδελφότητα 6 μοναχών που με ενέργειες του Καθηγουμένου Αρχιμανδρίτου Νεκταρίου και με την οικονομικὴ ενίσχυση των απανταχού ευλαβών προσκυνητών αγωνίζονται με ζήλο για την περαιτέρω επάνδρωση αλλά και την ανακαίνισή της, βοηθούμενη από την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος.

Στη μονή υπάρχουν μεταξύ άλλων, ιερά λείψανα των παρακάτω Αγίων: Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, Αγίου Χαραλάμπους, Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Αγίου Αποστόλου & Ευαγγελιστού Λουκά, Αγίου Αποστόλου Φιλίππου, Αγίων Αποστόλων Βαρθολομαίου & Βαρνάβα, Αγίου Γεωργίου εν Ιωαννίνοις, Αγίου Παντελεήμονος, Αγίου Ραφαήλ Λέσβου, Αγίου Γεωργίου Τροπαιοφόρου, Αγίου Δημητρίου Μυροβλήτου, Αγίου Λαζάρου τετραημέρου, Αγίας Μαρίνης, Αγίου Απoστόλου Ιακώβου Αδελφοθέου, Αγίου Βασιλείου Μεγάλου, Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Αγίου Αποστόλου Ανδρέου Πρωτοκλήτου και Αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυών.

Η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Σπηλιάς, 
έργο του Ευαγγελιστή Λουκά
Η Μονή της Παναγίας Σπηλιάς, πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου, εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αλλά και την Παρασκευή της Διακαινισήμου εβδομάδος, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής. 

Σε όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, προσέρχεται πλήθος προσκυνητών από όλη την Ελλάδα για να ασπασθεί την θαυματουργό εικόνα της Παναγίας Οδηγητρίας, η οποία κατά παράδοση είναι έργο του Ευαγγελιστού Λουκά και με πλήθος θαυμάτων για τα οποία έχει ονομαστεί άλλωστε και “Γιατρίσσα”.

Από τον Οκτώβριο έως και τον Απρίλιο, η Μονή είναι είναι κλειστή κάθε Πέμπτη ενώ όλο τον υπόλοιπο χρόνο είναι ανοιχτή καθημερινά από την Ανατολή έως και την Δύση του ήλιου. 

Υπάρχει επίσης ακόμη και η δυνατότητα φιλοξενίας προσκυνητών, στους ξενώνες του Μοναστηριού, κατόπιν βέβαια και της απαραίτητης συνεννόησης που θα πρέπει να υπάρξει με την Μονή.

Ιερά λείψανα που φυλάσσονται στην Μονή Σπηλιάς
πηγή
Το μοναστήρι της Παναγίας Σπηλιάς, είναι επισκέψιμο, αν και ο δρόμος είναι σχετικά δύσβατος όμως η άγρια ομορφιά αυτού του τοπίου των Αγράφων αποζημιώνει απόλυτα τον επισκέπτη. 

Με αφετηρία την πόλη της Καρδίτσας θα ακολουθήσετε την διαδρομή προς το Μουζάκι το οποίο είναι ένας κόμβος μεταξύ του κυρίως κομματιού της Θεσσαλίας, των χωριών της Αργιθέας, της Λίμνης Πλαστήρα αλλά και της βόρειας πλευράς των Αγράφων

Προσπερνώντας το Μουζάκι κατευθυνόμαστε προς τα χωριά της Αργιθέας και συγκεκριμένα στην ανατολική πλευρά της Αργιθέας, ξεφεύγοντας όμως από τις ταμπέλες – σειρήνες που μας κατευθύνουν προς την Λίμνη του Πλαστήρα και συνεχίζουμε για το Βλάσι με την διαδρομή να είναι μέσα στο δάσος, στην άκρη από γκρεμούς με υπέροχα και εντυπωσιακά τοπία, το χειμώνα όμως έχει αρκετό χιόνι, για αυτό και στην άκρη των δρόμων υπάρχει η σχετική σήμανση και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. 

Στην Μονή υπάρχει και ξενώνας που μπορεί κατόπιν
συνεννόησης να φιλοξενήσει επισκέπτες

πηγή
Όμορφα χωριά που περνάει κανείς στην διαδρομή και στα οποία μπορεί να κάνει στάση είναι το Πευκόφυτο, το σύμπλεγμα οικισμών που αναφέρεται ως Πετρίλο, το Βλάσι και το Παλαιοχώρι Φουντωτού. 

Τα περισσότερα από αυτά τα χωριά δεν είναι παρά μικροί οικισμοί με ελάχιστα σπίτια, ακολουθούμε τις ταμπέλες προς Ιερά Μονή Σπηλιάς. 

Το τελευταίο κομμάτι του δρόμου, περίπου 5 - 6 χιλιόμετρα, είναι χωματόδρομος σε σχετικά καλή κατάσταση όμως κατά τους θερινούς μήνες. Η συνολική απόσταση από Τρίκαλα έως την Μονή Σπηλιάς είναι λιγότερο από 2 ώρες και τα μικρά αυτοκίνητα μπορούν να το προσεγγίσουν ως επάνω.

Τηλέφωνο: (+30) 24450 - 31739, e - mail: info@monispilias.gr


Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Ιερά Μονή Παναγίας Κανάλων, Καρυά Oλύμπου


Βρίσκεται ανατολικά της Καρυάς Ολύμπου σε απόσταση 8 χιλιoμέτρων από τον οικισμό, παραπλεύρως του οδικού άξονα Καρυάς – Λεπτοκαρυάς και σε ύψος 820 μέτρων στην είσοδο του στενού μέσω του οποίου κατέρχεται από την πεδιάδα της Καρυάς στην Πιερία ο μικρός ποταμός Σύς ή Ζηλιάνα.



Άποψη της Μονής 
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
πηγή
Είναι αφιερωμένη στο Γενέθλιο της Θεοτόκου και η ονομασία ως Μονή «Κανάλων» οφείλεται στο φυσικό περιβάλλον αφού κοντά στη Μονή πήγαζαν 4 χείμαρροι, κανάλια οι οποίοι σχημάτιζαν το μικρό ποταμό. 

Σύμφωνα με την παράδοση η Μονή ιδρύθηκε από τους μοναχούς Δαμιανό και Ιωακείμ όμως το έτος ιδρύσεως της μας είναι άγνωστο. 

Άλλοι υποστηρίζουν ότι ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα και άλλοι τον 11ο ενώ η παλαιότερη επιγραφή της Μονής είναι του 1638, όπου με έξοδα του ηγουμένου Καλλινίκου ανακαινίσθηκε ο νάρθηκας του Καθολικού και έγινε η αγιογράφησή του ενώ κατά το 1668 έγινε και η αγιογράφηση του Κοιμητηριακού Ναού της Μονής των Αγίων Πάντων κατά τον ίδιο ηγούμενο.

Άποψη του Καθολικού
πηγή
Άποψη του Καθολικού
πηγή
Άποψη του Καθολικού
πηγή



Άποψη της Μονής 
πηγή
Το 1684, επί ηγουμένου Συμεών, κτίστηκε το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου που η αγιογράφησή του ξεκίνησε το 1689 και τελείωσε το 1696. 

Οι πολλές μαρτυρίες των επιγραφών της Μονής του 17ου αιώνα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Μονή άκμασε τον 17ο αιώνα επί ηγουμένων Καλλινίκου και Συμεών.

Η πρώτη αναφορά του ονόματος της μονής γίνεται σε μονόγραμμα του Σουλτάνου, πιθανότατα του  Μουσταφά Β΄, του έτους Εγίρας 1077 (1699), σύμφωνα με το οποίο οι μοναχοί ζητούν από την υψηλή πύλη έκδοση φιρμανιού που θα τους προστάτευε. Η μονή είχε αρκετούς μοναχούς που στις αρχές του 20ου αιώνα ο αριθμός τους ανήλθε περί τους είκοσι, ενώ αργότερα περιορίσθηκε στους πέντε ενώ σε πατριαρχικό έγγραφο του 1861. 


H γραφική καμπάνα στον αύλειο χώρο της Μονής
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
 
πηγή
Παρά τον ολιγάριθμο των μοναχών, εκείνη την εποχή, η Μονή των Κανάλων διέθετε ικανή περιουσία, προερχόμενη από εισοδήματα (δημητριακά και ξυλεία). 

Κατά την πληροφορία του Leon Heuzey το 1843 η Μονή δέχθηκε επίθεση των Αλβανών οι οποίοι, ορμώμενοι σε ώρα Λειτουργίας και εγκλωβίζοντας τους μοναχούς στο καθολικό, αφαίρεσαν από την Μονή 70.000 πιάστρα. 

Σε πατριαρχικό έγγραφο του 1841, στην απαρίθμηση των μοναχών του επισκόπου Πλαταμώνα, σημειώνεται και η Μονή των Κανάλων. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας και την κατάργηση της Επισκοπής Πλαταμώνος, η Μονή προσαρτήθηκε στην επισκοπή Ελασσώνος και στη συνέχεια στην επισκοπή Κίτρους. 


Ο Παντοκράτορας 
πηγή
Τον Αύγουστο του 1903, εκδίδεται ένα Πατριαρχικό Σιγίλλιο, με το οποίο η Μονή των Κανάλων ονομάζεται Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή.

Σταδιακά όμως επήλθε παρακμή και το 1930 εγκαταλείφθηκε εντελώς. 

Το 1987 σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες και τους νόμους, η Ιερά Σταυροπηγιακή και Πατριαρχική Μονή ανήκει και πάλι στην ιερά Μητρόπολη Ελασσώνος.

Η κύρια είσοδος της Μονής βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά του συγκροτήματος και πάνω από την είσοδο σχηματίζεται μία υπέρθυρος αβαθής κόγχη όπου εικονίζονται σε δύο ζώνες η Ζωοδόχος πηγή και το Γενέσιον της Θεοτόκου. 

Πιο κάτω από τις παραστάσεις εικονίζονται δεκαέξι προφήτες ενώ δίπλα από την κόγχη και δεξιά από την είσοδο υπάρχει η καταχύστρα. 

Η Μονή είχε εξωτερική ξύλινη θύρα που σώζεται σήμερα και έχει μεταφερθεί εσωτερικά ενώ στο μέσο του μοναστηριακού  συγκροτήματος βρίσκεται το καθολικό που είναι αφιερωμένο στο Γενέσιον της Θεοτόκου και που  χρονολογείται το 1883 ενώ κτίστηκε επάνω στον παλαιό Ναό, ο οποίος καταστράφηκε το 1881.

Άποψη του τέμπλου του Ναού
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
 
πηγή
Ο ναός χτίστηκε εκ θεμελίων το 1883 από τον έμπειρο αρχιτέκτονα Ευθύμιο Μήλιο από το Ζιουπάνι της Κοζάνης, επί ηγουμενίας Καλλινίκου.

Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης θολοσκέπαστης βασιλικής που έχει υπερυψωμένο γυναικωνίτη και είναι κτισμένος από τοπική πέτρα και μάρμαρο για τα αγκωνάρια τα οποία φέρουν εγχάρακτες παραστάσεις, με θέματα από το φυτικό και ζωικό κόσμο. 

Ανάμεσα στην τραπεζαρία και στο καθολικό βρίσκεται το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, και πρόκειται για ένα μονόχωρο ναΰδριο, αγιογραφημένο με ωραίες παραστάσεις και η κατασκευή του είναι από αργολιθοδομή και φέρει σχιστολιθικές πλάκες στη σκεπή του.

Άποψη τοιχογραφιών στον βόρειο τοίχο του Ναού
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
 
πηγή
Παλαιότερος είναι ο μικρός κοιμητηριακός ναός των Αγίων Πάντων, στο εσωτερικό του οποίου διατηρείται επίσης τοιχογραφικός διάκοσμος του 1638. 

Βόρεια του Καθολικού και ανάμεσα στο παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου και τον βόρειο περίβολο, βρίσκεται η τραπεζαρία της Μονής, ένα επίμηκες κτίσμα όπου στην ανατολική του πλευρά διαγράφονται τρεις κόγχες αγιογραφημένες που όμως λόγω των καιρικών συνθηκών αλλοιώθηκαν.

Υπάρχουν ακόμα δυο αξιόλογες και όμοιες φιάλες (κρήνες), που βρίσκονται στη βόρεια πλευρά της Μονής, εξωτερικά και εσωτερικά αντίστοιχα ενώ στηρίζονται σε τέσσερις κολώνες και στην κορυφή σχηματίζουν θόλο. 

Γενική άποψη της ιστορικής Τράπεζας της Μονής, 
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών 
πηγή
Η κρήνη που βρίσκεται έξω από τη Μονή φέρει χαραγμένη την επιγραφή <1847, Μαΐου 2>

Από το μοναστηριακό συγκρότημα σώζονται σήμερα ο οχυρωματικός περίβολος σε αρκετό ύψος, περίπου 3,5 μέτρα και πάχος 1 μέτρο, με την τραπεζαρία στο βόρειο τμήμα του, και δυο - τρία κελιά στη βορειοανατολική πλευρά του. 

Πολλές πηγές αναφέρουν ότι το μοναστήρι δέχτηκε λεηλασίες σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ενώ η Μονή από την ίδρυσή της μέχρι και το 1930 ήταν ανδρική.

Την ίδια χρονολογία εγκαταλείφθηκε και άρχισε να λειτουργεί ξανά ενώ από το 2001 είναι γυναικεία μονή με 4 μοναχές και με ηγουμένη την μοναχή Ορθοδοξία.

Η Μονή Κανάλων απέχει από την Καρυά Λάρισας 8 χιλιόμετρα και η πρόσβαση σε αυτήν γίνεται τόσο από την Ελασσόνα που απέχει 44 χιλιόμετρα όσο και από τη Σκοτίνα Πιερίας που απέχει 10 χιλιόμετρα.

Η Ιερά Μονή Παναγίας Κανάλων πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου στην Γέννηση της Θεοτόκου.

Τηλέφωνο: (+30) 24930 91250.


Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Ιερά Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου Αντινίτσης, Λαμία


Βρίσκεται στις κατάφυτες πλαγιές του όρους Όθρυς και σε υψόμετρο 900 μέτρων και σε απόσταση 22 χιλιομέτρων απο την Λαμία, μέσα σε πολύ καλή βλάστηση και πολλά κρύα νερά. 

  

Η είσοδος της Μονής
πηγή
O ακριβής χρόνος κτίσης της Μονής Γενεσίου της Θεοτόκου Αντινίτσης, καθώς και το όνομα του κτήτορα, μας είναι σήμερα άγνωστο. 

Το 1930, ο Αναστάσιος Ορλάνδος σημειώνει: «Του εσωτερικού δ’ όντος εξ ολοκλήρου ασβεστοχρίστου, δεν σώζεται ουδ’ η κτιτορική αυτής επιγραφή» ενώ σύμφωνα με τον ιστορικό Ιωάννη Γ. Βορτσέλα,  «πιθανώς εκτίσθη λήγοντος του Μεσαίωνος». 

Η μελέτη των αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών του παλαιού Καθολικού της Μονής και της όλης ναοδομίας του από τον καθηγητή Αναστάσιο Ορλάνδο, το 1930 με συγκριτικά στοιχεία από μονές του Αγίου Όρους, και της ευρύτερης βαλκανικής χερσονήσου καταλήγει: «δεν δυνάμεθα να αναγάγωμεν το καθολικόν της Αντινίτσης εις χρόνους προγενεστέρους τής αλώσεως.  Η μάλλον πιθανή χρονολογία κατασκευής του εξετασθέντος ναού είναι το δεύτερον ήμισυ τού 15ου αιώνος, περίοδος εκ της οποίας πολύ ολίγα μνημεία τής αρχιτεκτονικής μας διεσώθησαν»

Άποψη του Καθολικού της Μονής
πηγή
Συμπερασματικά, μπορεί να προσδιοριστεί ο χρόνος κτίσεως του Καθολικού περίπου στις δεκαετίες μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1460 – 1500). 

Η επιλογή του χώρου αυτού, η πρώτη εγκατάσταση και τα απαραίτητα κύρια αλλά και συμπληρωματικά κτίσματα της Μονής όπως κελιά, ο αρχικός ναός, οι αποθήκες, οι βοηθητικοί χώροι, η περιτείχιση, κ.ά μας οδηγούν αναγκαστικά πιο πίσω στο χρόνο, πιθανότατα κάπου στις αρχές του 15ου αιώνα ή ακόμη και πιο νωρίτερα, χωρίς τη δυνατότητα όμως, του ακριβούς προσδιορισμού. 

Για τους ιδρυτές της μονής αλλά και τον τρόπο ίδρυσής της, η έλλειψη κάποιων αποδεικτικών στοιχείων καθώς και τα πολλά χρόνια της τουρκοκρατίας μας οδηγούν μόνο στη μαρτυρία της προφορικής παράδοσης. 

Η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Αντινίτσας
Η μία εκδοχή λοιπόν της προφορικής μας παράδοσης, μαρτυρά ότι όταν ξεκίνησαν οι βίαιες και φρικτές σφαγές στην πόλη του Αϊδινίου, δύο Αϊδινιώτες πιθανόν κληρικοί (χωρίς να αποκλειστεί όμως και το ενδεχόμενο να ήταν λαϊκοί), έφυγαν και αναζήτησαν ασφαλές καταφύγιο στην περιοχή της κεντρικής Ελλάδας, φέρνοντας όμως μαζί τους και την πολύ θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Αϊδινίου. 


Έχοντας μαζί τους την ιερή και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Αϊδινιώτισσας οι δύο αυτοί Αϊδινιώτες περπάτησαν αρκετά και νύχτωσαν κοντά στην σημερινή θέση που είναι χτισμένο το μοναστήρι. 

Είχε νυχτώσει αρκετά και αποφάσισαν έτσι να διανυκτερεύσουν εκεί, σε εκείνο το σημείο και με το ξημέρωμα να συνεχίσουν τον υπόλοιπο δρόμο τους.

Όταν ξημέρωσε όμως και ετοιμάστηκαν να αναχωρήσουν, διαπίστωσαν ότι η εικόνα της Παναγίας ήτανε τόσο βαριά που ήταν αδύνατο να τη σηκώσουν και να συνεχίσουν τον δρόμο τους. 

Το θαυματουργό αυτό γεγονός το ερμήνευσαν ως επιθυμία της Παναγίας να παραμείνει στον τόπο αυτό για πάντα και έτσι στην πλαγιά της Όθρυος αποφάσισαν και έκτισαν το σπιτικό της Παναγίας της Αϊδινιώτισσας, που έμεινε στην ιστορία ως το Μοναστήρι της Αντίνιτσας. 

Επιγραφή ανακαίνισης της Μονής στα 1878
Η προφορική αυτή παράδοση έχει συνδέσει τον τρόπο ίδρυσης με την ονομασία της Μονής και θεωρεί ότι η λέξη Αντίνιτσα είναι παράγωγη λέξη (με σημαντική παραφθορά) και προήλθε από το όνομα της πόλης Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας. 

Η δεύτερη εκδοχή για το όνομα Αντίνιτσα, στηρίζεται στο ότι εκεί υπήρχε μια παλαιά κώμη η Αντίνα (ή Αντίνη) από την οποία προήλθε η λέξη Αντίνιτσα και ο Ιωάννης Βορτσέλας γράφει ότι: «Το δ’ επώνυμον της Μονής κατά την γνώμην του επισκεψαμένου τας Μονάς της Ελλάδος και συλλέξαντος ιστορικάς τινας περί αυτών ειδήσεις κ. Ευστρ. Δράκου Μοσχονησίου εξεπήγασεν εκ τινος παρακειμένης αυτόθι επί μεγάλου προβούνου παλαιάς κώμης Αντίνης ή Αντίνου καλουμένης, ης τα ερείπια σώζονται». 

Ο Θεόκτιστος Αθ. Λαϊνάς αποδέχεται την πρώτη άποψη, αποδίδει δε την ίδρυση της Αντίνας στο Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό (117 - 138). 

Η αντιστοίχιση της πόλης Αντινοούπολης στην Αίγυπτο (που ιδρύθηκε απ’ τον Αδριανό στη μνήμη φίλου του ονόματι Αντίνοου), με την πιθανότητα ίδρυσης της κώμης Αντίνας στην Όθρη δεν τεκμηριώνεται. 

Άποψη της Μονής
πηγή
Με τη δεύτερη εκδοχή που είναι επικρατέστερη συμφωνεί και ο Αναστάσιος Ορλάνδος, στην ναοδομική μελέτη του το 1930, όπου γράφει: “πενιχρά μονή επιλεγομένη δε της Αντινίτσης, από ομωνύμου τινός γειτονικής, εκλιπούσης ήδη, κώμης πιθανώτατα λαβούσα την επίκλησιν”

Το όνομα Αντίνιτσα δεν προήλθε από το Αϊδίνιο, αλλά από την ονομασία της θέσης της παλαιάς κωμόπολης Αντίνας, που στους αρχαίους χρόνους, στη θέση αυτή, υπήρχε ένα ιερό προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος.

Η θέση της μονής επιλέχτηκε ως το καταλληλότερο ορεινό σημείο στην κατάφυτη Όρθρυ σε υψόμετρο 900 μέτρων, με νότιο προσανατολισμό, προστασία από βόρειους ανέμους, μεγάλη ηλιοφάνεια, νερά και θαυμάσια θέα προς την κοιλάδα του Σπερχειού και το Μαλιακό Κόλπο. 

Άποψη της Μονής
πηγή
Ο Αναστάσιος Ορλάνδος (το 1930) έγραψε σχετικά «ιδρυμένη επί νοτίως βλεπούσης αποτόμου και υλομανούς κλιτύος» και ο ιστορικός Ιωάννης Βορτσέλας γράφει «μετά τεσσάρων ωρών πορείαν από της Λαμίας, εντός παρά τα παλαιά σύνορα λαμπράς τοποθεσίας, κείται η φιλόξενος της Αντινίτσης Μονή»

Η αρχική επιλογή της θέσης αυτής συνδέεται και με τη μικρή απόσταση 45 χιλιόμετρα από το στενό Δερβένι Φούρκα, που ήταν η πύλη επικοινωνίας της Θεσσαλίας με τη Φθιώτιδα. 

Από αυτό τον αυχένα της Όθρυος σε υψόμετρο 780 μέτρων πέρασαν οι στρατοί όλων των εισβολέων, γίνονταν οι μεταφορές και το εμπόριο και ήταν το πέρασμα για άμαξες, για ζώα φορτωμένα και πεζούς ή έφιππους ανθρώπους. 

Το οικόσημο της οικογένειας Giustiniani
 πηγή
Ο αρχαιολόγος και τοπογράφος Υβ Μπεκινιόν (Yves Bequignion), που πέρασε τη δεκαετία 1930 – 40 έγραψε για τη θέση της μονής ότι το μοναστήρι που βλέπει κανείς τώρα εκεί, κτίστηκε κοντά σε μια πηγή, πάνω σε θέση αρχαία ενώ ο M. Daux και ο M. de la Coste φρονούν, ότι υπήρξε εκεί αρχικά ένα ιερόν, που στη συνέχεια προστατεύτηκε με μια σκοπιά.  

Από τη Λαμία, παλιότερα, η διαδρομή γινόταν με τα πόδια και η πορεία διαρκούσε 4 ώρες ενώ σήμερα με το αυτοκίνητο πλέον η διαδρομή Λαμίας μέχρι τη Μονή Αντίνιτσας, είναι συνολικά 22 χιλιόμετρα.

H μονή διατηρήθηκε για 450 και πλέον χρόνια, χάρη στη φροντίδα των ηγουμένων και των μοναχών της, σε σκληρά χρόνια, με τους Τούρκους διοικητές να μπορούν όποτε ήθελαν να αποκεφαλίσουν τους μοναχούς, τους δε Έλληνες να ζητούν βοήθεια από τη μονή σε τρόφιμα, προστασία, ασφάλεια, ελάχιστα κολλυβογράμματα και οι κλεφταρματωλοί να εξασφαλίζουν όπλα και κρησφύγετο. Στο δύσκολο και διπλό αυτό ρόλο, με επίγνωση του κινδύνου που διέτρεχαν, ανταποκρίθηκαν οι μοναχοί, έχοντας όμως ως βασικό στόχο τη διαφύλαξη της μονής, ως κάστρου της ορθοδοξίας και του ελληνισμού, με τελικό σκοπό την αποτίναξη της σκλαβιάς.

Το αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής
Από τα πρώτα χρόνια ίδρυσης της μονής, δημιουργήθηκε μία καλή σχέση με κάποια μέλη της γενουατικής οικογένειας των Ιουστινιάνι και αυτό αποδεικνύεται από το οικόσημο των Giustiniani, που ήταν εντοιχισμένο επάνω από τον κρουνό μιας κρήνης στον περίβολο της μονής.

Η οικογένεια των Giustiniani, διοικούσε το νησί της Χίου κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1346 – 1566) και η μελέτη του από τον Αναστάσιο Ορλάνδο έδειξε ότι: «το οικόσημο της Αντίνιτσας παρουσιάζει τη μορφή, που έλαβε μετά το 1413».

Φαίνεται λοιπόν ότι το οικόσημο της οικογένειας των Giustiniani μεταφέρθηκε στη μονή και εντοιχίστηκε, από άγνωστο φιλόκαλο ηγούμενο, από άλλο μέρος της Ελλάδος που διοικούσαν συγγενείς της οικογένειας Ιουστινιάνι, την περίοδο της τουρκοκρατίας, τον 16ο αιώνα ή και λίγο μετά. 

Η ορεινή θέση της Μονής στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ενισχύθηκε αμυντικά με περιμετρικό τείχος, που ψηλότερα κατέληγε σε πολεμίστρες ενώ το υψόμετρο 900 μέτρων ήταν ιδανικό παρατηρητήριο (βίγλα) για τους στρατούς που έρχονταν από βόρεια προς τη Ρούμελη και ήταν σε μικρή απόσταση 4,5 χιλιομέτρων από το πέρασμα Δερβένι Φούρκα, που χρησιμοποιούσαν οι τουρκικές δυνάμεις ερχόμενες από τη Θεσσαλία στη Στερεά Ελλάδα.

Ψηφιδωτό στο Ιερό Βήμα του Καθολικού
πηγή
Η θέση της Μονής βοήθησε στον αγώνα του 1821, για τους Έλληνες αγωνιστές, σε αυτό το τμήμα της Όθρυος. 

Στη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, ηγούμενος της Μονής ήταν ο Ιερομόναχος Αγαθόνικος Καλλίνικος (1821 – 1834). 

Στο δεύτερο χρόνο της επανάστασης (1822) ο οπλαρχηγός Καρατάσος, με διακόσιους άνδρες του είχε αμπαρωθεί στα κελιά της Αντίνιτσας και αγωνίζονταν ενάντια στις τούρκικες δυνάμεις. 

Αυτές είχαν έρθει από τη Θεσσαλία και βιάζονταν να περάσουν στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα για να καταστείλουν το κίνημα των Ελλήνων και τότε οι γνωστοί Έλληνες οπλαρχηγοί Ζαφειράκης και Γάτσος με τους συντρόφους τους επιτέθηκαν, διέσπασαν τους Τούρκους και τους ελευθέρωσαν. 

Η Κρήνη της Μονής
πηγή
Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους η Μονή με το γνωστό διάταγμα του Αντιβασιλέα του Οθωνα διαλύθηκε και συγχωνεύτηκε με την Μονή Αγάθωνα. 

Το 1944 η Μονή καταστράφηκε ολοσχερώς, σώθηκε όμως η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας και το 1968 από χριστιανούς της περιοχής άρχισε μια προσπάθεια συγκέντρωσης χρημάτων υπέρ της Μονής και το 1969 άρχισε η ανοικοδόμησή της, κατασκευάσθηκαν νέες πτέρυγες, κελιά, τραπεζαρίες, παρεκκλήσια και χώροι για τη φιλοξενία των προσκυνητών.  

Το Καθολικό που καταστράφηκε ήτανε αθωνικού τύπου, τετρακιόνιος σταυροειδής μετά τρούλου, αποτελούσε το αρχαιότερο Καθολικό Μονής των μεταβυζαντινών χρόνων και αντίγραφο αυτό του παλαιού Ναού είναι το σημερινό πού ανεγέρθηκε το 2000. 

Ο μακαριστός ηγούμενος της Μονής
αρχιμαδρίτης Αγαθόνικος Αναγνωστόπουλος
Ο ερχομός στην Μονή του ηγουμένου Αγαθόνικου Αναγνωστοπούλου το 1987 έδωσε νέα πνοή και ζωντάνια στην Μονή που ολοκλήρωσε τα ημιτελή κτίρια.

Ο Αγαθόνικος Αναγνωστόπουλος, αυτή η μεγάλη και τόσο σημαντική μορφή για το Μοναστήρι κοιμήθηκε στις 24 Ιουλίου του 2012 σε ηλικία 82 ετών και ετάφη ως νέος κτήτορας της Μονής πίσω από το Ιερό του Καθολικού. 

Το σημαντικό έργο του αειμνήστου αρχιμανδρίτου Αγαθόνικου  αναπλήρωσε όσα χάθηκαν με την ολοκληρωτική καταστροφή του 1944, τα κτιριακά συγκροτήματα στα οποία απαιτήθηκε μεγάλο κόστος κατασκευής, είναι έτοιμα για χρήση στα χρόνια που έρχονται, όμως πάντα θα χρειάζονται κάποιες μικρές προσθήκες, αναπληρώσεις ή βελτιώσεις και οπωσδήποτε την αναγκαία συντήρηση.

Τον Μάρτιο του 2018 εξελέγη νέος Ηγούμενος της ιεράς Μονής Αντινίτσης ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Αμβρόσιος Αναστασίου και σήμερα η Μονή αριθμεί 4 μοναχούς.

Από την Λαμία ακολουθούμε τον δρόμο προς Δομοκό, στο 18ο χιλιόμετρο ο δρόμος διακλαδίζεται, αριστερά κατευθύνεται προς το χωριό Καλαμάκι και δεξιά προς το Μοναστήρι.

Η Μονή γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου.

Τηλέφωνο Μονής: (+30) 22310 96720