Σάββατο 17 Απριλίου 2021

Ιερά Μονή Αγίου Σπυρίδωνα, Προμύρι Νοτίου Πηλίου.


Βρίσκεται στο Νότιο Πήλιο, σε απόσταση περίπου 60 χιλιομέτρων από τον Βόλο, 4 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Προμυρίου στην θέση "Βοδίν" και προς τον δρόμο που οδηγεί στον Πλατανιά, ένα πανέμορφο τουριστικό θέρετρο.


Το Προμύρι του Νοτίου Πηλίου
πηγή
Σε απόσταση 57 περίπου χιλιομέτρων από τον Βόλο, το Προμύρι, ένα από τα πιο όμορφα χωριά του Πηλίου, δεσπόζει αμφιθεατρικά χτισμένο και πλαισιωμένο από πυκνή βλάστηση, θρύλους και παραδόσεις.

Γραφικά πλακόστρωτα δρομάκια, αυλές γεμάτες από κάθε λογής λουλούδια αλλά και μια όμορφη πλατεία με τον αιωνόβιο πλάτανο να χαρίζει κάτω από το βαθύ ίσκιο των φύλλων του την δροσιά στους καλοκαιρινούς επισκέπτες αλλά και η πρωτόγνωρη ησυχία που επικρατεί, δίνουν την ευκαιρία στον κάθε επισκέπτη να ζήσει στιγμές ηρεμίας και ξεγνασιάς.

Το Προμύρι διαθέτει πολλούς εξοχικούς οικισμούς όπως τους Πλατανιά, Κατηγιώργη, Βρωμονέρι, Μουρτιά, Καστρί, Λύρη, Θεοτόκος που είναι συνδεδεμένη με τον μύθο του Πηλέα και της Θέτιδας κ.α στους οποίους μπορεί κανείς να απολαύσει μπάνιο σε βραχώδεις και παρθένες ακρογιαλιές, ήσυχες οικογενειακές διακοπές και ακόμα δίνετε η δυνατότητα να ανακαλύψει κανείς, με βάρκα, μικρές απάτητες αμμουδιές. 

Ο Πλατανιάς, Πανοραμική άποψη
πηγή

Ο Κατηγιώργης, Πανοραμική άποψη
πηγή



Άποψη του Προμυρίου, στο βάθος η Σκιάθος
πηγή
Αρχικά το Προμύρι χτίστηκε στον αρχαίο παραθαλάσσιο οικισμό, στην παραλία της Θεοτόκου, εγκαταλείφθηκε γύρω στα 1420 – 1450 λόγο των Σαρακηνών, μεταφέρθηκε στην τοποθεσία Λύρη ενώ αργότερα, τον 16ο αιώνα, μεταφέρθηκε στην σημερινή του θέση.

Πολλές είναι οι εκδοχές για την ονομασία του Προμυρίου, επικρατέστερη είναι αυτή του ερευνητή Γ. Χατζηκώστα, πως το όνομα το πήρε από κάποιον Προμίρη ή Μπρομίρη που κυριαρχούσε στην περιοχή.

Σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι Προμυριώτες στον ξεσηκωμό το 1821 όταν με αρχηγούς τους Γιώργη Δάμτσα και Νικόλαο Φιλάρετο προξένησαν αλλά και υπέστησαν μεγάλες καταστροφές αφού το 1823 το χωριό πυρπολήθηκε, ο πληθυσμός του σφαγιάσθηκε και εκδιώχθηκε από τους Τούρκους ενώ το 1854 έπαιξε πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο αφού έγινε η Αγία Λαύρα του Πηλίου, επίσης από αυτό κατάγεται ο Γεώργιος Φιλάρετος, λόγιος, βουλευτής και αρχηγός κόμματος, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως «πατέρας της Δημοκρατίας»

Ο αρχαίος παραθαλάσσιος οικισμός, η παραλία της
Θεοτόκου, στο Ακρωτήρι της Σηπιάδος. Διακρίνεται 
το εκκλησάκι της Θεοτόκου χτισμένο στα 1807.
πηγή
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχε μεγάλη οικονομική άνθηση που πήγαζε από την καλλιέργεια της ελιάς, τα σύκα, τα σταφύλια και την παραγωγή μεταξιού, παρήγαγε πολύ και καλής ποιότητας λάδι και κρασί. 

Αξιοθέατα του χωριού μεταξύ άλλων είναι η εκκλησία των Εισοδίων της Παναγίας, δείγμα χαρακτηριστικής αρχιτεκτονικής, χτισμένη το 1760 καθώς και η «Τρανή Βρύση» χτισμένη το 1796 από Ζουπανιώτες τεχνίτες. 

Στην παραλία της Θεοτόκου που βρίσκεται στο Ακρωτήριο της Σηπιάδος απέναντι ακριβώς από την Σκιάθο, έχουν βρεθεί ίχνη από αρχαίο ναό αφιερωμένο στον Ασκληπιό, ίχνη παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 5ου ή 6ου αιώνα με ψηφιδωτό δάπεδο που στον ίδιο χώρο σήμερα βρίσκεται το εκκλησάκι της Θεοτόκου χτισμένο στα 1807 ενώ υπάρχουν επίσης ίχνη του παλαιού κάστρου και αρχαίων τάφων. 

Άποψη της εισόδου της Μονής
Δεν έχουμε σαφή εικόνα για την ίδρυση της Μονής όμως η
 πνευματική της προσφορά, επιβεβαιώνεται και από την εργασία του Προμυριώτη ιερομόναχου Ματθαίου (Κοντούλη) Βατοπεδινού με τίτλο: Η ΕΝ ΤΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΡΟΜΥΡΙΟΥ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ, στην οποία αναφέρει: «…το οποίον τόσο στενά είναι συνδεδεμένο με την πνευματική ανάπτυξη Προμυρίου, και που τόσα πολλά οφείλει το ως άνω χωρίον εις το προαναφερθέν Μοναστήριον…»,  (δείτε ΕΔΩ).

Μία σωζόμενη ενεπίγραφη πλάκα, εντοιχισμένη στα δεξιά της εισόδου του περιβόλου ορίζει την ανακαίνισή του, το 1834: «ΑΥΤΗ Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΗΤΙΣ ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΩΡΑΝ ΠΡΟΜΥΡΙ ΕΝΕΓΕΡΘΕΙ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΔΙ’ ΙΔΙΩΝ ΤΗΣ ΕΞΟΔΩΝ ΣΠΟΥΔΗ ΔΕ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΜΥΡΙΩΤΩΝ / ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 20-1834».

Η Εφέστιος παλαιά θαυματουργή εικόνα της Αγίου Σπυρίδωνα

Η ενεπίγραφη πλάκα, εντοιχισμένη δεξιά της εισόδου 
του περιβόλου της Μονής, ορίζει ως χρόνο της 
ανακαίνισής της, το 1834.
Κατά τον Ματθαίο Βατοπεδινό η Μονή ιδρύθηκε μεταξύ 1750 - 1800 άποψη που πιστοποιείτε και από μία ενθύμηση σε ευαγγέλιο της Μονής Γρηγορίου Άγιου Όρους που δημοσίευσε στο περιοδικό «Γρηγόριος Παλαμάς» ο ιερομόναχος Γαβριήλ Σταυρονικητιανός το 1924 στην Θεσσαλονίκη: «Εις τους 1775 χρόνους ήλθαν εις την Μονή μας η αφτάδελφοι του Κυρ Συνέσι από το Προμύρι, ήτι ο κατά πνεύμα και σάρκα αδελφός αυτού Παχόμιος Μοναχός από τον Αη Σπυρίδωνα Προμυρίου και ο αδελφός κατά σάρκα αυτών κυρ Νικολάκης Αχιλεύς».

Επίσης, υπάρχει και ένα αφιερωμένο κείμενο του Μητροπολίτου Δημητριάδος Αθανασίου Κασσαβέτη (1794 – 1821), στις 21 Μαίου του 1811, που βρέθηκε το 1954 από τον τότε εφημέριο του Προμυρίου π. Κωνσταντίνο Αναγνωστόπουλο και βρίσκεται σήμερα στον Ιερό Ναό των Εισοδίων της Παναγίας, στο Προμύρι.

Άποψη της Μονής
Από το κείμενο αυτό πληροφορούμαστε πως κτήτορας της μονής ήταν ο
«Χατζής Ιωάννης του ποτέ Αλεξάνδρου Αλλιόρι», που ανακαίνισε όπως υπογραμμίζει, την «παλαιά εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος».

Ο Χατζή Ιωάννης με τη γυναίκα του Συνοβασία του ποτέ Κωνσταντάκη από τον Λαύκο και ο Ευστάθιος του Σταμάτη με τη γυναίκα του τη Μυγδαλιά του Κώστα και τον παπά – Νικόλαο, Χρυσοχού αλλά και τον Ιωάννη από τον Λαύκο αφιερώθηκαν στο μοναστήρι με όλα τους τα υπάρχοντα, για να ζήσουν και να πεθάνουν μέσα σε αυτό, μάλιστα αφήνουν και στο τέλος και την κατάρα τους σε όποιον τολμήσει «να ζημιώσει και να φθείρει το μοναστήρι είτε μικρός είτε μεγάλος…», και συμπληρώνουν: «να έχουν την κατάρα των Αγίων τριακοσίων δέκα και οχτώ πατέρων της έν Νικαία συνόδου…»

Λιθανάγλυφο εντοιχισμένο στην Μονή
Στις 8 Μαΐου του 1823 το μοναστήρι ακολούθησε τη μαύρη μοίρα του Προμυρίου που πυρπολήθηκε από τους Τούρκους του Αλιόπασα, που όταν μπήκαν στο χωριό, 
  έσφαξαν 1000 άτομα, αιχμαλώτισαν γύρω στα 250 και έκαψαν σχεδόν όλα τα σπίτια του χωριού εξαιτίας της δράσης του προμυριώτη οπλαρχηγού Γιώργη Ζορμπά

Την πυρπόληση του Προμυρίου περιέγραψε γλαφυρά το 1895, στο περιοδικό ΠΟΙΚΙΛΗ ΣΤΟΑ (link ΕΔΩ) ο προμυριώτης βουλευτής του Βόλου, Γεώργιος Νικόλαος Φιλάρετος. 

Η πυρπόληση του μοναστηριού δίνει περιθώρια υποψίας, ότι κάποιον εποικοδομητικό ρόλο θα έπαιζε στην επανάσταση, γιατί να το παραδώσουν στην φωτιά μια και κανένα άλλο μοναστήρι του Πηλίου δεν είδε τέτοια τύχη τον καιρό του αγώνα;

Το περιοδικό ΠΟΙΚΙΛΗ ΣΤΟΑ στο οποίο το 1896 ο 
Προμυριώτης βουλευτής Νικόλαος Φιλάρετος, 
περιέγραψε τη πυρπόληση του Προμυρίου.

Μαζί με το χτίσμα χάθηκαν και τα κειμήλια του, έτσι σήμερα δεν υπάρχει κανένα βιβλίο, έγραφο ή άλλα κειμήλια. 

Μόνο στοιχείο της παλιάς Μονής είναι ένα τμήμα του τείχους στην ανατολική πλευρά του περιβόλου που το σημειώνει και ο Ματθαίος Βατοπεδινός στο βιβλίο του, αναφέροντας την χωρίς τεκμηρίωση άποψη, ότι η μονή ιδρύθηκε από Κολλυβάδες.

Αναφέρει ο Ματθαίος Βατοπεδινός: «Μετά την τέλεια απογύμνωση επακολούθησε το πυρ της καταστροφής και του ολέθρου, που δεν άφησε τίποτα όρθιο, παρά μόνο ο πίσω τείχος του ναού, τον αδιάψευστο μέχρι ημών αυτόν μάρτυρα…»

Μνημείο όμως με τέτοια ακτινοβολία, δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί, έτσι όταν τελείωσε η Ελληνική επανάσταση και όσοι Προμυριώτες γλίτωσαν από το χαλασμό, αποφάσισαν να το ξαναχτίσουν από τα θεμέλια, δεν πήραν βοήθεια από κανέναν, μόνοι τους βάλθηκαν στο έργο της αναστήλωσης, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, όλοι οι κάτοικοι, όπως αναγράφεται στη μοναδική ενεπίγραφη πλάκα.

Το Φλεβάρη του 1834 το μοναστήρι ήταν έτοιμο με την μορφή που σώζεται έως σήμερα: στη μέση το καθολικό, γύρω ο μοναστηριακός τοίχος ψηλά, χαγιάτια με ξύλινα λιακώτικα κάγκελα, πίσω τα κελιά, κάτω τα υπόγεια – αποθήκες και στάβλοι, όλα στον γνωστό αρχιτεκτονικό τύπο των πηλιορείτικων μοναστηριών.

Ο Ξηροποταμινός αρχιμανδρίτης Ευγένιος του Δάγκου 
κατά κόσμον Ευστάθιος Σουρούβιλος.
.
Την αναστήλωση της Μονής ακολούθησε η επάνδρωσή του, αναφέρεται ως ηγούμενος ο καλύβας του Άγιου Όρους Διονύσιος, που όταν επέστρεψε αργότερα στο αγιορείτικο μοναστήρι του, πήρε μαζί του δύο νέους του χωριού που θέλησαν να καλογερέψουν.
 
Τον Ευστάθιο Σουρούβιλο, που με τον καλογερίστικο επώνυμο «Ευγένιος» κατόρθωσε να γίνει αργότερα σύμβουλος και τοποτηρητής του πατριαρχείου Αλεξάνδρειας και το Νικόλαο Κουντούλη, που με το εκκλησιαστικό ψευδώνυμο Ναθαναήλ έφτασε ως το αξίωμα του «μεγάλου αρχιμανδρίτη» και ηγούμενου του μοναστηριού Δάγκου στη Μολδοβλαχία.

Το μοναστήρι ήτανε πολύ φιλόξενο και ανοιχτό, όμως αυτό το πλήρωσαν με το αίμα τους οι μοναχοί όταν κάποια νύχτα του χειμώνα, ήτανε Χριστούγεννα μας λέει η παράδοση, ζύγωσαν ληστές και χτύπησαν την καστρόπορτα: «Ανοίξτε μας, φώναζαν στους καλόγερους, είμαστε ξένοι και χάσαμε το δρόμο μες στο σκοτάδι»

Οι μοναχοί άνοιξαν και μπήκαν μέσα οι ληστές που ήταν καλομίλητοι και με μια υποκριτική ευγένεια, κέντρισαν την συμπάθεια τους, έτσι τους έδωσαν φαΐ, τους περιποιήθηκαν και τους ετοίμασαν κελιά να αναπαυτούν. 
 
Ο Μέγας αρχιμανδρίτης Ναθαναήλ Θετταλομάγνης,  
κατά κόσμον Νικόλαος Κοντούλης ή Ντουράς.
Το βράδυ οι κλέφτες σηκώθηκαν, πήγαν στο κελί του ηγούμενου τον ξύπνησαν και του ζητούσαν χρήματα, αυτός αρνήθηκε και τον υπόβαλαν σε βασανιστήρια, έσυραν ως εκεί και τους άλλους μοναχούς και τους χτυπούσαν να τους παραδώσουν χρήματα ενώ στο τέλος τους έσφαξαν όλους, άρπαξαν τα πολύτιμα αντικείμενα που βρήκαν και χάθηκαν στο σκοτάδι. 

Τα αίματα των μοναχών, πάντα κατά την παράδοση, σώζονταν ως τις αρχές του αιώνα μας στους τοίχους του κελιού. 

Τελευταίος σημαντικός σταθμός της Μονής ήταν το 1880 - 1890, εποχή που σφραγίζεται από την προσωπικότητα του παπά – Γιάννη Οικονόμου ή Οικονομίδη - Κατρώνη που μάζευε τα αγόρια του οικισμού «Βοδίν» και των άλλων γειτονικών καλυβιών, τα βράδια, και τα μάθαινε γράμματα.

Στη δεκαετία του 1980 στην μονή εγκαταστάθηκαν μοναχές για να μετατραπεί σε γυναικείο το άλλοτε αντρικό και να αρχίσει η τακτική των ανακαινίσεων, αργότερα όμως εγκαταλείφθηκε και πάλι.

Σημαντικό έργο αποτελεί, τον Νοέμβριο του 2020, η εξαγγελία από τον Δήμο Νοτίου Πηλίου, της ασφαλτόστρωσης της οδού από το επαρχιακό δίκτυο έως την Ιερά Μονή του Αγίου Σπυρίδωνα με την συνδρομή του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (ΓΕΑ), έργο που θα συμβάλει στην αποκατάσταση της πρόσβασης προς την Ιερά Μονή καθώς όμως και θα βελτιώσει σημαντικά και την πρόσβαση σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις των δημοτών της περιοχής.

Το σημαντικό αυτό έργο, ασφαλτόστρωσης του δρόμου έως την Μονή περατώθηκε στίς αρχές του καλοκαιριού του 2023 και πλέον μπορούν να επισκεφθούν την μονή μεγάλα πούλμαν.

Η Μονή είναι σήμερα χαρακτηρισμένη ως μνημείο από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.


Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

ΟΙ ΤΙΜΙΕΣ ΚΑΡΕΣ ΤΩΝ ΚΤΗΤΟΡΩΝ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ, ΑΔΕΛΦΩΝ, ΑΓΙΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΚΑΙ ΘΕΟΔΩΡΟΥ.

πηγή

Φυλάσσονται στην Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

 

Άγιοι Συμεών και Θεόδωρος, κτήτορες μονής Μεγάλου Σπηλαίου
Ανθίβολο, τέλος του 18ου αιώνα
Συλλογή Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, Αθήνα.

Οι πληροφορίες που έχουμε για τους αδελφούς Αγίους Συμεών και Θεόδωρο είναι πολύ συγκεχυμένες. 

Από την μία η παράδοση που συνδέεται και με την Εύρεση της εικόνας της Παναγίας Μεγαλοσπηλιώτισσας και από την άλλη ορισμένες διάφορες δημοσιευμένες επιστημονικές μελέτες έγκριτων επιστημόνων, ας τα δούμε όμως και τα δύο. 

Σύμφωνα με την παράδοση τα δύο αδέλφια γεννήθηκαν στις αρχές του 4ου αιώνα στην Θεσσαλονίκη από επιφανείς γονείς και έλαβαν σπουδαία μόρφωση.

Όμως η Θεολογία και ο Ασκητισμός τους κέρδισε, και αφού ασκήθηκαν στα όρη Όλυμπος, Όσσα και Πήλιο, πήγαν στο Άγιο Όρος και από εκεί στους Αγίους Τόπους και το Σινά ενώ στα Ιεροσόλυμα έγιναν ιερείς από τον Επίσκοπο Μάξιμο

Στα Ιεροσόλυμα, είδαν ο καθένας ξεχωριστά μια οπτασία στην οποία η Θεοτόκος συνοδευόμενη από τους Αποστόλους Λουκά, Παύλο και Ανδρέα τους δίνει εντολή να μεταβούν στην Αχαΐα για να βρουν την Ιερή Εικόνα της και μετά από αλλεπάλληλες περιπλανήσεις και αποκαλυπτικά όνειρα, συνάντησαν εκεί, το 362 την κόρη Ευφροσύνη, βοσκοπούλα από το χωριό Γαλατά (Ζαχλωρού). 

Άγιοι Συμεών και Θεόδωρος, κτήτορες μονής Μεγάλου Σπηλαίου
Χαρακτικό από το Κτιτορικό της μονής, Αθήνα 1840
Η Ευφροσύνη τους προσκύνησε με σεβασμό, ανέφερε τα ονόματα τους και τους οδήγησε στο σπήλαιο που βρισκόταν η Ιερά Εικόνα, που είχε ανακαλύψει η ίδια, με την οδηγία ενός τράγου, που πήγαινε στο σπήλαιο για νερό και έβγαινε με βρεγμένο το γένειον του
, πηγή που σήμερα είναι γνωστή ως αγίασμα: «η Πηγή της Κόρης».

Η Εικόνα, σύμφωνα με την παράδοση, βρισκόταν δίπλα στην πηγή και φυλασσόταν από ένα φοβερό δράκο ο οποίος σκοτώθηκε από κεραυνό όταν επιτέθηκε στους δύο μοναχούς που προσπαθούσαν με φωτιά, να καθαρίσουν τον χώρο από την πυκνή βλάστηση.

Κατόπιν, οι δύο μοναχοί έφτιαξαν έναν μικρό ναό και μερικά κελιά με την βοήθεια των πιστών, που συνέρρεαν να προσκυνήσουν την εικόνα, πολλοί μάλιστα από αυτούς παρέμεναν για άσκηση και έτσι η Μονή έγινε μία από τις πλέον «πολυμονάχους Μονάς»  γνωρίζοντας μεγάλη ακμή και αίγλη. 

Οι Άγιοι Συμεών και Θεόδωρος κοιμήθηκαν εν ειρήνη, πρώτα ο Συμεών και μετά ο Θεόδωρος και λίγο αργότερα σε ηλικία 56 ετών κοιμήθηκε η Ευφροσύνη, ενώ οι τάφοι τους βρίσκονται σήμερα στο δεξιό μέρος του Καθολικού της μονής.

Η Θαυματουργή εικόνα,
της Παναγίας Μεγαλοσπηλιώτισσας.
Όσον αφορά τις διάφορες μελέτες της εικόνας της Παναγίας, πρώτος ασχολήθηκε ο
Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, την οποία εξέτασε από φιλολογική και θεολογική άποψη ενώ προσπάθησε να αποδείξει με ιστορικές μαρτυρίες ότι φιλοτεχνήθηκε από τον 
Ευαγγελιστή Λουκά.

Την γνησιότητα της εικόνας, ως έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, την στηρίζει στο Κτητορικό της Μονής που ο ίδιος συνέγραψε, σε μαρτυρίες κυρίως εκκλησιαστικών συγγραφέων, όπως είναι ο Συμεών ο Μεταφραστής, ο Θεοφάνης Ταυρομανίας, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Ραμεώτης, ο Νικηφόρος Κάλλιστος κ.α. 

Κατόπιν την εικόνα εξέτασε ο καθηγητής Γεώργιος Σωτηρίου ο οποίος κατέληξε όμως στο συμπέρασμα ότι η εικόνα είναι βυζαντινό έργο και όχι παλαιότερο του 10ου αιώνα, άρα σύμφωνα με την χρονολογία αυτή δεν μπορεί η Εικόνα να συνδεθεί με τους Αγίους αδελφούς.

Ο σπουδαίος Ανδρέας Ξυγγόπουλος, που εξέτασε και μελέτησε την εικόνα (όλη την μελέτη του μπορείτε να την διαβάστε ΕΔΩ), αναφέρει τα εξής: «Είναι ήδη γνωστόν ότι παλαιοτέρα γραπτή μνεία περί τής Μονής δεν ανέρχεται πέραν του τέλους του 13ου αίώνος. Έκ του χρυσοβούλλου του Ίωάννου Καντακουζηνοΰ (1341 - 1359) εξάγεται ότι ο πάππος αύτου Ανδρόνικος Β' (1282 - 1328) επροίκισε διά κτημάτων την Μονήν. Τό χρυσόβουλλον τούτο του Ίωάννου Καντακουζηνού αποτελεί καί την παλαιοτέραν γραπτήν μνείαν περί τής εικόνος, διότι ως ήδη παρετηρήθη, πλήν ενός λόγου συγγραφέως άδηλου εποχής καί εντελώς άλλοθεν άγνώστου, ευρισκομένου εις απολεσθέν έκτοτε χειρόγραφον τής Μονής Ομπλούς, μνημονευόμενον υπό του Κ. Οικονόμου, καί του οποίου χρονολογία δεν είναι ασφαλώς γνωστή, ουδεμία άλλη Βυζαντινή πηγή ομιλεί περί τής είκόνος του Μ. Σπηλαίου, ενώ πολλοί είναι οί συγγραφείς οί άναφέροντες τάς άλλας εις τον Ευαγγελιστήν Λουκάν άποδιδομένας εικόνας. 

Νομίζω ότι πάσαι αί υπάρχουσαι ενδείξεις οδηγούσιν ημάς είς τό συμπέρασμα ότι οί δυο μοναχοί Συμεών καί Θεόδωρος ήλθον πιθανώτατα έξ Ιεροσολύμων είς Αχαΐαν κομίζοντες τήν παλαιάν ήδη εικόνα κατά τους χρόνους του ’Ανδρονίκου Β' (1282 - 1328) καί ότι τή χορηγία ίσως αυτού ίδρύθη η πρώτην Μονή του Μ. Σπηλαίου είς τήν θέσιν παλαιού πιθανώς καί εγκαταλελειμμένου ασκητηρίου. Θά έπρεπεν ίσως προς συμπλήρωσιν τής παρούσης μελέτης νά εξετάσωμεν καί τήν περίφημον παράδοσιν, καθ’ήν είκών έζωγραφήθη υπό του Ευαγγελιστού Λουκά. Νομίζομεν όμως ότι αί μέχρι τούδε γενόμεναι απόπειραι επιλύσεως του προβλήματος τούτου δεν δύνανται νά θεωρηθώσιν ως λύουσαι αυτό κατά τρόπον ικανοποιητικόν. Κατά τήν ήμετέραν γνώμην τό πρόβλημα τούτο θά εξακολουθήση επί μακρόν ακόμη, εναμένη τήν οριστικήν αυτού λύσιν, δεδομένου ότι μεταξύ τών γενικώς είς τον Λουκάν αποδιδομένων εικόνων τής Θεοτόκου, τής Οδηγητρίας δηλαδή, τής έν τή Μονή του Κύκκου, τής έν τή Μονή Σουμελά καί τής έν τή Μονή του Μ. Σπηλαίου, πλήν του γενικούτύπου τής Παναγίας βρεφοκρατούσης, ούδέν κοινόν χαρακτηριστικόν υπάρχει». 

Κατά τους βιογράφους τους παρουσιάζονται ως οι πρώτοι επώνυμοι ασκητές του Αγίου Όρους, διοργανωτές του μοναχισμού, υπερασπιστές των αγίων εικόνων, κτήτορες ναών, ιεραπόστολοι και θαυματουργοί όσιοι.

Η μνήμη τους τιμάται στις 18 Οκτωβρίου.



Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΒΒΑΚΟΥΜ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ ΕΚ ΚΑΛΑΜΙΘΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ.

Φυλάσσεται μαζί με τα υπόλοιπα λείψανά του στο ομώνυμο, ανδρικό, Ιερό Μητροπολιτικό Ησυχαστήριο του Οσίου Αββακούμ και Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου, στο Φτερικούδι της Κύπρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Φορητή εικόνα του Οσίου Αββακούμ, του 1872
πηγή
Ο Όσιος Αββακούμ είναι πολύ πιθανόν να ήταν ένας τοπικός Άγιος της Πιτσιλιάς, αλλά σύμφωνα με το συναξάρι του, ήταν ένας από τους 300
«Αλαμανούς» αγίους, που πήγαν στην Κύπρο από την Παλαιστίνη και τη Συρία, μετά των διωγμών των Αράβων όταν κυρίευσαν εκείνα τα μέρη και ασκήτεψαν σε διάφορα μέρη του νησιού.

Ο Αββακούμ που φαίνεται να ήταν μοναχός ή ασκητής στην έρημο του Ιορδάνη, έψαχνε για να βρει καταφύγιο στα βουνά και στα όρη της Κύπρου και αφού γύρισε τα όρη της περιοχής Σολέας, κατέληξε τελικά στο όρος της Καλαμιθείας, κοντά στα χωριά Καλαμιθάσα (που σήμερα δεν υπάρχει) και Φτερικούδι.

Εκεί κατοίκησε σε μια σπηλιά που βρήκε και επιδόθηκε σε πνευματικούς αγώνες, νηστεία, ταπείνωση, ακτημοσύνη, γυμνότητα, υπομένοντας το κρύο του χειμώνα. 

Τον περισσότερο χρόνο του τον περνούσε προσευχόμενος και αξιώθηκε να έχει το χάρισμα της θαυματουργίας όχι μόνο στις σωματικές ασθένειες αλλά και τις ψυχικές, πολλοί κωφοί που είχαν προστρέξει στον Όσιο βρήκαν την θεραπεία των αυτιών τους και της κώφωσης τους.

Όταν όμως οι κάτοικοι του χωριού Καλαμιθάσα θα έκτιζαν νέο Ιερό ναό προς τιμή του προφήτου Αβακούμ, ο Όσιος κατέβηκε από το ασκητήριό του για να βοηθήσει κι εκείνος και από τότε μετά την αποπεράτωσή του έμενε πιά κοντά στο ναό σε σπήλαιο και όταν κοιμήθηκε εν ειρήνη σε βαθιά γηρατειά τάφηκε σε αυτόν. 
 

Το προσκυνητάρι με τα λείψανα
του Οσίου Αββακούμ
Κατά την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους το 1575, όπως και άλλα χωριά έτσι και η Καλαμιθάσα καταστράφηκε, μαζί και ο ναός των Προ­φήτου και Οσίου Αββακούμ, διασώθηκε όμως από κάποιο κάτοικο η μεγάλη εικόνα του Προφήτου, που μεταφέρθηκε αργότερα στον ναό του χωριού Φτερικουδίου, του Αγίου Νικολάου.

Στα 1924, ο Ιωάννης Συκουτρής βρήκε στο Φτερικούδι ανέκδοτη ακολουθία του, σε μερικά τροπάρια της οποίας ο Αββακούμ επαινείται ως των Κυπρίων το αγλάισμα, Καλαμιθάσης το καύχημα, θεραπευτής των νοσούντων και κωφευόντων, της Σολέας λύχνος διαυγέστατος, των Κυπρίων το κλέος κτλ. Η θεραπεία της κουφαμάρας συνδέει τον όσιο Αββακούμ με τον Άην Άκουφον (=Ιάκωβον) γιατρό των αυτιών, του οποίου η ωτοθεραπευτική ιδιότητα προφανώς προήλθε από παρετυμολογία του ονόματός του, ενώ του οσίου Αββακούμ από άλλη αιτία.

Συναξάρι δεν βρίσκεται στη χειρόγραφη ακολουθία, όπου απλώς σημειώνεται: Τη αυτή ημέρα του Οσίου πατρός ημών Αββακούμ, του έν τω όρει της Καλαμιθάσης καί Πτερικουδίου ασκήσαντος.., περιοχές που υπάγονταν στην επισκοπή Σολέας.

Το ότι τάφηκε στον Ναό που έχτισαν προς τιμήν του οι κάτοικοι της περιοχής, το πληροφορούμαστε και από την ίδια σημείωση στην ακολουθία, που αντιγράφτηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1856 από τον τοπικό βιβλιογράφο Χριστόδουλο, ιερέα από την Μαλούντα. 

Ο τάφος του Οσίου Αββακούμ
πηγή
Όσον αφορά την εύρεση του τάφου και των λειψάνων του Οσίου Αββακούμ παραθέτουμε απόσπασμα του Πρωτοπρεσβύτερου Χαράλαμπου Κούρρη από το περιοδικό «Προς το Φώς», πού εξέ­διδε η Ιερά Μητρόπολη Μόρφου παλαιότερα (τ. 174, Δεκ. 1991).
«Γιά τό πώς βρέθηκε ο τάφος και τα Ιερά λείψανα, παραθέτουμε τήν μαρτυρία της εξ αγχιστείας συγγενούς μας κυρίας Παναγιώτας Νικολά­ου - Περικλή Ευτυχίου εκ Φτερικουδίου, καθώς καί του αιδεσιμότατου καί πρωτεργάτη στο χτίσιμο της νέας εκκλησίας π. Ανδρέα Πουμπουρή, εφημέριου του Φτερικουδιού:

"Όπως μου αφηγήθηκε κ κα Νικολάου, όταν άρχισε να χτίζεται ό νέος ναός, θα έχυναν το σκυρόδεμα πάνω στον τάφο του Αγίου, πού τους ήταν άγνωστος. Αυτή επί μέρες έβλεπε ένα εφιαλτικό όνειρο: "Ότι δηλαδή την φυλάκιζαν σε ένα στενό διάδρομο από μπετόν και μόνο ένα πολύ μικρό παραθυράκι υπήρχε, πού εξέπεμπε φώς. Αυτό ήταν κατ αυτήν φανερό, ότι αν συνεχίζονταν οι εργασίες του γεμίσματος των θε­μελίων θα φυλάκιζαν τον τάφο του Αγίου. 

Με την επιμονή της έπει­σε τον Ιερέα και την Επιτροπή ανέγερσης του ναού να σκάψουν πιο κάτω, πράγματι για μερικές μέρες έσκαψαν και στις 19 Ιουνίου του 1989, όταν το μεσημέρι κάθισαν νά ξεκουραστούν οι εργάτες, ο π. Ανδρέας (όπως ό ίδιος αφηγείται) πρόσεξε εκεί πού έσκαβαν να κινείται το χώμα, σαν κάτι το ζωντανό να υπήρχε. Με συγκίνηση τότε πήγαν εκεί. Μετα­κίνησαν το χώμα με προσοχή και, «ώ του θαύματος», κάτω από αυτό, σε λαξευτό σε «καγιά» τάφο, βρισκόταν το λείψανο του Αγίου στη βάση του βόρειου τοίχου της παλιάς εκκλησίας.

Με συγκίνηση τότε μετακίνησαν τα λείψανα, τα οποία θαυματουργι­κά δε διαλύθηκαν από τα πολλά χρόνια, και τα εναπέθεσαν για προ­στασία σε ειδικό κιβώτιο, φυλάσσοντάς τα στον κεντρικό ναό του Φτερικουδιού..

Τα λείψανα του Οσίου Αββακούμ του Ασκητή
Κατά τον Συκουτρή, δεν σώζονται σήμερα ίχνη της εκκλησίας, όπως δεν σώζεται και εικόνα του οσίου, στην εκκλησία, όμως, του Αγίου Νικολάου στο Φτερικούδι, ο ίδιος ερευνητής βρήκε εικόνα του προφήτη Αββακούμ, ενώ ο Αθ. Παπαγεωργίου (Ξυλόστ. Ναοί σσ. 20 - 21 αρ. 126) επισημαίνει στο ίδιο χωριό μονόκλιτο ναό του αγίου Αββακούμ, του 18ου αιώνα, χωρίς τοιχογραφίες.

Ο σημερινός ναός, ο οποίος κτίστηκε το 1989 από τον οικονόμο Ανδρέα Πουμπουρή και με δωρεές των κατοίκων της περιοχής, βρίσκεται στα κατάλοιπα μιας παλαιότερης εκκλησίας που καταστράφηκε το 1575 από τους Τούρκους και που στο υπόγειο του, υπάρχει το ασκητήριο και ο τάφος στον οποίο βρέθηκε το λείψανο του Αγίου.

Η εκκλησία του Οσίου Αββακούμ
στο Φτερικούδι της Κύπρου

Στο προαύλιο της εκκλησίας έχουν έρθει στο φως, με πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές, σημαντικά ευρήματα από τη 2η χιλιετία π.Χ. (εποχή του Χαλκού), όπως στήλες από γαβρόλιθο της περιοχής, καθώς και ένας υπερμεγέθης λίθος σε σχήμα κώνου και που όλα αυτά έχουν δεχθεί επεξεργασία από ανθρώπινο χέρι. 

Δίπλα στη νότια πλευρά της παλιάς εκκλησίας του Οσίου υπάρχουν, όπως λέγουν οι κάτοικοι του χωριού Φτερικούδι, μερικά από τα ερείπια του ασκητηρίου που έκτισε όταν ζούσε ο ‘Οσιος, όταν έφυγε από τη σπηλιά που ασκήτευε ψηλότερα, ίσως λόγω του κρύου.

Η όλη προσωπικότητα και η ζωή του οσίου Αββακούμ, που προφανώς ταυτίζεται προς τον άγιο Αββακούμ του μονόκλιτου ναού, θυμίζουν τον τρόπο ζωής και άσκησης των περίφημων «Αλαμάνων» αγίων της Κύπρου. 

Η υπόθεση αυτή θεωρείται πιθανή, αν και ο όσιος Αββακούμ δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους των «Αλαμάνων», ούτε και στον αρτιότερο από αυτούς, εκείνο που κατάρτισε ο Λεόντιος Μαχαιράς. 

Η μόνη άλλη μνεία του στην Κύπρο, είναι στην εκκλησία του αγίου Αββακούμ, 3 χιλιόμετρα περίπου νοτιοανατολικά του Μηλικουριού και 2 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού Τρεις Ελιές και ίσως πρέπει να ταυτιστεί με τον άην Μπακόν, στην Καρπασία.

Η μνήμη του Οσίου Αββακούμ του Θαυματουργού εορτάζεται στις 2 Δεκεμβρίου μαζί με τον Προφήτη Αββακούμ της Παλαιάς Διαθήκης.



Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ.


 Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνας, στην Φθιώτιδα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

 

    

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης 
Κωνσταντινουπόλεως.
Τοιχογραφία τού 1316 στον Ναό του Αγίου Νικήτα 
στο Chucher - Sandevo των Σκοπίων από τους 
Θεσσαλονικιούς Αγιογράφους Μιχαήλ και Ευτυχή Αστραπά.
Πληροφορίες για τον βίο και το έργο του Αγίου Νικηφόρου, αντλούμε από τον
Βίο του που συνέγραψε ο μοναχός Ιγνάτιος, από τη χρονογραφία του Θεοφάνη και εμμέσως από το συγγραφικό έργο του ιδίου. 

Οι πληροφορίες που έχουμε για την προσωπική ζωή και κυρίως για τη νεαρή ηλικία του Αγίου Νικηφόρου δυστυχώς ακόμη και σήμερα, μας είναι ελλιπείς. 

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 758 από επιφανή και εικονόφιλη οικογένεια, τον Θεόδωρο και την Ευδοκία, ο πατέρας του κατείχε το αξίωμα του αυτοκρατορικού γραμματέα (ασηκρήτις), όμως εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄ στην Πημόλισσα του Πόντου, πιθανότατα κατά το 760, τον ανακάλεσε εκ νέου στο παλάτι αλλά εξορίστηκε και για δεύτερη φορά, στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου και απεβίωσε το 767. 

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως.
Βυζαντινό Μηνολόγιο Ιουνίου, του 14ου αιώνα, βρίσκεται
στην Bodleian βιβλιοθήκη στην Οξφόρδη, Αγγλία.
Ο Νικηφόρος όταν ανέλαβε και αυτός το αξίωμα του Ασηκρήτη, πιθανόν επί
Λέοντα Δ΄, η μητέρα του Ευδοκία αποσύρθηκε σε μοναστήρι και απεβίωσε, την περίοδο που ο Νικηφόρος ήταν Πατριάρχης. 

Ο Νικηφόρος δεν ήταν το μοναδικό παιδί του Θεόδωρου και της Ευδοκίας, σύμφωνα με μια επιστολή του Άγιου Θεόδωρου του Στουδίτη (πρόκειται για τη μοναδική πηγή που διασώζει κάποιες ελάχιστες πληροφορίες για το θέμα), ο Νικηφόρος είχε κάποια αδέλφια, τα οποία φαίνεται ότι απεβίωσαν κι εκείνα κατά την περίοδο της πατριαρχίας του.

Όσον αφορά στην παιδική του ηλικία, είναι άγνωστο εάν και κατά πόσο ακολούθησε ο μόλις λίγων ετών Νικηφόρος τους γονείς του στην εξορία ή εάν φιλοξενήθηκε σε οικείο περιβάλλον στην πρωτεύουσα ενώ ως προς την εκπαίδευση, δεν διευκρινίζεται πότε ξεκίνησε τις σπουδές του ή σε ποιο βαθμό τις έφτασε. 

Είναι βέβαιο πως λόγω της κοινωνικής του θέσης ολοκλήρωσε την εγκύκλιο παιδεία ενώ από το εγκώμιο του βιογράφου Ιγνατίου, συμπεραίνουμε ότι μελέτησε αστρονομία, γεωμετρία, μουσική, αριθμητική καθώς επίσης και φιλοσοφία, επομένως, έλαβε την κοσμική παιδεία όπως άρμοζε, ωστόσο τα θεολογικά του συγγράμματα μαρτυρούν αναμφίβολα πως είχε βαθύτατες θεολογικές γνώσεις και πως μελέτησε τη θεολογία πιθανώς καθοδηγούμενος από τον πατριάρχη Ταράσιο. 

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως.
Τοιχογραφία του 1350 στον Ναό του Χριστού 
Παντοκράτορα της Μονής Βισόκι Ντέτσανι, Σερβία.
Το 784, επί αυτοκράτορος
Κωνσταντίνου του ΣΤ΄, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εκλέχθηκε ο Ταράσιος που το 787 συγκάλεσε την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποτέλεσμα των εργασιών της οποίας ήταν η αναστήλωση των εικόνων και εκεί γίνεται η πρώτη ιστορική αναφορά στο πρόσωπο του Νικηφόρου ως αυτοκρατορικού γραμματέα. 

Σύμφωνα με τον βιογράφο του Ιγνάτιο, φαίνεται πως είχε ενεργό ρόλο καθώς, εγχειρισθεὶς βασιλικὸν επιφώνημα, διατύπωσε με πύρινη γλώσσα την θέση του για τις εικόνες, όμως στα πρακτικά της Συνόδου ο Νικηφόρος φέρεται ότι απλώς ανέγνωσε δημόσια την επιστολή του πάπα Αδριανού μεταφρασμένη στα ελληνικά. 

Το 797, επί αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας, ο Νικηφόρος, ύστερα από θητεία είκοσι περίπου χρόνων, αποσύρθηκε από την αυτοκρατορική γραμματεία με την προοπτική να απομακρυνθεί από τα κοινά, επειδή τα εγκόσμια δεν του επέτρεπαν να καλλιεργήσει και να βιώσει τη πνευματική ζωή που ποθούσε και κατέφυγε σε μια ερημική τοποθεσία κοντά στην Προποντίδα του Βοσπόρου. 

Σύγχρονη εικόνα του Αγίου Νικηφόρου, Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως του Ομολογητή
πηγή
Εκεί παρέμεινε έως ότου διορίστηκε διευθυντής στο μεγαλύτερο δημόσιο πτωχοκομείο της Πόλης και εν συνεχεία στο Μέγα Ορφανοτροφείο της Κωνσταντινούπολης ενώ τον Φεβρουάριο του 806 απεβίωσε ο πατριάρχης Ταράσιος, αφήνοντας κενό τον πατριαρχικό θρόνο. 

Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ απευθύνθηκε ως είθισται, στον εκκλησιαστικό κλήρο για την υπόδειξη υποψηφίου κατά πλειοψηφία για τον πατριαρχικό θρόνο, κάτι που δεν ευόδωσε, αφού δεν υπήρξε σύμπνοια μεταξύ του κοσμικού κλήρου και των μοναχών, έτσι ο αυτοκράτορας υπέδειξε τον λαϊκό Νικηφόρο, του οποίου η εκλογή κυρώθηκε με τυπική ψηφοφορία από λαϊκούς και κληρικούς. 

Οι μόνοι που αντιτάχθηκαν στην απόφαση του αυτοκράτορα ήταν οι Θεόδωρος και Πλάτων Στουδίτης, οι οποίοι μάλιστα φυλακίστηκαν για εικοσιτέσσερις ημέρες, έως ότου ολοκληρωθεί η ενθρόνιση του νέου πατριάρχη. 

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πέρασε όλα τα στάδια της ιεροσύνης, εκάρη μοναχός στις 5 Απριλίου στο μοναστήρι των αγίων Σέργιου και Βάκχου, στις 9 Απριλίου χειροτονήθηκε σε διάκονο και στις 10 Απριλίου σε πρεσβύτερο, ενώ η ενθρόνιση πραγματοποιήθηκε την Κυριακή του Πάσχα στις 12 Απριλίου του 806 στην Αγία Σοφία από τους μητροπολίτες Νικόλαο Καισαρείας, Λέοντα Ηρακλείας Θράκης και Θωμά Θεσσαλονίκης. 

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως.
Τοιχογραφία του 1318 στο Καθολικό της Μονής  
Γκρατσάνιτσα στο Κόσοβο της Σερβίας.
Το διάστημα στο οποίο ο Νικηφόρος ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα, έδειξε να συμβιβάζεται με την εχθρική στάση που κρατούσε το παλάτι απέναντι στη Ρώμη, καθώς και με τα σκληρά μέτρα που λάμβανε κατά των Στουδιτών, ουδέποτε ήρθε σε αντιπαράθεση με τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄, μάλιστα αποδέχθηκε την επαναφορά του αφορισμένου ιερέα Ιωσήφ. 

Επί Ταρασίου, ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ είχε κλείσει την πρώτη του γυναίκα σε μοναστήρι, για να παντρευτεί την Θεοδότη, το μυστήριο είχε τελέσει ο ιερέας των ανακτόρων Ιωσήφ και η αυτοκράτειρα Ειρήνη πίεσε τον πατριάρχη, ο οποίος δεχόταν επίθεση και από τους Στουδίτες, να αφορίσει τον Ιωσήφ, όπως και έγινε. 

Με την ενθρόνιση του Νικηφόρου, ο αυτοκράτορας μπορούσε να άρει τον αφορισμό ανταμείβοντάς τον για τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει κατά την στάση του Βαρδάνη του Τούρκου το 803 όμως συνέπεια αυτής της απόφασης ήταν οι τεταμένες σχέσεις του αυτοκράτορα και του πατριαρχείου με τον μοναστικό κλήρο, που οδήγησαν στην διάλυση της μονής του Στουδίου. 

Όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ σκοτώθηκε στην μάχη κατά των Βουλγάρων, στην Πλίσκα, στις 26 Ιουλίου του 811, ο πατριάρχης Νικηφόρος υποστήριξε την ανάρρηση στον αυτοκρατορικό θρόνο του γαμπρού του Νικηφόρου Α΄, Μιχαήλ Α΄, ο οποίος βασίλεψε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα (811 - 813), και εγκατέλειψε την εξουσία μετά από μία νέα νίκη των Βουλγάρων το 813. 

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως.
Μωσαϊκό του 867, στον Καθεδρικό Ναό της 
Αγίας Σοφίας,στην Κωνσταντινούπολη.
Στο διάστημα αυτό, ο πατριάρχης κατήργησε όσα διπλά μοναστήρια λειτουργούσαν ακόμα, επιπλέον, έγιναν σοβαρές προσπάθειες να αποκατασταθούν οι σχέσεις του πατριάρχη με τους Στουδίτες, καθώς τόσο ο αυτοκράτορας όσο και ο πάπας
Λέων Γ΄ παρότρυναν επανειλημμένως και τις δύο πλευρές να έρθουν σε συμβιβασμό. 

Επιπλέον, ο πατριάρχης απολογήθηκε για την στάση που κρατούσε, όσα χρόνια ήταν αναγκασμένος να εκτελεί τις αποφάσεις του αποθανόντος αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄, και καθαίρεσε τον ιερέα Ιωσήφ.

Ενώ ο πατριάρχης στο σύνολο της ζωής του κρατούσε χαμηλούς τόνους, μετριοπαθή, διπλωματική στάση, φέρεται ως υποκινητής της βίαιης επίθεσης που δέχθηκαν οι Παυλικιανοί, η μόνη αίρεση που εχθρεύτηκε το Βυζάντιο και σύμφωνα με τον Θεοφάνη, ο πατριάρχης εισηγήθηκε στον αυτοκράτορα την θανατική ποινή τους καθώς και των Αθιγγάνων, αυτός συμφώνησε, ανακάλεσε όμως, όταν οι Στουδίτες αντιτάχθηκαν σφοδρά. 

Όσο στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας συνέβαιναν αυτά, οι πολεμικές συρράξεις με τους Βούλγαρους ελλόχευαν, ο Κρούμος πρότεινε διάφορες συνθηκολογήσεις, στις οποίες ο αυτοκράτορας δίσταζε να λάβει αποφάσεις και ενώ ο πατριάρχης φαινόταν σύμφωνος, οι Στουδίτες ήταν αντίθετοι σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. 

Αγιος Νικηφόρος,
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Μικρογραφία Μηναίου Μαρτίου,
Αρχαιολογικό Μουσείο της
Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας.
πηγή
Οι συνεχόμενες ήττες και κυρίως εκείνη στη Βερσινικία κοντά στην Αδριανούπολη στις 22 Ιουνίου του 813, οδήγησαν στην ανατροπή του αυτοκράτορα και στις 11 Ιουλίου του 813, στέφθηκε ο
Λέων ο Ε΄ ο Αρμένιος που ο αιφνίδιος θάνατος του Κρούμου του επέτρεψε στο να επικεντρωθεί στην ανοικοδόμηση του κράτους. 

Το 814 ο εικονομάχος Λέων Ε΄ ανακίνησε το ζήτημα των εικόνων και συγκάλεσε μερίδα κληρικών, για να συνθέσουν ανθολόγιο βασισμένο στα πρακτικά της συνόδου της Ιέρειας, το οποίο θα αναδείκνυε εικονομαχικά επιχειρήματα. 

Ο Νικηφόρος, φοβούμενος νέα περίοδο εικονομαχίας, αρνήθηκε κάθε συζήτηση περί και αποχώρησε ενώ παραμονή Χριστουγέννων του 814, συγκάλεσε επιφανείς κληρικούς και μοναχούς στο πατριαρχείο, όπου ανέγνωσαν το ανθολόγιο, το μελέτησαν και απέρριψαν όλες τις παραπομπές του. 

Ανήμερα Χριστουγέννων του 814, ο Λέων Ε΄ κάλεσε τον Νικηφόρο στο παλάτι, όπου μετά από ατελέσφορη συζήτησή, ξεκίνησε ουσιαστικά η 2η φάση της εικονομαχίας, το 815 ο Νικηφόρος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και πατριάρχης ανήλθε ο προσκείμενος στον εικονομάχο Λέων Ε΄, Θεόδοτος Μελισσηνός

Ο Νικηφόρος, αποσύρθηκε αρχικά στη μονή του Αγαθού, που βρισκόταν βόρεια της Χρυσούπολης και έπειτα με εντολή του Λέοντος Ε΄, μεταφέρθηκε στην απομακρυσμένη μονή του Αγίου Θεοδώρου κοντά στον Ακρίτα (Αρετζούν) όπου εκεί πιθανώς ασχολήθηκε με τη συγγραφή των έργων του.

Το 820, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Β΄ πρότεινε εκ νέου τον πατριαρχικό θρόνο στον Νικηφόρο, με τον όρο να μην αναμοχλεύσει το θέμα των εικόνων, αυτός όμως αρνήθηκε και επέλεξε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του μακριά από την Κωνσταντινούπολη, στη μονή του Αγίου Θεοδώρου, όπου και απεβίωσε στις 2 Ιουνίου του 828. 

Μετά το τέλος της εικονομαχίας και την αναστήλωση των ιερών εικόνων, με αίτηση του Πατριάρχη Μεθοδίου στους βασιλείς Μιχαήλ και Θεοδώρα, έγινε η ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Νικηφόρου, μάλιστα, με βασιλικό πλοίο, με το οποίο ο Πατριάρχης Μεθόδιος παρέλαβε το λείψανο του Αγίου Νικηφόρου, το όποιο για 19 χρόνια έμεινε ακέραιο και άθικτο και κατετέθηκε «κατησπάζοντο καὶ ἐπ’ ὤμων φέροντες, εν τῇ μεγάλῃ απέθεντο Ἐκκλησία», στην Αγία Σοφία ενώ στις 13 Μαρτίου του 846 , το κατέθεσαν στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Η μνήμη του τιμάται στις 2 Ιουνίου και η ανακομιδή των λειψάνων του από την Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία στις 13 Μαρτίου.



ΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΥ ΓΟΤΘΟΥ.


Φυλάσσεται στην Ιερά Βασιλική και Σταυρoπηγιακή Μονή Παναγίας του Κύκκου, στην Κύπρο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Ο Μεγαλομάρτυρας Νικήτας.
Τοιχογραφία του τέλους 13ου αιώνα στο Πρωτάτο,
στις Καρυές του Άγιου Όρους
από τον
αγιογράφο Μανουήλ Πανσέληνο.
πηγή
Ο Άγιος Νικήτας, ο μεγαλομάρτυρας, γεννήθηκε στην περιοχή του Ίστρου της σημερινής Ρουμανίας, στα χρόνια του Μέγα Κωνσταντίνου και ήτανε γόνος μιάς εύπορης, γοτθικής, αριστοκρατικής οικογένειας. 

Οι Γότθοι ήταν  γερμανικό έθνος, που κατέβηκε από την περιοχή της Βαλτικής, τον 3ο αιώνα, σε ένα τμήμα της Κριμαίας, που από τότε μετονομάστηκε Γοτθία ενώ στις αρχές του 4ου αιώνα έφτασαν στη Θράκη καθώς και στον χώρο της σημερινής Βουλγαρίας και Ρουμανίας, δεξιά από το Δέλτα του Δούναβη ποταμού και από τότε άρχισαν σταδιακά να εκχριστιανίζονται.

Ένας από τους πρώτους εκχριστιανισμένους Γότθους υπήρξε και ο άγιος Νικήτας που έχοντας ακούσει για την πνευματική ωραιότητα του Χριστιανισμού, οδηγήθηκε κοντά στον αρχιεπίσκοπο Θεόφιλο Γοτθία, έναν από τους πατέρες της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, από τον οποίο διδάχθηκε τις αλήθειες του Χριστιανισμού. 

Η μαθητεία του συνέχισε και επαυξήθηκε στον διάδοχο του Θεόφιλου, Ουλφίλα, τόσο, ώστε ο Νικήτας, παρόλο που εν τω μεταξύ ήταν ανώτερος αξιωματούχος του στρατού της χώρας του, έγινε και φλογερός ιεροκήρυκας της Πίστης του Χριστού, στον βάρβαρο λαό του.

Ο Μεγαλομάρτυρας Νικήτας.
Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στο Καθολικό, της Ιεράς 
Μονής του Αγίου Ιωάννη Λαμπαδιστή στην Κύπρο.
Εκείνη την εποχή, οι Γότθοι είχανε χωριστεί σε δύο έντονα εχθρικές παρατάξεις, η μία, με αρχηγό τον Αθανάριχο, που ήταν οπαδοί της ειδωλολατρίας και η άλλη, με αρχηγό τον Φριτιγέρνη που είχαν ασπασθεί τον Χριστιανισμό.

Ο Φριτιγέρνης ζήτησε βοήθεια από την Ρώμη, και ο αυτοκράτορας Ουάλης του παραχώρησε το στράτευμα της Θράκης. 

Ο Φριτιγέρνης, όπως παλαιότερα και ο Μέγας Κωνσταντίνος, έχοντας προπορευόμενο των στρατευμάτων του το λάβαρο του Τίμιου Σταυρού, κατατρόπωσε τον Αθανάριχο, που μόλις διέφυγε τη σφαγή και αυτή η νίκη έγινε αιτία να πιστέψουν στον Χριστό και πολλοί άλλοι ακόμη Γότθοι.

Αργότερα, ο Αθανάριχος ανέκτησε και πάλι μεγάλες δυνάμεις και με μένος κατά των Χριστιανών, τους συνελάμβανε και τους υπέβαλλε σε φρικτά βασανιστήρια, τότε και ο Νικήτας, γνωστός για την ευσέβεια και τα δημόσια κηρύγματα του, συνελήφθη την ώρα που κήρυττε στον λαό για τον Χριστό και σύρθηκε βίαια ενώπιον του Αθανάριχου. 

Μολονότι ο Νικήτας, εξαναγκάσθηκε να αρνηθεί την πίστη του Χριστού, παρέμεινε ακλόνητος στην ομολογία του και του συνέτριψαν όλα τα μέλη του σώματός του ενώ τον έριξαν στη φωτιά μαζί με άλλους μάρτυρες, που και εκεί δεν έπαψε να υμνεί τον Θεό, μέχρι που παρέδωσε την ψυχή του, στις 15 Σεπτεμβρίου του 372.

Άθληση του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Νικήτα
Βυζαντινό Μηνολόγιο (14–17 Σεπτεμβρίου) του
14ου αιώνα που βρίσκεται στην Bodleian Βιβλιοθήκη,
στην Οξφόρδη της Αγγλίας.
Κάποιος φίλος του αγίου, ονόματι Μαριανός, αναχωρώντας τότε για την πατρίδα του Μοψουεστία, μία σημαντική πόλη κοντά στα Άδανα και την Ταρσό της Κιλικίας στην Μικρά Ασία, θέλησε να μεταφέρει μαζί του ότι λείψανο είχε απομείνει από το σώμα του Αγίου Νικήτα.

Εκεί που συλλογιζόταν, όμως πώς θα το ξεχώριζε από τα λείψανα των άλλων μαρτύρων, που είχαν πεταχτεί στον ίδιο εκείνο τόπο, μία ουράνια δύναμη, με τη μορφή φωτεινού αστεριού, στάθηκε επάνω στο σώμα του αγίου Νικήτα και ο Μαριανός το αναγνώρισε αμέσως, γιατί, είχε διαφυλαχθεί ολόκληρο αλλά και αβλαβές. 

Το ασπάσθηκε, το έβαλε σε μία θήκη, που είχε ετοιμάσει, και το μετέφερε στη Μοψουεστία, όπου επιτελούσε πολλά θαύματα ενώ με τον καιρό, ο άγιος Νικήτας κατέστη ο κατεξοχήν πολιούχος της Μοψουεστίας, και ο μητροπολιτικός ναός της ήτανε αφιερωμένος στο όνομα του.

Ο Άγιος Νικήτας είναι προστάτης των Εφέδρων Αξιωματικών στην πατρίδα μας, αφού θεωρείται οτι υπήρξε και ο ίδιος Έφεδρος Αξιωματικός και η αγιογραφία τον απεικονίζει τις περισσότερες φορές, ως αρματωμένο με πλήρη εξάρτηση άνευ κράνους, φολιδωτό θώρακα, περικνημίδες, ασπίδα, φαρέτρα, τόξο, ακόντιο και πορφυρό χιτώνα. 

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Νικήτας.
Φορητή εικόνα του 13ου αιώνα, στον ναό της Αγίας 
Παρασκευής Μουτουλλάς, στην Κύπρο.
Για το πότε ακριβώς τα λείψανα του Αγίου Νικήτα έφτασαν στην Κύπρο δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες.

Όπως έγινε και σε άλλες περιπτώσεις μετακίνησης πληθυσμών από τη Μικρά Ασία και Συρία στην Κύπρο, λόγω των εκεί κατακτήσεων από τους Άραβες και Σελτζούκους, οι πρόσφυγες μετέφεραν μαζί τους την τιμή, αλλά και τα λείψανα των αγίων της ιδιαίτερης πατρίδας τους. 

Έτσι είναι πολύ πιθανόν, κάποιοι πρόσφυγες από την Μοψουεστία, ίσως και στα τέλη του 11ου αιώνα, να μετέφεραν τόσο τα λείψανα όσο και την τιμή του αγίου Μεγαλομάρτυρα Νικήτα, στην Κύπρο.

Εκεί, έκτισαν το ομώνυμο χωριό της Μόρφου, οικοδόμησαν περικαλλή ναό στο όνομα του και εναπόθεσαν τα λείψανά του ενώ αργότερα, τα λείψανά του μεταφέρονται στον Κύκκο από το χωριό του Νικήτα, με ενδιάμεσο σταθμό το μεγάλο Μετόχι της Μονής Κύκκου στη γειτονική στο χωριό Νικήτας, Πεντάγεια, ενώ στο χωριό του Μουτουλλά, σώζεται σήμερα η αρχαιότερη φορητή εικόνα του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Νικήτα στην Κύπρο, έργο του 13ου αιώνα.

Η μνήμη του τιμάται στις 15 Σεπτεμβρίου.



Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ.


Φυλάσσεται στο Ιερό Ησυχαστήριο του Οσίου Αββακούμ του εν Καλαμιθάση στο χωριό Φτερικούδι της Κύπρου.

Ο Σταυρός είναι Ευλογίας και όχι επιστήθιος, τον οποίο κατείχε ο Άγιος Πορφύριος για να σταυρώνει τους πιστούς και τους ασθενείς, ώστε να τους ενισχύσει στον αγώνα τους και την πίστη τους.

Ο Σταυρός αυτός αποτελεί πνευματική κληρονομιά του Αρχιμανδρίτη Νεκτάριου Γεωργίου, προϊστάμενου του Ησυχαστηρίου, η οποία περιήλθε στην κατοχή του δια ενυπόγραφου εγγράφου από την μακαριστή Αθηνά Σιδέρη, η οποία ήταν πνευματικό τέκνο του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΠΡΟΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ (ΕΔΩ)