Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΣΙΦΟΙΝΙΣΣΗΣ.


Η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, Παναγία Εικοσιφοίνισσα, είναι αχειροποίητη και είναι η εφέστιος εικόνα της Ιεράς Μονής Παναγίας Εικοσιφοίνισσας στην Κορμίτσα Σερρών.

Η ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης
πηγή
Η αγιογράφησή της Εικόνας της Παναγίας, αποδίδεται στον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος αγιογράφησε σύμφωνα με την παράδοση πολλές εικόνες της Παναγίας, περίπου 70 και όλες μετά από συνάντηση μαζί Της.

Έτσι και αυτή τη φορά, μόλις του εμφανίστηκε η Θεοτόκος πήρε το ξύλο που είχε για να ξεκινήσει την αγιογράφηση, αλλά είδε μια σχισμή επάνω του και στεναχωρήθηκε πάρα πολύ.

Τότε η Παναγία του είπε να μην λυπάται, ότι δεν πειράζει που το ξύλο έχει σχισμή και να συνεχίσει, έτσι σκιαγραφήθηκε η μορφή της Παναγίας με το θείο Βρέφος αγκαλιά, μάλιστα η σχισμή αυτή φαίνεται ευκρινώς ακόμη και σήμερα, στο πρόσωπο της Θεοτόκου.

Το σημάδι από την θήκη του πιστολιού του αξιωματικού στο δάπεδο του ναού
 πηγή

Το σημάδι από την μπότα του αξιωματικού στο
δάπεδο του ναού της μονής
πηγή
Το όνομά της προήλθε από την παραφθορά: "εικών φοινίσσουσα", αφού η  εικόνα λέγεται ότι εξέπεμπε ερυθρωπό φως (φοινικούν χρώμα) ενώ, την χάρισε η ίδια η Παναγία στον Άγιο Γερμανό κι εκείνος έχτισε τη μονή της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας τον 5ο ή τον 8ο αιώνα για να την στεγάσει. 

Η Αχειροποίητος Εικόνα της Παναγίας Εικοσιφοινίσσης έκανε και κάνει πολλά θαύματα, γνωστό έμεινε το θαύμα της μπότας και του πιστολιού, κατά την περίοδο των επιθέσεων και διαρπαγών των Βουλγάρων κομιτατζήδων που άρπαξαν σημαντικούς θησαυρούς και ιερά κειμήλια από την μονή και όταν ένας αξιωματικός τους επιχείρησε να συλήσει την Εικόνα της Παναγίας, τινάχτηκε πίσω και εξέπνευσε, ενώ η μπότα και το πιστόλι του αποτυπώθηκαν στις μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου, για να θυμίζουν πάντοτε το θαύμα, ακόμα και σήμερα στο μαρμάρινο δάπεδο του Ναού φαίνονται αυτά τα σημεία.

Η αρχική επένδυση της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας,
βρίσκεται από το 1964, στην Εθνική Πινακοθήκη - Κρύπτη
του ναού του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι στη Σόφια.
Όσον αφορά την σημερινή αργυροεπίχρυση επένδυση της εικόνας, αυτή είναι του 20ου αιώνα, η αρχική όμως βρίσκεται από το 1964, στην Εθνική Πινακοθήκη - Κρύπτη του ναού του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι στη Σόφια και έχει διαστάσεις 137 Χ 76 εκατοστά.

Σύμφωνα με το πινακίδιο της έκθεσης που μας δίνει στοιχεία για την εικόνα, το οποίο είναι τοποθετημένο κάτω από την επένδυση, πληροφορούμεθα ότι αυτή προέρχεται από τη Μεσημβρία της Βουλγαρίας, ενώ στον οδηγό της Κρύπτης ο Gerov αναφέρει ότι η καταγωγή της είναι άγνωστη, τελευταία όμως ο Durand σημειώνει ως τόπο προέλευσης της επένδυσης τις Σέρρες, χωρίς να δίνει άλλα διευκρινιστικά στοιχεία. 

Η επένδυση χωρίζεται σε τρία κυρίως μέρη, του βάθους, του πλαισίου και των φωτοστέφανων. Η επένδυση του βάθους έχει γίνει με ενιαίο έλασμα καλυμμένο από συνεχείς σειρές καρδιόσχημων ανθεμοειδών κοσμημάτων, ενώ τα φωτοστέφανα κοσμούνται με κυκλικά κομβία με πλεκτό διάκοσμο.

Στο βάθος, εκατέρωθεν της κεφαλής της Παναγίας, μέσα σε δύο μετάλλια που πληρούνται με πράσινο και μπλε σμάλτο, διακρίνεται η επιγραφή Μ(ΗΤΗ)Ρ/ Θ(ΕΟ)Υ, και σε ορθογώνιο έλασμα η προσωνυμία του Χριστού Ι(ΗΣΟΥ)Σ Χ(ΡΙΣΤΟ)Σ ενώ η απόσταση μεταξύ του βάθους και του πλαισίου κοσμείται με διάτρητη ταινία. 

Η αφιερωματική επιγραφή του 1529
Το πλαίσιο καλύπτεται με ελάσματα χωρισμένα σε τετράγωνα διάχωρα, στα οποία εναλλάσσονται κομβιόσχημα κοσμήματα και ολόσωμες ή ημίσωμες μορφές αποστόλων, αγίων και αγγέλων, σ
την αριστερή πλευρά, από επάνω προς τα κάτω, διακρίνονται: ο αρχάγγελος Μιχαήλ σε προτομή, Μ(Ι)/Χ(ΑΗΛ), και οι ολόσωμοι, ο αρχάγγελος Γαβριήλ του Ευαγγελισμού, Γ(Α)Β/Ρ(ΙΗ)Λ, ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, Ο/ Α/ΓΙΟ(Σ)/ΙΩ(ANNΗΣ) Ο ΘΕ/ΟΛ/ΟΓ/ΟΣ, και ο άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, Ο/ΑΓΙ/Ο(Σ) ΘΕΟ(ΔΩ)ΡΟΣ Ο/ (ΣΤΡΑ)ΤΥΛΑ(ΤΗΣ)

Στη δεξιά πλευρά, από επάνω προς τα κάτω, ακολουθούν ο αρχάγγελος Γαβριήλ σε προτομή, Ο ΑΡ(ΧΑΓΓΕΛΟΣ)/Γ(Α)ΒΡ/(Ι)ΗΛ, και οι ολόσωμοι: Παναγία του Ευαγγελισμού, Μ(ΗΤΗ)Ρ/Θ(ΕΟ)Υ, άγιος απόστολος Ματθαίος, Ο ΑΓ(ΙΟΣ)/ΜΑΝ/ΘΕΟ/Σ, και άγιος Θεόδωρος ο Τήρων, Ο/ ΑΓ(Ι)Ο(Σ) Θ(Ε)Ο/ΔΟΡ/ΟΣ/(Ο)/ΤΙΡ/ΟΝ ενώ στο τελευταίο διάχωρο, που είναι επίχρυσο, αναπτύσσεται η ακόλουθη αφιερωματική επιγραφή: + ΑΝΕΚΑΙΝΙΘΗ Ο ΑΡΓΥ/ΡΟΧΡΥΣΟΣ ΚΟΣΜΟΣ / ΤΗΣ Θ(ΕΟΤΟ)ΚΟΥ Κ(ΑΙ) ΑΧΕΙΡΟΠΟ/ΙΗ(Τ)ΟΥ ΔΙ ΕΞΟΔΟΥ ΠΑΝΤΕΙΑ/Σ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ Μ(ΗΤ)ΡΟΠΟΛ/ΙΤΟΥ ΣΕΡΡΩΝ ΓΕΝΗΑΔΙΟΥ / ΕΝ ΕΤΕΙ ΖΛΖ (= 1529) ΜΗΝΙΙ/ΟΥΛΙΟΥ Β ΙΝΔΙΚΤΙΩΝΟΣ

Ο Αγιος Θεόδωρος ο Τήρων,
απεικόνιση στην επένδυση.
Στο κάτω μέρος του πλαισίου, στην αριστερή και τη δεξιά γωνία, εντάσσονται δύο ελάσματα με ανθικό διάκοσμο σε στιλ μπαρόκ και από την επιγραφή αυτή προκύπτει ότι η επένδυση της εικόνας ανακαινίστηκε το 1529 με δαπάνη του Μητροπολίτου Σερρών Γενναδίου, και αφορά σε εικόνα της Παναγίας με την προσωνυμία «Αχειροποίητος».

Η επιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε το 1896 από τον μητροπολίτη Δράμας Δαμασκηνό Μοσχόπουλο, ο οποίος αναφέρει ότι συνοδεύει την επένδυση της εφεστίου εικόνας της Μονής Εικοσιφοινίσσης, την επονομαζόμενη «Αχειροποιήτου», σημειώνει, μάλιστα, ότι «Διά τής «Αχειροποιήτου» χαρακτηρίζεται ή εν τη Moνή εικών της Ύπεραγίας Θεοτόκου, επί τω ονόματι δε ταύτης, καθά μανθάνομεν εκ σημειωμάτων εν τοις χειρογράφοις κώδιξι τον 15,16 και 17 αιώνος εσεμνύετο και απ΄ αρχής ή Μονή...».

Σύμφωνα με όσα παραδίδει ο επίσκοπος Διονύσιος Κυρατσούς, η επένδυση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας Αχειροποιήτου της Μονής Θεοτόκου Αχειροποιήτου του Παγγαίου, της επονομαζόμενης Εικοσιφοίνισσας, αφαιρέθηκε από Βούλγαρους στρατιώτες το 1917, ακολουθώντας οδηγίες του αρχαιολόγου Vladimir Sis. 

Η αρχική επένδυση της εικόνας χρονολογείται, σύμφωνα με τον Gerov, στον 14ο αιώνα και περιλαμβάνει την επένδυση του βάθους μαζί με τα φωτοστέφανα, ο Gerov αναφέρει, επίσης, τις προσθήκες του 1529 που παρατηρούνται στο πλαίσιο της επένδυσης, δηλαδή τα ορθογώνια διάχωρα με τους κόμβους, τις μορφές των αγίων και των αγγέλων, καθώς και το διάχωρο με την ακριβώς χρονολογημένη αφιερωματική επιγραφή. Ο ίδιος μελετητής κατατάσσει στον 18ο - 19ο αιώνα τα δύο διάχωρα του κάτω πλαισίου, τα οποία είναι διακοσμημένα με ανθοειδή μοτίβα σε στιλ μπαρόκ.


Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ.


Η τίμια κάρα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, στο Άγιο Όρος και το ιερό του Σκήνωμα στον ομώνυμο Ναό του στην Νέα Καρβάλη Καβάλας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Κιβώτιο και θήκη της κάρας του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου.
Έτος 1709 (τό κιβώτιο) και 1732 (η θήκη).
Η κάρα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα λείψανα της Μονής Βατοπαιδίου που για την γνησιότητά της απεφάνθη και ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος Νοταράς

Η κάρα ταξίδευε συχνά μαζί με τους μοναχούς που έβγαιναν για ζητεία και το 1709 μεταφέρθηκε στην Βλαχία, όπου φιλοτεχνήθηκε με συνδρομή του εκκλησιάρχη Νεόφυτου το ορθογώνιο κιβώτιό της και αφιερώτριες του έργου ήταν η πρώτη γυναίκα του ηγεμόνα Σερμπάν Καντακουζηνού και η κόρη τους Μαρία Βαλατζανού. 

Η θήκη της κάρας που περιέχεται στο κιβώτιο κατασκευάσθηκε 23 χρόνια αργότερα, σύμφωνα με την επιγραφή που περιτρέχει τη βάση της, με δαπάνες της Αικατερίνης Ροσέτι, συζύγου του ηγεμόνα των Ουγγροβλάχων Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου. 

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τοιχογραφία του 18ου αιώνα.
Mονή Σίμωνος Πέτρας, Άγιον Όρος.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό, κωμόπολη της Καππαδοκίας, από τον Γρηγόριο, επίσκοπο Ναζιανζού και την Νόννα. 

Έχει δύο αδέρφια: τον Καισάρειο και τη πασίγνωστη για την ευσέβειά της αδερφή Γοργονία.

Στη Ναζιανζό, διδάσκεται την στοιχειώδη εκπαίδευση, ενώ τη μέση εκπαίδευση στη Καισάρεια, όπου γνωρίζεται και με το συμμαθητή του Μέγα Βασίλειο.

Έπειτα, πηγαίνει κοντά σε περίφημους διδασκάλους της ρητορικής στη Παλαιστίνη και στην Αλεξάνδρεια και, τέλος, στα Πανεπιστήμια της Αθήνας. 

Οι σπουδές του διήρκεσαν 13 ολόκληρα χρόνια, από 17 έως και 30 ετών.

Μετά τις σπουδές στην Αθήνα ο Γρηγόριος επιστρέφει στη πατρίδα του μολονότι του πρόσφεραν έδρα Καθηγητή Πανεπιστημίου. Εκεί, ο πατέρας του, επίσκοπος Ναζιανζού, τον χειροτονεί πρεσβύτερο.

Το ιερό του σκήνωμα φυλάσσετε στον ομώνυμο Ναό
του στην Νέα Καρβάλη Καβάλας.
Αλλά ο Άγιος Γρηγόριος προτιμά την ησυχία του αναχωρητηρίου στο Πόντο, κοντά στο φίλο του Βασίλειο, για περισσότερη άσκηση στη πνευματική ζωή.

Μετά, όμως, από θερμές παρακλήσεις των δικών του, επιστρέφει στην πατρίδα του και μπαίνει στην ενεργό δράση της Εκκλησίας. 

Στα 43 του χρόνια ο Θεός τον ανύψωσε στο επισκοπικό αξίωμα και έδρα του ορίστηκε η περιοχή των Σασίμων την οποία ποτέ όμως δεν ποίμανε λόγω των Αρειανών κατοίκων της.

Όμως, ο θάνατος έρχεται να πληγώσει τη ψυχή του, με αλλεπάλληλους θανάτους συγγενικών προσώπων. Πρώτα του αδερφού του Καισαρείου, έπειτα της αδερφής του Γοργονίας, μετά του πατέρα του και, τέλος, της μητέρας του Νόννας. 

Η Τιμία Κάρα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου
πηγή
Μετά από όλες αυτές τις θλίψεις, η θεία Πρόνοια τον φέρνει στην Κωνσταντινούπολη το 378, όπου εκεί υπερασπίζεται με καταπληκτικό τρόπο την Ορθοδοξία και χτυπά καίρια τους Αρειανούς, που είχαν πλημμυρίσει την Κωνσταντινούπολη, εκείνη την εποχή.

Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη και όλοι οι ναοί της Βασιλεύουσας ήτανε στα χέρια των αιρετικών. 

Όμως ο Άγιος Γρηγόριος δεν απελπίζεται. 

Μετατρέπει ένα δωμάτιο στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν σε ιερό ναό και του δίνει ένα συμβολικό όνομα, ονομάζει το ναό στην μνήμη της Αγίας Αναστασίας, δείγμα ότι πίστευε στην ανάσταση της Ορθόδοξης Πίστης.

Οι αγώνες του είναι επικίνδυνοι. 

Οι αιρετικοί ανεβασμένοι πάνω στις σκεπές των γειτονικών σπιτιών, του πετούν με μανία πέτρες και έτσι ο Άγιος Γρηγόριος δοκιμάζεται πολύ έντονα. 

Στο ιερό ναό της Αγίας Αναστασίας, στο δωμάτιο, εκφωνεί τους περίφημους πέντε θεολογικούς του λόγους που του έδωσαν δίκαια και άξια τον τίτλο του Θεολόγου όπως τον έχει χαρακτηρίσει και αποκαλεί η Εκκλησία μας.

Το άφθαρτο δεξί χέρι του Αγ. Γρηγορίου τού Θεολόγου
που φυλάσσεται στον ιερό ναό Αγίου Νικολάου
"Είς Κοπάνους", στα Ιωάννινα.
Μετά το σκληρό αυτό αγώνα, ο Μέγας Θεοδόσιος τον αναδεικνύει σε Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, το 381.

Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος τον αναγνώρισε ως Πρόεδρό της, όμως μια μερίδα επισκόπων τον αντιπολιτεύεται για ευτελή λόγο και τότε ο Γρηγόριος, αηδιασμένος, δηλώνει τη παραίτησή του, αναχωρεί στη γενέτειρά του Αριανζό και τελειώνει με ειρήνη τη ζωή του, στις 25 Ιανουαρίου του 390.

Στη Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία θεωρείται ως ένας από τους Δασκάλους της Εκκλησίας - στην Ανατολική Ορθόδοξη και στη Δυτική Καθολική Εκκλησία είναι γνωστός ως ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, μαζί με το Βασίλειο τον Μέγα και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Αντρέι Ρουμπλιόβ, 1408.
πηγή
Μετά τον θάνατο του, ο Άγιος Γρηγόριος τάφηκε στη Ναζιανζό. Τα λείψανα του μεταφέρθηκαν, το 950, στην Εκκλησία των Άγιων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. 

Ένα μέρος των λειψάνων ελήφθησαν από την Κωνσταντινούπολη από τους Σταυροφόρους κατά τη διάρκεια της Δ' Σταυροφορίας, το 1204, και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη. 

Ο Άγιος Γρηγόριος, όπως προανεφέρθηκε, γεννήθηκε και έζησε μεγάλο μέρος τού βίου του στην περιοχή τής Καππαδοκίας. Εκεί, όταν απεβίωσε στο χωριό Γκέλβερι (ή Καρβάλη ή Καρβάλλα ), κτίσθηκε προς τιμήν του, από μετανάστες τού Γκέλβερι, Ορθόδοξη Χριστιανική εκκλησία. 

Το καμπαναριό τής εκκλησίας δώρισαν κάτοικοι τής Οδησσού, και το ξυλόγλυπτο τέμπλο της το έκανε δώρο στην εκκλησία ο Τσάρος Νικόλαος Α΄

Εκεί φυλασσόταν στο χωριό Γκέλβερι από το 390 το Ιερό σκήνωμα τού Αγίου, μαζί και τα άγια λείψανα τού πατέρα του Γρηγορίου Μητροπολίτου Ναζιανζού, ως το 1923 - 1924. Εκείνα τα δυσοίωνα χρόνια τής Μικρασιατικής καταστροφής, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι ξεριζωμένοι Γκελβεριώτες έσωσαν από τον Ναό τους όλα τα τιμαλφή, όμορφες εικόνες, ασημένια καντήλια, και τα Άγια λείψανα των Αγίων και τα μετέφεραν με καράβι στην νέα τους πατρίδα, στην Ελλάδα στην περιοχή τής Καβάλας, στη Νέα Καρβάλη.

Ο Ομώνυμος ιερός ναός - Προσκύνημα του Αγίου
Γρηγορίου Θεολόγου, στην Νέα Καρβάλη Καβάλας
Στις 27 Νοεμβρίου 2004, τα λείψανα του Γρηγορίου και του Ιωάννη Χρυσόστομου επιστράφηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Προς τιμήν τού Αγίου και μεγάλου Ιεράρχη χτίσθηκε εδώ Ναός, ο οποίος είναι ιδίου αρχιτεκτονικού ρυθμού ,  όπως τού Γκέλβερι τής Μικράς Ασίας. Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον διαπρεπή λόγιο Γρηγόριο Θεολόγο ή Ναζιανζηνό και από το 1924 φυλάσσεται εδώ το σεπτό σκήνωμα του.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα φιλοσοφημένα 408 ποιήματά του 18.000 περίπου στίχων και είναι από τα μεγαλύτερα πνεύματα του Χριστιανισμού και από τους λαμπρότερους αθλητές της ορθόδοξης πίστης.

Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του στις 25 Ιανουαρίου και στις 30 Ιανουαρίου (εορτή των Τριών Ιεραρχών). 


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ 
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ (ΚΛΙΚ ΕΔΩ)



Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ "ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ".

πηγή

Είναι φτιαγμένη από κερί και μαστίχα, το «κηρομάστιχο», που φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια και σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση, είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.

Το Αχίλλειο Μαγνησίας σε φωτογραφία προπολεμικά.
Εδώ βρέθηκε η εικόνα το 850.
H εικόνα βρέθηκε με θαυμαστό τρόπο στην παραλιακή περιοχή της «Λάκα Παναγιάς» στο σημερινό χωριό Αχίλλειο της Μαγνησίας, γύρω στα 850.

Στη «Λάκα Παναγιά», μία μικρή χερσονησίζουσα εδαφική γλωσσίδα, υπήρχε τότε μία χριστιανική εκκλησία και άλλα κτίσματα γύρω της, κτισμένη πάνω σε ερείπια αρχαιοελληνικών λατρευτικών ιερών προς τιμήν της θεάς Δήμητρας και του θεού Ποσειδώνα. 

Οι κάτοικοι και οι κληρικοί της περιοχής πήραν την εικόνα της Παναγίας, την τοποθέτησαν στην εκκλησία τους και την «Παναγιά» αυτή, πού ξαφνικά ήρθε στα μέρη τους, την ονόμασαν «Παναγία Ξενιά», επειδή ήρθε από τα «ξένα» ενώ εκεί χτίστηκε ένα μοναστήρι, το Μοναστήρι της «Λάκα Παναγιάς», πού πήρε και την ονομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιάς».

Το γραφικό παράλιο χωριό Αχίλλειο, σήμερα
Στο Μοναστήρι της «Λάκα Παναγιάς» η εικόνα της «Παναγίας Ξενιάς» έμεινε επί 250 περίπου χρόνια μέχρι κάπου στα 1210. 

Οι συχνές πειρατικές επιδρομές αλλά και η εχθρική ατμόσφαιρα που δημιουργούσε στην περιοχή η καταλυτική και δυναμική παρουσία των καθολικών Βενετών και των φανατικών καθολικών μοναχών του Τάγματος των Ιωαννιτών Ιπποτών τους αλλά και των αδελφών Αλμπερτίνου και Ρολανδίνου Κανόσα ανάγκασαν τους ορθόδοξους μοναχούς να εγκαταλείψουν το Μοναστήρι τους στη «Λάκα Παναγιά» και να χτίσουν ένα άλλο στο μεγάλο και απόμερο δασόκτημά τους «Κουκλιάς», στο οποίο έμειναν μέχρι το 1350 περίπου οπότε μετακόμισαν στην Παναγία Κισσιώτισσα (Μονή Άνω Ξενιάς).

Το μεγαλοπρεπές προσκυνητάρι της θαυματουργής
εικόνας, στην Μονή Κάτω Ξενιάς.
Η «Παναγία Ξενιά» ήτανε μία εικόνα με τεράστια φήμη εξ αιτίας του θαυμαστού τρόπου με τον οποίο έφτασε στην περιοχή αλλά επίσης και εξ αιτίας των πολλών θαυμάτων που αποδίδονταν σε αυτή. 

Κουβαλώντας μια τέτοια μεγάλη φήμη μαζί της η «Παναγία Ξενιά» έφτασε στην «Παναγία Κισσιώτισσα».

Η μεγάλη αυτή φήμη της επισκίασε την φήμη της επίσης θαυματουργής εφέστιας εικόνας της Παναγίας Κισσιώτισσας που υπήρχε ήδη στο μοναστήρι και σταδιακά το Μοναστήρι αντί «Μοναστήρι Παναγίας Κισσιώτισσας» άρχισε να ακούγεται και να γίνεται γνωστό ως «Μοναστήρι της Παναγίας Ξενιάς».

Η μονή Άνω Ξενιάς - Κισσιώτισας που μεταφέρθηκε η εικόνα
από τους μοναχούς της Μονής Κουκλιάς το 1350
Η ονομασία, ωστόσο, «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιάς», ουδέποτε δόθηκε επίσημα από κάποια υπεύθυνη και αρμόδια αρχή και ουδέποτε πάρθηκε κάποια σχετική απόφαση του αρμόδιου ηγουμενοσυμβουλίου για την μετονομασία. 

Το επίσημο ηγουμενοσυμβούλιο του Μοναστηριού χρησιμοποιούσε πάντοτε την ονομασία «Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου» και είχε και σφραγίδα «Ιερά Μονή Παναγίας Κισσιωτίσσης», της οποίας σφραγίδας σήμερα σώζονται μόνο αποτυπώματα.

Αλλά και οι πολιτικές και δημοτικές αρχές της περιοχής του Αλμυρού, καλοί γνώστες της ιστορίας και της πραγματικότητας, την ονομασία «Μονή Παναγίας Κισσιωτίσσης» χρησιμοποιούσαν στην αλληλογραφία τους, όταν αναφέρονταν σ’ αυτό το μοναστήρι. 

Το μετόχι της Μονής Ανω Ξενιάς, «Άγιος Νικόλαος», που
είναι γνωστό σήμερα ως «Παλιά Κάτω Ξενιά» και που
καταστράφηκε από σεισμό το 1980.
Οι ξένοι επισκέπτες του μοναστηριού και οι αρχές άλλων τόπων, όχι οι ντόπιες, χρησιμοποιούσαν την επικρατέστερη ονομασία «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιάς».

Γύρω στα 1850 η εικόνα της Παναγίας Ξενιάς μεταφέρθηκε στο μετόχι του Μοναστηριού «Άγιος Νικόλαος», που είναι γνωστό σήμερα ως «Παλιά Κάτω Ξενιά». 

Η εικόνα «Παναγία Ξενιά» είχε παραμείνει στο Μοναστήρι της Παναγίας Κισσιώτισσας επί πέντε περίπου αιώνες, από το 1350 μέχρι το 1850. 

Από τότε, το 1850, το μετόχι Άγιος Νικόλαος άρχισε να λέγεται «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιάς» και επειδή και το Μοναστήρι της Παναγίας Κισσιώτισσας λεγόταν «Μοναστήρι Παναγίας Ξενιάς» για να διακρίνονται μεταξύ τους λέγονταν «Κάτω Μοναστήρι Παναγίας Ξενιάς» και «Πάνω Μοναστήρι Παναγίας Ξενιάς». 

Η γυναικεία μονή Παναγίας Κάτω Ξενιάς. 
Δεν ήταν δύο ξεχωριστά και ανεξάρτητα μεταξύ τους μοναστήρια.

Ητανε μόνο δύο απομακρυσμένα μεταξύ τους κτιριακά συγκροτήματα ναών και κελιών, το «Πάνω» και το «Κάτω», ενός και μόνο μοναστηριού.

Μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1980 στην περιοχή του Αλμυρού Βόλου, άρχισε να χτίζεται το νέο Μοναστήρι στο λόφο «Καστράκι» πολύ κοντά στο μοναστήρι που καταστράφηκε, το οποίο ονομάστηκε επίσης «Μοναστήρι της Παναγίας Ξενιάς» και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ξενιάς μεταφέρθηκε εκεί και αποτελεί σήμερα ένα υπέρ πολύτιμο θησαυρό της.

Έτσι σήμερα έχουμε δύο ξεχωριστά μοναστήρια «Παναγίας Ξενιάς», το «Πάνω» και το «Κάτω» η την «Ανδρώα Μονή Παναγίας Ξενιάς» και την «Γυναικεία Μονή Παναγίας Ξενιάς», αν και η ονοματοδότρα εικόνα είναι μία και μόνη, η εικόνα «Παναγία Ξενιά» που βρίσκεται στην Γυναικεία Μονή Παναγίας Ξενιάς, η οποία είναι και η μόνη που δικαιούται και νομιμοποιείται να έχει την ονομασία αυτή.





Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΤΟΥ ΤΡΟΜΕΡΟΥ, 1ου ΤΣΑΡΟΥ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ.




Η μπροστινή πλευρά με την η Ανάσταση του Χριστού
Ο Ιβάν (Ιωάννης) Δ΄ της Ρωσίας, γνωστότερος με το προσωνύμιο Τρομερός, ήταν ο πρώτος τσάρος του Βασιλείου της Ρωσίας.

Γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1530 σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο, στη Μόσχα και ήτανε γιος του Ρουρικίδη Μεγάλου Δούκα της Μοσχοβίας Βασιλείου Γ΄ και της Έλενας Γκλίνσκαγια.

Μέσω της γιαγιάς του, της Σοφίας Παλαιολογίνας ήτανε και δισέγγονος του Θωμά Παλαιολόγου, Δεσπότη του Μυστρά, αδελφού του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.

Υπό την ηγεσία του η εξουσία της Μόσχας σταθεροποιήθηκε επί των ρωσικών εδαφών και επεκτάθηκε προς τα Ανατολικά - Νοτιοανατολικά, προσαρτώντας τα διάδοχα χανάτα της Χρυσής Ορδής στο Βόλγα και ξεκινώντας την κατάκτηση της Σιβηρίας. Προσπάθησε επίσης να αποκτήσει έξοδο στη Βαλτική Θάλασσα, βορειοδυτικά αλλά απέτυχε και πέθανε σε ηλικία 54 ετών στις 28 Μαρτίου 1584.

Το επίγραμμα σχετικά με τα υπερπολύτιμα 
λείψανα που περιέχει
Ο Ιβάν ο Τρομερός είχε ένα μοναδικό βυζαντινό εγκόλπιο -  λειψανοθήκη του 12ου αιώνα, το οποίο φορούσαν βυζαντινοί αυτοκράτορες και που σήμερα αποθησαυρίζεται στο Κρεμλίνο, στη Μόσχα.

Έχει διαστάσεις 9.5 x 8.5 x 1.2 εκατοστά, είναι κατασκευασμένο από χρυσό, ασήμι, σμάλτο και νιέλο και στην μπροστινή πλευρά του, στο καπάκι, εικονογραφείται η Ανάσταση του Χριστού ενώ στο πίσω μέρος του φέρει ένα επίγραμμα σχετικά με τα υπερπολύτιμα λείψανα που περιέχει στο εσωτερικό του και είναι το εξής:

Χιτών, χλαμύς, λέντιον, ἔνδυμα Λόγου,σινδών, λύθρον, στέφανος ἠκανθωμένο(ς),ὀστοῦν, ξύλον, θρίξ —διδύμου, σταυροῦ, λύχνου —, ζώνης πανάγνου τμῆμα, μανδύου μέρος, [Εὐστρα]τίου λείψανον, ὀστοῦν Προδρόμου,
Εὐφημίας θρίξ, λείψανον Νικολάου,
ὀστᾶ Στεφάνου τοῦ νέου, Θεοδώρου 
[κα]ὶ Παντελεήμονος ἐκ τρι(ῶν) τρία.


Το επίγραμμα είναι γραμμένο σε 8 στίχους.

Κάθε στίχος τελειώνει σε τρεις κάθετες τελείες. 

Σύμφωνα με το επίγραμμα, το εγκόλπιο περιέχει:

Χριστολογικά κειμήλια [τμήμα του χιτώνα, της χλαμύδας, του λέντιου, κάποιου ενδύματος, της <νεκρικής> σινδόνης, του ακάνθινου στέφανου (:στέφανος ἠκανθωμένος), τίμιο ξύλο (:ξύλον σταυροῦ) και αίμα (:λύθρον) του Χριστού]

Μαριολογικά κειμήλια (τμήμα της ζώνης και μέρος από τον μανδύα της Παναγίας)

Αγιολογικά λείψανα (του Ευστρατίου, του Προδρόμου, της Ευφημίας, του Νικολάου, του Στέφανου του νέου, του Θεοδώρου και του Παντελεήμονος), ὀστοῦν διδύμου (πρόκειται άραγε για λείψανο του απόστολου Θωμά, που ονομάζεται δίδυμος στην Κανή Διαθήκη;) θρίξ λύχνου (;)






H TIMIA KAΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ.

πηγή

Φυλάσσεται στον ιερό βυζαντινό ναό της Αγίας Αικατερίνης, στην Πλάκα της Αθήνας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


πηγή
Ο νεομάρτυρας Πολύδωρος καταγόταν από τη Λευκωσία της Κύπρου και ανατράφηκε από γονείς ευσεβείς, τον Λουκά και την Λουρδανού.

Εκτός από την ελληνική παιδεία και τα ιερά γράμματα, ο άγιος έμαθε την Οθωμανική και την Ιταλική γλώσσα ενώ ταξίδεψε στην Αίγυπτο καθώς και σε άλλες χώρες, κάνοντας το επάγγελμα του πραματευτή.

Όταν το 1793 βρισκόταν στην Αίγυπτο, προσλήφθηκε γραμματέας από έναν αρνησίχριστο Ζακυνθινό. 


Σε κάποια όμως διασκέδαση μαζί του, μέθυσε και αρνήθηκε τον Χριστό, όταν συνήλθε μετανόησε πικρά, πήγε στη Βηρυτό και εξομολογήθηκε στον εκεί Αρχιερέα ενώ κατόπιν αποσύρθηκε στο Μοναστήρι του όρους του Λιβάνου, όπου ξεκουράστηκε κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Κατόπιν αναχώρησε στην Πτολεμαΐδα (Άκκρα), όπου ανακοίνωσε στον εκεί Αρχιερέα τον πόθο του να μαρτυρήσει. Με την προτροπή του Αρχιερέα αναχώρησε στην Αίγυπτο, αλλά λόγω μεγάλης θαλασσοταραχής προσάραξε στη Γιάφα. Από εκεί πήγε στη Χίο στις 13 Ιουνίου του 1793 και έπειτα στη Σμύρνη, για να επιστρέψει έπειτα πάλι στη Χίο. 


Φορητή εικόνα του Αγίου Πολυδώρου, του 1835.
Προέρχεται από την Συλλογή Μόνας Σωτηριάδη, είναι
Αυγοτέμπερα σε ξύλο με διαστάσεις 26 Χ 18,5 εκ.
Βρίσκεται στο Βυζαντινό μουσείο του Ιδρύματος
Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, στην Κύπρο.
Στη Χίο, υπακούοντας στη συμβουλή του πρώην επισκόπου Κορίνθου, αγίου Μακαρίου του Νοταρά (1731 - 1805), που τότε εφησύχαζε στη μονή του Αγίου Πέτρου της Χίου, άρχισε  προετοιμασία για το μαρτύριο: Επιδόθηκε σε νηστείες, αγρυπνίες και γονυκλισίες, επικαλούμενος πάντοτε τη βοήθεια της Θεοτόκου.

Μετά από ένα τέτοιο πνευματικό αγώνα σαράντα ημερών, βλέποντας ο άγιος Μακάριος στην ψυχή του Πολυδώρου τη φλόγα για το μαρτύριο, του ανέγνωσε τις ιλαστήριες για την άρνηση του Χριστού ευχές, τον έχρισε με άγιο Μύρο, τον κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων και, αφού τον ευλόγησε, τον προέπεμψε στο δια Χριστόν μαρτύριο. 

Αμέσως ο Πολύδωρος, συνοδευόμενος από κάποιο αδελφό (πιθανώς τον όσιο Νικηφόρο τον Χίο), πήγε στη Νέα Έφεσο της Μικράς Ασίας (σημ. Kuşadasi) και την ίδια ημέρα παρουσιάσθηκε στον εκεί Τούρκο κριτή, στον ομολόγησε για το ότι είχε εξαπατηθεί και αρνήθηκε τον Χριστό. 

Παρά τη φυλάκιση και τα σκληρότατα βασανιστήρια από τους Τούρκους, ο μάρτυρας παρέμεινε ακλόνητος στην πίστη του Χριστού και την Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου του 1794, ο Πολύδωρος, απαγχονίστηκε και το ιερό του λείψανο, αφού παρέμεινε για τρεις ημέρες γυμνό επάνω στην αγχόνη, ενταφιάστηκε στη συνέχεια από τους Χριστιανούς ενώ τεμάχια των ενδυμάτων και του σχοινιού της αγχόνης του, αλλά και τα άγια λείψανά του μετά την εκταφή, τέλεσαν ποικίλα θαύματα και ιάσεις σε ασθενείς. 

Με τη Μικρασιατική καταστροφή (1922), η τιμία κάρα του αγίου μεταφέρθηκε από τον ιερομόναχο, Πρωτοσύγκελο της Ιερής Μητροπόλεως Εφέσου, Κύριλλο Ψύλλο, στην Αθήνα και κατατέθηκε στον ιερό ναό Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.


Η μνήμη του τιμάται στις 3 Σεπτεμβρίου.



Απολυτίκιο
Αγίου Νεομάρτυρα Πολυδώρου