Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΣΟΥΚΑΣ.

πηγή

Φυλάσσεται στην Μονή Γέννησης της Θεοτόκου Τσούκας, στο Ελληνικό των Ιωαννίνων. 



Η Μονή Τσούκας
Η μονή Τσούκας είναι αφιερωμένη στην Γέννηση της Θεοτόκου και χτίστηκε από τον Αυτοκράτορα Ισαάκιο Β Άγγελο κατά το 1190. 

Η Μονή καταστράφηκε το 1736 και ανακαινίσθηκε το 1779 με την προστασία του Χαλήλ Μπέη ενώ σήμερα έχει χαρακτηριστεί και ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την απόφαση ΥΑΥΠΠΕ/Φ33/26243/536/17-5-1985, ΦΕΚ 348/Β/31-5-1985.

Κατά την παράδοση, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας βρέθηκε στο βράχο (Τσούκα) που είναι χτισμένο το μοναστήρι καθώς "Τσιούκα Ανάλτα" στα βλάχικα σημαίνει Ψηλή κορυφή.

Οι κάτοικοι του Ελληνικού 
(παλιά ονομασία Λοζέτσι) στα Κατσανοχώρια των Ιωαννίνων, αφού την βρήκαν κρυμμένη στο βράχο, την έβαλαν σε ένα μικρό εξωκλήσι που έχτισαν για Αυτήν στον λόφο της Αγίας Μαρίνας όμως η εικόνα με θαυματουργό τρόπο πήγαινε και πάλι σε εκείνο το βράχο που είχε βρεθεί. 

Αυτό θεωρήθηκε από τους κατοίκους ως θαύμα και έτσι χτίστηκε το μοναστήρι της Τσούκας που είναι περιτειχισμένο από τοίχος και έχει φρουριακό χαρακτήρα με μια  μεγαλοπρεπή και καμαρωτή είσοδο κοσμημένη με λιθανάγλυφα.


Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

ΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΓΚΥΡΑΣ.

πηγή

Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ρεντίνας στην Καρδίτσα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Η αργυρή λειψανοθήκη που περιέχει το τμήμα της Τιμίας Κάρας του Αγίου Ιερομάρτυρα Βασιλείου, πρεσβυτέρου Αγκύρας φέρει χρονολογία 1780 μάς είναι άγνωστο το πως κατέληξε στην Μονή ενώ ο Αγιος είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής.

Ο άγιος Βασίλειος ήταν πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Άγκυρας, στην Γαλατία, επί επισκοπείας Μαρκέλου, o οποιος τόσο πολύ εναντιώθηκε στον αρειανισμό ώστε υπέπεσε στην αντίθετη αίρεση, καθιστώντας τα τρία θεία Πρόσωπα τρεις όψεις ή εκφάνσεις της θεότητας. Ο άγιος Βασίλειος δεν συμμεριζόταν τις απόψεις αυτές και δίδασκε με ζήλο την αληθινή Πίστη, οδηγώντας πολυάριθμες ψυχές στην ευθεία οδό που φέρνει στον Θεό. Τον παρέδωσαν στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο, ομολόγησε την Ορθοδοξία με ακλόνητη σταθερότητα και αφέθηκε ελεύθερος.

Μικρογραφία του Αγ. Ιερομάρτυρα Βασιλείου, Αγκύρας
από το Μηνιαίο του Μαρτίου, 17ος αιώνας.

Αρχαιολογικό μουσείο Θεολογικής Σχολής, Μόσχα
Όταν όμως ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ανέλαβε την εξουσία το 360 και άρχισε να υποστήριζε την ειδωλολατρίας, ο Βασίλειος αγωνίστηκε να καταγγείλει το μάταιο των ψεύτικων θεών. 

Κατηγορήθηκε όμως για βλασφημία κατά του  αυτοκράτορα και απάντησε ότι ήθελε να υπακούει στον μόνο Βασιλέα του ουρανού και της γης. 

Ο ανθύπατος Σατουρνίνος διέταξε να τον τεντώσουν στον τροχό, και όσο τον βασάνιζαν ο άγιος απηύθυνε προς τον Κύριο την ακόλουθη προσευχή: «Κύριε, προαιώνιε Θεέ, σου οφείλω χάρη ότι αξίωσας με να βαδίσω την οδό των όδύνων, την οποίαν ακολουθών βέβαιον είναι ότι θα φθάσω στην χώρα των ζώντων και θα βρεθώ μεταξύ εκείνων ους κατέστησες κληρονόμους των Σών επαγγελιών και ήδη χαίρουν αυτάς».

Όταν Ιουλιανός εξεστράτευσε κατά των Περσών το 362, στρατοπέδευσε στην Άγκυρα και του παρουσίασαν τον Βασίλειο, ο οποίος διακήρυξε ότι είναι χριστιανός και προείπε ότι ο Θεός, του οποίου είχε πρόσφατα ανατρέψει τα θυσιαστήρια, σύντομα θα ανέτρεπε τον αυτοκράτορα από τον θρόνο και ότι το πτώμα του θα έμενε άταφο και θα γινόταν αντικείμενο χλεύης και λοιδορίας. 

Ο Ιουλιανός έξαλλος έδωσε εντολή να κόβουν κάθε μέρα μια λωρίδα από το δέρμα του Βασιλείου και αφού υπέφερε επί πολλές ημέρες, ο άγιος ζήτησε να δει τον αυτοκράτορα με τον Ιουλιανό να πιστεύει ότι ήταν έτοιμος ο Βασίλειος να απαρνηθεί την πίστη του, και έτσι πήγε στον ναό του Ασκληπιού να ετοιμάσει θυσία. 


Μικρογραφία του Αγ. Ιερομάρτυρα Βασιλείου, Αγκύρας
από το Ετήσιο Μηνιαίο, 16ος αιώνας.

Μουσείο Εικόνων Recklinghausen, Γερμανία.
 
Μόλις όμως έφτασε μπροστά του, ο Βασίλειος ξεκόλλησε μια λωρίδα από τις σάρκες του, πού μόλις είχαν κόψει και κρεμόταν ακόμη πάνω στο σώμα, και την πέταξε κατά πρόσωπο στον Ιουλιανό λέγοντάς του: «Να, πάρε να φας αυτό το κομμάτι αφού σου αρέσει το κρέας. Και μάθε ότι για μένα ο θάνατος είναι κέρδος: για τον Χριστό είναι πού υποφέρω, Εκείνος είναι ή καταφυγή, το στήριγμα και ή ζωή μου!» 

Έξαλλος ο αυτοκράτορας διέταξε να τον κατακόψουν μέχρι βαθιά στα σωθικά του και όση ώρα τον βασάνιζαν ο άγιος προσευχόταν στον Κύριο να αξιωθεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα, χωρίς να χάσει την πίστη του, ώστε να γίνει δεκτός στην Βασιλεία των ουρανών.

Στην φυλακή πού τον έριξαν, τον επισκέφτηκε την νύχτα ο Χριστός και την επομένη, όταν ο άρχοντας Φρουμεντίνος τον έφερε για νέα ανάκριση, ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να κάμψει το φρόνημά του προτού ο Ιουλιανός αναχωρήσει για την Αντιόχεια, διαπίστωσε έκπληκτος ότι οι πληγές του Αγίου είχαν επουλωθεί. 

Φοβούμενος όμως περισσότερο την οργή του τυράννου παρά εκείνην του Θεού, διέταξε κραυγάζοντας να κατατρυπήσουν το σώμα του μάρτυρος με πυρωμένες σούβλες. 

Μέσα στον καπνό και την διαπεραστική οσμή της καμένης σάρκας ο άγιος Βασίλειος είπε αυτά τα λόγια: «Ιησού, φώς μου, Ιησού, ελπίς μου, ευχαριστώ Σε, Θεέ των πατέρων ημών, ότι εξήγες τέλος την έμήν ψηχήν έκ της χώρας του θανάτου. Μη επιτρέψεις να βεβηλωθεί το ιερό όνομα πού φέρω: Σού έστι, Κύριε, διαφύλαξέ το εντός μου καθαρό και ακηλίδωτο. Δέξου το πνεύμα του δούλου σου, πού πεθαίνει ομολογώντας ότι Σύ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός» και έτσι ξεψύχησε.

Η εκκλησία μας τιμά την μνήμη του στις 22 Μαρτίου.


Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΣΤΗΝ ΛΕΡΟ.

πηγή
Φυλάσσεται στην εκκλησία της Παναγίας του Μεσαιωνικού Κάστρου, στην Λέρο. 



Το προσκυνητάρι της Παναγίας του Κάστρου
πηγή
Στις 24 Δεκεμβρίου του 1522, μετά την πολιορκία της Ρόδου, υπογράφτηκε συνθήκη μεταξύ του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή και του Μεγάλου Άρχοντα των Ιπποτών Φίλιππου Βιλιέρου Ντε Λ' Ισλ - Αδάμ και η Λέρος, μαζί με όλες τις κτήσεις του Τάγματος στο Αιγαίο, πέρασε σε Οθωμανικά χέρια, έτσι οι Οθωμανοί έφτασαν στην Λέρο και εγκαταστάθηκαν στο νησί.

Ένα πρωί, οι Οθωμανοί στρατιώτες του Κάστρου είδαν μακρυά μέσα στο γιαλό μία βάρκα να πλέει μόνη της και να πλησιάζει στο λιμάνι του νησιού, στείλανε έτσι ένα απόσπασμα και όταν η βάρκα πλησίασε είδανε μέσα την εικόνα της Παναγίας μόνην της και δεξιά και αριστερά της να καίνε δύο καντήλια.

Καλέσανε τότε τους ιερείς του νησιού που πήγανε στο λιμάνι μαζί με πολλούς κατοίκους αφού μαθεύτηκε το γεγονός, πήρανε την εικόνα και την μετέφεραν στον μητροπολιτικό ναό της Λέρου, πιθανόν στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.

Στο σημείο που βρίσκεται η σημερινή εκκλησία της Παναγίας στο Κάστρο εκείνη την εποχή υπήρχαν στρατιωτικές αποθήκες των Τούρκων που φυλούσαν την πυριτιδαποθήκη τους (μπαρουτχανέ) και ένα πρωί που άνοιξαν την πόρτα της αποθήκες οι Τούρκοι στρατιώτες είδανε έκπληκτοι επάνω σε βαρέλι την εικόνα που είχανε παραδώσει στους ιερείς και είχανε τοποθετήσει στην μητρόπολη με τα δύο καντήλια αναμένα δεξιά και αριστερά.

Το Κάστρο της Λέρου
πηγή
Ενημέρωσαν τον διοικητή τους και αυτός θύμωσε αφού υπέθεσε ότι οι στρατιώτες τους χρηματίστηκαν από τους Έλληνες ιερείς να πάνε την εικόνα στην αποθήκη, έτσι ξανάστειλε την εικόνα πίσω στην Μητρόπολη όμως αυτό ξανάγινε 3 - 4 φορές και ο Τούρκος διοικητής έξαλλος παίρνει τα κλειδιά από τους στρατιώτες και αφού αλυσόδεσε την πόρτα της αποθήκης, την κλείδωσε και πήρε αυτός τα κλειδιά.

Την επόμενη το πρωί όμως όταν άνοιξε ο ίδιος την πόρτα της αποθήκης είδε έκπληκτος την εικόνα επάνω σε ένα βαρέλι με τα καντήλια αναμμένα και αναφώνησε: Θαύμα !! και μετά από αυτό έδωσε την άδεια και χτίστηκε ο ναός που φιλοξενεί σήμερα την εικόνα της Παναγίας του Κάστρου ενώ κατά μία άλλη παράδοση η εικόνα έφθασε με τον ίδιο τρόπο στο νησί της Λέρου κατά την εποχή της εικονομαχίας.

Ο Ναός της Παναγίας του Κάστρου στην Λέρο
Το Μεσαιωνικό Κάστρο της Λέρου βρίσκεται βορειοανατολικά του νησιού και σε ύψος 600 περίπου μέτρων από την θάλασσα, στο λόφο Απιτύκι (ή Πιτύκι) ενώ πήρε το όνομά του από το ναό της Θεοτόκου όπου είναι αποθησαυρισμένο το «Ιερό Παλλάδιο των Λερίων», η εικόνα της Παναγίας που έναν θαυμαστό τρόπο έφθασε στο νησί της Λέρου αλλά και εξίσου θαυματουργό τρόπο επέλεξε η ίδια η Παναγία το τόπο του ναού Της.

Σε χρυσόβουλο διάταγμα του αυτοκράτορα Αλεξίου Α' Κομνηνού με χρονολογία 1087 που σώζεται στη Μονή της Πάτμου το Κάστρο της Λέρου απαντάται με την ονομασία Κάστρο Παντελίου και είναι χτισμένο επάνω σε θεμέλια μιας Αρχαίας Ακρόπολης ενώ στη σημερινή του μορφή το διαμόρφωσαν οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννου μετά τους Βυζαντινούς του κτήτορες.

Το εσωτερικό του ναού της Παναγίας του Κάστρου στην Λέρο
Ο μονόχωρος ναός της Παναγίας αρχικά χτίστηκε τον 11ο αιώνα ενώ στην σημερινή του θέση οικοδομήθηκε μετά το 1669 και πρέπει να ανακαινίστηκε μάλλον αλλά και να διευρύνθηκε ως το 1719, χρονιά κατά την οποία εγκαινιάστηκε από τον μητροπολίτη Καρπάθου Νεόφυτο Γαιρμάνη ενώ διαθέτει ένα εξαιρετικά περίτεχνο χρυσοποίκιλτο τέμπλο, σπουδαίο Δεσποτικό θρόνο αλλά και εξαιρετικό Άμβωνα, κατασκευές όλες του 1745.

Μέσα στο χώρο του Κάστρου της Λέρου υπάρχει επίσης ο ναός της Αγίας Τριάδας με ορισμένα σπαράγματα τοιχογραφιών του 9ου αιώνα, ο ναός του Αγίου Νικολάου και ένας μεσαιωνικός ναός που πρόσφατα αφιερώθηκε στον "Άγνωστο Χριστιανό Μάρτυρα".

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας είναι του τύπου της Οδηγήτριας, μικρών διαστάσεων, φέρει επένδυση με ασήμι και άργυρο κατασκευής του 1732 αλλά και την χρονολογία φιλοτέχνησής της, το 728 ενώ πιθανολογείται ότι είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.

Επί αρχιερατείας Νεκταρίου Χατζημιχάλη αναπαλαιώθηκαν ο περιβάλλων χώρος και τα και ανεγέρθηκε ιδιαίτερος χώρος όπου συλλέχθηκαν και φυλάσσονται Ιερά Κειμήλια όλων των ναών του νησιού ενώ στον ίδιο χώρο φυλάσσεται και η προσωπική του βιβλιοθήκη.

Επίσης εδώ είναι αποθησαυρισμένη η περίφημη βιβλιοθήκη της Παναγίας του Κάστρου που περιέχει χειρόγραφα και παλαίτυπα που χρησιμοποιούσαν σε δύσκολες εποχές οι μαθητές της Σχολής του Μοναχού Δαμασκηνού ενώ σε παλαιό τάφο, στο κλίτος του ναού αναπαύεται εν ειρήνη μια σπουδαία οσιακή μορφή του 2Οου αιώνα η γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη.
 
Η σύναξη της Παναγίας του Κάστρου στην Λέρο εορτάζεται στις 15 Αυγούστου.



Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ "ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ".

πηγή

Φυλάσσεται στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Βάβλα της Κύπρου.

Λεπτομέρεια της Εικόνας, Τα φωτοστέφανα είναι χρυσά 
και ανάγλυφα με πλούσια διακόσμηση
Είναι έργο του 16ου αιώνα και σύμφωνα με τους ειδικούς αποδίδεται στο σπουδαίο Κύπριο ζωγράφο Λουκά από την Τόχνη, εικόνες του οποίου βρίσκονται και σε πολλές άλλες εκκλησίες της ορεινής Λάρνακας.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εικόνας είναι: Το βλέμμα της Παναγίας είναι διεισδυτικό και στρέφεται κατευθείαν στο θεατή ενώ είναι τυλιγμένη σφικτά με σκουρόχρωμο μαφόριο με φυτική διακόσμηση από βλαστούς και ρόδακες που καταλήγουν σε κόκκινα άνθη και κρατά το Χριστό με το αριστερό χέρι, ενώ φέρει τη δεξιά παλάμη το στήθος της.

Η μορφή του Χριστού είναι αυστηρή, ευλογεί με το δεξί, ενώ με το αριστερό κρατά ένα κλειστό ειλητάριο. Τα ρούχα Του είναι πολύ χαρακτηριστικά, με το ανοιχτόχρωμο με κόκκινη λεπτή διακόσμηση υποκάμισό και το χρυσοκέντητο ιμάτιο και στη μέση φορεί κόκκινη χρυσοκέντητη ζώνη.

Το εκκλησάκι της Αγάπης
πηγή
Τα φωτοστέφανα είναι χρυσά, ανάγλυφα, έχουν πλούσια διακόσμηση ενώ στο χρυσό φόντο της εικόνας υπάρχουν οι επιγραφές:      «Η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ» και  «ΙΣ ΧΣ».

Η εικόνα της Παναγίας της Αγάπης κλάπηκε πριν 75 περίπου χρόνια από άγνωστους ιερόσυλους κλέφτες, που θέλησαν να τη φυγαδεύσουν στο εξωτερικό. 

Μετά από θαυματουργική παρέμβαση της Παναγίας, οι ιερόσυλοι αποφάσισαν να μην προχωρήσουν στα ανίερα σχέδια τους. Έτσι, ένα βράδυ αποφάσισαν να την επιστρέψουν, τοποθετώντας την έξω από την πόρτα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και αφού κτύπησαν την καμπάνα, εξαφανίστηκαν. 

Το εσωτερικό από το εκκλησάκι της Αγάπης
πηγή
Οι κάτοικοι του χωριού Βάβλα, άκουσαν τις κωδονοκρουσίες και έτρεξαν απορημένοι μέσα στη νύχτα και αντικρύσανε την κλεμμένη εικόνα της Παναγίας τους, έξω από την πόρτα της εκκλησίας. 

Με μεγάλη ανακούφιση αλλά και μεγάλη ευλάβεια την πήρανε στα χέρια τους και την επανατοποθέτησαν με κατάνυξη στην θέση της εντός της εκκλησίας.

Στο χωριό Βάβλα επίσης βρίσκεται και ένα εξωκκλήσι με το όνομα "Παναγία της Αγάπης", δύο περίπου χιλιόμετρα βόρεια του χωριού που κτίστηκε το 1935 στη βάση ενός παλαιότερου ναΐσκου, πιθανόν, του 16ου αιώνα.

Η επιγραφή πάνω απο τη είσοδο της εκκλησίας
πηγή
Σε αυτό το εκκλησάκι, σύμφωνα με την παράδοση, ο άντρας ή η γυναίκα που επιθυμεί να την ερωτευτεί αυτός που αγαπά ή δεν βρίσκει την αναμενόμενη ανταπόκριση, τότε πηγαίνει στο εκκλησάκι. 

Εκεί υπάρχει το ιερό χώμα της Παναγίας, το οποίο βρίσκεται κάτω από ένα μάρμαρο, πίσω από την Αγία Τράπεζα, στην Παναγία της Αγάπης. 

Έπειτα πρέπει να πάρει μία μικρή ποσότητα από το ιερό χώμα, το οποίο θα πρέπει ο ενδιαφερόμενος να ρίξει στο νερό ή τον καφέ που θα πιει το πρόσωπο που θέλει να σε ερωτευτεί και τότε θα νιώσει την αιώνια αγάπη, για το πρόσωπο που του το έδωσε.

Επίσης λένε πως αν το επισκεφτείς με το ταίρι σου θα επισφραγίσει την αγάπη σας και θα μείνετε για πάντα ερωτευμένοι.

Στο εξωτερικό μέρος της εκκλησίας υπάρχει ένα δέντρο, στο οποίο είναι χαραγμένα διάφορα αρχικά ερωτευμένων ανθρώπων, ενώ στο εσωτερικό του ναού υπάρχουν φωτογραφίες ζευγαριών, κεριά σε σχήμα καρδιάς και γραμμένοι δεκάδες όρκοι αιώνιας αγάπης.



Πηγή: 1. Κυριάκος Παπαϊωάννου, Η Κατά Κίτιον Αγιογραφική Τέχνη, σ.156 - 157, Λάρνακα 2002. 2. Περιοδικό, Τα Λεύκαρα, σ.30, τεύχος αρ.55, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1996.



Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΡΕΥΜΑΤΟΚΡΑΤΟΡΙΣΣΑΣ.


Φυλάσσεται στον νάρθηκα του παλαιοχριστιανικού ναού της Παναγίας Αχειροποιήτου,  στην Θεσσαλονίκη. 



Η εικόνα όπως την έφεραν από την Ραιδεστό,
 το 1922 οι πρόσφυγες.
πηγή
Η ασημοκαλυμμένη σήμερα, εικόνα ήταν το παλλάδιο των Θρακιωτών και τιμούνταν ιδιαίτερα από όλους τους Θρακιώτες στην Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης, με εξαιρετικές τιμές και με λαμπρό πανηγύρι τη Δευτέρα της εβδομάδας της Διακαινησίμου, δηλαδή τη Δευτέρα μετά την Κυριακή του Θωμά.

Είναι του τύπου της Βρεφοκρατούσας, λαϊκής τέχνης έχει διαστάσεις: ύψος 1,07 μέτρα και πλάτος 0,77 μέτρα ενώ μετά την συντήρησή της το 1990, αποκαλύφθηκε ότι είναι μία αμφίπλευρη εικόνα και στην πίσω πλευρά από την αργυροστόλιστη πρόσοψή της με την Παναγία υπάρχει και δεύτερη αγιογραφία με τη Σταύρωση του Χριστού.

Στην κύρια όψη εικονίζεται η Θεοτόκος Οδηγήτρια και με την αφαίρεση της επένδυσης αποκαλύφθηκαν οι επιγραφές Μ(ΗΤΗ)Ρ – Θ(ΕΟ)Υ Η ΡΕΒΜΑΤΟΚΡΑΤΟΡΙCA και I(ΗCOY)C - X(ΡΙCΤΟ)C O ΕΜΑΝΟΗΛ.

Τα τεχνοτροπικά γνωρίσματα αυτής της όψης οδηγούν στις αρχές του 17ου αιώνα ενώ η σύγκριση με εικόνες του 17ου αιώνα στο Σκευοφυλάκιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου υποδεικνύει μια τέχνη που ωρίμασε μακριά από τις επιδράσεις της Κρητικής Σχολής, σε έναν χώρο που μετέπλασε τη βίαια διακοπείσα εξέλιξη της παλαιολόγειας παράδοσης, συμβαδίζοντας με τη ζωγραφική του βόρειου ελλαδικού χώρου. 

Η μπροστινή όψη της αμφιπρόσωπης εικόνας χωρίς την ασημένια
επένδυση και μετά τον καθαρισμό της.


Στη δευτερεύουσα όψη, που είναι προγενέστερη, εικονίζεται η Σταύρωση, ο Χριστός, φορώντας διαφανές περίζωμα, πλαισιώνεται από τις συμμετρικές μορφές της Παναγίας και του Ιωάννη ενώ δύο άγγελοι ίπτανται θρηνώντας. 

Η όλη παράσταση και η τυπολογία των μικρών και απρόσεχτων γραμμάτων στις επιγραφές – Ο ΒΑCIΛΕΥC Τ(ΗC) ΔΟΞ(ΗC), I(ΗCOY)C - X(ΡΙCΤΟ) C, Μ(ΗΤΗ)Ρ - Θ(ΕΟ)Υ, Ο ΑΓ(ΙΟC) IΩ(ΑΝΝΗC) Ο ΘΕΟΛΟΓ(ΟC) – υποδεικνύουν έργο τοπικού επαρχιακού εργαστηρίου που κινείται στη σφαίρα της ζωγραφικής της Κωνσταντινούπολης των τελευταίων δεκαετιών πριν από την Άλωση, δηλαδή στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα.

Σύμφωνα με την παράδοση πήρε το όνομα "Ρευματοκρατόρισσα" ή "Ρευματοκράτειρα" που σημαίνει η Παναγία που κράτησε τα ρεύματα από ένα συγκλονιστικό θαύμα:

Η Ραιδεστός στην Ανατολική Θράκη είχε στην περιοχή τής Εκκλησίας της Παναγίας Ρευματοκρατείρας, τρία μεγάλα «ρέμματα», δηλαδή ποτάμια, χειμάρρους, που κατά καιρούς, όταν έβρεχε, τραβούσαν τα νερά των βροχών. 

Η πίσω πλευρά της αμφιπρόσωπης εικόνας απεικονίζει
την Σταύρωση του Χριστού, όπως φαίνεται σήμερα
μετά τον καθαρισμό της εικόνας 1986 - 1990.
Κάποτε λοιπόν, Μάιο μήνα, έπιασε μεγάλος κατακλυσμός, κινδύνεψαν όχι μόνο σπίτια και άνθρωποι, αλλά και η Εκκλησία της Παναγίας καθώς και το Αγίασμά της, έτσι πολλοί κάτοικοι της Ραιδεστού, θυμήθηκαν την Παναγία. 

Πήραν την Εικόνα της Παναγίας, Κλήρος και λαός και βγήκαν μέσα στη βροχή και κάτω από την απειλή να πνιγούν από τούς πλημμυρισμένους ποταμούς. 

Σήκωσαν τήν Εικόνα με παρακλήσεις και προσευχές, έκαναν λιτανία καί δεήσεις κοντά στα ρεύματα καί θαυματουργικά η Παναγία ἡ Ρευματοκράτειρα κ ρ ά τ η σ ε, σταμάτησε την βροχή, την ορμή των χειμάρρων ενώ άλλαξε και τήν ροή τους, σώζοντας, την Ραιδεστό ολόκληρη, από την καταστροφή.

Σε ένα δεύτερο θαύμα αναφέρεται η θεραπεία ενός τυφλού Αυστριακού άρχοντος.

Μεταβαίνοντας αυτός στην Κωνσταντινούπολη προς θεραπεία του, παραπλέοντας τη Ραιδεστό, είδε στην αρχή μία φλόγα και μετά την Παναγία η οποία τον προέτρεψε να μεταβεί στον τόπο, όπου έβλεπε τη φλόγα, να προσκυνήσει την Εικόνα Της και να νιφθεί στο αγίασμα, όπως και έκανε και αποκαταστάθηκε πλήρως η όρασή του. 

Ο Άγιος Γρηγόριος Καλλίδης 
Αφού ευχαρίστησε και δόξασε την Παναγία, όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, έστειλε χρήματα, με τα οποία κτίσθηκε μεγαλύτερος Ναός, ο οποίος σώζονταν μέχρι το 1894, όταν κατεδαφίσθηκε και αυτός για να ανεγερθεί ακόμη μεγαλύτερος Ναός. 

Σε αυτόν οι Ραιδεστηνοί τιμούσαν την Θεοτόκο και τελούσαν ανάμνηση των θαυμάτων Της, μέχρι το 1922, όταν οι Έλληνες αναγκάστηκαν να εκκενώσουν την Ανατολική Θράκη.

Το 1922 οι Ραιδεστηνοί με επικεφαλής τον ποιμενάρχη τους, Άγιο Γρηγόριο Καλλίδη, μητροπολίτη Ηρακλείας και Ραιδεστού (και πρώην Θεσσαλονίκης που αγιοκατατάχθηκε το 2003), ο οποίος ευλαβούνταν ιδιαίτερα την Εικόνα αυτή της Παναγίας, την μετέφεραν στην Θεσσαλονίκη.

Την εικόνα, που ήτανε η Πολιούχος της Ραιδεστού, οι Θρακιώτες πρόσφυγες την εναπόθεσαν στην παλαιοχριστιανική εκκλησία της Αχειροποιήτου, που μέσα εκεί έστησαν και το πρώτο προσφυγικό σπιτικό τους πολλές οικογένειες όταν έφτασαν στη Θεσσαλονίκη και τιμούν και σήμερα οι απόγονοι των Θρακιωτών, στην Αχειροποίητο ενώ στην λειτουργία και την πανθρακική δοξολογία οι Ραιδεστινοί και άλλοι Ανατολικοθρακιώτες γιορτάζουν με λαμπρότητα τη μνήμη της.

Ο ναός της Αχειροποιήτου έγινε το πρώτο σπίτι
των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη και εκεί
εναπόθεσαν και την θαυματουργή εικόνα της
Παναγίας Ρευματοκρατόρισσας.
Ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου (1927 – 1985), με καταγωγή από την Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης, γράφει για τη θρακιώτικη εικόνα στο αφήγημά του «Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα», στη συλλογή διηγημάτων του «Η σαρκοφάγος»: «Τη Ρευματοκρατόρισσα τη φέραν οι παπούληδές μας από μια πολιτεία της Προποντίδας. Την άρπαξαν μια Κυριακή πρωί και φύγαν πάνω στ’ άλογα. Ο δεσπότης δεν πρόλαβε να βγάλει τα άμφιά του, σαν ήρθε η είδηση πως έφτασαν οι τσέτες. Πρόσταξε μοναχά τον κόσμο να πάρει τα βουνά. Κρύφτηκαν σ’ ένα σπήλαιο βαθύ και γλίτωσαν. Ήταν έμπειροι σ’ αυτά και από καιρό για όλα προετοιμασμένοι. Σε δυο τρεις μέρες, τραβώντας συνεχώς κατά τα δυτικά, έφτασαν στον Έβρο και διάβηκαν σα λιτανεία το ρεύμα. Η Ρευματοκρατόρισσα συγκράτησε και πάλι το πολύ νερό… Την έφεραν τελικά στην Αχειροποίητο, όπου στρίμωξαν τους πρόσφυγες και την τοποθέτησαν στη θέση του ιερού… Εκτός από την εικόνα της Παναγίας Ρευματοκρατόρισσας, σχεδόν τίποτα άλλο δεν απομένει από κείνη τη γενιά. Όσο την κοιτάζω τόσο θαρρώ πως βλέπω στο πρόσωπό της τη γιαγιά μου. Έτσι θα ήταν, βέβαια, και η προγιαγιά μου. Οι άνθρωποι μοιάζουν στις δικές τους περιοχές. Είναι νέα όμως η εικόνα και όμορφη και στο δέρμα κεραμιδιά, σαν να βουτήχτηκε, πράγμα διόλου απίθανο, σε αιμάτινο ποτάμι…».

Η Σύναξη της Παναγίας Ρευματικρατόρισσας ή Ρευματοκράτειρας τιμάται την Δευτέρα μετά την Κυριακή του Θωμά.


Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑΣ, ΣΙΚΙΝΟΣ.

πηγή


Είναι η προστάτιδα του νησιού της Σικίνου και για την εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Θεοτόκου, γράφει ο πρωτοπρεσβύτερος Σπυρίδων Βουρλάκος, Αρχιερατικός Επίτροπος Σικίνου.

Λεπτομέρεια της εικόνας
«Τα παλιά τα χρόνια, στο μικρό νησί της Σίκινου, που βρίσκεται μεταξύ των νησιών Ίου και Φολεγάνδρου και βόρεια της Σαντορίνης, υπήρχαν πολλές ιδιόκτητες εκκλησίες, οι οποίες είχαν και τον εφημέριό τους.

Στον εφημέριο λοιπόν μίας εξ αυτών των εκκλησιών, που ήταν αφιερωμένη στον Τίμιο Πρόδρομο, συνέβη το παρακάτω θαυμαστό γεγονός.

Ένα βράδυ είδε στον ύπνο του μία θαυμάσια και μεγαλοπρεπή γυναίκα, η οποία τον προέτρεπε να πάει στο βόρειο μέρος του νησιού, στη θέση του Καρρά, στο αυλάκι να την παραλάβει. 


Το πρωί ο Ιερέας διηγήθηκε το όνειρό του στην πρεσβυτέρα και η οποία όμως τον συμβούλευσε να μην δίνει προσοχή στα όνειρα. Αυτό το όνειρο επαναλήφθηκε και την επομένη βραδιά και ο Ιερέας πάλι επηρεασμένος από την αποτροπή της πρεσβυτέρας του, αδιαφόρησε. Την τρίτη βραδιά παρουσιάστηκε και πάλι η οπτασία αυτής της θαυμαστής γυναίκας, η οποία τον έλεγξε για την απιστία του και του είπε ότι αν δεν πάει, θα πάθει μεγάλο κακό.

Η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στη Σίκινο
Έντρομος ο Ιερέας ξύπνησε, φόρεσε το ράσο του και χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα, έφυγε αμέσως για το μέρος που του είχε υποδείξει η γυναίκα στον ύπνο του. 

Μόλις έφτασε στο μέρος εκείνο, που ήταν βραχώδες και παραθαλάσσιο, είδε φως (σαν καντήλι) πάνω στη θάλασσα και κοντά στην ακτή. 

Όταν πλησίασε, αντί του φωτός είδε μία εικόνα που στεκόταν όρθια πάνω στη θάλασσα.

Αμέσως έβγαλε τα υποδήματά του, ανασκούμπωσε το ράσο του και μπήκε στη θάλασσα για να πιάσει την εικόνα. Όσο όμως ο ιερέας πλησίαζε, τόσο απομακρύνονταν η Αγία Εικόνα στη θάλασσα. Ενώ συνέχισε κολυμπώντας, όλες οι προσπάθειες απέβαιναν μάταιες.

το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο με τις εικόνες
μεταβυζαντινής τέχνης Κρητικής Σχολής. 
Απελπισμένος ο Ιερέας βγήκε από τη θάλασσα και αναχώρησε για την κωμόπολη. 

Εκεί ανακοίνωσε το γεγονός και με κωδωνοκρουσίες όλοι οι ιερείς ενδεδυμένοι με τα άμφιά τους καθώς και ο λαός με λαμπάδες και εξαπτέρυγα αναχώρησαν για το προαναφερθέν σημείο και είδαν την αγία εικόνα να στέκεται όρθια επί της θαλάσσης. 

Τότε ο ιερέας που είχε δει το όραμα, γονάτισε και προσευχήθηκε. 

Έτσι μπόρεσε και παρέλαβε από τη θάλασσα την Αγία Εικόνα της Θεοτόκου και στην συνέχεια εν πομπή και με ψαλμούς μετέφεραν την αγία εικόνα της Θεοτόκου στην εκκλησία του Αγίου Προδρόμου, όπου ήταν εφημέριος ο Ιερέας και
την επομένη όμως το πρωί η εικόνα δεν ήταν στο ναό που την είχαν εναποθέσει και όλοι οι κάτοικοι ανησύχησαν ότι κάποιοι έκλεψαν το Ιερό Εικόνισμα.

Το εικονοστάσι της Εικόνας της Παναγίας
Κατόπιν ερευνών βρέθηκε η εικόνα στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στο κέντρο της κωμόπολης στη θέση Κάστρο, όρθια πάνω σε στασίδι, παραπλεύρως της αριστεράς θύρας του Ταξιάρχη.

Τότε άρχισε φιλονικία μεταξύ των ιδιοκτητών των δύο εκκλησιών, η δε εικόνα όμως μετεφέρθη και πάλι στην προηγουμένη εκκλησία και αυτό το γεγονός επαναλήφθηκε και την επομένη νύχτα και αποφάσισαν τότε να μείνουν το βράδυ στο γυναικωνίτη κρυμμένοι δύο άντρες για να δουν ποιός παίρνει την εικόνα. 

Τα μεσάνυχτα άκουσαν να ανοίγει η κλειδωμένη πόρτα της εκκλησίας και η εικόνα να φεύγει μόνη της και να εισέρχεται στην άλλη εκκλησία. Τότε κατανόησαν την θέληση της Θεοτόκου να παραμείνει στην άλλη εκκλησία και ανακοίνωσαν στον λαό την θαυματουργό μετάβασή της. 
 
Έτσι αποφάσισαν οι κάτοικοι να παραμείνει στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, όπου μέχρι σήμερα βρίσκεται ενθρονισμένη. 
 
Ο ιδιοκτήτης του ναού σε ένδειξη σεβασμού προς την Θεοτόκο κατασκεύασε ξύλινο θρόνο και την τοποθέτησαν στο αριστερό μέρος του ναού, τον οποίο η ίδια η Παναγία είχε επιλέξει"

Η Σύναξη της ιεράς εικόνας της Παναγίας Παντανάσσης τελείται με ιδιαίτερο τυπικό την ημέρα της ευρέσεώς της, Α´ Κυριακή των Νηστειών, της Ορθοδοξίας».



Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΠΑΤΜΩ.

πηγή

Φυλάσσεται στο μικρό φερώνυμο Παρεκκλήσιο του Οσίου Χριστοδούλου, στη Νοτιοδυτική πλευρά του Καθολικού της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Το σημείο της Λάρνακας που φαίνεται η Κάρα του Οσίου
πηγή
Η Λάρνακα είναι  φτιαγμένη από ξύλο, και καλύπτεται στην πρόσοψη και την επάνω επιφάνεια με αργυρά επενδύματα, τα οποία φέρουν καλλιτεχνικά έκγλυφα επιχρυσωμένα, στην επιφάνεια και στο κέντρο της με την Σταύρωση του Κυρίου, στις δε γωνίες της τούς τέσσερις Ευαγγελιστές, μέσα σε στρογγυλά πλαίσια.

Στην πρόσοψη υπάρχει, έκγλυφος, η Κοίμηση του Οσίου που περιστοιχίζεται από πολλούς μοναχούς, Ιερομονάχους και Διακόνους και ενός Ηγουμένου που όλοι φέρουν τις ιερατικές τους στολές ενώ στη μια γωνία είναι ο Ιωάννης ο Θεολόγος με το Σύμβολό του και στην άλλη ο Πρόχορος ο μαθητής του.

Στο τμήμα πού προεξέχει πάνω από την επιφάνεια της Λάρνακας, το οποίο αποτελείται από αργυρά ελάσματα με ανάγλυφα άνθη, υπάρχει αργυρό κάλυμμα, πάνω στο οποίο υπάρχει άλλο μικρότερο (με ανάγλυφο επιχρυσωμένο Σταυρό), κάτω από το οποίο υπάρχει προσαρμοσμένη γυάλινη πλάκα, κάτω από την οποία φαίνεται η Κεφαλή του Οσίου. 

Η Τιμία Κάρα του Οσίου Χριστοδούλου
πηγή
Η Λάρνακα αυτή φτιάχτηκε στη Σμύρνη με δαπάνες του Καθηγουμένου τής Μονής Παρθενίου Χατζήκου Φωκιανού το 1796.

Ο Όσιος Χριστόδουλος γεννήθηκε σε μία κωμόπολη κοντά στη Νίκαια της Βιθυνίας γύρω στο 1020 από γονείς ευσεβείς, τον Θεόδωρο και την Αννα ενώ το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης.

Από πολύ νέος επιθύμησε να αφοσιωθεί στην μοναχική ζωή και αρχικά ασκητεύει σε κάποια Μονή στον Όλυμπο της Βιθυνίας, όπου μετά από λίγο καιρό εκάρη Μοναχός.

Στη συνέχεια μεταβαίνει στη Ρώμη και αργότερα επισκέπτεται τους Αγίους Τόπους και την έρημο της Παλαιστίνης, αλλά η προέλαση των Τούρκων τον αναγκάζει να μεταβεί στο όρος Λάτρος κοντά στη Μίλητο της Μικράς Ασίας (1076 - 1079).

Εκεί ιδρύει μοναστήρι με πολλούς μοναχούς και δημιουργεί μία αξιόλογη βιβλιοθήκη, όμως νέες επιδρομές αλλοφύλων τον αναγκάζουν να μεταβεί στο όρος Στρόβιλος της Λυκίας (1709 - 1080) και στη συνέχεια στην Κω, όπου ιδρύει το μοναστήρι της Παναγίας (1080 - 1088).

Ο Όσιος Χριστόδουλος
Κτήτορας της Μονής Πάτμου
πηγή
Το 1080 εγκαταλείπει την Κω και αναζητεί τόπο έρημο για να συνεχίσει τους ασκητικούς του αγώνες και έτσι φτάνει στο έρημο και άνυδρο νησί της Πάτμου, το οποίο του παραχωρείται με χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού.

Στην Πάτμο, όπου το 95 ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει την Αποκάλυψη, ιδρύει το 1088 μοναστήρι επ’ ονόματι του αγαπημένου μαθητού του Κυρίου, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού. 

Το μοναστήρι αυτό αποτέλεσε το μεγάλο έργο της ζωής του, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο το άσημο και άγονο νησί της Πάτμου σε Ιερό Νησί και σε τόπο παγκόσμιας πνευματικής και ιστορικής ακτινοβολίας. 

Η φήμη του Οσίου εξαπλώνεται παντού, αφού με τη χάρη του Θεού και την αδιάλειπτη προσευχή επιτελεί θαύματα.

Στις 8 Μαΐου του 1091 καταστρώνει την περίφημη «Υποτύπωση», στην οποία καταγράφονται κανόνες, που ρυθμίζουν τη ζωή του μοναστηριού και των μοναχών αλλά το 1093 εγκαταλείπει την Πάτμο εξαιτίας των αλλεπάλληλων τουρκικών επιδρομών. 

Κατέπλευσε στον Εύριπο της Εύβοιας, όπου κάποιος πλούσιος ευσεβής κάτοικος του προσέφερε πολυτελή οικία να μείνει, την οποία ο Χριστόδουλος όμως την μετέτρεψε σε Μοναστήρι αλλά δεν θέλησε να μείνει στην Μονή. 

Το παρεκκλήσι του Οσίου Χριστοδούλου
πηγή
Η πολυτέλεια δεν ταίριαζε στην ασκητικότητά του και  εγκαταστάθηκε σε ένα σπήλαιο δυτικά της Λίμνης Ευβοίας, όπου μέχρι σήμερα σώζεται η σκήτη του Οσίου.

Στις 10 Μαρτίου του 1093 αισθανόμενος το τέλος του γράφει τη διαθήκη του, στην οποία περιγράφει τα τρομερά δύσκολα χρόνια στην Πάτμο, την λιποψυχία των πολυάριθμων συντρόφων του παρά την πρόοδο του έργου του αλλά και τη φυγή τους στην Εύβοια. 

Μάλιστα για να έχει ισχύ και κύρος η διαθήκη του κάλεσε επτά αξιωματούχους της επισκοπής Ευρίπου (Χαλκίδος) για να την υπογράψουν και αναφέρονται μάλιστα οι εξής: «Λέων πρεσβύτερος και σακελάριος της πόλεως Ευρίπου, Ιωάννης πρεσβύτερος και νοτάριος της καθέδρας Ευρίπου, Μιχαήλ… της καθέδρας Ευρίπου, Βασίλειος ο ευτελής διάκονος… και νοτάριος Ευρίπου κ.ά.» 
.
Ο ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ.
ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΜΟΥ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 17ου ΑIΩΝΑ, ΜΕ ΣΠΑΝΙΟ ΘΕΜΑ 
ΣΕ ΞΥΛΟ ΜΕ ΥΦΑΣΜΑ, ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ 19,4X25,5 CM. ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΠΟΘΕΤΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΣΤΙΣ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ, ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΜΙΔΗΣ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ. 


Το Χρυσόβουλο του Αλεξίου Α' του Κομνηνού.
Η πρωτότυπη υπογραφή μέ κιννάβαρη (κόκκινη μελάνη
που υπέγραφαν μόνο οι αυτοκράτορες ) στό σπουδαιότερο
έγγραφο τής Μονής μέ τό οποίο παραχωρείται και δωρίζεται
η Πάτμος καί τά γύρω νησιά (Λειψοί - Αρκιοί - Αγαθονήσι)
στόν Όσιο Χριστόδουλο με σκοπό νά ιδρύσει τή Μονή του
Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

πηγή
Στις 16 Μαρτίου του 1093 (ημέρα κατά την οποία εορτάζεται η μνήμη του), κοιμήθηκε ειρηνικά αφήνοντας την εντολή στους συντρόφους του να συνεχίσουν το έργο του στην Πάτμο και να μεταφέρουν το λείψανό του στο πολυαγαπημένο του νησί.

Το σκήνωμά του μεταφέρθηκε σύμφωνα με την επιθυμία του στη Μονή της Πάτμου στις 21 Οκτωβρίου του 1094 (ημέρα κατά την οποία εορτάζεται η ανακομιδή του λειψάνου του) και τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη λάρνακα στο δεξιό μέρος του εσωνάρθηκα της Μονής, όπου κατόπιν οι μοναχοί έκτισαν παρεκκλήσιο προς τιμήν του Οσίου.

Αργότερα το θαυματουργό λείψανό του τοποθετήθηκε σε αργυροχρυσοεπένδυτη λάρνακα, που φέρει τη χρονολογία 1796.

Ο Όσιος Χριστόδουλος με την πνευματική του παρουσία και το πλούσιο έργο του έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην εκκλησιαστική ζωή και ιστορία της Πάτμου σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί κάτοικοι του νησιού, αλλά και των γειτονικών νησιών της Σάμου και της Λέρου να φέρουν μέχρι σήμερα το όνομα του θαυματουργού Οσίου. 

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 16 Μαρτίου και την ανακομιδή των λειψάνων του στις 21 Οκτωβρίου.