Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ ΤΟΥ "ΜΠΡΙΜΠΗ".


Φυλάσσεται στον ομώνυμο Ιερό Ναό της Μαγουλίτσας στην Καρδίτσα. 



Ο Ιερός Ναός της Παναγίας Φανερωμένης 
στην Μαγουλίτσα
Βόρεια του χωριού Φαναρίου, ήτανε ο οικισμός του Μπρίμπεη, με εξήντα οικογένειες και την εκκλησία της Παναγίας Φανερωμένης.

Για την ίδρυση του συνοικισμού δεν γνωρίζουμε πολλά, οι κάτοικοι ενώθηκαν με το χωριό Μαγουλίτσα και η εκκλησία τους έμενε σαν ξωκλήσι του ενώ εκεί, υπήρχε και υπάρχει μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας.

Η εκκλησία κάηκε πολλές φορές από τους Τούρκους, το 1800 όμως κτίστηκε εκ νέου και αγιογραφήθηκε, από τον μπέη του Φαναρίου, που όμως αυτός ο μπέης θέλησε να καταστρέψει την εικόνα στέλνοντας στρατιώτες με την εντολή: «πάτε να καταστρέψετε αυτήν την εικόνα της Μαυρομάτας».

Υπακούοντας οι στρατιώτες, κατέβηκαν με τ’ άλογά τους για να πάνε προς την εκκλησία και λίγο πριν φθάσουν εκεί έπρεπε να περάσουν το μικρό ποταμάκι που κυλούσε τα νερά του, στην προσπάθειά τους όμως να περάσουν το ποτάμι, γιατί δεν υπήρχε γέφυρα, η Μεγαλόχαρη έκανε το θαύμα της και το ποτάμι φούσκωσε ξαφνικά και οι άτυχοι στρατιώτες πνίγηκαν μέσα στα θολά νερά του. 

Το ποτάμι δίπλα στον Ναό στο οποίο πνίγηκαν οι
Τούρκοι στρατιώτες του Μπέη
Εκνευρισμένος ο μπέης στέλνει άλλη ομάδα με επικεφαλής τον υπασπιστή του αλλά το ίδιο έπαθε και αυτή. 

Το μίσος και η οργή τον κυρίευσαν όμως μετά από λίγο καιρό αρρωσταίνει βαριά ο μικρός γιος του και οι γιατροί τον είχαν ξεγράψει.

Η γυναίκα του, που κατά βάθος συμπαθούσε την Παναγία, γιατί είχε ακούσει να γίνονται πολλά θαύματα, του είπε να πάνε το παιδί στην εκκλησία και να παρακαλέσουν την Παναγία να το κάνει καλά αλλά ο μπέης στην αρχή ήταν αμετάπειστος. 

Μπροστά στον κίνδυνο όμως να χάσει το αγαπημένο του παιδί ενέδωσε, ανεβαίνει στο άλογο καβάλα, παίρνει στην αγκαλιά του το άρρωστο παιδί και ξεκίνησε για την εκκλησία, φτάνοντας μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε προς την θαυματουργή εικόνα και η Μεγαλόχαρη αμέσως έκανε το θαύμα της αφού το παιδάκι, εκεί που ήταν ετοιμοθάνατο πετάχτηκε όρθιο και άρχισε να τρέχει γεμάτο υγεία. 

Ο Μπέης έταξε να κτίσει την εκκλησία ξανά υπό τον όρο να πάρει το όνομά του, να ονομάζεται δηλαδή Μπρι-μπεη, (Μπρίμπη) κάτι που δέχτηκαν οι κάτοικοι και έτσι κτίστηκε η εκκλησία που από τότε γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 23 Αύγουστου, στα εννιάμερα από την κοίμηση της. 

Πιστοί από τα γύρω χωριά μαζεύονται να προσκυνήσουν την θαυματουργή εικόνα ενώ παλιά πολλοί ήταν αυτοί που κοιμόντουσαν εκεί την παραμονή το βράδυ και οι ενορίτες μαγειρεύουν το καθιερωμένο κρέας με πλιγούρι, εκτός αν είναι νηστεία, και το προσφέρουν στους πιστούς.



Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

ΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΗΠΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΗΡΥΚΟΥ.


Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, στην Αθήνα.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Πόδι του νηπιομάρτυρα Κηρύκου στην
Νέα Μονή της Χίου.
Φωτογραφία του π. Ν.Κ.
πηγή
Η αγία Ιουλίττα καταγόταν από τα μέρη του Ικονίου της Μικράς Ασίας, έμεινε σε νεαρή ηλικία χήρα και είχε αφιερώσει τη ζωή της στη φροντίδα του 3χρονου νηπίου της, του Κήρυκος.

Ζούσαν στα χρόνια του Διοκλητιανού (285 - 305) ο οποίος είχε κηρύξει το φοβερότερο διωγμό κατά των Χριστιανών.

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως τα ειδωλολατρικά ιερατεία και ιδιαίτερα οι μάντεις, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην κήρυξη του διωγμού αυτού αφού οι ιερείς – μάντεις των μαντείων της Μικράς Ασίας, του Κλαρίου και Διδυμαίου Απόλλωνα, διαμήνυσαν στο θρησκόληπτο Διοκλητιανό πως οι «θεοί» ήταν θυμωμένοι, διότι το κράτος ανέχονταν την ύπαρξη των Χριστιανών που δεν θυσίαζαν και δεν τους λάτρευαν και τον έπεισαν έτσι να αρχίσει τους διωγμούς, οι οποίοι είχαν εξελιχτεί σε γενοκτονία για τους Χριστιανούς. 

Οι Άγιοι Μάρτυρες Κήρυκος και Ιουλίττα
Εικὀνα βυζαντινή τού 15ου αιὠνα, στο Καθολικό
τού Πρωτάτου. Καρυές,  Άγιον Όρος
πηγή
Το Ικόνιο, που ζούσε η αγία Ιουλίττα, βρισκόταν πολύ κοντά στην Νικομήδεια, που είχε έδρα ο Διοκλητιανός και έτσι για μεγαλύτερη ασφάλεια, έφυγε με τον μικρό 3ετή Κήρυκο για τη Σελεύκεια και αργότερα στην Ταρσό της Κιλικίας. 

Εκεί όμως συνελήφθη από τον τοπικό έπαρχο Αλέξανδρο και οδηγήθηκε σε βασανιστικές πιέσεις να αρνηθεί την πίστη της, έχοντας μαζί της και τον Κήρυκο όμως ομολόγησε με θαυμαστό θάρρος και παρρησία την πίστη της στο Χριστό. 

Ο Κήρυκος στεκόταν δίπλα στη μητέρα του, ατάραχος και ομολογούσε και αυτός ταυτόχρονα την πίστη του ψελλίζοντας συνεχώς το όνομα του Χριστού και όταν κατάλαβε ότι απειλούνταν η ζωή της μητέρας του πήγε κοντά στον έπαρχο και του κλώτσησε ελαφρά το πόδι. 

Οργισμένος ο έπαρχος άρπαξε το παιδί και το εκσφενδόνισε με όλη τη δύναμή του από τη σκάλα του βήματος, ο Κήρυκος κύλησε με ορμή στα σκαλοπάτια, τραυματίστηκε βαριά και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.

Μαρτύριο Αγίων μαρτύρων Κηρύκου και Ιουλίττης,
Τοιχογραφία τού 1547 στην Ι. Μ. Διονυσίου, 
Αγιον Όρος. 
Έργο τού αγιογράφου Τζώρτζη (Ζώρζη) Fuca
Η Ιουλίττα δοκίμασε μεγάλο πόνο στην ψυχή της όμως μια πρωτοφανής γαλήνη την κυρίευσε, όταν σκέφτηκε ότι την αξίωσε ο Θεός να γίνει μητέρα Μάρτυρα

Δεν έχασε την ψυχραιμία της και με ήρεμο και ειρηνικό τρόπο συνέχιζε να ομολογεί τη χριστιανική της πίστη και παράλληλα έλεγξε την άνανδρη πράξη του επάρχου, ο οποίος ξέσπασε την οργή του και τον φανατισμό του στο άκακο νήπιο. 

Ακούγοντας όλα αυτά ο έπαρχος διέταξε να τη βασανίσουν φρικτά και στο τέλος να την αποκεφαλίσουν και αφού υπέστη απίστευτης αγριότητας βασανιστήρια ο δήμιος της έκοψε το κεφάλι και η αγία της ψυχή φτερούγησε στα ουράνια, κάτω από το θρόνο του Θεού, για να συναντήσει το ηρωικό βλαστάρι της, για να ζουν αιώνια μαζί και να συμβασιλεύουν με το Χριστό.



Τοιχογραφία του Αγίου Νηπιομάρτυρα Κηρύκου.
Μετά τον αποκεφαλισμό της Ιουλίττας, το ιερό λείψανό της ρίχθηκε στον τόπο, όπου βρισκόταν το λείψανο και του τρίχρονου γιου της, του Κηρύκου. 

Την επόμενη νύχτα δύο υπηρέτριες πήγαν και παρέλαβαν κρυφά τα ιερά λείψανα και τα τοποθέτησαν σε ένα σπήλαιο έξω από την πόλη της Ταρσού. 

Μετά τους διωγμούς η μία υπηρέτρια αποκάλυψε τα ιερά λείψανα των ενδόξων μαρτύρων Κηρύκου και Ιουλίττης, τα οποία σήμερα φυλάσσονται σε διάφορες ιερές μονές. 

Στην ιερά μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους φυλάσσεται μέρος της Τιμίας Κάρας του Αγίου Κηρύκου, μέρος της Τιμίας Κάρας του Αγίου Κηρύκου επίσης φυλάσσεται στη Μονή Ρουσάνου Μετεώρων σε αργυρή λειψανοθήκη του 1744, στην ιερά μονή Διονυσίου Αγίου Όρους, φυλάσσεται τμήμα του δεξιού ποδός του τρίχρονου νηπίου κ.α.

Η μνήμη τους τιμάται στις 15 Ιουλίου.


Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΙΟΥ.

πηγή

Φυλάσσεται με μέρος του δέρματός του, ευωδιασμένο, στην Ιερά Μητρόπολη Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς, στην Θεσσαλονίκη και μάλιστα .
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).
Άγιοι Ευγένιος, Ουαλεριανός, Κανίδιος και Ακύλας.
Ο άγιος Eυγένιος φέρει χρυσό φωτοστέφανο αντί βαθυκύανο.
Φορητή εικόνα διπλής όψης, 
δώρο από τον Αλέξιο Γ΄ Μεγάλο
Κομνηνό, γύρω στα 1375, Mονή Διονυσίου, Άγιον Όρος.
Ο Άγιος Ευγένιος, γεννήθηκε, έζησε και μαρτύρησε στην Τραπεζούντα, το 290 ή 292, μαζί με τους μάρτυρες Κανίδιο, Ουαλεριανό και Ακύλα.

Ο Χριστιανισμός τον 4ο αιώνα είχε εξαπλωθεί σε όλο τον Πόντο, όμως στα χρόνια του Αγίου Ευγενίου του Τραπεζούντιου, τον 3ο αιώνα, ήταν πολύ δύσκολη η παραδοχή μιας νέας για τον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο πίστης, οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός είχαν εξαπολύσει σκληρούς διωγμούς κατά των χριστιανών και το 290 οι Εθνικοί της Τραπεζούντας είχαν καταγγείλει και τους τέσσερις στον έπαρχο της Καππαδοκίας Δούκα Λυσία και της Αρμενίας Αγρικόλαο.

Εκείνη την εποχή, λατρευόταν με ιδιαίτερη τιμή από τους εθνικούς Τραπεζούντιους ο εξελληνισμένος θεός της Ανατολής, Μίθρας, τόσο που θεωρούνταν και ο πολιούχος της πόλης και προς τιμή του έχτισαν στο ύψωμα της Τραπεζούντας, που πήρε το όνομα του από τη θεότητα αυτή, το Μίθριο όρος, λαμπρό βωμό με άγαλμα, το Μίθριο όρος είναι το γνωστό σε μας σήμερα Πόζ - Τεπε.

Ο Ευγένιος με τον Κανίδιο και τον  Ουαλεριανό ήτανε πολέμιοι της λατρείας του και αποφάσισαν να μπούνε στον Ναό του και να καταστρέψουν το άγαλμα και τον βωμό του, κάτι που τελικά κατάφεραν.

Μικρογραφία του Αγίου Ευγενίου σε χειρόγραφο
Κώδικα στην Μονή Βατοπεδίου.
Κάτω από τον φόβο της σύλληψης έφυγαν από την πόλη, οι Ουαλεριανός και Κανίδιος κατέφυγαν στα βουνά της Χαλδίας και ο Ευγένιος πήγε σε μία σπηλιά κοντά στο πατρικό του σπίτι, την λεγόμενη "Σπήλαιο της Ακάνθης".

Όταν την επόμενη μέρα οι κάτοικοι είδαν τον κατεστραμμένο ναό, απέδωσαν την πράξη αυτή στον Ευγένιο και τους συναθλητές του, ενώ ο Λυσίας διέταξε αμέσως να τους φέρουν ενώπιον του για να τιμωρηθούν. 

Από τις έρευνες που διεξήγαν, ένας κάτοικος με το όνομα Ακύλας, χωρίς να γνωρίζει για ποιο λόγο τους αναζητούσαν υπέδειξε στους στρατιώτες την κρυψώνα του Ουαλεριανού και του Κανίδιου.

Όμως όταν οι στρατιώτες τους συνέλαβαν, ο Ακύλας μετανιωμένος, δήλωσε και αυτός την χριστιανική του πίστη, συντάχθηκε μαζί τους και φυλακίστηκε και αυτός.

Ο Ακύλας,  Κανίδιος και Ουαλεριανός φυλακίστηκαν και πέρασαν όλη τη νύχτα προσευχόμενοι και ψάλλοντας ύμνους στον Θεό ενώ το πρωί στην ανάκριση, μπροστά στον έπαρχο Λυσία, για μια ακόμη φορά ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και οδηγήθηκαν στον τόπο των βασανιστηρίων.

Τοιχογραφία του Αγίου Ευγενίου
στην Μονή Διονυσίου Αγίου όρους
Ο Άγιος Ευγένιος αφού κρύφτηκε, με την παρότρυνση του ίδιου του Χριστού, βγήκε από την σπηλιά που είχε βρει καταφύγιο και άρχισε να ψάλλει και να υμνεί τον Θεό, έτσι  μια γερόντισσα που μάζευε ξύλα στην περιοχή τον κατέδωσε.

Ο Άγιος Ευγένιος οδηγήθηκε στη φυλακή και ακολούθησε τη μοίρα των τριών ομοθρήσκων του αφού στο κάλεσμα του έπαρχου Λυσία να προσφέρει θυσία στους θεούς των ειδωλολατρών για να σώσει τη ζωή του, δεν ανταποκρίθηκε και ξανά ομολόγησε την πραγματική του πίστη. 

Η παράδοση λέει ότι ο Άγιος Ευγένιος μπήκε σε έναν ειδωλολατρικό ναό μαζί με τον Λυσία και με τη δύναμη της προσευχής θρυμμάτισε τρία αγάλματα με το πλήθος που τους ακολουθούσε να μένει έκπληκτο. 

Τους φυλακισμένους χριστιανούς τους μαστίγωσαν με μαστίγιο από δέρμα βοδιού για να σκιστούν οι σάρκες τους και μετά με αναμμένες λαμπάδες τους έκαψαν τις πληγές και κατόπιν οι τέσσερις μάρτυρες ρίχτηκαν σε μια μεγάλη κάμινο όμως τρεις ημέρες αργότερα, βρέθηκαν σώοι και αβλαβείς, οι δήμιοι που πήγαν να ελέγξουν την κατάσταση είδαν το θαύμα με τα μάτια τους και ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό.

Το μαρτύριο των τεσσάρων Αγίων της Τραπεζούντας.
Μικρογραφία στο Μηνολόγιο του Βασίλειου Β',
βρίσκεται σήμερα στο Βατικανό.
Ο Λυσίας, διέταξε τον αποκεφαλισμό των τριών μαρτύρων και τη σταύρωση του Ευγένιου ενώ τα τρία αποκεφαλισμένα σώματα, που είχαν παραμορφωθεί από τα βασανιστήρια και ήταν δύσκολο να αναγνωριστούν, ως εκ θαύματος βρέθηκαν στον τόπο της καταγωγής του καθενός και τάφησαν από τους χριστιανούς με ιδιαίτερες τιμές.

Ο Άγιος Ευγένιος, που εκείνη την ώρα ήταν κρεμασμένος στο σταυρό, μέσα στη φυλακή, από θαύμα απελευθερώθηκε και θεραπεύτηκαν οι πληγές του. 

Οι συγκρατούμενοί του, άφωνοι από το μεγαλείο του θαύματος, ασπάστηκαν και αυτοί τον Χριστιανισμό όμως ο Λυσίας απέδωσε το θαύμα της θεραπείας στις μαγικές ικανότητες του Ευγένιου και διέταξε τον αποκεφαλισμό του, στις 21 Ιανουαρίου. 

Ο Ναός του Αγίου Ευγενίου
στην Τραπεζούντα, σήμερα.
Ο πρώτος ναός του Αγίου Ευγενίου, που χτίστηκε προς τιμή του, βρισκόταν κοντά στο πατρικό του σπίτι

Τον 4ο αιώνα, αμέσως μετά την επισημοποίηση της χριστιανικής θρησκείας και αργότερα, με εντολή του Ιουστινιανού, ο στρατηγός Βελισσάριος τον μετέτρεψε σε λαμπρή εκκλησία περιβαλλόμενη από μονή που υπήρξε στη διάρκεια της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1204 - 1461) από τις σημαντικότερες αφού εκεί η αυτοκρατορική οικογένεια στέφονταν, παντρεύονταν, μόναζε, αλλά και θάβονταν.

Μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ μετέτρεψε το ναό του Αγίου Ευγενίου σε τζαμί, υπάρχει και σήμερα, ενώ πήρε το όνομα τέμενος της νέας ή πρώτης Παρασκευής (Yeni Cuma), επειδή προσευχήθηκε εκεί ο σουλτάνος την πρώτη Παρασκευή μετά την άλωση της Τραπεζούντας.

Ασημένιο νόμισμα με παράσταση του Αγίου Ευγενίου
στην μία όψη και του Αυτοκράτορα Ιωάννη Β '
Κομνηνού, στην άλλη.
Ο Άγιος Ευγένιος είναι πολιούχος της Τραπεζούντας και του αποδίδονται πολλά θαύματα που βοήθησαν την πόλη στο διάβα των αιώνων ενώ ο Ιουστινιανός σεμνύνονταν τόσο πολύ τον Άγιο Ευγένιο, ώστε έδωσε το όνομα του στο υδραγωγείο της πόλης.

Η απεικόνιση της μορφής του αγίου Ευγενίου, τόσο σε νομίσματα, όσο και σε εμβλήματα των Μεγάλων Κομνηνών, αποτελεί ένδειξη της έντονης παρουσίας του στην κοινωνική ζωή και την καθημερινότητα των κατοίκων της και επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη τιμή που απολάμβανε ως προστάτης της δυναστεύουσας οικογένειας και της "θεόσωστης και θεοσυντήρητης" πόλης της Τραπεζούντας.

Σύγχρονη εικόνα του Αγίου Ευγενίου.
Τα πρώτα κείμενα που βρέθηκαν να αναφέρονται στο μαρτύριο του Αγίου, ανήκουν στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Ξιφιλινό, χρονολογούνται δε από το 1042, ενώ με νέα δεδομένα τα θαύματα του Αγίου καταγράφηκαν (και πάλι από τον Ιωάννη Ξιφιλινό) στον κώδικα της μονής Διονυσίου Αγίου Όρους (έκδοση 154), στην οποία τιμάται αδιάλειπτα, από το 1375.

Το 1916 όταν η Τραπεζούντα καταλήφθηκε από ρωσικά στρατεύματα διοργανώθηκε αρχαιολογική αποστολή με συντονιστή τον ακαδημαϊκό Θεόδωρο Ουσπένσκι που εκτός των άλλων ναών στην Τραπεζούντα, η αποστολή εργάστηκε και στο ναό του Αγίου Ευγενίου. 

Οι Ρώσοι βρήκαν στο άγιο βήμα του ναού οστά κάτω από μια πλάκα και ο Ουσπένσκι υπέθεσε ότι ανήκαν στον Άγιο Ευγένιο και τους συναθλητές του, τα οποία οι μοναχοί της Μονής μετακόμισαν από τη λάρνακα και τα έκρυψαν από τους Τούρκους στο ιερό βήμα του ναού, ο ίδιος αναφέρει ότι παρέδωσε τα οστά στη Μητρόπολη Τραπεζούντας, γεγονός που διαψεύδεται από τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο και πιθανολογείται ότι φυγαδεύτηκαν στη Ρωσία. 

Γνωρίζουμε μόνο ότι η λειψανοθήκη του Αγίου Κανίδιου, που περιέχει το χέρι του, μεταφέρθηκε το 1924 στο χωριό Λιποχώρι της Έδεσσας και ότι ένα μέρος από το λείψανο του Αγίου Ευγενίου σώζεται στον μητροπολιτικό ναό της Καλαμαριάς.

Η γιορτή του Αγίου Ευγενίου εορταζόταν την 21η Ιανουαρίου ημέρα του μαρτυρίου του, από τον 9ο αιώνα όμως, την εποχή της αρχιερατείας του τραπεζούντιου Οσίου Αθανασίου Δαιμονοκαταλύτη, καθιερώθηκε να γιορτάζεται και η ημέρα των γενεθλίων του που είναι στις 24 Ιουνίου.



Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΗΜΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ.



Φυλάσσονται στην ομώνυμη Ιερά Μονή του Αγίου Φιλήμονος στην περιοχή Αρνίθα της Ρόδου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Η Θαυματουργός εικόνα του Αγίου Φιλήμονα, Παλλάδιο
της ομώνυμης Μονής στην Ρόδο δίχως την επένδυσή
της. Κατά την συντήρησή της διαπιστώθηκε ότι
φέρει δύο στρώματα ζωγραφικής, το παλαιότερο
μεταξύ του τέλους 13ου - αρχές 15ου αιώνα και το
νεώτερο στα 1810.
πηγή
Ο Άγιος Φιλήμονος, λατρευόταν κατεξοχήν στην Κωνσταντινούπολη όμως με την έλευση των λειψάνων του στο νησί της Ρόδου συνδέεται, κατά τους μελετητές και η εγκαθίδρυση αλλά και η ανάπτυξη της λατρείας του αγίου στη Ρόδο.

Τα λείψανα βρίσκονται μέσα σε ασημένια περίτεχνη λειψανοθήκη φιλοτεχνημένη στις 25 Δεκεμβρίου του 1834 επί ιερέως Παλαιολόγου και βρίσκεται τοποθετημένη μέσα σε ένα περίτεχνο αργυρό κιβωτίδιο με γυάλινη προστατευτική επιφάνεια, το οποίο εκτίθεται σε προσκύνηση κάθε 22η Ιουλίου και 22η Νοεμβρίου, οπότε και εορτάζεται η «ἀεὶ νεαρὰ» μνήμη του αγίου.

Άμεσα συνδεδεμένο με την ιστορία και την παράδοση της μονής είναι και μία λόγχη επονομαζόμενη ως το «Ξίφος του Αγίου Φιλήμονος», που καταγράφεται στον κώδικα της μονής του 1858 ως ένα από τα πλέον σημαντικά κειμήλιά της. 

Αρκετά συναξάρια, όπως και η λαϊκή παράδοση θέλουν να σχετίζεται με τον τρόπο μαρτυρίας του Αγίου, ο οποίος «ξίφει τελειοῦται». 

Πρόκειται για σιδερένιο ξίφος του οποίου η αιχμή ώσης δεν διατηρείται, φέρει λεπίδα δύο όψεων και ευθύ προφυλακτήρα καρπού με λαβή που απολήγει σε πεπλατυσμένο επίμηλο και φέρει ασημένια επένδυση ενώ στη μέση του ξίφους διακρίνονται σιδερένια καρφιά, ίσως αποτέλεσμα κάποιας επιδιόρθωσης ενώ δεν φαίνεται να είναι παλαιότερο των αρχών του 15ου αιώνα.

Το «Ξίφος του Αγίου Φιλήμονος»
Οι Άγιοι Φιλήμων, Άρχιππος, Ονήσιμος και Απφία έζησαν επί Νέρωνα και ήτανε μαθητές του Αποστόλου Παύλου, μάλιστα τους αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Φιλήμονα Επιστολή του.

Ο Φιλήμων και η σύζυγος του Απφία ήταν χριστιανοί στην πόλη των Κολοσσών της Φρυγίας, φιλάνθρωποι και χρησιμοποιούσαν τα πλούτη τους για την ανακούφιση των φτωχών και των ασθενών.

Στο χριστιανισμό προσήλθαν δια του Αποστόλου Παύλου, όταν αυτός είχε έλθει στην πόλη τους, μάλιστα, για τις αγαθοεργίες του Φιλήμονα γράφει συγκεκριμένα: «Χάριν ἔχομεν πολλὴν καὶ παράκλησιν ἐπὶ τὴν ἀγάπη σου ὅτι τὰ σπλάγχνα τῶν ἁγίων ἀναπέπαυται διὰ σοῦ, ἀδελφέ» (Προς Φιλήμονα, 7).

Άθληση Αρχίππου και Φιλήμονος.  
Μικρογραφία στο Μηνολόγιο τού Βασίλειου Β ', 985.
 Βρίσκεται στην Βιβλιοθήκη τού Βατικανού.
Δηλαδή, έχουμε πολλή χαρά και παρηγοριά για την αγάπη σου, διότι οι καρδιές των αδελφών χριστιανών έχουν βρει ανάπαυση με τις ευεργεσίες και αγαθοεργίες σου, αδελφέ.

Για τον Άρχιππο λέγεται ότι ήταν συγγενής, ίσως και γιος του Φιλήμονα και της Απφίας και ο Παύλος, επειδή ο Άρχιππος είχε μεγάλη αφοσίωση στη διάδοση του Ευαγγελίου, στην προς Φιλήμονα επιστολή του τον ονομάζει στρατιώτη.

Ο Ονήσιμος ήταν υπηρέτης του Φιλήμονα, από τον όποιο απέδρασε και πήγε στη Ρώμη, εκεί τον βρήκε ο Απόστολος Παύλος, που τον έστειλε πίσω στο Φιλήμονα, χριστιανό πλέον και παρακαλεί τον Φιλήμονα να τον δεχθεί όχι σαν υπηρέτη, αλλά σαν αδελφό. 

Κατά την παράδοση, όλοι μαρτύρησαν, όταν οι ειδωλολάτρες έκαναν έφοδο στο ναό εκεί όπου δοξολογούσαν τον Θεό μαζί με άλλους χριστιανούς, οι χριστιανοί κρύφτηκαν, έμειναν όμως οι απόστολοι μόνοι τους, μαζί με την Απφία που ήταν και αυτή πιστή χριστιανή, γιατί ποθούσαν το κατά Χριστόν μαρτύριο.

Συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον Ανδροκλέα, τον ηγεμόνα της Εφέσου και επειδή δεν πείσθηκαν να θυσιάσουν στο είδωλο που ονομαζόταν Μηνάς, ρίχτηκαν μέσα σε βόθρο μέχρι τη μέση τους και λιθοβολήθηκαν άγρια, αφού προηγουμένως κατατρυπήθηκαν από παιδιά με βελόνες και ξίφος και έτσι τελειώθηκαν.
Η μνήμη τους τιμάται στις 22 Νοεμβρίου.


Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Σίντζας, Λεωνίδιο, Πελοπόννησος.

πηγή

Η Μονή είναι λαξευμένη μέσα σε βράχο, σε δύσβατη, απόκρημνη περιοχή, σε υψόμετρο 500 μέτρων, στη χαράδρα του Δαφνώνα, δυτικά της πεδιάδας του Λεωνιδίου και 6 χιλιόμετρα από αυτό.




Άποψη της Μονής μέσα στο βράχο
πηγή
Το Λεωνίδιο αναφέρεται για πρώτη φορά σε χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου το 1293, στο οποίο γίνεται μνεία του ναού του Αγίου Λεωνίδη, από τον οποίο η πόλη πήρε το όνομά της.

Σύμφωνα με τον Παυσανία, στο σημείο που χτίστηκε η μονή, η θάλασσα ξέβρασε τη Σεμέλη και τον γιο της Διόνυσο, έτσι, χτίστηκε αρχαίο ιερό προς τιμήν του Διόνυσου, που εξελίχθηκε αργότερα σε χριστιανικό ναό. 

Στο ίδιο μέρος μετά από αιώνες ξεβράστηκε το σκήνωμα του αγίου Λεωνίδη, από τον οποίο πήρε το όνομα  το Λεωνίδιο, ενώ προς τιμήν του ιδρύθηκε ναός στην εκεί παραλία της Πλάκας ενώ το όνομα Σίντζα, προέρχεται πιθανότατα από την τσακώνικη λέξη «συντζά», που σημαίνει Συκιά. 

Άποψη της Μονής μέσα στο βράχο
πηγή
Κατά με άλλη άποψη προέρχεται από την τουρκική λέξη «since», που σημαίνει «κεραμένια», ενώ ως πιθανή προέλευση της ονομασίας αναφέρεται και το «sincap», που σημαίνει ενυδρίδα ή άλλο ζώο που το δέρμα του χρησίμευε για παραγωγή γουναρικών.

Η μονή, αναφέρεται πρώτη φορά σε σιγίλιο του Κυρίλλου Α΄ Λουκάρεως, το 1622, που δίνει σταυροπηγιακό προνόμιο σε αυτήν, Σιγίλιο που υπογράφει και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεοφάνης Γ΄.
Το Σιγίλιο βρήκε ο Μιχάλης Δέφνερ, το 1875, πεταμένο σε μια γωνία της μονής και μας πληροφορεί ότι ο ιερομόναχος Διονύσιος, κτήτορας της μονής, πρωτοστάτησε στην ίδρυσή της που πρέπει να ιδρύθηκε προ του 1622 αλλά σε άγνωστο χρόνο.

Άποψη της Μονής μέσα στο βράχο
πηγή
Στα τέλη του 17ου αιώνα η μονή άκμαζε, το 1798 ανανεώνεται το πατριαρχικό προνόμιο, σύμφωνα με το μέτρο που εφάρμοσε ο Γρηγόριος Ε΄, ο οποίος εξέδωσε Σιγίλιο ανανεωτικό και σε αυτό μνημονεύεται η προηγούμενη ανανέωση του Ιωαννικίου Β΄ ενώ μεσολάβησαν εθνικές περιπέτειες και από τις εγγύτερες στο 1798 ήταν η ένοπλη εξέγερση του 1770.

Στην Τουρκοκρατία, η μονή υπαγόταν στην Επισκοπή Ρέοντος - Πραστού και το 1828, δύο χρόνια μετά την καταστροφική επέλαση του Ιμπραήμ πασά, η Μονή αρχίζει να παρακμάζει, παρόλα αυτά, βοήθησε στην ανασυγκρότηση του Ελληνικού κράτους και πρόσφερε το 1830, 250 τάλαρα δίστηλα για την ανέγερση σχολείων και το 1831, πρόσφερε στον έρανο του Λεωνιδίου, 1500 φοίνικες. 

Άποψη του Καθολικού μέσα στο βράχο
πηγή
Έγγραφο της Νομαρχίας προς τη Βασιλική Γραμματεία στις 31 Μαΐου του 1834 ζητά την οριστική απόφαση για τη διάλυση ή όχι των μονών και την τακτοποίηση της κτηματικής τους περιουσίας, συνιστά, μεταξύ άλλων, τη διάλυση της Σίντζας, του Ρεοντινού και την παραχώρηση των κτημάτων τους στη Μονή Αρτοκωστάς.

Πάνω από την είσοδο του μοναστηριού, υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα, με την χρονολογία 1783, την χρονιά που ανακαινίστηκε ενώ κοντά στο μοναστήρι, υπάρχουν δύο αξιόλογοι τάφοι. 

Ο πρώτος είναι ρωμαϊκός, λαξευμένος μέσα στον βράχο και φέρει επιγραφή που δεν σώζεται ακέραια: «ΤΩΠΟC ΤΙΒ ΚΛΑΥΔΙΟΥ ΕΥΡΩΤΑ», ο δεύτερος, είναι πιθανόν τάφος Φράγκου μοναχού και υπάρχει επιγραφή γραμμένη στα γαλλικά που ανήκει στον Χριστόφορο από τη Μαγαδασκάρη: «on revient toujours....á sa première amour».

Άποψη του εσωτερικού του Καθολικού
πηγή
Το καθολικό είναι των αρχών του 17ου αιώνα, είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος Ναός με οκτάπλευρο τρούλο και βρίσκεται τέσσερα σκαλιά χαμηλότερα από το προαύλιο.

Η ανατολική πλευρά του καταλήγει σε τρίκογχη διαμόρφωση της πρόθεσης, του διακονικού με μικρή θυρίδα, η κεντρική κόγχη είναι ημισφαιρική, οι δύο πλάγιες αβαθείς και οι τρεις φέρουν διάκοσμο με τη χαρακτηριστική κεράμινη οδοντωτή ταινία ενώ το δάπεδο είναι επιστρωμένο με πλακάκια.

Στη νότια πλευρά βρίσκεται η κύρια είσοδος, μια τετράπλευρη θύρα με δύο τοξωτά παράθυρα δεξιά της ενώ στο εσωτερικό του ναού οι τοίχοι είναι ασβεστωμένοι και δεν υπάρχουν ίχνη τοιχογραφικού διακόσμου και στο εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, υπάρχουν εικόνες του 17ου αιώνα ενώ στο προσκυνητάρι, έχει φιλοτεχνηθεί η εικόνα της Κοιμήσεως του Αγίου Νικολάου, «διά χειρός Κυριάκου Κουλιδᾶ τό ἒτος 1767 ».

Στη μονή έχουν διατηρηθεί αξιόλογα χειρόγραφα, παλαιές εκδόσεις και τίμια λείψανα των αγίων: Νικολάου, Τρύφωνος, Χαραλάμπους, Παρασκευής, Ιωάννου Ελεήμονος, Παντελεήμονος, Διονυσίου του Αρεοπαγίτου κ.ά.
Η εφέστιος και θαυματουργή εικόνα του Αγίου
Νικολάου Σίντζας δίχως την επένδυσή της.
πηγή
Στο ξυλόγλυπτο τέμπλο, που κοσμείται από κληματσίδες και πτηνά, υπάρχουν τέσσερις δεσποτικές εικόνες: του Χριστού Μεγάλου Αρχιερέως, της Παναγίας Βρεφοκρατούσας, του αγίου Ιωάννου Προδρόμου και του αγίου Νικολάου, που αποτελούν αφιερώματα του γνωστού Οίκου Λικινίων της Μονεμβασίας. 
Στην εικόνα του Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως υπάρχει στο κάτω μέρος η ακόλουθη επιγραφή: «†ΔΕΙCΙC ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΛΙΚΙΝΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΜΟΝΟΒΑCΙΑC αχμε», επίσης στα πόδια του αγίου Ιωάννου Προδρόμου στην αντίστοιχη εικόνα υπάρχει η αφιέρωση: «†ΔΕΙCΙC ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΑΝΟΥCΟΥ ΜΑΝΤΙ ΤΟΥ ΕΚ ΜΟΝΕΜΒΑCΙΑC ΑΧΜΒ΄ (=1642)».

Η εικόνα του Αγίου Νικολάου έχει διαστάσεις 80 Χ 49 Χ 1,8, στο κέντρο της παριστάνεται ολόσωμος ο άγιος Νικόλαος όρθιος, μετωπικός σε χρυσό κάμπο και λαδοπράσινο έδαφος, με το δεξιό χέρι υψωμένο να ευλογεί και με το αριστερό να κρατεί ευαγγέλιο ενώ στις κάθετες πλευρές της υπάρχουν δώδεκα σκηνές του βίου του.

Στο κατώτερο τμήμα της εικόνας εντοπίζονται δύο επιγραφές: α) η αρχική, με λευκά γράμματα: «ΔẸHCIC TOY ΔΟΥΛΟΥ TOΥ Θ(ε)OΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΖΕΡΟΥΛΗ ΤΟΥ EK MONOBACIAC», που αποκαλύφθηκε κατά τη συντήρηση, κακής διατήρησης, και β) η νεότερη: «ΔÉHCIC TOΥ˜ ΔΟÝΛΟΥ TOΥ˜ Θ(εο)Υ˜ ΝΙΚΟΛÁΟΥ ΤΖΕΡΟÝΛΗ» με κόκκινα γράμματα, που αντικατέστησε την αρχική επιγραφή την ίδια εποχή που ανεγράφη η νεότερη ονομαστική επιγραφή του αγίου και έγιναν πιθανώς οι επιζωγραφήσεις στην εικόνα.

Άποψη της Μονής
πηγή
Εδώ επίσης φυλάσσεται και τμήμα της σπονδυλικής στήλης κροκόδειλου, ή κάποιου άλλου μεγάλου ερπετού που σύμφωνα με το θρύλο, επρόκειτο για ερπετό που έσπερνε τον τρόμο στους προσκυνητές που έφταναν από την Ύδρα ή τις Σπέτσες, ώσπου κάποιος το εξολόθρευσε και λύτρωσε έτσι τον τόπο.

Σε απόσταση εκατόν πενήντα μέτρων από την Μονή, βρίσκεται το αξιόλογο Σπήλαιο του Διονύσου στο οποίο έχουν πραγματοποιηθεί δύο αποστολές από την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία και που βρέθηκαν ίχνη κεραμικής από τα Μυκηναϊκά, Γεωμετρικά, Κλασικά, Ελληνιστικά, Ρωμαϊκά και Παλαιοχριστιανικά χρόνια ενώ η Μονή με την υπουργική απόφαση Υ.Α. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/ΚΗΡ/45723/1577/7-11-1997(ΦΕΚ 1098/Β/12-12-1997) έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο της χώρας.

Η μονή διαθέτει δύο μετόχια, τον Αγιο Χαράλαμπο στο Λεωνίδιο και τον Ναό του Αγίου Λεωνίδη στην περιοχή του λιμανιού της Πλάκας, η πρόσβαση στην Μονή με αυτοκίνητο δεν είναι και τόσο εύκολη ενώ μπορείς κάποιος να την επισκεφθεί και μέσω μιας ιδανικής πεζοπορίας από έναν χωματόδρομο μιάμισης ώρας απόστασης από το Λεωνίδιο που στην είσοδό της Μονής, οδηγεί ένας πολύ απότομος ανηφορικός και στενός τσιμεντόδρομος που χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Η μονή σήμερα είναι γυναικεία και εγκαταβιώνει εκεί μόνη της, η Γερόντισσα Λαυρεντία ενώ εορτάζει την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Νικολάου στις 9 Μαΐου και τη μνήμη του αγίου Διονυσίου στις 3 Οκτωβρίου.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: (+30) 27570 22457, 27570 22224.