Δευτέρα 7 Ιουνίου 2021

ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ, ΒΑΣΙΛΕΑ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.

πηγή

Φυλάσσονται στην ομώνυμη Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννη Βλαδίμηρου, στο Σιγιόν του Ελμπασάν στην Αλβανία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Εικόνα του 1731, του Κωνσταντίνου Σφαταράκου
με σκηνές του βίου του Αγίου Ιωάννη του Βλαδίμηρου.
Ο Άγιος καθισμένος στο θρόνο με το στέμμα του και τα
σκήπτρα στο ένα χέρι εικονίζεται βασιλιάς των Αλβανών.
Ιερά Μονή Αρδενίτσας, Αλβανία.

Για τον άγιο Ιωάννη Βλαδίμηρο, επικρατούν δύο Συναξαριστικές παραδόσεις, Βουλγαρικής καί Σερβικής προέλευσης.

Σύμφωνα μέ τίς αναγνώσεις πού περιλαμβάνονται στά Υμνογραφικά του (έκδοσης 1774) καί αποτελούν μετάφραση παλαιοτέρου Βουλγαρικού κειμένου, ήταν Βουλγαρικής καταγωγής: «Ἡ ἐπίγειος αὐτοῦ πατρίς - γράφει ο ανώνυμος βιογράφος - ἦτον ἡ προκαθεζομένη ποτέ τῶν Μυσῶν ἡ ὀνομαστή, ἡ ὁποία ὡς εὐθαλές καί κατάκοσμον φυτόν ἔδωκεν εἰς τόν κόσμον τόν Ἰωάννην»

Γεννήθηκε, δηλαδή στίς Πρέσπες τήν τότε Βουλγαρική πρωτεύουσα, καταγόμενος «από Βασιλικήν φυλήν», ο πατέρας του ονομάζοταν Νεεμάν καί ήταν «Βασιλεύς Τριβαλλών» καί η μητέρα του Άννα, «τω γένει Ρωμαΐς», δηλαδή Ελληνίδα. 

Τό Βουλγαρικό συναξάριο δέχεται, οτι ο πατέρας του ήταν γιός του Τσάρου των Βουλγάρων Συμεών, έτσι ο Ιωάννης έλαβε τήν καλύτερη δυνατή γιά τήν εποχή του παιδεία ενώ στούς διδασκάλους του μνημονεύεται ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Νικόλαος, μαθητής του Αγίου Κλήμεντος.

Ονομάστηκε «του Βλαδιμήρου» από τόν τόπο γεννήσής του, ενα χωριό στά σημερινά Σκόπια, στήν περιοχή της Στρώμνιτσας, που από αιώνες ονομάζεται Βλαδιμίροβο ενώ ο Σέρβος Αγιολόγος Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος, στόν Συναξαριστή του «Ο Πρόλογος της Αχρίδος», δέχεται ότι ήταν Σερβικής καταγωγής καί κατάγοταν από τήν Ηγεμονική Οικογένεια της Ζαχουμίας, ο παππούς του ονομάζοταν Χβαλιμίρ καί ο πατέρας του Πετρισλάβ και η ηγεμονία του ήταν εκείνη της Διοκλείας (Duκlia) που βρισκόταν στίς ακτές της Αδριατικής και περιλάμβανε τό σημερινό Μαυροβούνιο καί τό μεγαλυτέρο μέρος της Αλβανίας.

Άγιος Ιωάννης Βλαδίμηρος.
τοιχογραφία του 1625 στον Άγιο Νικόλαο Σέλτσανης, Αλβανία
πηγή

Έζησε σε εποχή πολύ μεγάλης αντιπαράθεσης μεταξύ των Βουλγάρων με ηγέτη τον Τσάρο Σαμουήλ και του Βυζαντίου.

Αντιστάθηκε στο Σαμουήλ όταν αυτός εισέβαλε στη Διόκλεια το 997, αλλά ηττήθηκε και φυλακίστηκε στην Αχρίδα.

Εκεί τον είδε η κόρη του Σαμουήλ Θεοδώρα και τον ερωτεύθηκε, ζήτησε δε από τον πατέρα της να τον απελευθερώσει και να της επιτρέψει να τον παντρευτεί.

Ο Σαμουήλ επέτρεψε το γάμο και ο Ιωάννης Βλαδίμηρος επέστρεψε στη Διόκλεια όπου κυβερνούσε ως υποτελής του τσάρου ενώ στην διάρκεια του γάμου του, διαφύλαξε την παρθενία του.

Αφού κατέστη αυτεξούσιος βασιλέας των Σέρβων, επιδόθηκε με μεγαλύτερο ζήλο στη διάδοση και εδραίωση της Ορθόδοξης πίστης, όρισε δασκάλους και κήρυκες, ίδρυσε μονές, ναούς και νοσοκομεία, ήταν πράος, δίκαιος, γενναίος και ευσεβής και βοήθησε την Εκκλησία στο έργο της αντιμετωπίζοντας τους αιρετικούς και ιδιαίτερα τους Βογομίλους.

Μεταξύ των μονών που ιδρύθηκαν από αυτόν, ήταν και ένας οίκος μέσα σε δάσος, στον οποίο πήγαινε καθημερινά και προσευχόταν. 

Η αφορμή να χτιστεί η εκκλησία αυτή ήταν όταν μία μέρα ενώ ο Ιωάννης βρισκόταν με άλλους ευγενείς στα όρια ενός απρόσιτου δάσους για κυνήγι είδε στον ουρανό ένα περίεργο σημάδι, έναν αετό που πάνω στη κεφαλή του έφερε ένα σταυρό και αμέσως, ο Ιωάννης με τη συνοδεία του ακολουθούν το σταυρό μέσα στο δάσος και στο σημείο όπου σταμάτησε,  έχτισε εκκλησία. 

Η αποχή του από κάθε σαρκική επαφή με τη βασίλισσα σύζυγό του και οι καθημερινές απουσίες του για προσευχή, γέννησαν σε αυτήν την υποψία ότι είχε σχέσεις με ξένες γυναίκες και τον διέβαλε στον αδελφό της, ο οποίος αποφάσισε να τον φονεύσει. 

Απεικόνιση στην κάτω ζώνη διακόσμησης του Αγ. Ιωάννη
του Βλαδίμηρου σε γύψινο ορθογώνιο διάχωροστην κάτω
ζώνη διακόσμησης του Ναό του Αγίου Ιωάννη
του Προδρόμου στην Σιάτιστα, 18ος αιώνας.
πηγή


Όταν πέθανε ο Σαμουήλ, τσάρος στέφθηκε ο γιός του Γαβριήλ Ραντομίρ τον οποίο όμως δολοφόνησε ο ξάδελφός του, Ιωάννης Βλαδισλάβος το 1015 και ανέβηκε στην εξουσία.

Ο Βλαδισλάβος φοβούμενος ότι ίσως ο Ιωάννης θα μπορούσε να διεκδικήσει το θρόνο της Βουλγαρίας ως σύζυγος της κόρης του Σαμουήλ, τον κάλεσε να τον επισκεφθεί και κατά την επίσκεψή του τον δολοφόνησε στις 22 Μαΐου του 1016.

Ο θρύλος αναφέρει ότι ο Βλαδισλάβος αρχικά δεν τα καταφέρνει να τον δολοφονήσει και ο Ιωάννης τότε του δίνει τότε το δικό του σπαθί με τα εξής λόγια: “Έπαρε και διά την αλήθειαν και την Ορθοδοξίαν, αποκεφάλισέ με. Είμαι έτοιμος ως άλλος Ισαάκ και Άβελ διά την ομολογίαν του Χριστού και την εις Χριστόν Πίστην, να θυσιασθώ.”

Πράγματι, ο Ιωάννης Βλαδισλάβος τον αποκεφαλίζει χωρίς κανένα δισταγμό και τότε, θαυματουργικά, σηκώνεται ο πρίγκηπας και παίρνοντας το κεφάλι του καλπάζει στην εκκλησία όπου είχε χτίσει μέσα στο δάσος και φτάνοντας στον ναό, ο Ιωάννης προκυνά και αναφωνεί: “Κύριε εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου”

Ο Άγιος Ιωάννης και μετά το μαρτυρικό θάνατό του εξακολούθησε να ευεργετεί εκείνους που προσέτρεχαν με πίστη προς αυτόν και να θεραπεύει τους ασθενείς ενώ το σκήνωμα του ενταφιάστηκε, κατά μία παράδοση, αρχικά στις Πρέσπες, μέσα στο ναό του αγίου Αχιλλείου, όπου δολοφονήθηκε. 

Η τιμία Κάρα του Αγίου Ιωάννη Βλαδίμηρου
Αργότερα η σύζυγός του ανακόμισε τα λείψανό του, που βρέθηκε αδιάφθορο στη γενέτειρά του, Κράινα, κοντά στη λίμνη της Σκόδρας. 

Το 1215 μεταφέρθηκε στο Δυρράχιο από τον Βυζαντινό Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Α’ και από εκεί το 1368 ο Αλβανός ηγεμόνας Κάρολος Τόπια το μετέφερε στο μοναστήρι του Αγίου που είχε ιδρύσει ο ίδιος, στην περιοχή Σιγιόν, στο Ελμπασάν.

Το 1967 μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στα Τίρανα και μετά από 54 χρόνια, την Δευτέρα 12 Απριλίου του 2021, μεταφέρθηκαν και πάλι στην ομώνυμη Μονή του Αγίου στο Σιγιόν του Ελμπασάν ενώ η σύζυγός του, Θεοδώρα, μετά το θάνατο του Αγίου, εγκαταβίωσε σε μοναστήρι, όπου ανοικοδόμησε ναό ενώ όταν απεβίωσε, ενταφιάσθηκε κατά την επιθυμία της στα πόδια του συζύγου της.

Τα λείψανα του Αγίου Ιωάννη Βλαδίμηρου
Ο Άγιος Ιωάννης Βλαδίμηρος αναγνωρίζεται ως σπουδαίος ηγεμόνας όχι μόνο για το πολιτικό του έργο αλλά και για το θρησκευτικό, αφού συντέλεσε στην εξάπλωση της χριστιανικής θρησκείας. 

Ο δέκατος αιώνας είναι ο αιώνας της μεγάλης εξάπλωσης της αίρεσης του μανιχαϊσμού στη βαλκανική χερσόνησο, η δυϊστική αυτή αίρεση είχε τις ρίζες της στην Ανατολή (παυλικιανή), μετά όμως τη καταστροφή του κέντρου της (Τεφρική της Μικράς Ασίας) από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ τον Μακεδόνα πολλοί από αυτούς μεταφέρθηκαν στα σύνορα με τη Βουλγαρία και κυρίως στη Θράκη. 

Έτσι αρχίζει η εξάπλωση της αίρεσης στα βαλκάνια (βογόμιλοι), η οποία προς τα τέλη του αιώνα λαμβάνει διαστάσεις κυρίως στη Βουλγαρίας και υπό αυτές τις συνθήκες ο Ιωάννης Βλαδίμηρος όρισε διδασκάλους που θα προσηλύτιζαν τους αιρετικούς αλλά και θα ενίσχυαν του ορθοδόξους. 
 
Άποψη της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Βλαδίμηρου στο Σιγιόν του Ελμπασάν
Άποψη της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Βλαδίμηρου στο Σιγιόν του Ελμπασάν
Άποψη της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Βλαδίμηρου στο Σιγιόν του Ελμπασάν

Η λειψανοθήκη των λειψάνων του
 Αγίου Ιωάννη του Βλαδίμηρου.
Ο Βίος του Αγίου Ιωάννη Βλαδιμήρου γράφτηκε γιά πρώτη φορά τόν 12ο αιώνα από τόν Αλβανό Ρωμαιοκαθολικό Κληρικό Γρηγόριο Grisobulj και πρόκειται γιά τό λεγόμενο
"Χρονικό του Ιερέα της Ντούκλιας - Chronicle of the Priest of Duklja".

Τά Υμνογραφικά πρός τιμήν του Αγίου (διαφόρων ποιητών), τυπώθηκαν στή Βενετία τό 1774: «δαπάνῃ τοῦ τιμιωτάτου Κυρίου Ἰωάννου Παπᾶ, τοῦ ἐκ τῆς πόλεως Νεοκάστρου» της Αλβανίας, επανεκδόθηκαν δέ τό 1858: «ἐν Βενετίᾳ, ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Τυπογραφείου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀναλώμασι τῶν εὐσεβῶν Κυρίων Ἰωαννικίου Ἀρχιερέως, Γρηγορίου Ἡγουμένου, Ἰωάννου Τζούφκα, Κωνσταντίνου Συμεώνος, Ἀθανασίου Ἰακώβου, Γεωργίου καί υἱοῦ Ἰωάννου Κρούνιτς, τῶν λεγομένων Κορώνα».

Στήν επανέκδοση του 1858 δημοσιεύεται καί ο πρόλογος της έκδοσης του 1774 (του Ιωάννου Παπά), από τόν οποίο προκύπτει οτι τότε τήν Μονή του Αγίου στό Ελμπασάν διηύθυνε ο «Πανιερώτατος καί σοφώτατος πρώην Μητροπολίτης τῆς κατά Κύπρον ἐπαρχίας Κιτιαίων Κύριος Κοσμᾶς».

Ο Άγιος Ιωάννης ο Βλαδίμηρος είναι ο πρώτος Σέρβος άγιος, θεωρείται προστάτης των πόλεων του Δυρραχίου και Μπαρ (Βαν) στο νότιο Μαυροβούνιο, είναι ιδιαίτερα λαοφιλής στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και τιμάται ιδιαιτέρως σε χώρες όπως η Σερβία, το Μαυροβούνιο, η Αλβανία και η Βουλγαρία ενώ η μνήμη του τιμάται στις 4 Ιουνίου.



Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου εκ Βουνένης του Νέου, Καμπιά Βοιωτίας.


Βρίσκεται στην αγροτική περιοχή Καμπιά της Βοιωτίας, περίπου 5 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού Διόνυσος (τέως Τσαμάλι) του Δήμου Ορχομενού στην Βοιωτία.


Άποψη του Καθολικού
πηγή
Ο Ναός αποτελούσε το καθολικό της ομώνυμης μονής, η οποία λειτουργούσε μέχρι και τους νεότερους χρόνους, το 19ο αιώνα και το οποίο ήταν μετόχι του Οσίου Λουκά στο Στείρη ήδη από τον 12ο αιώνα ενώ ο ναός διασώζει σχεδόν ακέραια και σε σχετικά καλή κατάσταση την αρχική μορφή του.

Τα υπόλοιπα κτήρια της μονής, σήμερα είναι σε ερειπιώδη κατάσταση ενώ χρονολογούνται από τα μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία τους μόλις στο 18ο ή και τον 19ο αιώνα. 


Κατά την περίοδο αυτή, με βάση τα σωζόμενα στοιχεία, το οικοδομικό συγκρότημα της μονής είχε κάτοψη τετράπλευρη, πλευράς περίπου 50 μέτρα.

Περιμετρικά της αυλής που περιέβαλλε το καθολικό, κατά μήκος της βόρειας, της δυτικής καθώς και της νότιας πλευράς της, υπήρχαν τρεις μακρόστενες πτέρυγες. 

Σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται σήμερα στην βόρεια πλευρά, ένα επίμηκες διώροφο κτήριο εξωτερικών διαστάσεων 8.5 Χ 26 μέτρα ενώ σώζεται πλήρως το δυτικό τμήμα του καμαροσκέπαστου ισογείου του, πάνω στο οποίο έχει οικοδομηθεί ένα νεότερο κτίσμα κατά τη δεκαετία του 1920. 

Φωτογραφία της Μονής του Αγίου Νικολάου
Καμπιών, το 1890.
πηγή
Από τις άλλες δύο πτέρυγες, με διαστάσεις ανάλογες με αυτές της βόρειας πτέρυγας (7 Χ 47 μέτρα η δυτική και 9.5 Χ 33 μέτρα η νότια), διατηρείται μόνο η θεμελίωση. 

Στην ανατολική πλευρά της μονής υψωνόταν ένας μεγάλος μαντρότοιχος από αργολιθοδομή, στο νότιο τμήμα του οποίου υπήρχε η αρχική πύλη του συγκροτήματος ενώ δυστυχώς σήμερα διατηρούνται κατά χώραν μόνο οι παραστάδες της.

Ο ναός σύμφωνα με όλες τις κατά προσέγγιση ενδείξεις έχει ιδρυθεί προφανώς με χορηγίες κάποιων αξιωματούχων του Βυζαντίου καθώς δεν δικαιολογείται ένας τέτοιος ναός σε μια ερημική τοποθεσία να έχει χτιστεί με τέτοια μεγάλη δαπάνη των κατοίκων της περιοχής, αν και δεν υπάρχουν γραπτά στοιχεία βέβαια που να το επιβεβαιώνουν. 

Ο ναός από δυτικά
πηγή
Πηγές και άλλες ιστορικές μαρτυρίες δεν υπάρχουν, παρά το γεγονός ότι και τα δύο σπουδαία βυζαντινά μνημεία (Άγιος Νικόλαος και Όσιος Λουκάς) κατασκευάστηκαν από τα ίδια υλικά. 

Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι ο ναός στα Καμπιά έχει καλύτερη λιθοδομία γιατί είναι χτισμένος με λαξευμένους ογκόλιθους, πράγμα σπάνιο για την εποχή ενώ σύμφωνα και με τους μελετητές ο ναός στα Καμπιά είναι μία απομίμηση του Οσίου Λουκά και χαρακτηρίζεται ως ηπειρωτικού τύπου.

Το ότι η μονή του Αγίου Νικολάου είναι σύγχρονη αυτής του Οσίου Λουκά, αποδεικνύεται και από την ύπαρξη της γνωστής και περίφημης αγιογραφίας στην κρύπτη κάτω από το ναό, του Αγίου Ιωάννη του Καλοχτένη, όπου η στάση, η μορφή και τα χρώματά της μαρτυρούν την εποχή δημιουργίας της και ίδρυσης ταυτόχρονα της μονής. 


Η μορφή, ο ρυθμός, η κατασκευή του και τα χρησιμοποιηθέντα υλικά πιστοποιούν επίσης τη χρονολογία ανέγερσής της που σύμφωνα με την παράδοση κατασκευάσθηκε με υλικά που μετέφεραν τα βυζαντινά αυτοκρατορικά καράβια έως την Αταλάντη με τελικό προορισμό την μονή του Οσίου Λουκά του Στειριώτη. 

Ο ναός από βορειοανατολικά
πηγή
Η διαδρομή από την Αταλάντη έως το Στείρι περνούσε κάποτε από την περιοχή των Καμπιών. 

Όταν το καραβάνι έφτασε στα Καμπιά εμφανίστηκε ο Άγιος Νικόλαος και απαίτησε κάθε φορά που περνούν να αφήνουν από ένα μάρμαρο και έτσι με αυτές τις πέτρες χτίστηκε το σπουδαίο αυτό μοναστήρι.

Μία άλλη παράδοση όμως αναφέρει πως την εποχή που κτιζόταν ο Όσιος Λουκάς στο Στείρι μετέφεραν την πέτρα για το χτίσιμο της εκκλησιάς από τον Έξαρχο στο Στείρι, την φόρτωναν σε μουλάρια και ακολουθούσαν την δύσκολη όντος διαδρομή, επειδή η Κωπαΐδα ήταν εκείνη την εποχή λίμνη, στα ριζά και στις πλαγιές των περιοχών: Έξαρχος – Χαιρώνεια – Δαύλεια – Δίστομο  και Στείρι.

Άποψη του Καθολικού
πηγή
Στο λόφο πάνω από το χωριό Τσαμάλι τα μουλάρια γονάτιζαν και δεν ξεκινούσαν αν από κάθε φορτίο δεν άφηναν και από μία πέτρα. 

Έτσι στο χώρο που είναι χτισμένο σήμερα το μοναστήρι σχηματίσθηκε κυριολεκτικά, ένα ολόκληρο βουνό από πέτρες. 

Κι ενώ στο Στείρι ο 'Οσιος Λουκάς κτιζόταν, ο βοηθός του Αρχιμάστορα, ο κάλφας, ζήτησε από τον αφέντη του την άδεια στο χώρο που έμειναν οι πέτρες να κτίσει εκείνος μία εκκλησία προς τιμήν του Αγίου Νικολάου, το όραμα του οποίου είχε δει και του είχε ο Άγιος ζητήσει να του κτίσει εκκλησία, μετά από παρακάλια και ικεσίες ημερών ο Αρχιμάστορας δέχτηκε να δώσει άδεια, έτσι ο κάλφας εγκαθίσταται στην περιοχή Καμπιά και αρχίζει να οικοδομεί ναό. 

Άποψη του εσωτερικού του καθολικού του Ναού 
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
Όταν τέλειωσε το έργο του ήταν τόσο θαυμαστό, ενθουσιάστηκε πάρα πολύ, έτσι πήγε και ζήτησε από τον Αρχιμάστορά του να το δει και να το αξιολογήσει, όπως και έγινε. 

Ο Αρχιμάστορας το είδε πολύ προσεκτικά, το θαύμασε αλλά και ζήλεψε μέσα του πολύ βαθιά.

Η ζήλια του θόλωσε το νου, σκέφτηκε με ποιο τρόπο θα βγάλει από τη μέση τον επικίνδυνο ανταγωνιστή της τέχνης του και δεν άργησε να τον βρει. 

Διαπίστωσε δήθεν πως κάποιο κεραμίδι δεν είναι σωστά τοποθετημένο και διέταξε τον κάλφα να το ξανατοποθετήσει, ο κάλφας έβαλε την σκάλα να ανέβει ψηλά και τότε ο Αρχιμάστορας τράβηξε απότομα τη σκάλα και ο κάλφας βρέθηκε να πέφτει από ψηλά με το κεφάλι στο λιθόστρωτο. 

Άποψη του εσωτερικού του καθολικού του Ναού 
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
Τη στιγμή εκείνη περνούσε λευκό περιστέρι πάνω από το μοναστήρι και μαρμάρωσε, μένοντας εκεί στη στέγη της εκκλησίας, μαρμαρωμένο στους αιώνες.

Στον τόπο που χύθηκε το αίμα του κάλφα, φύτρωσε συκιά και αντί για γάλα, όταν έκοβες τα σύκα, έσταζαν αίμα ενώ η πέτρα που πάνω της χτύπησε το σώμα του κάλφα έσπασε και παραμένει σπασμένη εκεί.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου έχει συμπεριληφθεί πολλές φορές λόγω της σπουδαιότητάς του σε ευρύτερες μελέτες βυζαντινής αρχιτεκτονικής και επιμέρους κατασκευαστικών θεμάτων, δεν έχει αποτελέσει ωστόσο το αντικείμενο κάποιας ειδικής επιστημονικής έρευνας. 

Άποψη των τοιχογραφιών του ναού 
πηγή
Βασική παραμένει η συνοπτική περιγραφή και τα σχέδια που δημοσίευσαν το 1901 οι R.W. Schultz και S.H. Barnsley στο πλαίσιο της μελέτης τους για τη μονή του Οσίου Λουκά, καθώς ο Άγιος Νικόλαος μιμείται την αρχιτεκτονική του καθολικού της μονής. 

Αρχιτεκτονικός τύπος και εσωτερικό.

Το μνημείο είναι μέτριων διαστάσεων, με κάτοψη σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, 10 x 12 μέτρα περίπου.

Μιμείται σε μικρότερη κλίμακα βέβαια το καθολικό του Οσίου Λουκά στο Στείρι Βοιωτίας, που χτίστηκε με αυτοκρατορική χορηγία μετά το 1011 και είχε καίρια επίδραση στη διαμόρφωση της «Ελλαδικής σχολής» της μεσοβυζαντινής αρχιτεκτονικής. 

Ανήκει στον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο, τον επονομαζόμενο «Ηπειρωτικό» ή «σύνθετο οκταγωνικό» με αυτόν τον τύπο να εμφανίζεται σε ολοκληρωμένη μορφή στο καθολικό της μονής του Οσίου Λουκά στο Στείρι και συναντάται σε σχετικά λίγα παραδείγματα, κυρίως κάποιων μεγάλων και πλούσιων μοναστηριακών ναών. 

Άποψη των τοιχογραφιών του ναού 
Στον τύπο αυτό κυρίαρχο στοιχείο παραμένει ο ευρύς τρούλος που καλύπτει τον κεντρικό χώρο, ο οποίος στο ναό του Αγίου Νικολάου έχει εσωτερική διάμετρο 5,3 μέτρα και βαίνει μέσω κάποιων μικρών σφαιρικών τριγώνων σε οκτώ τόξα που στηρίζονται σε ισάριθμους ογκώδεις πεσσούς – στον Άγιο Νικόλαο οι δύο δυτικοί έχουν αντικατασταθεί με κίονες. 

Τα τέσσερα από τα τόξα προεκτείνονται μέχρι τους εξωτερικούς τοίχους δίνοντας στην κάτοψη σταυρικό σχήμα, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα γεφυρώνουν, υπό μορφή ημιχωνίων, τις γωνίες του κεντρικού τετραγώνου. Ο κεντρικός χώρος πλαισιώνεται στις γωνίες με δευτερεύοντα μικρά διαμερίσματα.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου έχει τριμερές ιερό βήμα στα ανατολικά και τριμερή, με ψηλές αναλογίες, νάρθηκα στα δυτικά. Στην ανατολική πλευρά του προβάλλει εξωτερικά, κατά το πρότυπο του Οσίου Λουκά, μόνο μία τρίπλευρη αψίδα με ένα μονόλοβο παράθυρο σε κάθε πλευρά της – κατά μίμηση επίσης του προτύπου του – καθώς κατά το 12ο αιώνα η διάνοιξη τριών παραθύρων στην κόγχη του ιερού βήματος ήταν σχετικά σπάνια. 

Στις δύο πλάγιες πλευρές του ναού προεξέχουν ελαφρά οι παραστάδες που στηρίζουν τα μέτωπα των τόξων των εγκάρσιων κεραιών του σταυρού. Το κτήριο είναι διάτρητο από μεγάλα δίλοβα ή τρίλοβα παράθυρα, ενώ στα μέτωπα των εγκάρσιων κεραιών ανοίγονται μεγάλα σύνθετα παράθυρα με αμφικίονες που εδράζονται στο δάπεδο και με μαρμάρινα θωράκια ανάμεσά τους, στην κάτω ζώνη, σύμφωνα με το πρότυπο του Οσίου Λουκά. 

Άποψη της τοιχοποιίας του Καθολικού
πηγή
Ο ναός εδράζεται σε ψηλή κρηπίδα με δύο αναβαθμούς και η έντονη κλίση του εδάφους επέτρεψε τη διαμόρφωση κάτω από το ναό μιας ημιυπόγειας κρύπτης (λανθασμένα ονομάζεται της Αγίας Βαρβάρας) ανάλογης με αυτήν της μονής του Οσίου Λουκά. 

Έχει έκταση σχεδόν ίση με εκείνη του κυρίως ναού και ανήκει στο σύνθετο σταυροειδή εγγεγραμμένο τύπο ενώ καλύπτεται από σταυροθόλια με νευρώσεις και ιδιοτυπία στην κάτοψή της αποτελεί η κατάργηση του διακονικού στο ανατολικό τμήμα.

Η μικρή κλίμακα του Ναού οδήγησε τον αρχιτέκτονά του σε πρωτότυπες λύσεις, που διαμορφώνουν ένα ενοποιημένο και φωτεινό χώρο εσωτερικά του ναού. 


Το ζεύγος των δυτικών ισχυρών πεσσών αντικαταστάθηκε από κομψούς κίονες, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται κάποια ενοποίηση του νάρθηκα με τον κυρίως ναό. Στη γενικότερη ενοποίηση του εσωτερικού χώρου του ναού συμβάλλουν επίσης η κατάργηση των υπερώων (που υπάρχουν στον Όσιο Λουκά), η απλούστευση του νάρθηκα από διώροφο σε μονώροφο και το οκταγωνικό σε κάτοψη τύμπανο του τρούλου, το οποίο είναι ψηλότερο από εκείνο του τρούλου του καθολικού του Οσίου Λουκά.

Αρχιτεκτονικός διάκοσμος.

Το εσωτερικό της Κρύπτης
πηγή
Ανεξάρτητα από τις ιδιοτυπίες στην αρχιτεκτονική του ναού του Αγίου Νικολάου, εκείνο που τον κάνει να ξεχωρίζει ιδιαίτερα τόσο από το πρότυπό του όσο και από τα υπόλοιπα μνημεία της ίδιας περιόδου είναι η εξαιρετικά επιμελημένη διαμόρφωση των εξωτερικών του όψεων αποκλειστικά με λαξευτούς λίθους. 

Η τάση, που παρατηρείται κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα για ευρεία χρήση λαξευτών λίθων στις όψεις των ναών γενικότερα, εδώ γενικεύεται και εμφανίζεται στην πιο εξελιγμένη μορφή της. Ο αρχιτέκτονας του μνημείου του Αγίου Νικολάου στις Καμπιές Βοιωτίας επιλέγει συνειδητά και σχεδόν αποκλειστικά την σπουδαία αλλά επίσης και ιδιαίτερα δαπανηρή χρήση των λαξευτών λίθων. 

Το εσωτερικό της Κρύπτης
πηγή
Η χρήση των συνηθισμένων κατά την περίοδο αυτή κεραμικών πλίνθων περιορίζεται στο πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας του τυμπάνου του τρούλου, στον εξαιρετικά επιμελημένο κεραμικό διάκοσμο των τυμπάνων των δίβηλων ανοιγμάτων της υπόγειας κρύπτης, σε ορισμένα από τα οποία χρησιμοποιούνται μάλιστα έγκοπτα λεπτά τούβλα, και στην πρωτοποριακή για την εποχή λύση των πλίνθινων σταυροθολίων στον ίδιο χώρο.

Η καθαρότητα των επιφανειών και των περιγραμμάτων του κτίσματος το απομακρύνουν από την πολυχρωμία και τη γραφικότητα που χαρακτηρίζουν την αρχιτεκτονική της περιόδου και το κατατάσσουν στα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα του κλασικισμού που αναβιώνει κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα, ενώ θεωρείται ένα από τα ωραιότερα και πιο ενδιαφέροντα μνημεία της περιόδου.

Τα ογκώδη ορθογωνισμένα κομμάτια σκληρού ασβεστόλιθου, που έχουν χρησιμοποιηθεί στην τοιχοποιία του σε πλήρεις και συνεχείς οριζόντιες στρώσεις, δεν προέρχονται – όπως συμβαίνει συχνά την περίοδο αυτή – από κάποιο αρχαίο μνημείο της περιοχής, αλλά έχουν εξορυχθεί και λαξευτεί με επιμέλεια ειδικά για την ανέγερση του ναού. 

Η είσοδος της Κρύπτης
πηγή
Η ίδια επιμέλεια παρατηρείται στη λάξευση και τέλεια συναρμογή των επιμέρους λίθινων κατασκευαστικών στοιχείων, όπως για παράδειγμα των τόξων και των τυμπάνων των δίλοβων ή τρίλοβων παραθύρων του ναού. 

Στο ναό σώζονται αρκετά αρχιτεκτονικά γλυπτά, τα περισσότερα από τα οποία παραμένουν αδημοσίευτα. 

Ορισμένα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως για παράδειγμα τα κιονόκρανα των δύο κιόνων στο δυτικό τμήμα του ναού που κοσμούνται με πολύπλοκους φυτικούς σχηματισμούς και μιμούνται τα αντίστοιχα προγενέστερα κιονόκρανα της Παναγίας του Οσίου Λουκά, τα εξαιρετικής ποιότητας επιθήματα των μαρμάρινων αμφικιονίσκων στα σύνθετα ανοίγματα των εγκάρσιων κεραιών και το σχεδόν ολόγλυφο περιστέρι στο τύμπανο του τρίλοβου παραθύρου της αψίδας. Ορισμένα μεμονωμένα διάσπαρτα μαρμάρινα μέλη αποδίδονται στο αρχικό τέμπλο του ναού, που δεν έχει διασωθεί.

Αγιογραφίες.

Ο Χριστός Παντοκράτωρας
πηγή
Εσωτερικά το μνημείο έφερε τοιχογραφικό διάκοσμο, ο οποίος παραμένει αδημοσίευτος. 

Οι περισσότερες παραστάσεις έχουν υποστεί σημαντικές φθορές και σε ορισμένες περιπτώσεις καλύπτονται από νεότερα επιχρίσματα. Αποσπασματικά και σε κακή κατάσταση διατηρούνται επίσης οι τοιχογραφίες της υπόγειας κρύπτης, που δημοσιεύτηκαν το 1976 από την καθηγήτρια Μ. Παναγιωτίδη. 

Οι σωζόμενες παραστάσεις είναι λιγοστές, δίνουν όμως τη δυνατότητα να αποκατασταθεί το εικονογραφικό πρόγραμμα της κρύπτης: Έχει, όπως και στην ταφική κρύπτη του Οσίου Λουκά, σαφή ταφικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τη χρήση του χώρου ως νεκρικού παρεκκλησίου και οστεοφυλακίου, όπου θα τελούνταν νεκρώσιμες τελετές στη μνήμη των νεκρών μοναχών της μοναστικής κοινότητας.

Άγιος Νικόλαος σε στάση ικεσίας
πηγή
Στο τεταρτοσφαίριο της κόγχης του ιερού εικονίζεται ο Χριστός Παντοκράτορας στον τύπο του Αντιφωνητή, ενώ στον ημικύλινδρο της αψίδας και στους πλάγιους τοίχους του ιερού εμφανίζονται συλλειτουργούντες ιεράρχες, από τους οποίους ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ιδιαίτερα αγαπητός τοπικός Άγιος Ιωάννης Καλοκτένης, μητροπολίτης Θηβών, που πέθανε μεταξύ 1182 και 1193. 

Στον ίδιο χώρο, πάνω από το άνοιγμα προς την πρόθεση, εικονίζεται ο άγιος Νικόλαος σε προτομή, μετωπικός και δεόμενος, σε στάση ικεσίας και αυτό συσχετίζεται με την παρακείμενη μορφή του Παντοκράτορα Χριστού, που δέχεται τη μεσιτεία του.

Στο εικονογραφικό πρόγραμμα του κυρίως ναού δεν περιλαμβάνονται ευαγγελικές σκηνές, αλλά μόνο οι παραστάσεις μεμονωμένων μορφών αγίων. Τα σταυροθόλια έφεραν ανάμεσα σε σχηματοποιημένα φυτικά κοσμήματα στηθάρια με παραστάσεις αγίων σε προτομή. Σήμερα διατηρείται η παράσταση των τεσσάρων ευαγγελιστών στο βόρειο σταυροθόλιο και ενός αγγέλου στο κεντρικό. 

Ανατολική άποψη της Μονής
πηγή
Στο ανατολικό τμήμα του κυρίως ναού κυριαρχεί η παράσταση της Δέησης, με το Χριστό - Εμμανουήλ ανάμεσα στη Θεοτόκο και τον Ιωάννη Βαπτιστή. Στις υπόλοιπες διαθέσιμες επιφάνειες των χαμηλότερων μερών της κρύπτης παριστάνονται μοναστικοί άγιοι που, μαζί με τις υπόλοιπες μορφές, ενσωματώνονται σε μία Μεγάλη Δέηση υπέρ της των μοναχών σωτηρίας.

Οι τοιχογραφίες της κρύπτης χρονολογούνται στα τέλη του 13ου αιώνα και εντάσσονται σε ένα επαρχιακό καλλιτεχνικό ρεύμα το οποίο, αν και ακολουθεί έως ένα σημείο τις προοδευτικές τάσεις της εποχής, παραμένει κατά κύριο λόγο προσκολλημένο στην καλλιτεχνική παράδοση του προηγούμενου αιώνα. Σε μια μελλοντική συνολική δημοσίευση του μνημείου θα ήταν ενδιαφέρον να εξακριβωθεί η σχέση των τοιχογραφιών της κρύπτης με εκείνες του κυρίως ναού.

Η Μονή στην οποία φυλάσσεται και το άφθαρτο σκήνωμα του Αγίου Φλώρου, γιορτάζει στις 9 Μαΐου και τα τελευταία χρόνια λειτουργεί και πάλι σαν ανδρική μονή με ηγούμενο τον πάτερ Νεκτάριο Μήτσου και μοναχούς τους Δαμιανό και Ραφαήλ.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: (+30) 22610 52080



Σάββατο 24 Απριλίου 2021

ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΛΑΣΣΟΝΑΣ ΤΟΥ ΕΚ ΚΑΛΟΓΡΙΑΝΩΝ.

πηγή 


 Φυλάσσονται στον ομώνυμο Ιερό Ναό στην Ελασσώνα.
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ). 

 

Τα λείψανα του Αγίου Αρσενίου, Επισκόπου Ελλασώνος
Ο άγιος Αρσένιος γεννήθηκε στα Καλογριανά της Καρδίτσας το 1550 και σε οικογένεια πού ανέδειξε πολλούς κληρικούς.
 

Πατέρας του ήταν ο ιερέας Θεόδωρος και μητέρα του η Χρυσάφη, ανιψιά του Αγίου Βησσαρίωνα, που μετά τον θάνατο   του συζύγου της, έγινε μοναχή ως Χριστοδούλη ενώ αδελφοί του ήταν ο Ιωάσαφ, επίσκοπος Σταγών, ο Μάρκος, επίσκοπος Δημητριάδος και οι ιερομόναχοι, Αθανάσιος και Παχώμιος.

Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από τον αδελφό του Ιωάσαφ στην Επισκοπή Σταγών και στη συνέχεια πήγε σε σχολείο στα Τρίκαλα που παρακολούθησε μαθήματα «γραμματικά, ποιητικά και ρητορικά, προστάξει και προθυμία του πανιερωτάτου μητροπολίτου Λαρίσης Ιερεμίου».

Στη διάρκεια της εκεί μαθητείας του εκάρη μοναχός και μετά την εκλογή του Ιερεμία ως πατριάρχη και τη διάλυση του σχολείου, έμεινε αρκετά στην Επισκοπή Σταγών και στη συνέχεια μόνασε στη μονή Δουσίκου, όπου και χειροτονήθηκε ιερέας, το 1579.

Ο πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός, ο εκ Λαρίσης, τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη και τον τοποθέτησε εφημέριο στον Ιερό Ναό της Παμμακαρίστου, εκεί παρακολούθησε μαθήματα στην σχολή του Πατριαρχείου, ενώ στις 21 Φεβρουαρίου του 1584 χειροτονήθηκε επίσκοπος «Ελασσώνος καὶ Δομηνίκου» και μετέβη στην Ελασσόνα, διαδεχθείς τον αποθανόντα Γρηγόριο.

    Λείψανο του Αγίου στον Ιερό Ναό των Καλογριανών
Ο Ιερεμίας είχε απομακρυνθεί από τον θρόνο, στον οποίο ανέβηκε ο Θεόληπτος ενώ μετακλήθηκε και ο άγιος Αρσένιος στην Πόλη με άλλους αρχιερείς που λίγο μετά πήγε στη Μόσχα ως Έξαρχος, επικεφαλής αποστολής προς τον τσάρο της Ρωσίας Θεόδωρο Α΄
Ιβάνοβιτς

Στην επιστροφή πήγε στη ουκρανική πόλη Λβώφ (Λεόπολη), που είχε μεγάλη ελληνική παροικία και που οι ορθόδοξοι εκεί, είχαν προβλήματα με την δράση των καθολικών και προτεσταντών, την πίεση των βασιλέων της Πολωνίας για ένωση με τον πάπα.
 
Ήταν, μεγάλη λοιπόν η ανάγκη εκεί για ίδρυση σχολείων και τυπογραφείων, έτσι του ζήτησαν να μείνει και έμεινε δύο χρόνια, δίδαξε στο σχολείο της ορθόδοξης αδελφότητος, συνέταξε πρόγραμμα λειτουργίας του σχολείου και εγχειρίδιο Γραμματικής της Ελληνικής, που εκδόθηκε δίγλωσση.

Ύστερα από την αποκατάσταση του Ιερεμία στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, τον συνόδευσε το 1588, σε ταξίδι στη Μόσχα όταν και ιδρύθηκε το πατριαρχείο στις 26 Ιανουαρίου 1589 όπου αναγόρευσαν και εγκατέστησαν τον Μητροπολίτη Ιώβ ως Πατριάρχη Βλαδιμηρίας, Μόσχας και απάσης Ρωσίας και απασών των βορείων Χωρών.
 
Εικόνα του Αγίου Αρσενίου στον Ναό των Καλογριανών.
Ο Αρσένιος έμεινε στην Μόσχα ώς το 1605 και στά χρόνια αυτά υπήρξε αρωγός των Ελλήνων πού έφθαναν εκεί για «ζητεία», δωρητής και ο ίδιος πολλών εικόνων, χειρογράφων και άλλων σε μονές, πατριαρχεία και ναούς.
 
Δώρα του υπάρχουν στην μονή Δουσίκου, στον Ναό του Αγίου Γεωργίου Βενετίας, στην Μονή Τατάρνας, στην Μονή Σινά, στην Μονή Βαρλαάμ, στο Άγιον Όρος, στην Μονή Αγίου Νικολάου Σουσδαλίου κ.α.

Είχε πλούσια υλική υποστήριξη από τον τσάρο και με τα χρήματα αυτά: «ἔκτισεν ἐκκλησίαν τοῦ Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου κατακοσμήσας αὐτὴν… ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν, κατακαλύψας σιδήρου λευκώ», άλλες τέσσερις στην Μόσχα, τέσσερις έξω από αυτήν και εξωράισε δύο, όμως το σημαντικότερο, είναι η συμβολή του στην τόνωση των Ελληνορωσικών πολιτιστικών σχέσεων και την ενίσχυση της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Τὸ 1599, ο άγιος Αρσένιος ονομάσθηκε Αρχιεπίσκοπος Αρχαγγέλων, του καθεδρικού Ναού της Μόσχας και τον τίτλο αυτό τον κράτησε επί μακρόν, παράλληλα με τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Ελασσώνος ενώ η περίοδος 1605 - 1613 είναι περίοδος δοκιμασίας, εκδηλώνεται ανταρσία κατά του τσάρου, υποκινούμενη από Λατινόφρονες, ακολουθούν ταραχές και αναρχία.
 
Ο ιερός Ναός του Αγίου Αρσενίου στην Ελασσόνα
Οι Πολωνοί πήραν του αγίου Αρσενίου όλα τα εισοδήματα, κτήματα και χρήματα και στα μέσα Οκτωβρίου του 1612 και αφού είχε φτάσει σὲ έσχατη ένδεια, παρουσιάσθηκε στον ύπνο του ο όσιος Σέργιος που του ανήγγειλε ότι ο Θεός, άκουσε τις προσευχές και δεήσεις των ευσεβών χριστιανών και πράγματι, σε λίγες μέρες οι Πολωνοί συνθηκολόγησαν και παραδόθηκαν στις ρωσικές δυνάμεις.

Τον Μάιο του 1613 τοποθετήθηκε στην Αρχιεπισκοπή Τβέρης και Κασίν και το 1615 έγινε Αρχιεπίσκοπος Σουσδαλίου και Ταρουσίας.

Ο Άγιος Αρσένιος, έλαβε μέρος σε αρκετές συνόδους θρησκευτικών και άλλων ζητημάτων των επαρχιών της Ανατολικής Ευρώπης και κατά την περίοδο της κρίσης και των ταραχών, επανειλημμένα διαδραμάτισε ρόλο μεσολαβητικά για την ειρήνευση ενώ έγραψε Ποίημα με τίτλο «Κόποι και διατριβή», στο οποίο περιγράφεται η ίδρυση του πατριαρχείου της Ρωσίας, Απομνημονεύματα και Ακολουθία του Ρώσου Αγίου Βασιλείου.

Φορητή εικόνα του Αγίου Αρσενίου, επισκόπου Ελασσόνας
Το 1621 έφυγε από την Μόσχα και εγκαταστάθηκε οριστικά στην επισκοπική του έδρα στο Σούσδαλ, όπου έζησε «ἐν φόβω Θεοῦ καὶ εὐλαβείᾳ πολλῇ καὶ θεοφιλεῖ» ενώ κοιμήθηκε τον Απρίλιο του 1626, σε ηλικία 76 ετών, και ενταφιάστηκε μέσα στον καθεδρικό Ναό Σουσδαλίου.

Όσο ζούσε, ο άγιος Αρσένιος γνώρισε την τιμή και την ευλάβεια των Ρώσων ηγετών και του λαού, ενώ η ρωσική Εκκλησία το 1982 τον κατέταξε Άγιο. 
 
Το σκήνωμα του αγίου Αρσενίου ως τις αρχές του 2006 ήταν ενταφιασμένο μέσα στον καθεδρικό Ναό του Σουσδαλίου όμως τον Μάρτιο του 2006, κατόπιν ευλογίας του Μακαριότατου Πατριάρχου Μόσχας και πασών των Ρωσιών κ.κ. ΑΛΕΞΙΟΥ, ύστερα από σχετικό αίτημα της Ιεράς Μητρόπολης Ελασσόνας, την σύμφωνο γνώμη του Μητροπολίτου της περιοχής κ.κ. ΕΥΛΟΓΙΟΥ και την συγκατάθεση της τοπική αρχαιολογική υπηρεσίας και των τοπικών αρχών, έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του. 
 
Τα ιερά λείψανα του τοποθετήθηκαν σε λάρνακα εντός του Ναού, ενώ στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της πόλης που βρίσκεται εντός της Ιεράς Μονής, μεταφέρθηκαν τμήματα των αμφίων του (επιγονάτιο και πόλοι ωμοφορίου), τα οποία στην ανακομιδή βρέθηκαν σε καλή κατάσταση.

    Η παράδοση αποτμημάτων των ιερών λειψάνων του
Αγίου Αρσενίου απο τον Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο
στον μακαριστό
Μητροπολίτη Ελασσώνας κ.κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟ.
Στις 8 Ιουνίου του 2006 ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών κ.κ. ΑΛΕΞΙΟΣ γιόρτασε την επέτειο της ενθρόνισής Του και κατά την πατριαρχική λειτουργία στον ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Μόσχα, παρέδωσε στον μακαριστό Μητροπολίτη Ελασσώνας κ.κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟ, τμήματα των ιερών λειψάνων του Αγίου Αρσενίου.

Στις 17 Ιουνίου του 2006 έγινε στην Ελασσώνα η επίσημη υποδοχή των ιερών λειψάνων, με την παρουσία του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, του εκπροσώπου του Πατριάρχου Μόσχας, Αρχιεπισκόπου Βλαδιμήρ και Σούσδαλ κ.κ. ΕΥΛΟΓΙΟΥ, πλειάδας Ιεραρχών της Ελλαδικής Εκκλησίας, του κλήρου και του λαού της επαρχίας. 
 
Τα ιερά λείψανα τοποθετήθηκαν στον νεόδμητο ιερό Ναό, πού είναι αφιερωμένος στον άγιο Αρσένιο Αρχιεπίσκοπο Ελασσώνος, σε ειδικά διαμορφωμένο προσκυνητάρι ενώ απότμημα λειψάνων του υπάρχει και στον Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής Τ.Κ. Καλογριανών, γενέτειρα του Αγίου Αρσενίου.
 
Η μνήμη του Αγίου Αρσενίου, Αρχιεπισκόπου Ελασσώνος που είναι και Πολιούχος της πόλης, τιμάται στις 13 Απριλίου ενώ στην Ελασσώνα τιμάται ιδιαίτερα στις 8 Μαίου.