Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΑΡΧΗ.

πηγή

Φυλάσσεται στο Ιερό Σκευοφυλάκιο του Πανίερου Ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Όσιος Θεοδόσιος ο κοινοβιάρχης - φορητή εικόνα
17ος αιώνας, Ιερά Mονή Διονυσίου, Άγιον Όρος
Ο Όσιος Θεοδόσιος γεννήθηκε το 423 στο χωριό Μωγαρισσού της Καππαδοκίας πού ήτανε κοντά στα Κόμανα, τόπος εξορίας του Ιωάννου Χρυσοστόμου. 

Ήταν γιός γονέων ευσεβών και πιστών, τον πατέρα του τον έλεγαν Προαιρέσιο και τη μητέρα του Ευλογία και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα του Θρακός (457 - 474) και έφτασε έως και τους χρόνους του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ του Δικόρου (491 - 518).

Αρνήθηκε την έγγαμη ζωή και σε νεαρή ηλικία όταν πήγε να προσκυνήσει στους αγίους Τόπους έμεινε εκεί και έγινε μοναχός το 451.

Αφού ασκήτεψε κοντά σε μεγάλους ασκητές όπως ο Συμεών ο Στυλίτης και ο ησυχαστής Λογγίνος αποσύρθηκε σε απομακρυσμένο ησυχαστήριο στον νότο όπως και ο άγιος Σάββας, 

Έφθασε σε κάποιο σπήλαιο μεταξύ Βηθλεέμ και της μονή αγίου Σάββα, στο οποίο σύμφωνα με την παράδοση διανυκτέρευσαν οι μάγοι, όταν επέστρεψαν από την προσκύνηση του Κυρίου και εκεί έμεινε για ένα μεγάλο διάστημα ασκούμενος ενώ έπειτα αποφάσισε να ιδρύσει κοινόβιο του τύπου του αγίου Θεοκτίστου και αγίου Γερασίμου.



Όσιος Θεοδόσιος ο κοινοβιάρχης 
Μωσαϊκό τού 11ου αιώνα
  Καθολικό της Νέας Μονής Χίου
Η φήμη του Θεοδοσίου έγινε γρήγορα γνωστή και έφερε στο ησυχαστήριό του δεκάδες αδελφούς αναγκάζοντάς τον να ιδρύσει πιο ευρύχωρο μοναστήρι στο οποίο εφάρμοσε τα πρότυπα του ασκητικού βίου. 

Έκανε πολλά θαύματα και, αφού δίδαξε τις αρετές της ασκητικής ζωής στους εκατοντάδες μαθητές του, κοιμήθηκε σε πολύ βαθιά γεράματα το 529 σε ηλικία 105 ετών. 

Η είδηση της κοίμησής του διαδόθηκε σαν αστραπή και έτρεξαν πολλοί, λαϊκοί, κληρικοί, μοναχοί, ακόμη και Επίσκοποι, για να ασπαστούν το ιερό λείψανο του ενώ και ο ίδιος ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων πήγε να ασπασθεί και να παραστεί στην εξόδιο Ακολουθία.

Ο Άγιος Θεοδόσιος, τάφηκε στην κρύπτη του σπηλαίου των Μάγων που εκεί σήμερα υπάρχουν και οι τάφοι της μητέρας του Αγίας Ευλογίας, της Αγίας Σοφίας, μητέρας του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, της μητέρας των αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού Αγίας Θεοδότης, του Αγίου Ιωάννου του Μόσχου, της Αγίας Μαρίας μητρός των Αγίων Αρκαδίου και Ιωάννου, συζύγου δε του Αγίου Ξενοφώντος, του Αγίου Κόπρη κ.α συνολικά 35 θαμμένοι άγιοι. 

Η εκκλησία μας τιμά την μνήμη του στις 11 Ιανουαρίου.


Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑΣ.

πηγή

Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Κοίμησης της Θεοτόκου Προυσού, στην Ευρυτανία. 



Εικονομάχοι καλύπτουν την εικόνα του Χριστού με ασβέστη.
Ψαλτήρι Χλουντόφ (περί το 830). Μόσχα, Ιστορικό Μουσείο.

πηγή

Τον καιρό που βασίλευε ο εικονομάχος Αυτοκράτορας Θεόφιλος, άρχισε μεγάλο διωγμό κατά των Αγίων εικόνων και έστειλε βασιλικές διαταγές σε όλη την επικράτεια, διατάζοντας τους ορθόδοξους και απειλώντας τους με βασανιστήρια και εξορίες για να κατεβάσουν τις Αγίες εικόνες, να τις κάψουν ή να τις καταστρέψουν και εκείνη την εποχή, το 829, η εικόνα της Παναγίας βρισκόταν στην πόλη της Προύσας στην Μικρά Ασία. 

Ένα αρχοντόπουλο, γιος ενός άρχοντα της βασιλικής αυλής, δεν θέλησε να καταστρέψει την θαυματουργή αυτή εικόνα της Παναγίας, έτσι την πήρε και κατέφυγε στα μέρη της Ελλάδας.

Όταν όμως είχε φτάσει με την ιερή εικόνα στην Καλλίπολη της Θράκης, άγνωστο πώς, η εικόνα χάθηκε. 

Αφού έμεινε αρκετές μέρες εκεί κλαίγοντας είπε στον εαυτό του: «Παρόλο που η Κυρία μου Θεοτόκος θέλησε να φυλάξει μόνη Της την αγία Εικόνα, εγώ δεν γυρίζω πίσω στην πατρίδα μου γιατί δεν μπορώ να βλέπω να καταστρέφουν τις Αγίες εικόνες και να καταπατούν τα Άγια σύμβολα της Εκκλησίας μου», έτσι με αυτές τις σκέψεις πήγε και κατοίκησε στην Υπάτη κοντά στη σημερινή Λαμία και έκτισε εκεί ένα μικρό εκκλησάκι.

Ιερά Μονή Κοίμησης της Θεοτόκου Προυσού, Ευρυτανία.
πηγή
Ένα παιδί από τους βοσκούς, φύλαγε τα γίδια του πατέρα του και μια νύχτα εκεί που κοιμόταν στο σημείο περίπου που είναι η σημερινή Μονή, δίπλα από το κρυφό σχολειό, ακούει ξαφνικά πίσω του γλυκούς και απαλούς ύμνους. 

Από το φόβο του ξύπνησε και ενώ σκεφτόταν να βρει από πού έρχονται οι ύμνοι βλέπει ξαφνικά ένα πύρινο στύλο, μια φωτεινή δέσμη που ξεκινούσε από μια σπηλιά και έφτανε ως τον ουρανό. 

Στην αρχή σκέφτηκε ότι ήταν ουράνιο τόξο, μετά σκέφθηκε ότι το ουράνιο τόξο βγαίνει την ημέρα και είναι καμπυλωτό σε σχήμα, ενώ η φωτεινή αυτή στήλη ήταν κατακόρυφη ως τον ουρανό. Φεύγει λοιπόν κατατρομαγμένο στον πατέρα του και του αναφέρει το παράδοξο αυτό γεγονός. Ο πατέρας του αρχικά δεν το πίστεψε, αλλά την άλλη νύχτα πηγαίνουν μαζί και ω του θαύματος!!!

Το προσκυνητάρι της Θαυματουργής εικόνας στο
σπηλαιώδες παρεκκλήσι της Ευρέσεως.

πηγή
Οι γλυκιές μελωδίες συνεχιζόταν και ο πυρσός ξεκινούσε πάλι από το σπήλαιο και έφτανε στον ουρανό. 

Την άλλη μέρα το παιδί μαζί με τον πατέρα και μερικούς άλλους βοσκούς εξερευνούν το σπήλαιο και βλέπουν την Αγία εικόνα να φεγγοβολά και να αστράφτει. 

Αφού την προσκύνησαν και χάρηκαν που βρήκαν ένα τέτοιο θησαυρό, άνοιξαν μονοπάτι προς το σπήλαιο για να ανάβουν καθημερινά ένα καντηλάκι μπροστά στην Χάρη Της. Με ποιο όμως τρόπο ήρθε μόνο ο Θεός ξέρει. 

Μετά από λίγες ημέρες το γεγονός αυτό μαθεύτηκε στις γύρω πόλεις και περιοχές και έφτασε στα αυτιά του αρχοντόπουλου που την μετέφερε από την Προύσα. 

Χωρίς να χάσει καιρό πήρε μαζί του τους δούλους του και έτρεξε σε εκείνα τα μέρη αναζητώντας αυτό που επιζητούσε. 

Μετά από δυο μέρες έφτασε και μόλις την αντίκρισε, την αναγνώρισε αμέσως και έπεσε κάτω προσκυνώντας Την. 

Αφού φιλοδώρησε τους χωρικούς που την βρήκαν πήρε την εικόνα για να επιστρέψει στην Υπάτη λέγοντάς τους: «Αδελφοί μου μη διαμαρτύρεστε εναντίον μου διότι αφενός η εικόνα είναι δίκη μου και έπειτα ο τόπος αυτός δεν είναι κατάλληλος ούτε για χτίσιμο εκκλησίας ούτε για συνάξεις προσκυνητών»

Λεπτομέρεια της Εικόνας
Με αυτά τα λόγια άφησε λυπημένους τους βοσκούς και αυτός πήρε την Αγία εικόνα της Παναγίας και αναχώρησε. 

Καθώς όμως έφτασαν σε κάποιο ύψωμα του δρόμου τους, κουράστηκαν και έβαλαν την εικόνα σε ένα ερειπωμένο εκκλησάκι για να ξαποστάσουν και  αποκοιμήθηκαν. 

Όταν ξύπνησαν όμως δε βρήκαν στο εκκλησάκι την εικόνα και ο άρχοντας σκέφτηκε ότι τους παρακολουθούσαν οι βοσκοί και ήρθαν κρυφά και την έκλεψαν.

Καθώς επέστρεφαν πίσω να πάρουν πάλι την εικόνα, το αρχοντόπουλο άκουσε μια γυναικεία φωνή λέγοντάς του: «Ω νέε σώσου και πήγαινε στο καλό, διότι εγώ αναπαύομαι καλύτερα σε αυτούς τους άγριους και ορεινούς τόπους με απλοϊκούς βοσκούς παρά σε μεγαλουπόλεις με πλούσιους άρχοντες. Αν θέλεις να μείνεις μαζί μου έλα και θα ναι και για καλό σου».

Τα «Πατήματα της Παναγίας»
Πάνω σε βράχο έχουν διαμορφωθεί επτά σχήματα διαφορετικού 
χρώματος με τη μορφή πατημασιάς που δείχνουν τα βήματα της 
Παναγίας, τα ίχνη που άφησε στο δρόμο της για τον Προυσό.
Το σημείο βρίσκεται 10 χλμ από τη μονή του Προυσού.
Μετά από αυτό ξαφνικά πάνω στο βουνό δημιουργήθηκε το τύπωμα της Παναγίας μια τρύπα στην κορυφή του βουνού σε μέγεθος ίση με την εικόνα και κατά ύψος του βουνού εμφανίστηκαν αποτυπώματα ανθρωπίνου πέλματος. 

Περπάτησε δηλαδή η Παναγία προς την κορυφή του βουνού διαπερνόντας το για να φτάσει και πάλι στην θέση όπου αυτή διάλεξε να γίνει το μόνιμο κατοικητήριό της εδώ και χίλια περίπου έτη.

Αμέσως το αρχοντόπουλο ελευθέρωσε τους δούλους του και γύρισε πάλι στο σημείο ευρέσεως της εικόνας, εγκατέλειψε τα εγκόσμια και αφοσιώθηκε στην υπηρεσία της Παναγίας. 

Έτσι λοιπόν έχουμε τους πρώτους μοναχούς που εγκαταστάθηκαν στον ιερό αυτό τόπο, που διάλεξε η Κυρά της Ρούμελης να χτίσει το αιώνιο σπίτι της, το αρχοντόπουλο που πήρε το μοναχικό όνομα Διονύσιος και ο δούλος του που πήρε το όνομα Τιμόθεος. 

Επειδή λοιπόν η Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας ήλθε από την Προύσα της Μικράς Ασίας, ονομάστηκε και είναι γνωστή πλέον στους αιώνες ως η «Παναγία Προυσιώτισσα».

Στην επένδυση της εικόνας που αφιέρωσε ο Γεώργιος
Καραϊσκάκης διακρίνονται και τα 3 αστέρια - παράσημά του 
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Προυσιώτισσας  βρίσκεται στα δυτικά του καθολικού της Μονής, μέσα στο σπηλαιώδες παρεκκλήσι - Κρύπτη της Ευρέσεως της, είναι του εικονογραφικού τύπου της Παναγίας της Οδηγήτριας και έχει διαστάσεις 0.88 x 0.60 του μέτρου. 

Η Παναγία εικονίζεται έως την μέση και με το δεξί της χέρι δείχνει το Χριστό και με το αριστερό τον κρατάει στοργικά στην αγκαλιά της ενώ ο Χριστός είναι στραμμένος προς το πρόσωπό Της και με το δεξί Του χέρι Την ευλογεί.

Μόνο τα ζωγραφισμένα πρόσωπα των εικονιζόμενων είναι φανερά. 

Τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια της Παναγίας, τα γραμμένα φρύδια, η μακριά ίσια καλλιγραφημένη μύτη, το μικρό κερασένιο στόμα, οι μεγάλες επιφάνειες των φώτων στο πρόσωπο φέρουν μπροστά μας μια από τις ωραιότερες και εκφραστικότερες μορφές της μεταβυζαντινής περιόδου.

 Η επένδυση είναι έργο του χρυσοχόου Γεωργίου
Καρανίκα το 1824, αφιέρωμα του Γεώργιου Καραϊσκάκη 
όπως αναγράφει η επιγραφή πάνω από τον δεξιό ώμο
της Παναγίας: «Η Παντάνασσα. Δι εξόδων του γενναιοτάτου
στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη,
χειρί Γεωργίου Καρανίκα,1824»
Η παράδοση, σύμφωνα και με τον αριθμό 3 του κώδικα της Μονής θέλει την εικόνα να είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά ενώ η αργυρόχρυση επένδυση - το πουκάμισο της Παναγίας, οφείλεται σε εκπλήρωση τάματος του στρατηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη ο οποίος όταν συχνά ασθενούσε από την θέρμη, φιλοξενούνταν στην Μονή Προυσού και νοσηλευόταν εκεί. 

Έταξε έτσι στην Παναγία να του χαρίσει την γιατρειά και θα την έντυνε με αργυρόχρυσο πουκάμισο και πράγματι μετά την θεραπεία, ευγνωμονώντας Την, εκπλήρωσε το τάμα του στολίζοντάς την με την θαυμάσια τεχνουργημένη επένδυση με τα τρία παράσημά του επάνω, τα ασημένια αστέρια, έργο του χρυσοχόου καλλιτέχνη Γεωργίου Καρανίκα το 1824, όπως μας αποκαλύπτει η ανάγλυφη επιγραφή πάνω από τον δεξιό ώμο της Παναγίας: « Η Παντάνασσα. Δι εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824 ».

Η μνήμη της Παναγίας Προυσιώτισσας γιορτάζεται στις 23 Αυγούστου (ημερομηνία εύρεσης της θαυματουργής εικόνας), ημέρα κατά την οποία συρρέει πλήθος κόσμου στο μοναστήρι με σκοπό να προσκυνήσει την θαυματουργή εικόνα της. 


Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΟΡΥΦΙΝΗΣ ΕΚ ΚΑΛΟΛΙΜΝΟΥ.


Φυλάσσεται στον Ιερό Ναό της Παναγίας Κορυφινής, στα Νέα Μουδανιά της Χαλκιδικής. 




Σύμφωνα με την παράδοση η εικόνα της Παναγίας βγήκε μέσα από τη θάλασσα ύστερα από έναν μεγάλο σεισμό κι ανέβηκε στην πιο ψηλή κορφή του νησιού Καλόλιμνος (σημερινό Ιμραλί) στη νότια Θάλασσα του Μαρμαρά .

Εκεί την βρήκαν οι κάτοικοι του νησιού που την έκαμαν μοναστήρι και την ονόμασαν «Παναγία Κορυφινή» αφού πρώτα όμως επιχείρησαν να την τοποθετήσουν στην κεντρική πλατεία του χωριού, αλλά πάντα την έβρισκαν πάνω στο βουνό αυτό, γι αυτό και της έκτισαν εκεί το μοναστήρι και της έδωσαν το παραπάνω όνομα.

Στον πρώτο διωγμό το 1918, οι κάτοικοι πήραν μαζί τους την εικόνα στα βάθη της Μικράς Ασίας και την τοποθέτησαν μέσα σε μια εκκλησία, αλλά κάθε μέρα την έβρισκαν σε μια κορφή του βουνού.

Όταν επέστρεψαν πάλι στο νησί τους τοποθέτησαν την εικόνα στο μοναστήρι της και το καντήλι της δεν έσβηνε ποτέ κι ήταν ο μοναδικός φάρος σε ολόκληρη την περιοχή για τους ναυτικούς. Όχι μόνο οι Χριστιανοί αλλά και οι Τούρκοι πίστευαν στη θαυματουργή χάρη της, γιατί πολλοί σώθηκαν από ναυάγια και τα τάματα και οι δωρεές καθημερινά ήταν σωρός στο μοναστήρι, που πήγαιναν και προσκυνούσαν και Χριστιανοί και αλλόθρησκοι.

Η Καλόλιμνος ( Ιμραλί).
Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Βέσβικος από τον ομώνυμο
Γίγαντα της ελληνικής μυθολογίας.Το Ιμραλί απέσπασε από
τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1308 ο ναύαρχος Εμίρ Αλή,
και του οποίου και το όνομα έλαβε από τότε. Μέχρι την
ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, το
1922 - 1923, υπήρχαν τρία ελληνικά χωριά πάνω στο νησί. Οι
κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την αμπελοκαλλιέργεια, την
παραγωγή οίνου, τη σηροτροφία και το ψάρεμα. Σήμερα είναι
γνωστό ως φυλακή ύψιστης ασφαλείας με μοναδικό κρατούμενο
τον αρχηγό του PKK Αμπντουλάχ Οτσαλάν.
Πάνω στους απόκρημνους βράχους της νήσου Καλολίμνου που βρίσκεται στο μυχό του Βοσπόρου έστησε για πρώτη φορά το σπίτι της η Παναγία μας η Κορυφινή. 

Στο βιβλίο του Συνδέσμου Προσφύγων Μουδανιών, «Αντίλλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω» υπάρχει η παρακάτω αναφορά:

«Καλόλιμνος ή Καλώνυμος – Τουρκιστί «Εμίραλη» (Η αρχαία Βέσβικος)

Νήσος κειμένη έναντι των εκβολών του Ρύνδακος ποταμού, απέχουσα της ξηράς 13 μίλια. Κατά τον Πλίνιον η νήσος αύτη απετέλει συνέχειαν της έναντι ξηράς, αποσπασθείσα είτα. Η περιφέρεια της νήσου είναι 18 μίλια. Έχει μίαν ομόνυμον πόλιν κατοικουμένην υπό χριστιανών ορθοδόξων συμποσουμένων εις 3 χιλιάδας και ασχολουμένων εις την γεωργίαν και αλιείαν. Επί Βυζαντινών υπήρχεν επί της νήσου και άλλη πόλις καλουμένη Βαγνίτιον, μη υπάρχουσα πλέον. Είναι νήσος βουνώδης παράγουσα ελαίας και κρόμμυα. Ηλιεύοντο δε αύθονοι ιχθείς μεταφερόμενοι εις Κων/πολιν και Μουδανιά. Επί της νήσου υπήρχον πολλαί Μοναί, αίτινες εχρησίμευσαν ως ενδιαίτημα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και 
Εκκλησιαστικώς υπήγετο εις την Μητρόπολιν Νικομηδείας».

πηγή
Ο Στέφανος Βυζάντιος στα τέλη του 5ου αιώνα στο σημαντικό γεωγραφικό λεξικό με τον τίτλο Εθνικά, αναφέρει για το νησί: 

«Βέσβικος. Νησίδιον περί Κύζικον, ως Διογένης ο Κυζικινός εν πρώτη περί των επτά της πατρίδος νήσων λέγων.
 
Προπόνησος και Φοίβη και Αλόνη και Φισία και Οφιέσσα και Βέσβικος γόνιμοι και λιπαραί.
 
Αγαθοκλής δε εν πρώτη περί Κυζίκου φησίν, ότι κτίσμα εστίν Φερσεφόνης και όνομα έχει γίγαντος. 

Οι γαρ γίγαντες απορρήξαντες αιγιαλούς εκύλιον δια της θαλάσσης εγχώσαι τας εκβολάς του Ρυνδακού ζητούντες. Η δε κόρη αγωνιώσα περί Κυζίκου τας πέτρας ερρίζωσε και νήσον εποίησεν ήτις αφ’ ενός των ύστερον οικησάντων Πελασγών προσηγόρευται Βέσβικος, εφ’ ης τους λειπομένους των γιγάντων ηφάνισε συν Ηρακλή, το εθνικόν Βεσβικηνός.»

«Το 1922, όταν έγινε ο δεύτερος διωγμός και ο ξεριζωμός των Μικρασιατών, την Παναγία την πήρε η μητέρα του Νεοφύτου Κουβράκη και την πήγε στο Μόλυβο Μυτιλήνης. 
 
Από τη Μυτιλήνη κατόπιν πήγε και την έφερε (μετά την ολική εγκατάσταση των Καλολιμνιωτών στα Νέα Μουδανιά και μετά από πολλά χρόνια), η Αμαλία Κουβράκη με άλλους δύο Καλολιμνιώτες και με τη βοήθεια του τότε Μητροπολίτη Ειρηναίου, το 1929» σύμφωνα με την αφήγηση του Καλολιμνιώτη Πλούταρχου Πάππη.

Ο Ναός της Παναγίας Κορυφινής, στα Νέα Μουδανιά  Χαλκιδικής.
πηγή
Η πρώτη μικρή εκκλησιά της Παναγίας κτίστηκε στα Νέα Μουδανιά με χρήματα των Καλολιμνιωτών στο λόφο που πήρε και το όνομά της, τον λόφο της Παναγίας Κορυφινής.
 
Από τότε ο λόφος έγινε ένας καθαγιασμένος, αγαπημένος τόπος και σημείο αναφοράς για όλους τους Μουδανιώτες.

«Ανήμερα της Παναγίας, στο προαύλιο της εκκλησίας, στηνόταν μια μεγάλη εξέδρα και επάνω σ’ αυτήν ανέβαινε ο παπά Πέτρος, ψάλλοντας το τροπάριο της Παναγίας Κορυφινής και άγιαζε τον κόσμο. Επίτροποι συνόδευαν την εικόνα στην εξέδρα. 

Παράλληλα γυναίκες που είχαν κάνει τάμα να την κρατήσουν, ανέβαιναν μία - μία στην εξέδρα, κάθονταν στο πάτωμα και έπαιρναν την εικόνα στην αγκαλιά τους με μεγάλη συγκίνηση. Αυτό το έθιμο το έφεραν από τα μέρη τους, όπως μας έλεγαν» θυμάται ο Στέλιος Ελαιοδώρου.

Η 8η Σεπτεμβρίου έχει καθιερωθεί ως επίσημη αργία στα Νέα Μουδανιά και η Παναγία Κορυφινή τιμάται με τη μεγαλοπρέπεια που αρμόζει και με τη παρουσία πλήθους πιστών που συρρέουν να προσκυνήσουν την εικόνα Της, να καταθέσουν τις αγωνίες και τους πόθους τους και να ζητήσουν να μεσιτεύσει η χάρη Της υπέρ της υγείας και της ευημερίας τους. 

Στη δεκαετία του ’70 κτίστηκε στη θέση της μικρής εκκλησίας ο περίλαμπρος ναός που υπάρχει σήμερα.

Πηγές: Ευάγγελου Παχυγιαννάκη «Νέα Μουδανιά (Στοχασμός – Ιστορία – Μνήμη χάριτος)» Άγιος Νικόλαος Κρήτης, περιοδικό «Αμάλθεια», Σύνδεσμος Προσφύγων Μουδανιών, «Αντίλλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω», 1931, Στέλιος Ελαιοδώρου «Αναμνήσεις από τα χρόνια που πέρασαν», Στέφανου Βυζάντιου Εθνικά. 

Γράφει η Ελένη Πασχαλάκη



Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΣΤΥΛΙΤΗ.

πηγή

Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Μουτσιάλης, στην Βέροια. 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).




 Άγιος Συμεών ο Στυλίτης, φορητή εικόνα 18ου αιώνα.
Συλλογή  Ι.Μ. Λήμνου & Αγ. Ευστρατίου
Πρόκειται για τμήμα του δεξιού χεριού και δεν μας είναι γνωστό πώς το άγιο αυτό λείψανο αποκτήθηκε από τη μονή, με την αρχική λειψανοθήκη να έχει χαθεί πριν το 1939 ενώ η σημερινή κατασκευάστηκε το 1939. 

Λόγω του ιερού λειψάνου του, ο άγιος είναι πολύ δημοφιλής μεταξύ των κατοίκων της Βέροιας αλλά και της ευρύτερης περιοχής. 

Ο Αγιος Συμεών ο Στυλίτης έζησε, στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντος του Μεγάλου και του Πατριάρχου Αντιοχείας Μαρτυρίου ενώ είναι ο πρώτος γνωστός μοναχός - Στυλίτης που ασκήτεψε επάνω σε στύλο. 

Ο Συμεών γεννήθηκε στο χωριό Σισάν (σημερινό Κοζάν) της Κιλικίας περίπου το 389, από γονείς βοσκούς και το ίδιο έκανε και αυτός στα νεανικά του χρόνια. 

Από μικρός όμως ήταν αφοσιωμένος με όλη του την ψυχή στα θεία, τόσο θερμές άλλωστε ήταν οι προσευχές του προς το Θεό, ώστε πολλές φορές λουζόταν από δάκρυα κατάνυξης και κάποια μέρα που εκκλησιάστηκε, του έκαναν αρκετά μεγάλη εντύπωση τα λόγια του Χριστού, «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθαίου, ε' 4,8).

Συμεών ο Στυλίτης - Εικόνα του του 16ου αιώνα.
Ιστορικό Μουσείο στην Sanok, Πολωνία.
Δηλαδή, μακάριοι είναι εκείνοι που πενθούν για τις αμαρτίες τους και για το κακό που επικρατεί στον κόσμο, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν από το Θεό. 

Μακάριοι, επίσης, είναι εκείνοι που έχουν την καρδιά τους καθαρή από κάθε μολυσμό αμαρτίας, διότι αυτοί θα δουν το Θεό. 

Ποθώντας, λοιπόν, και ο Συμεών να κάνει τέτοια ζωή, πήγε σε ηλικία μόλις 13 χρονών κοντά στον όσιο Ηλιόδωρο στο χωριό Τελεδάν όπου έζησε δέκα χρόνια (403 - 413) με αυστηρότατη άσκηση.

Επιθυμώντας, όμως, περισσότερη ησυχαστική ζωή, αποσύρθηκε σε ένα κελί στο χωριό Τελανισό, όπου ασκήτεψε τρία χρόνια αλλά η φήμη της αγίας του ζωής έκανε να συρρέουν πλήθη λάου κοντά του.

Η απίθανη αυστηρότητα τής ζωής του και το θαυματουργικό χάρισμα συγκέντρωναν γύρω του πλήθη ανθρώπων, που του προξενούσαν μεγάλη ενόχληση και για αυτό άρχισε να ανεβαίνει σε στύλους ολοένα και ψηλότεροι με τον τελευταίο, όπου έζησε πάνω 37 χρόνια, να είχε ύψος 16 με 18 μέτρα.

Ο άγιος Συμεών ο Στυλίτης.
Ανάγλυφο σε βασάλτη από την Συρία (5ος ή 6ος αιώνας) στο
Bode Museum, Berlin, Germany.
Βλέπουμε το Άγιο Πνεύμα πάνω στο κεφάλι του αγίου, και έναν
μοναχό ο οποίος τού πηγαίνει φαγητό ή νερό.
Ο όσιος αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος του εικοσιτετραώρου στην προσευχή, έτρωγε ελάχιστα και ήταν συνεχώς όρθιος, χωρίς προφύλαξη από τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο ή το κρύο. 

Δυο φορές την ήμερα διέκοπτε τον ασκητικό του κανόνα και νουθετούσε το λαό, μεριμνούσε για τούς αρρώστους και τούς δυστυχισμένους, έκανε συμβιβασμούς διαφορών, έλυνε προβλήματα και μετέστρεφε στη χριστιανική πίστη τούς αλλόδοξους που πήγαιναν σε αυτόν μαζί με τούς χριστιανούς από όλα τα σημεία τής Ανατολής και τής Δύσης. 

Κοιμήθηκε το 459 σε ηλικία περίπου 70 ετών και ο επίσκοπος Αντιοχείας Μαρτύριος, συνοδευόμενος από πολλούς κληρικούς, τοποθέτησε το πάνσεπτο και πολύαθλο σώμα του σε άμαξα και το μετέφερε στην Αντιόχεια ενώ το συνοδεύανε αναρίθμητα πλήθη πιστών με λαμπάδες και θυμιάματα και την πομπή φρουρούσε ο στρατηλάτης της Ανατολής Αρταβούριος με εξακόσιους στρατιώτες, για να μην αρπάξουν το λείψανο από ευλάβεια οι γύρω ντόπιοι χριστιανοί.

Ο ναός του Αγίου Συμεών του Στυλίτη στην Συρία.
Υπέστη τρομερές καταστροφές τα τελευταία χρόνια
Στην Αντιόχεια το υποδέχθηκε με τιμές ολόκληρη η πόλη και εναπετέθη προσωρινά την 1η ή την 25η Σεπτεμβρίου του 459 στο ναό του Αγίου Κασσιανού, μέχρι που κτίστηκε ο δικός του ναός.

Ο αυτοκράτορας Άγιος Λέων Μακέλλης (457 - 474) θέλησε να το μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη, εμποδίστηκε όμως αρχικά από τις παρακλήσεις των Αντιοχέων, που ήθελαν τον άγιο ως οχύρωμα της πόλης τους.

Τελικά το 467 ο αυτοκράτορας μετέφερε τα άγια λείψανα στην Βασιλεύουσα και τα κατέθεσε κοντά στο στύλο του Αγίου Δανιήλ του Στυλίτη στην περιοχή του Ανάπλου, όπου ανεγέρθη αργότερα, ναός, (μαρτύριο), του οσίου Συμεών. 

Ο ναός του αγίου Συμεών του Στυλίτη, Συρία
Λείψανο του Αγίου Συμεών του Στυλίτου παρέμενε στην Αντιόχεια, το οποίο είδε ο Ευάγριος ο Σχολαστικός το 590, μάλιστα, περιγράφει την «αγίαν κορυφήν» του αγίου: «αι κατά της κεφαλής επικείμεναι τρίχες ου διεφθάρησαν, ως δ’ αυ ζώντος και τος ανθρώποις συναλιζομένου διασώζονται»«Και το κατά του μετώπου δέρμα ερρυτίδωτο μεν και απέσκληκε, σώζεται δ’ ουν όμως». 

Δίπλα στα λείψανα σωζόταν και ο σιδερένιος κλοιός που φορούσε ο άγιος και όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ευάγριος, «ουδέ γαρ αποθανόντα τον Συμεώνην ο εραστής απέλιπε σίδηρος».

Τμήματα των λειψάνων του Αγίου Συμεών του Στυλίτη μεταφέρθηκαν στη Δύση, όπως τεμάχιο της κάρας μετά τη Σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1438 - 9) στη Μονή των Calmadolli στο Arezzo της Ιταλίας‚ όπου σώζεται σήμερα σε βυζαντινή λειψανοθήκη, ενώ στο ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία φυλάσσεται δάκτυλό του (Βibliotheca Sanctorum ΧΙ, 1124).

Η εκκλησία του Αγ. Συμεών του Στυλίτη, είναι χτισμένη στη 
θέση που καθόταν ο Άγιος. Είναι γνωστή ως Qalat Seman, 
το «Φρούριο του Συμεών». Χρονολογείται τον 5ο αιώνα, 
βρίσκεται 30 χλμ βορειοδυτικά της πόλης Χαλέπι, στη Συρία.
Λείψανα του αγίου παρέμειναν βέβαια και στον ελλαδικό χώρο.

Σήμερα σώζονται, μέρος του ποδός του Αγίου στη Μονή Χιλανδαρίου Αγίου Όρους, αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου φυλάσσονται στις Μονές Παντελεήμονος Αγίου Όρους, Τιμίου Προδρόμου Σκήτης Βεροίας, Αγίου Βλασίου Τρικάλων Κορινθίας, .στη Μονή Δομιανιτίσσης Ευρυτανίας, στη Μονή Αγάθωνος στην Υπάτη Φθιώτιδας κ.α. 

Το χέρι του αγίου Συμεών εκπέμπει θαυμάσια ευωδία και θεωρείται θαυματουργό, ειδικά για τα κοπάδια και τα μαντριά, λόγω του ότι ο άγιος ήταν και ο ίδιος βοσκός ενώ τον Ιούλιο και τον Αύγουστο το λείψανό του μεταφέρετε στα γύρω χωριά προς αγιασμό και προστασία των πιστών αλλά και την διαφύλαξη των ποιμνίων τους.

Η μνήμη του τιμάται από την εκκλησία μας στις 1 Σεπτεμβρίου.


Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ.


Φυλάσσεται στον Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου στην Βενετία.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Το  εντυπωσιακά αδιάφθορο λείψανο της Αγίας Χριστίνας
Η Αγία μεγαλομάρτυς Χριστίνα, καταγότανε από την Τύρο της Συρίας, ήτανε κόρη του στρατηγού Ουρβανού και έζησε στα χρόνια του βασιλέως Σεβήρου περί το 200.

Ο πατέρας της β
λέποντας και θαυμάζοντας την υπέροχη ομορφιά της κόρης του αλλά φοβούμενος τους κακούς ανθρώπους έκτισε ένα πολύ υψηλό πύργο όπως συνήθιζαν τότε. 

Μέσα σε αυτόν τον πύργο, έκλεισε τη Χριστίνα με πολλές υπηρέτριες για να την υπηρετούν και επίσης αρκετά ειδωλολατρικά, είδωλα, χρυσά και αργυρά, για να προσεύχεται σε αυτά. 

Ακόμη, στον πύργο, της είχε και όλα όσα χρειαζότανε για να μη βγαίνει καθόλου έξω από αυτόν και να την βλέπουν οι άνθρωποι.

Η Αγία μεγαλόμαρτυρα Χριστίνα.
Αμφίγραπτη εικόνα (44Χ25,5 cm) τού 17ου αιώνα
Ιερά Μονή Παντοκράτορος Άγιον Όρος
Εκείνη όμως τα έκανε όλα κομμάτια με ένα τσεκούρι, τα κομμάτια τους τα μοίρασε στους φτωχούς και για αυτές της τις πράξεις, η αγία υποβλήθηκε σε βασανιστήρια από τον ίδιο της τον πατέρα και μετά φυλακίστηκε.

Στην φυλακή την άφησαν νηστική για να πεθάνει από την πείνα, όμως, άγγελος Κυρίου της πήγαινε τροφή και της θεραπεύτηκαν όλες οι πληγές της.

Μετά την έριξαν στην θάλασσα, όπου έλαβε το Άγιο Βάπτισμα από τον ίδιο τον Χριστό και άγγελος Κυρίου την έβγαλε στην στεριά.

Μόλις έγινε γνωστό ότι είχε διασωθεί, ο πατέρας της πρόσταξε και την έκλεισαν πάλι στην φυλακή ενώ την νύχτα που ακολούθησε ο πατέρας της πέθανε και την θέση του στο αξίωμα του στρατηγού την πήρε κάποιος ονόματι Δίων.

Αυτός οδήγησε την μάρτυρα στο δικαστήριο όμως εκεί η αγία ομολόγησε την πίστη της γεγονός που ο Δίων οργίστηκε και διέταξε να αρχίσουν τα πάλι τα βασανιστήρια κατά την διάρκεια των οποίων πολλοί πίστευσαν στον Χριστό.

Μετά το Δίωνα ανέλαβε κάποιος Ιουλιανός. Αυτός έριξε την Χριστίνα μέσα σε πυρακτωμένη κάμινο, σε ένα κλουβί με φίδια δηλητηριώδη, τα οποία αντί να την δαγκώσουν της έγλυφαν τα πόδια με ευσπλαχνία, μετά της έκοψαν τους μαστούς από όπου χύθηκε γάλα αντί για αίμα και της έκοψαν και την γλώσσα. 

Όλα αυτά τα μαρτύρια τα υπέμεινε με καρτερία και στο τέλος με κοντάρια που την χτύπησαν παρέδωσε το πνεύμα, λαμβάνοντας τον στέφανο του μαρτυρίου, και περνώντας στην αιώνια ζωή στις 24 Ιουλίου ημέρα Πέμπτη.

O Ρωμαιοκαθολικός Ναός του Αγίου Φραγκίσκου
της Αμπέλου στην Βενετία.
Το αδιάφθορο Λείψανο της Μεγαλομάρτυρος Χριστίνας, άγνωστο πότε, μεταφέρθηκε από την Συρία όπου μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε σε Ναό προς τιμήν της στην περιοχή του Ιερού Παλατίου, απ’ όπου όμως αφαιρέθηκε κατά την Φραγκοκρατία και μεταφέρθηκε στη Βενετία.

Το 1252 το Λείψανο κατατέθηκε στη Μονή του Αγίου Μάρκου στο Τορσέλλο και το 1340 μεταφέρθηκε στο Ναό του Αγίου Ματθαίου στο Μουράνο.

Το 1435 ο Πάπας Ευγένιος Δ’ διέταξε την μεταφορά του στο Ναό του Αγίου Αντωνίου, επίσης στο Τορσέλλο και το 1793 μεταφέρθηκε στη Μονή της Μάρτυρος Ιουστίνης Βενετίας.

Το 1810 μεταφέρθηκε στο Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου στην Βενετία, όπου και σήμερα φυλάσσεται, κατατεθημένο μέσα σε μία κρυστάλλινη λάρνακα.

Η μνήμη της τιμάται από την εκκλησία μας στις 24 Ιουλίου.