Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΑ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.

πηγή

Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους.

Ο Άγιος Τρύφωνας  είναι ο Προστάτης Αγιος 
των αμπελουργών και των γεωργών.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Τοιχογραφία στο ναό του Προδρόμου, 
στο Απόζαρι Καστοριάς,  1728.
πηγή
Ο Άγιος Τρύφων καταγόταν από τη Λάμψακο της Φρυγίας και έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Γορδιανού Γ΄ (238 - 244), Φιλίππου (244 - 249) και Δεκίου (249 - 251). 

Προερχόταν από φτωχή οικογένεια και στη παιδική του ηλικία, έβοσκε χήνες για να ζήσει. 

Συγχρόνως όμως μελετούσε με ζήλο την Αγία Γραφή και εκτελούσε με ευλάβεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα. 

Έτσι, σιγά - σιγά ο Τρύφων με την ευσεβή φιλομάθεια του, κατόρθωσε όχι μόνο να διδαχθεί ο ίδιος, αλλά και να διδάσκει τις αιώνιες αλήθειες της πίστεως του.

Γρήγορα η ευσεβής ψυχή του δέχθηκε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και ο Θεός αξίωσε τον Τρύφωνα να θαυματουργεί.

Όμως ο Άγιος θεράπευε όχι μόνο κάθε ασθένεια, αλλά και εξάγνιζε τις μολυσμένες από τα δαιμόνια ψυχές.

Όταν ο αυτοκράτορας Γορδιανός Γ', πληροφορήθηκε για τις θαυματουργικές ικανότητες τού Τρύφωνα, τον παρακάλεσε να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη του. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, προσφέροντας στον Άγιο αξιώματα και χρήματα, τα οποία όμως ο Τρύφων ευγενικά αρνήθηκε.

Τοιχογραφία του αγίου Τρύφωνα
στο Βογατσικό, 18ου αιώνα.

πηγή
Όταν αυτοκράτορας έγινε ο Δέκιος, εξαπέλυσε έναν άγριο και ανηλεή διωγμό κατά των Χριστιανών. 

Το 250 ο Άγιος, επειδή δεν λάτρευε τους θεούς της ειδωλολατρικής θρησκείας και ήταν Χριστιανός, συνελήφθη από κάποιον στρατιωτικό που ονομαζόταν Φρόντων (ή Φόρτων) και οδηγήθηκε ενώπιον των επάρχων της Ανατολής, Τιβέριου Γράγχου και Κλαυδίου Ακυλίνου στη Νίκαια της Βιθυνίας. 

Ο μάντης Πομπηϊανός τον παρουσίασε στους ηγεμόνες αυτούς και ο  Άγιος Τρύφων αφού ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στον Θεό, τότε υποβλήθηκε σε φρικτά και άγρια βασανιστήρια. 

Του κατατρύπησαν με σπαθιά όλο του το σώμα, έπειτα τον έδεσαν από τα πόδια σε άλογα και τον έσυραν με αγριότητα, σε ώρες φοβερού ψύχους, σε δύσβατες αλλά και πετρώδεις τοποθεσίες. 

Εκείνος προσευχόταν συνεχώς και έλεγε: «Κύριε, μην τους καταλογίσεις αυτή την αμαρτία» ενώ μετά το φρικτό μαρτύριο τον ρώτησαν αν σωφρονίστηκε και ήθελε να θυσιάσει στα είδωλα.

Ο Μάρτυρας του Χριστού, Τρύφωνας απάντησε τότε στον έπαρχο Ακυλίνο: «Ανόσιε και κακών αρχηγέ, είναι δυνατόν να είσαι σωφρονισμένος, όταν είσαι μεθυσμένος από τον διάβολο; Εγώ πάντοτε περνάω τον βίο μου με σωφροσύνη, γιατί έχω τον Χριστό βοηθό της ελπίδας μου». 



Τοιχογραφία του Αγίου Τρύφωνα, του 1751, προερχόμενη
από το κατεδαφισμένο σήμερα Kαθολικό της Μονής
Κοίμησης Θεοτόκου στους Δελφούς.
Βρίσκεται αποτοιχισμένη στο Βυζαντινό και
Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας.
πηγή
Ύστερα από αυτή την γενναία ομολογία του Τρύφωνα, τον έκλεισαν στο δεσμωτήριο με σκοπό να του δώσουν μία χρονική διορία, έτσι ώστε να απαλλαγεί από την «άνοια» αυτού και να αρνηθεί με αυτόν τον τρόπο την μεγάλη πίστη του πρός τον Χριστό. 

Αφού όμως πέρασαν κάποιες ημέρες, μετά, ο έπαρχος κάλεσε τον Άγιο και τον ρώτησε εάν κατά το διάστημα του χρόνου που πέρασε στο δεσμωτήριο και τα βασανιστήρια που τον επέβαλαν, τον έπεισαν τελικά να θυσιάσει στους θεούς. 

Ο Άγιος όμως και πάλι ομολόγησε με πνευματική ανδρεία το Όνομα του Θεού και τότε τον έσυραν γυμνό επάνω σε σιδερένια καρφιά, κατόπιν τον μαστίγωσαν ανελέητα και στη συνέχεια του έκαψαν με λαμπάδες τα πλευρά. 

Στο τέλος, μόλις ο Μάρτυρας Άγιος Τρύφωνας παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου», απέκοψαν τελικά την τίμια κεφαλή αυτού.



Τοιχογραφία στο βράχο, έξω από το 
καθολικό της Μονής του Προδρόμου
στη χαράδρα του Λούσιου, Αρκαδία.

πηγή
Οι Χριστιανοί παρέλαβαν το τίμιο λείψανο του Μάρτυρος και αφού το έχρισαν με πολύτιμα μύρα και το τύλιξαν σε ένα σινδόνιον, το κατέθεσαν σε κάποια λάρνακα και το απέστειλαν στην πόλη της Λαμψάκου κατά την επιθυμία του Αγίου.

Η Σύναξη του Αγίου Μάρτυρος Τρύφωνος ετελείτο στο Μαρτύριό του, το οποίο βρισκόταν μέσα στο σεπτό Αποστολείο του Ιωάννου του Θεολόγου, πλησίον της Μεγάλης Εκκλησίας.

Ιερό Ναό αφιερωμένο στον Άγιο Τρύφωνα έκτισε ο 
Μέγας Ιουστινιανός (527 - 565) στην τοποθεσία του Πελαργού Κωνσταντινουπόλεως.

Επίσης, Ιερά Μονή του Αγίου Τρύφωνος αναφέρεται και περίπου μετά τα μέσα του 9ου αιώνος, παρακείμενη στη Μητρόπολη της Χαλκηδόνος, στην οποία εκείνη την Μονή εκάρη και μοναχός ο μετέπειτα Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός (901 - 907, 912 - 925).

Την Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Τρύφωνα του θαυματουργού, η εκκλησία μας την Τιμάει στις 1 Φεβρουαρίου.


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΑ (ΚΛΙΚ ΕΔΩ)

Απολυτίκιο 
του Αγίου Τρύφωνα




Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, Μονή Πελαγίας, Βοιωτία.



Βρίσκεται σε απόσταση 6,5 χιλιομέτρων από το 103ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας και 4,5 χιλιόμετρα από το Ακραίφνιο, επί του Πτώου όρους σε υψόμετρο 551 μέτρων και σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου από τη θέση Περδικόβρυση, που βρίσκονται τα ερείπια του ιερού του Πτώου Απόλλωνα ενώ είναι γνωστή στην περιοχή της Βοιωτίας ως Μονή Πελαγίας.


Άποψη της Μονής
πηγή
Σε έγγραφα του 1837 και 1843 που βρίσκονται στα αρχεία του Κράτους (φάκ. 38) γράφεται ως "Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου της επιλεγομένης Πελαγίας"

Ιστορικά ακράδαντα στοιχεία, όπως επιγραφή, τοιχογραφίες, γραπτά, δεν έχουν βρεθεί και όλες οι πληροφορίες που υπάρχουν προέρχονται από την παράδοση και παρουσιάζουν πολλές εκδοχές σχετικά με τον χρόνο ίδρυσης, ιδρυτή και ονομασία της Μονής. 

Η παράδοση αναφέρει, αόριστα, ότι κτίστηκε κατά τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους ενώ κατ΄ άλλους τον 7ο αιώνα. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι μέχρι το τέλος του 1ου μ.Χ. αιώνα λειτουργούσε ακόμη ο ναός του Πτώου Απόλλωνα και ότι, κατά την διέλευση του Παυσανία από το Ακραίφνιο το 175 μ.Χ. δεν είχε ακόμη διαδοθεί ο χριστιανισμός στην περιοχή, το πιθανότερο είναι να κτίστηκε τον 7ο αιώνα ή και αργότερα.

Άποψη της Μονής
πηγή
Μετά την κατάληψη και την λεηλασία των Θηβών από τους Νορμανδούς της Β’ Σταυροφορίας, Μητροπολίτης Θηβών έγινε ο Άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης (29 Απριλίου του 1147). 

Οι δραστηριότητες του Αγίου ήτανε πολύπλευρες (ίδρυση Μονών, Πτωχοκομείων, Γηροκομείων, Νοσοκομείων κ.α.), εκτιμάται λοιπόν ότι συνέστησε και την Μονή πάνω στο προϋπάρχον εκκλησάκι, την οποία κατέστησε Μετόχι της μονής Σαγματά, έτσι ώστε να είναι πλησιέστερα στα κτήματα της Μονής στην περιοχή Σκροπονέρια. 

Κατ΄ άλλους η Μονή συστήθηκε τον 16ο - 17ο αιώνα, δύο αιώνες μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, χαρακτηριστικά, όμως, της τοιχοποιίας, όπως το πάχος, το κονίαμα και η ποιότητα της κατασκευής των κάτω ορόφων όλων των πτερύγων, μαρτυρούν για κτίσμα μάλλον του 12ου αιώνα.

Ο συγγραφέας του βιβλίου "Πελαγία" Αντώνιος Βασιλείου έχει συγκεντρώσει διάφορες παραδόσεις σχετικά με την ονομασία της Μονής. 

Μια παράδοση είναι ότι κάποιος άγνωστος που είχε σχέσεις και δεσμούς με τη θάλασσα και τα επικίνδυνα ταξίδια ανήγειρε τη Μονή για να έχει την εύνοια της αγίας της Θαλάσσης – Πελάγους ενώ μία άλλη παράδοση λέει ότι πήρε το όνομα της από κάποια Ρωμαία Πελαγία η οποία, αφού ασπάστηκε το χριστιανισμό, κατέφυγε εκεί και έκτισε ένα μικρό εκκλησάκι.

Άποψη της Μονής
πηγή
Κάποτε αυτή ταξίδευε με κατοίκους της περιοχής και ξαφνικά έγινε μεγάλη θαλασσοταραχή ώστε να κινδυνεύσει το σκάφος να βυθιστεί. 

Η Πελαγία γονάτισε και προσευχήθηκε να κοπάσει η θάλασσα, πράγμα που έγινε. 

Τότε όλοι οι συνταξιδιώτες πίστεψαν στο Χριστό και ανήγειραν στην περιοχή που ασκήτευε η Πελαγία ναΐσκο αφιερωμένο στο Γενέθλιο της Θεοτόκου, στη Μητέρα του Θεού που επικαλείτο η Πελαγία στις προσευχές της. Έκτοτε η Πελαγία έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και αγάπης από τους κατοίκους της περιοχής τόσο ώστε επεκράτησε να λέγεται η Μονή της Πελαγίας.

Άποψη της Μονής
πηγή
Σύμφωνα με άλλη παράδοση τα πολύ παλιά χρόνια στο λεκανοπέδιο όπου βρίσκεται η Μονή υπήρχε μια λίμνη. Κάποτε η Παναγία εμφανίσθηκε στους ποιμένες της περιοχής και τους ζητούσε να ανασύρουν την εικόνα Της από το βυθό της λίμνης. Πράγματι οι ποιμένες βρήκαν την εικόνα της Παναγίας και όταν ανεγέρθη ο ναός ονομάσθηκε της "Πελαγίας" διότι η εικόνα βρέθηκε στο πέλαγος.

Άλλοι πάλι λένε ότι ονομάσθηκε Μονή Πελαγίας για να τονιστεί το "πέλαγος της αγάπης" με το οποίο περιβάλλει η Μητέρα του Θεού τους ευσεβείς Χριστιανούς. Ο Γ. Τσεβάς στο βιβλίο του "Ιστορία των Θηβών" αναφέρει ότι μερικοί πιστεύουν πώς ονομάσθηκε Μονή Πελαγίας επειδή κείται στην πλαγιά του όρους και τούτο ίσως το στηρίζει στο ότι πολλοί ντόπιοι αποκαλούν ακόμα και σήμερα την Μονή Πλαγία αντί Πελαγία.

Το Αρχονταρίκι της Μονής
πηγή
Ίσως πάλι με αυτό το όνομα να γίνεται και κάποια διάκριση μεταξύ των πολλών Μονών της Βοιωτίας που είναι αφιερωμένες στην Παναγία (Ευαγγελιστρίας, Ιερουσαλήμ, Μακαριωτίσσης, Σκριπούς, Πελαγίας).

Πάντως καμιά σχέση δεν φαίνεται να έχει η ονομασία της Μονής "Πελαγίας" με τις γνωστές Αγίες Πελαγίες.

Εάν το Καθολικό ήταν αφιερωμένο σε κάποια από τις Οσίες Πελαγίες, δηλαδή της Τήνου (23 Ιουλίου) ή την από Εταιρίδων και την Οσία Πελαγία την Παρθένο (8 Οκτωβρίου) ή την Μάρτυρα Πελαγία (4 Μαΐου), η Ιερά Μονή θα πανηγύριζε τότε και όχι στο Γενέσιο της Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου. 

Άποψη της Μονής
πηγή
Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι τα γειτονικά χωριά Ακραίφνιο και Κόκκινο πανηγυρίζουν την ίδια ημέρα και οι γυναίκες που φέρουν το όνομα Πελαγία εορτάζουν κατά παράδοση στις 8 Σεπτεμβρίου, γιορτή της Παναγίας όπου και πανηγυρίζει και η Μονή Πελαγίας. 

Η ιερά Μονή Πελαγίας φαίνεται ότι έπαιξε σπουδαίο και πολύ σημαντικό ρόλο στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821. 

Τότε είχε πάνω, σχεδόν, από 50 μοναχούς και έλαβε ενεργό μέρος στον αγώνα στηρίζοντας ποικιλοτρόπως τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Υψηλάντη και του Ανδρούτσου. Ηγούμενος αυτά τα χρόνια ήταν ο ιερομόναχος Άνθιμος Γεωργίου από το Μουρίκι (1799 - 1843).

Άποψη της Μονής
πηγή
Στην απογραφή που έγινε το 1837 υπηρετούσαν στη Μονή Πελαγίας 7 μοναχοί και 7 υπηρέτες και φαίνεται επίσης να υπάρχουν μοναχοί σε αυτήν ήδη από το 1786. 

Στην ίδια απογραφή καταγράφονται και τα όρια του Μοναστηριού σε άδενδρη έκταση μετρούμενη σε πεζοπορία 2,30 ωρών προς κάθε κατεύθυνση του ορίζοντα. 

Επίσης, καταγράφονται διάφορα μετόχια της Μονής στα Σέγγενα, κοντά στην Υλίκη με εκκλησάκι των Ταξιαρχών, στα Σκροπονέρια με εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, στη Λάρυμνα με εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, σπίτι αλλά και νερόμυλο καθώς και μετόχι στο Μαρτίνο.

Η προτομή του Αβέρκιου Καρύδη
πηγή
Στις 20 Ιουλίου του 1868 όταν ηγούμενος ήταν ο Ιερώνυμος, ήρθε στη Μονή ο Αβέρκιος Καρύδης, στις 24 Αυγούστου του 1872 γίνεται ο ίδιος ηγούμενος της Ιεράς Μονής και από τότε άρχισε η μεγάλη άνθισή της ενώ ο αριθμός των μοναχών επί των ημερών του έφθασε τους 60. 

Το 1899, με την βοήθεια και τη συμπαράσταση του μητροπολίτη Βοιωτίας Ιερώνυμου Βλαχάκη, ανακαίνισε την Μονή κτίζοντας “εκ θεμελίων” το καθολικό που είχε καταστραφεί από σεισμό ή πυρκαγιά, το οποίο αποπερατώθηκε το 1906 στη θέση του προϋπάρχοντος ναού, με πελεκητή εξάπλευρη πέτρα και αφιερωμένο στη Γέννηση της Θεοτόκου. 

Ακόμη ανακαίνισε τα κελιά της νότιας πτέρυγας και το Ηγουμενείο καθώς επίσης εγκατέστησε και ελαιοτριβείο στα Σκροπονέρια αλλά και αλευρόμυλο στη Λάρυμνα καθιστώντας την Ιερά Μονή ανεξάρτητη από τη μονή Σαγματά.

Όταν πέθανε ο Αβέρκιος, στις 3 Ιανουαρίου του 1913, ανεγέρθηκε προτομή με την επιγραφή: «ΕΝΘΑΔΕ ΤΕΘΑΠΤΑΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΑΒΕΡΚΙΟΣ ΚΑΡΥΔΗΣ ΕΞ ΑΙΓΙΝΗΣ ΜΟΝΑΣΑΣ ΕΝ ΤΗ ΜΟΝΗ ΤΑΥΤΗ ΑΠΟ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1868 ΑΝΕΛΑΒΕΝ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΝ ΤΗΝ 24ην ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1872 ΜΕΧΡΙ 3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1913 ΠΟΥ ΕΤΕΛΕΥΤΗΣΕΝ»

Άποψη του εσωτερικού του Καθολικού
πηγή
Με τον θάνατο του Αβέρκιου αρχίζει η παρακμή της μονής έτσι ώστε το 1928 να υπηρετούν μόνο τρεις μοναχοί με ηγούμενο τον ανιψιό του Αβέρκιου, Νικηφόρο ενώ το 1935 με Βασιλικό Διάταγμα έγινε πάλι μετόχι της ιεράς Μονής Σαγματά. 

Το 1936 στο περιοδικό «Ύπαιθρος» αναφέρεται ότι υπηρετούσε στην ιερά Μονή Πελαγίας κάποιος μοναχός με το όνομα Νικόδημος που προερχόταν από την ιερά Μονή Σαγματά και είχε εγκατασταθεί εκεί, για να την επιβλέπει σαν μετόχι της. 

Σύμφωνα με την μαρτυρία των Α. και T. Notton, το 1940 υπάρχει μόνο ένας μοναχός, ίσως να είναι ο ίδιος μοναχός που αναφέρεται παραπάνω.

Τις επόμενες δεκαετίες και μέχρι το 1968 στο μοναστήρι δεν υπάρχει κανείς μοναχός, είναι τελείως εγκαταλειμμένο και ερειπωμένο. 

Η εκκλησία λειτουργεί μια φορά το χρόνο, όταν πανηγυρίζουν τα δύο χωριά Ακραίφνιο και Κόκκινο και περιστασιακά όταν κάποιος πιστός θέλει να ανοίξει την εκκλησία ενώ τα καλοκαίρια πολλοί κάτοικοι του Ακραιφνίου και του Κοκκίνου κατασκηνώνουν στον περιβάλλοντα χώρο της Μονής και κάνουν τις διακοπές τους. 

Η ερειπωμένη εσωτερική αυλή
σε φωτογραφία του 1968.

πηγή
Πολλοί χρησιμοποιούν τα κελιά για την παραμονή τους και έτσι δίνουν ζωή στο μοναστήρι, διατηρούν την καθαριότητα και ακόμα κάνουν οι ίδιοι διάφορες μικροεπισκευές για τη στεγανότητα των σκεπών και των παραθύρων.

Τον Ιούλιο του 1968 έρχεται στο μοναστήρι η Λειβαδίτισα γερόντισσα Μακρίνα Τσιροπούλα (+2004) και με την συμπαράσταση του τότε Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Νικόδημου (1967 - 1981), της Ηγουμένης της Ι. Μ Ευαγγελίστριας Ανθούσης και την βοήθεια των κατοίκων του Ακραιφνίου και του Κοκκίνου, άρχισε μια μεγάλη προσπάθεια ανασυγκρότησης της σχεδόν ερειπωμένης Μονής. 

Με απίστευτη θέληση και θάρρος, μόνη σε έρημο περιβάλλον, μακριά από κατοικημένη περιοχή, με μόνο εφόδιο την πίστη στο θεό, έμεινε εκεί 19 ολόκληρα χρόνια και ανακαίνισε μεγάλο τμήμα των ερειπίων. 

Άποψη του Καθολικού της Μονής.
πηγή
Έκτισε το παρεκκλήσι του Αγίου Αλεξίου ως κοιμητήριο, μετέτρεψε έναν αχυρώνα σε παρεκκλήσι της Αγίας Μάρτυρος Πελαγίας (που τιμάται στις 4 Μαΐου), φρόντισε για τηλέφωνο, δρόμο κλπ. 

Τον Ιούλιο του 1987, μια νέα αδελφότητα, από πολλές νέες και μορφωμένες μοναχές, με ηγουμένη την αειμακάριστη μοναχή Φωτεινή Ντέμου (10 – 12 - 2007), έχοντας τις ευχές του πρώην Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας και νυν Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμου και την συγκατάθεση της γερόντισσας Μακρίνας, εγκαταστάθηκε στη Μονή και συνέχισε την εξωράιση και τη ζωή της Μονής. Αποπερατώθηκε η ανατολική πτέρυγα με εσωτερικό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, έγιναν έργα υποδομής στην αυλή, δημιουργήθηκαν καινούριοι χώροι, κτίρια, έγινε ηλεκτροδότηση και υδροδότηση, διάνοιξη καινούριου δρόμου, ανακαινίστηκε η βορεινή πτέρυγα και αγιογραφήθηκε το Καθολικό. 

Ύστερα από πολλές παρεμβάσεις τόσο στους εσωτερικούς όσο και στους εξωτερικούς χώρους, το μοναστήρι σήμερα εμφανίζει μια εντυπωσιακά επιβλητική όψη.

Στην Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου - Πελαγίας εγκαταβιούν σήμερα αρκετές μοναχές με ηγουμένη την Σιλουανή (κατά κόσμον Μαρία Κλεπετούνα) που ασχολούνται κυρίως με το χρυσοκέντημα και την έκδοση των βιβλίων του πνευματικού της Μονής, Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ.κ. Ιερόθεου (κατά κόσμο Γεωργίου Βλάχου).

Ο δρόμος προς την  Μονή είναι ανηφορικός αλλά ασφαλτοστρωμένος και εορτάζει στο Γενέσιον της Θεοτόκου, στις 8 Σεπτεμβρίου.

Τηλέφωνα Μονής : (+30) 22610 35135 – 6944504297



Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΑΝΟΡΑ, ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.

πηγή

Αποθησαυρίζεται, όπως και τα άγια λείψανά του στην Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Ζάβορδα των Γρεβενών, Μονή της οποίας είναι κτήτορας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Η Μονή Ζάβορδας
Ο Όσιος Νικάνωρ γεννήθηκε στα 1491 στην Θεσσαλονίκη, οι γονείς του Ιωάννης και Μαρία ήταν ευσεβείς και κατοικούσαν στην συνοικία του Αγίου Μηνά. 

Όλη η πόλη των Θεσσαλονικέων καλοτύχιζε και επαινούσε τους γονείς του Αγίου τόσο για τον πλούτο τους όσο και την ευγένεια τους, αλλά κυρίως για την πίστη και την αρετή που τους διέκρινε. 

Ήταν ελεήμονες, σπλαχνικοί και η ζωή τους ήτανε έργο αγάπης προς τους πάσχοντες αδελφούς, όμως ο Θεός ήθελε να τους δοκιμάσει με προσωρινή ατεκνία αφού η μητέρα του οσίου Νικάνορα ήτανε στείρα σαν την Αγία Άννα. 


πηγή
Κάθε μέρα προσευχόταν στην εκκλησία του Αγίου Μηνά να τους δώσει ο Θεός ένα παιδί για παρηγοριά. 

Οι προσευχές, οι νηστείες, οι αγρυπνίες των γονέων του εισακούσθηκαν από τον Κύριο μας και Θεό μας και κατά την ώρα που η ευσεβής γυναίκα προσευχόταν στο Θεό στο Ναό του Αγίου Μηνά της απεκαλύφθη το θέλημα του Κυρίου: «Εισήκουσε ο Θεός τας δεήσεις σου ω γυνή ως ποτέ της χήρας Άννης και έλυσε τα δεσμά της στειρώσεως σου μόνο πορεύου εις τον οίκον σου και θέλεις συλλάβεις και γεννήσεις Υιών όστις θέλει γίνει δοχείον καθαρόν του Παναγίου Πνεύματος και πολλούς θέλει εισάγει εις τον Κύριον δια της αγγελικής αυτού και εναρέτου διαγωγής»

Έτσι, ως Θείο δώρο ήρθε στον κόσμο ο Νικόλαος (αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του αγίου) και οι γονείς του τον παρέδωσαν σ΄ ένα ευσεβή δάσκαλο να του μάθει τα Ιερά γράμματα.

Ο νεαρός Νικόλαος ευφυής στο νου σε λίγο χρονικό διάστημα απέκτησε μεγάλη ευχέρεια περί τα εκκλησιαστικά και αγάπη για την εκκλησία του Χριστού όπως όλοι οι άγιοι. 
Από μικρός κατάλαβε την κλήση του Θεού μοναδικός του πόθος ήταν να μονάσει και να γίνει μιμητής των οσίων πατέρων της εκκλησίας μας.


Ο τάφος του Οσίου Νικάνορα στην Μονή Ζάβορδας
Ήθελε σε όλη του τη ζωή να υπηρετήσει ολοκληρωτικά ψύχη τε και σώματι τον Κύριο, έτσι περνούσε τη ζωή του με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές. 

Σε μικρή ηλικία χάνει τον προσφιλή πατέρα του και μένει με τη μητέρα του. 

Η μητέρα του μη γνωρίζοντας τον πόθο του παιδιού της ήθελε να τον παντρέψει με κάποια ενάρετη κοπέλα ενώ από τη μια μεριά ο όσιος ποθούσε να εγκαταλείψει κάθε τι εγκόσμιο και να μονάσει, να αφιερωθεί εξολοκλήρου στον Θεόν. 

Από την άλλη όμως δεν ήθελε να στενοχωρήσει και τη μητέρα του, γι αυτό ανέβαλε συνεχώς την πραγματοποίηση της επιθυμίας του να γίνει μοναχός.

Ο Θεός που προνοεί τα πάντα ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα πήρε την μητέρα του από τον κόσμο και έτσι άνοιξε ο δρόμος για ν' ακολουθήσει ο Νικόλαος τη μοναχική ζωή. 


Χωρίς να χάσει καιρό μοίρασε την πατρική του περιουσία στους φτωχούς και τα ορφανά και ενώ μπορούσε να λάβει αξιώματα λόγω της επιφανούς θέσεως των γονέων του, τα θεώρησε όλα αυτά σκύβαλα μπροστά στη μεγάλη του αγάπη προς το Χριστό. 

Το ασκηταριό του Οσίου  Νικάνορα.
πηγή
Ελεύθερος πλέον από κάθε φροντίδα του κόσμου γίνεται μοναχός με το όνομα Νικάνωρ. Ως μοναχός πολλαπλασίασε τα χαρίσματα που του δώσε ο Θεός.

Η φήμη που απέκτησε έφθασε στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ο οποίος τον χειροτόνησε διάκο και πρεσβύτερο με σκοπό να τον κάνει διάδοχο του. Ως κληρικός της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης ο Νικάνωρ επέδειξε μεγάλο ζήλο και η προσφορά του ήταν αξεπέραστη. Η ώρα όμως είχε φθάσει για εκείνο που τον είχε προορίσει ο Θεός. Σε μια από τις νυχτερινές του προσευχές και ενώ ικέτευε με θερμά δάκρυα τον Θεό άκουσε φωνή από τον ουρανό να του λέγει: «Νικάνωρ έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και πορεύου εις το Καλλίστρατου όρους και αγωνίσου εκεί καλώς και εγώ θα είμαι μαζί σου να σε διαφυλάττω όλες τις ημέρες της ζωής σου και θα κάνω το όνομα σου ξακουστό και θα σε δοξάσω εις πάντας τους αιώνας»

Αποψη του ασκηταριού του Οσίου Νικάνορα.
πηγή
Ύστερα από αυτή τη Θεϊκή εντολή ο Άγιος έφυγε από την Θεσσαλονίκη σε σχετικά νεαρή ηλικία περίπου 27 ετών και τράβηξε να πάει εκεί όπου τον είχε καλέσει ο Θεός. 

Στο δρόμο, στα χωριά που συναντούσε δίδασκε ως άλλος απόστολος τους απελπισμένους χριστιανούς να φυλάγουν την πίστη τους και φθάνοντας στο όρος Καλλίστρατο, βλέποντας το ήσυχο μέρος, έλαβε εσωτερική πληροφορία από τον Κύριο ότι εδώ θα είναι η ασκητική του παλαίστρα. 

Δόξασε τον Θεό και άρχισε να επιδίδεται σε ασκητικούς αγώνες. Πέρασαν 16 ολόκληρα χρόνια σκληρού αγώνα με την σάρκα και τους δαίμονες, Αγρυπνίες, νηστείες, κόπους για την αγάπη του Χριστού. Σιωπή, έλλειψη ανθρώπινης παρηγοριάς τον έκανα δοχείο του Άγιου Πνεύματος.

Άποψη του ασκηταριού του Οσίου Νικάνορα.
πηγή
Κατόπιν ίδρυσε τη Μονή μεταμορφώσεως του Σωτήρα Χριστού ή Ζάβορδας. Την Ιερά Μονή ίδρυσε εξ αποκαλύψεως του ιδίου του Χριστού αφού βρήκε εικόνα του Σωτήρος Χριστού κρυμμένη από την εποχή της εικονομαχίας.

Η φήμη του απλώθηκε παντού όπως του είχε πει ο Κύριος. Πλήθος ανθρώπων από τη γύρω περιοχή έτρεχε στο μοναστήρι να ευλογηθεί από τον άγιο ν΄ ακούσουν την ψυχοσωτήρια διδασκαλία το και να θεραπευτούν αφού πολλά ήταν τα θαύματα που έκανε ο όσιος. 

Ο Άγιος αφού έζησε ενάρετα ήρθε ο καιρός να μεταβεί στην άλλη ζωή την αιώνια και αληθινή. Προγνώρισε το θάνατό του και κάλεσε γύρω του μοναχούς και λαϊκούς τους ευλόγησε τους συμβούλεψε και παρέδωσε το πνεύμα του στο Λυτρωτή μας Χριστό στις 7 Αυγούστου 1549. Οι μοναχοί της Μονής θρήνησαν τον άγιο που τους παρηγορούσε και τον έθαψαν σε παρεκκλήσι της Μονής. Από τότε το αγιασμένο Λείψανο του τελεί ως τα σήμερα πολλά θαύματα.

Γιορτάζει στις 7 Αυγούστου.


Ο Ναός της Του Θεού Σοφίας, Άνω πόλη Μονεμβασιάς.


Βρίσκεται κτισμένος πάνω στο κάστρο της Μονεμβασιάς, στην άκρη ενός βράχου, 300 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. 


Η Αγία Σοφία σε φωτογραφία του 1900
Στέκεται στην άκρη του απόκρημνου βράχου, στην ακρόπολη της Μονεμβασιάς, και είναι το σημαντικότερο μνημείο του κάστρου και ένα από τα σπουδαιότερα όλης της Πελοποννήσου.

Η παράδοση την συνδέει με τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β´ Παλαιολόγο, αρχικά ήταν αφιερωμένος στην Παναγία Οδηγήτρια και μετά την Επανάσταση του 1821 ονομάστηκε Αγία Σοφία ενώ χρονολογείται στα μέσα του 12ου αιώνα, το 1150. 

Συνέχισε να λειτουργεί στην Α΄ Ενετοκρατία (1463 - 1540) ως Madonna del Castelloή Nostra Donna in Castelloγια και στην περίοδο της Α' Οθωμανικής κυριαρχίας (1540 - 1690) μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος με την ονομασία το «Φετιχέ» ή του «Σουλτάνου Σουλεϊμάν» με την προσθήκη μιναρέ και μιχρὰμπ, που διατηρείται στον νότιο τοίχο.

Άποψη του εσωτερικού του ναού
πηγή
Στην περίοδο της Β΄ Ενετοκρατίας (1690 - 1715) αποτέλεσε το καθολικό μονής δυτικού δόγματος και αφιερώθηκε στη Madonna del Carmine. 

Κατά την φάση αυτή, προστέθηκε στον ναό ένα διώροφο προστώο σε όλο το πλάτος της δυτικής όψης. 

Ως μουσουλμανικό τέμενος λειτούργησε ξανά στην περίοδο της Β´ Οθωμανικής κυριαρχίας (1715 - 1821). 

Επέστρεψε στη χριστιανική λατρεία μετά την απελευθέρωση της πόλης, οπότε και αφιερώθηκε στη Σοφία του Θεού, επειδή θεωρήθηκε πιστό αντίγραφο της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ενώ οι μετέπειτα χρονολογίες 1827 και 1845 στη δυτική όψη αντιστοιχούν προφανώς σε εργασίες επισκευής του ναού. 


Άποψη του εξωτερικού του ναού
πηγή
Αρχιτεκτονικά, ανήκει στον τύπο του ηπειρωτικού οκταγωνικού ναού, όπως η Μονή Δαφνίου, ο Όσιος Λουκάς στο Στείρι Βοιωτίας, ο Άγιος Θεόδωρος του Μυστρά κ.ά.

Έχει εσωτερικές διαστάσεις 16,20 Χ 11,70 μέτρα και στα δυτικά του ναού διαμορφώνεται νάρθηκας που άλλοτε ήταν διώροφος, ενώ επί Β΄ Ενετοκρατίας προστέθηκε ο διώροφος εξωνάρθηκας. 

Εξωτερικά, στα νότια, προστέθηκε διπλή στοά άγνωστης χρήσης και πολυτελούς κατασκευής, η οποία κατέρρευσε το 1893. 

Η τοιχοδομία του ναού ακολουθεί το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης, τα τρίλοβα παράθυρα των όψεων έχουν κεραμοπλαστικό διάκοσμο και διατηρεί πλούσιο γλυπτό διάκοσμο που όμως λόγω των πολλών μη αναστρέψιμων μετατροπών που έχει ο Ναός υποστεί κατά τη διάρκεια της μακράς ιστορικής του διαδρομής, δεν κατέστη δυνατόν να επανατοποθετηθεί στο σύνολό του, και έτσι πολλά τμήματα του βρίσκονται πλέον στην σπουδαία και σημαντική Αρχαιολογική Συλλογή της Μονεμβασιάς.

Άποψη των τοιχογραφιών του ναού
πηγή
Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού, που διατηρείται σε αποσπασματική κατάσταση, είναι υψηλής ποιότητας και χρονολογείται στον 12ο ή στον πρώιμο 13ο αιώνα. 

Οι σωζόμενες παραστάσεις εικονίζουν τον Χριστό με αγγέλους στην είσοδο που συνδέει τον νάρθηκα με τον ναό, μετωπικούς ολόσωμους αγίους, μάρτυρες, ιεράρχες, τον Χριστό σε μετάλλιο ως Παλαιό των Ημερών στο ιερό, σκηνές από τον βίο του αγίου Νικολάου, κ.α. Το μνημείο αναστηλώθηκε σημαντικά το 1958 – 1959 από τον Ευστάθιο Στίκα. 

Μονεμβασία  αποκαλείται ο βράχος που υψώνεται σε μικρή απόσταση από την ανατολική ακτή της Λακωνίας και συνδέεται με τη στεριά μέσω μιας γέφυρας. Η ίδρυση του οικισμού γίνεται από τους Λακεδαιμόνιους τον 6ο μ.Χ αιώνα και ο σημερινός βράχος αυτός ξεφύτρωσε το 375 μ.Χ. όταν έγιναν οι φοβεροί σεισμοί, που συγκλόνισαν τα νότια παράλια της Πελοποννήσου με καταποντισμούς νησιών και καθιζήσεις εδαφών.

Η είσοδος του ναού
πηγή
Ακολουθεί η δημιουργία οικισμού χαμηλότερα και σταδιακά αναπτύσσεται η πόλη που αποκτά μεγάλη στρατηγική σημασία. 

Μετά από σύντομη παπική κατοχή περιέρχεται στην Ενετική κυριαρχία το 1464 ενώ το 1540 αρχίζει η περίοδος της Α' Τουρκοκρατίας και η παρακμή που είχε αρχίσει συνεχίζεται εντονότερα, το 1690 παραδίδεται στους Ενετούς,  το 1715 οι Τούρκοι την καταλαμβάνουν ενώ το 1821 απελευθερώνεται πρώτη από στις οχυρές πόλεις της Πελοποννήσου.

Ο οικισμός της Μονεμβασίας διαιρείται σε δύο τμήματα, καθένα από τα οποία βρίσκεται σε διαφορετικά επίπεδα και έχει ξεχωριστή οχύρωση. Στην Πάνω Πόλη που είναι ακατοίκητη σήμερα, υπάρχουν λείψανα πολυάριθμων κτηρίων βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων και στον οικισμό της Κάτω Πόλης, ο οποίος κατοικείται και σήμερα. Περιβάλλεται από προστατευτικό τείχος σε σχήμα Π, με δύο πύλες στα ανατολικά και δυτικά και μια μικρή έξοδο προς τη θάλασσα.

Επίσης ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από τη Μονεμβασιά, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του.