Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

ΑΠΟΤΜΗΜΑ ΤΙΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΣΕΡΓΙΟΥ.


 



Άγιοι Σέργιος. 
Τοιχογραφία τού 1546 στο Παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου
τής Ιεράς  Μονής Σταυρονικήτα. Αγίου Όρους  
από τον Θεοφάνη τον Κρήτα και τον Συμεών.
Οπως αναγράφεται στην λειψανοθήκη πρόκειται για απότμημα της Τιμίας Κάρας του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Σεργίου. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε άλλες πληροφορίες όμως θα προσπαθήσουμε εν καιρό και θα επανέλθουμε.

Η ιστορία των αγίων αναφέρεται σε ελληνικό κείμενο γνωστό ως "Το Πάθος του Σεργίου και Βάκχου". Η ιστορία παίρνει μέρος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Γαλερίου (305 έως 311) ενώ το ίδιο το έργο μπορεί να χρονολογείται στα μέσα του 5ου αιώνα

Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος υπηρετούσαν στις στρατιωτικές τάξεις του αυτοκράτορα Γαλερίου, τους διέκρινε μεγάλη ανδρεία στα πεδία των μαχών, γι' αυτό ο αυτοκράτορας τους απένειμε τα αξιώματα του πριμικηρίου (primecerius) της σχολής των Kεντηλίων και του σεκουνδουκηρίου (secundicerius), αντίστοιχα.

Όταν όμως έμαθε ότι οι δύο επίλεκτοι στρατιώτες του ήταν χριστιανοί, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να το πιστέψει. Για να πεισθεί οργάνωσε τελετές με θυσίες σε ειδωλολατρικό ναό και κάλεσε να παραστούν σ' αυτές και οι Σέργιος και Βάκχος.

Άγιοι Σέργιος και Βάκχος
Φορητή Εἰκόνα  του 13ου αιώνα 
στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά
Οι δύο χριστιανοί στρατιώτες αρνήθηκαν και ομολόγησαν το Χριστό με θαρραλέο φρόνημα. Εξοργισμένος τότε ο αυτοκράτορας, διέταξε και τους αφαίρεσαν τα διάσημα των αξιωμάτων τους. 

Ο Μαξιμιανός διέταξε να τους καθαιρέσουν από τα αξιώματά τους, να τους αφαιρέσουν επί τόπου τις ζώνες και τα διάσημα του βαθμού και να τους φορέσουν ενδύματα γυναικεία. Ντυμένους μ’ ενδύματα θηλυπρεπή και φορτωμένους βαρείς σιδερένιους κλοιούς στον τράχηλο, περιέφεραν τους μάρτυρες ανά την πόλη για να τους χλευάσουν.

Κατόπιν ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να οδηγήσουν τους αγίους, από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, έως τις όχθες του Ευφράτη, στην πόλη Βαρβαλισσό, όπου είχε την έδρα του ο διοικητής της επαρχίας της Ανατολής Αντίοχος, δικαστής σκληρός και ωμότατος. 

Τους έφεραν μπροστά του για να τους ανακρίνει, ούτε οι απειλές του όμως ούτε οι κολακείες δεν στάθηκαν ικανές να πτοήσουν τους αγίους νέους. 

Τον Σέργιο, τον έκλεισαν τότε σ’ ένα κελλί και άρχισαν να βασανίζουν τον σύντροφό του, τον μαστίγωσαν με μαστίγια από βούνευρα με τέτοια αγριότητα, που ο Βάκχος παρέδωσε την ψυχή του.

Μαρτύριο Σεργίου καί Βάκχου. 
Τοιχογραφία τού 1547 στην Ι. Μ. Διονυσίου Αγίου Όρους
από τόν Τζώρτζη (Ζώρζη) Φουκά
Την επαύριο, έφεραν πάλι ενώπιον του διοικητού τον Σέργιο, ο οποίος θλιβόταν που βρισκόταν ακόμη στον μάταιο τούτο κόσμο, ενώ ο σύντροφός του χαιρόταν ήδη την μακαρία ζωή. Ο Αντίοχος αρχικά δοκίμασε να κάνει τον Σέργιο ν’ αλλαξοπιστήσει τού θύμισε τα αξιώματα και την εξουσία που είχε πρίν και ύστερα τον απείλησε με τα πιο φρικτά μαρτύρια. Μάταιος κόπος! 

Διέταξε τότε ο ηγεμόνας να φορέσουν στον άγιο υποδήματα που είχαν αιχμηρά καρφιά στο εσωτερικό μέρος, και τον υποχρέωσε να τρέχει μπροστά από το άρμα του. Δεκαπέντε χιλιόμετρα διήνυσε τρέχοντας έτσι ο άγιος, μέχρι που έφθασαν στο κάστρο των Τετραπυργίων (σημ. Κσαϊράς-Σελέ). Η χαρά του που συμμετείχε κι εκείνος στο Θείο Πάθος, τον ανύψωνε πάνω από τους πόνους του σώματος, και ο Σέργιος έτρεχε χαρούμενος γοργά, ψάλλοντας ύμνους. 

Άγιοι Σέργιος και Βάκχος
Τοιχογραφία τού 16ου αιώνα στο Καθολικό της Ιεράς Μονής
Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους από τον Θεοφάνη τον Κρήτα
Κατά τη διάρκεια της νύκτας, ήλθε άγγελος και εθεράπευσε τις πληγές του, κι έτσι ο νέος παρουσιάσθηκε την επομένη στον διοικητή ευδιάθετος κι έτοιμος για νέους αγώνες. Ο Αντίοχος διέταξε τότε να τον αποκεφαλίσουν στον επόμενο σταθμό, τη Ρουσάφα, διακόσια χιλιόμετρα ανατολικά του Χαλεπίου. 

Φθάνοντας στον τόπο της εκτελέσεως, ο άγιος ζήτησε λίγο χρόνο από τους δημίους του, και προσευχήθηκε ένθερμα να συγχωρηθούν οι διώκτες του. Κατόπιν, έκλινε ο ίδιος την κεφαλή κάτω από το ξίφος και η ψυχή του πέταξε για να συναντήσει τον Βάκχο στη Βασιλεία των Ουρανών.

Οι κάτοικοι της Σούρα, του χωριού όπου μαρτύρησε ο Βάκχος, θέλησαν να πάρουν κρυφά το σώμα του αγίου Σεργίου, φλόγα μεγάλη όμως εξήλθε από τον τάφο και τους εμπόδισε. Έτρεξαν τότε οι χριστιανοί της Ρουσάφα, έδιωξαν τους επίδοξους ληστές και κατέθεσαν το τίμιο λείψανο σε μέρος ασφαλές. 

Έκτισαν αργότερα πάνω στον τάφο του αγίου Σεργίου ναό, ο οποίος κατέστη ένα από τα πιο σεπτά προσκυνήματα όλης της Ανατολής, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε ο τόπος εκείνος ονομάσθηκε Σεργιούπολις και τεμάχια του τιμίου λειψάνου διεσπάρησαν σε όλο τον χριστιανικό κόσμο.

Ο Άγιος Μάρτυρας Σέργιος ο Ρωμαίος. 
Ψηφιδωτό τού τέλους τού 11ου αιώνα
της Μονής Δαφνίου Ελλάδα. 
Το 547 ο Αυτοκράτορας
Ιουστινιανός ανήγειρε στην Κωνσταντινούπολη λαμπρό ναό προς τιμήν των Αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, τον επονομαζόμενο «Μικρή Αγία Σοφία», όπου και κατέθεσε αργότερα τα Ιερά Λείψανά τους.

Στη Δύση πολλές πόλεις διεκδικούν Λείψανα των Μαρτύρων με πρώτη την Βενετία, όπου Λείψανα αποδιδόμενα σ’ αυτούς φυλάσσονται στο Ναό του Αγίου Πέτρου στο Καστέλλο, τα Λείψανα αυτά έγιναν αντικείμενο αναγνωρίσεως το 1991.

Στην Παβία, στη Μονή των Βενεδικτίνων του Αγίου Φίλικος, φυλάσσονται Λείψανα των δύο Μαρτύρων, δωρεά του Αυτοκράτορα Όθωνα Β’. Τα Λείψανα αυτά περιλαμβάνονται στα κειμήλια που έφερε μαζί της στη Δύση η σύζυγός του, Βυζαντινή Πριγκίπισσα Θεοφανώ Σκλήραινα και για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την γνησιότητά τους.

Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση το 1152, κατά την διάρκεια των Σταυροφοριών, ο Κόμης Γοφρέδος ο Ανδεγαβός μετέφερε Λείψανα των Μαρτύρων από την Συρία στα εδάφη του.

Λείψανα των δύο Μαρτύρων φυλάσσονται ακόμη και στο Ναό του Αγίου Μαρτίνου, όπως μαρτυρεί βούλα του Πάπα Παύλου Β’, του 1469. Τα Λείψανα αυτά κατά τους Βολλανδιστές μετεφέρθηκαν τον 13ο ή 14ο αιώνα από την Συρία.

Λείψανα των Μαρτύρων φυλάσσονται ακόμη και στη Μονή του Wiessenburg της Βοημίας, απ’ όπου το 1354 ο Αυτοκράτορας Κάρολος Δ’ δώρισε μέρος τους στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βίτου Πράγας.

Η μνήμη τους τιμάται στις 7 Οκτωβρίου.



Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Κύμη Ευβοίας.



Βρίσκεται περίπου 4 χιλιόμετρα βόρεια της κομώπολης της Κύμης, σε ένα απόκρημνο και ερημικό περιβάλλον, 250 μέτρα πάνω από τη θάλασσα με εντυπωσιακή πανοραμική θέα στο Αιγαίο Πέλαγος.

 

Άποψη του εσωτερικού του Καθολικού
πηγή

Σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε από κάποιους μοναχούς του Αγίου Όρους τον 15ο αιώνα που εκδιωκόμενοι απο Τούρκους έφθασαν στην περιοχή όπου βρήκανε καταφύγιο. Υπάρχει και μία σφραγίδα του 1643 η οποία είναι χωρισμένη στα τέσσερα, όπως παρατηρείται στο Άγιο Όρος, ενισχύοντας την άποψη αυτή.

Η μονή είναι ένα πολύ μεγάλο κτηριακό συγκρότημα, έχει όψη φρουρίου και περιβάλλεται από τέσσερις πτέρυγες κτηρίων ενώ στους τοίχους των κτηρίων της είναι εντοιχισμένα διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη από προχριστιανικά οικοδομήματα.

Στο κέντρο βρίσκεται ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, που πιστεύεται ότι είναι βυζαντινός και εσωτερικά είναι ασβεστωμένος. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο και τον ναό στολίζουν διάφορες φορητές εικόνες που έχουν μεταφερθεί από διαλυμένες μονές. 

Άποψη της Μονής
πηγή

Σημαντικό κειμήλιο αποτελεί ο χρυσοκέντητος επιτάφιος της Αποκαθήλωσης που έχει μεταφερθεί από διαλυμένο μοναστήρι, μάλλον της μονής Κλιβάνου, μετά τη διάλυση και εκποίηση της περιουσίας της το 1926.

Βόρεια της μονής, υπήρχε μεγάλος οχυροματικός πύργος που τον είχαν κτίσει οι μοναχοί για την άμυνά τους, όμως πριν πολλά χρόνια κατεδαφίστηκε από τους ίδιους, γιατί είχε πλέον ερειπωθεί και ήταν επικίνδυνος.

Η μονή είχε μεγάλο αριθμό μοναχών κατά τον 17ο αιώνα, είχε προοδεύσει πολύ και διέθετε μεγάλη πνευματική ακτινοβολία, αποτελούσε το κέντρο των μονών του Αιγαίου, όπου διέμενε και ο επίτροπος των Ιερών Μονών.

Άποψη της Μονής
πηγή
Η Μονή καταστράφηκε από τον πασά της Καρύστου Ομέρ Μπέη μεταξύ 1821 - 1823, επισκευάστηκε όμως το 1847 από τους οπλαρχηγούς Δ. Γιαννάκη, Γ. Ιωάννου, Δ. Δήμου και δωρεές των κατοίκων της περιοχής.

Σημαντική ήταν η δράση των μοναχών στη εθνική αντίσταση το 1941 - 1944, όπου το μοναστήρι ήταν τόπος καταφυγίου και διαφυγής των πατριωτών προς τη Μέση Ανατολή, Ελλήνων και ξένων, υπό την καθοδήγηση του Μητροπολίτη Παντελεήμονα Φωστίνη.

Το 1968 η Μονή έκλεισε αλλά απο το 1976 μετατράπηκε σε γυναικεία και από εκεί πέρασαν φωτεινές μορφές της Ορθοδοξίας, όπως ο Άγιος Νεκτάριος και ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης.

Η Μονή διαθέτει αξιόλογα εκκλησιαστικά συγγράμματα του 18ου και του 19ου αιώνα, καθώς και εκκλησιαστικά κειμήλια, μεταξύ των οποίων ένας χρυσοκέντητος επιτάφιος του 1635 καθώς και λειψανοθήκες με λείψανα Αγίων όπως του Αγίου Τρύφωνα, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Χαραλάμπους, της Αγίας Παρασκευής κ.α.

Στις 6 Αυγούστου το μοναστήρι γιορτάζει πανηγυρικά προς τιμήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, επίσης γιορτάζει στις 20 Δεκεμβρίου στη μνήμη του Αγίου Ιγνατίου, προς τιμήν του οποίου έχει κτιστεί παρεκκλήσι στη βορειοανατολική γωνία της μονής.



Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΗ ΕΝ ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΙΣ ΒΑΛΤΟΥ ΑΣΚΗΣΑΝΤΟΣ.

πηγή

Φυλάσσονται στον Ιερό Ναό Τιμίου Ιωάννη Προδρόμου στο χωριό Χαλκιόπουλοι, κοντά στην λίμνη Κρεμαστών.

Ο Αγίος Ανδρέας ο Ερημίτης
πηγή
Τα στοιχεία που γνωρίζουμε για την ζωή και το έργο του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη καθώς και την Ακολουθία του, τα γνωρίζουμε απο τον
Ανδρέα ο Ιδρωμένος ο Υπάργιος (+ 1847).
 

Σύμφωνα με αυτά ο Ανδρέας ο Ερημίτης, γεννήθηκε το 1209 στο Μονοδένδρι της Ηπείρου, καταγόταν από φτωχή οικογένεια και εργαζόταν στα κτήματα του πατέρα του, ενώ μετά από τις δουλειές παρακολουθούσε όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας. 

Όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε και απέκτησε πολλά παιδιά, δημιούργησε μια χριστιανική οικογένεια και φρόντιζε για την σωστή ανατροφή των παιδιών με στόχο να βαδίζουν στο δρόμο του Θεού.

Ο Ανδρέας, αγαπώντας την ασκητική ζωή, και αφού πήρε την άδεια της συζύγου του αναχώρησε για να βρεθεί στην έρημο για περισσότερη προσευχή, άσκηση και ησυχία, η ζωή του «γέμισε» από θλίψη, στεναχώρια, πείνα και κακουχίες όλα αυτά τα υπέμεινε για να σώσει την ψυχή του. 

Αφού γύρισε κάποια ιστορικά για την εποχή μοναστήρια εγκαταστάθηκε σε μία σπηλιά ψηλά στο βουνό Καλάνα, σε ύψος 1.520 μέτρων, κοντά στο χωριό Χαλκιόπουλο, στη σπηλιά αυτή ο Άγιος έζησε τριάντα ολόκληρα χρόνια, στα χρόνια του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ του Κομνηνού, τρέφονταν με καρπούς δένδρων και άγρια χόρτα, μέλημά του ήταν πάντα οι ολονύκτιες προσευχές, νηστείες και η μελέτη των βίων των Αγίων Πατέρων της εκκλησίας. 

Το τέμπλο του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου στο
χωριό Χαλκιόπουλοι
πηγή
Ο διάβολος άρχισε να τρομοκρατεί τον Άγιο με διάφορους τρόπους, αυτός όμως με τη δύναμη του Σταυρού έδιωχνε τους δαίμονες από τη σπηλιά και νικούσε τον κάθε πειρασμό. 

Η Αγιότητά του εξαπλώθηκε σε όλη την περιοχή του Βάλτου και της Ακαρνανίας, χριστιανοί, καθημερινά, πήγαιναν στη σπηλιά για να πάρουν την ευλογία του, να του ζητήσουν μια συμβουλή και αυτός με ταπείνωση, αγάπη και στοργή μιλούσε σε όλους και ήταν ο πνευματικός πατέρας, ο Θεοφόρος δάσκαλος, ο γιατρός των ψυχών.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Άγιος ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν ώσπου μια μέρα σταμάτησε και να μιλά, ήταν η 15η Μαΐου του 1282, όταν ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα του σε ηλικία 73 ετών και θαύμα μεγάλο έγινε όπου στον ουρανό φάνηκαν αναμμένες λαμπάδες που σταματούσαν στο σπήλαιο πάνω από το λείψανο του Αγίου.

Τοιχογραφία του 13ου αιώνα στο Σπήλαιο του Αγίου Ανδρέα Ερημίτ
πηγή
Ήταν πραγματικά ένα θαύμα, και όλο το θέαμα έγινε αντιληπτό σε όλα τα γύρω χωριά έως την μακρινή Άρτα όπου Βασίλισσα ήταν η ευσεβής Θεοδώρα, μετέπειτα η Αγία Θεοδώρα της Άρτας η οποία έμαθε το γεγονός και με συνοδεία αξιωματούχων και πιστών πήγαν στο σπήλαιο, ασπάστηκαν το λείψανο του Αγίου παίρνοντας την ευλογία του και στη συνέχεια το κήδεψαν με τιμές εκεί, μέσα στο σπήλαιο της μετανοίας του.

Μετά η Βασίλισσα Θεοδώρα έδωσε εντολή και κτίστηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη στο χωριό Χαλκιόπουλοι.

Το 1794, ο τότε ιερέας του χωριού, Ιωάννης Νικόλαος Γεροδήμος έκανε ανακομιδή του μεγαλύτερου μέρους των λειψάνων, που διανεμήθηκαν στα γύρω μοναστήρια (Ρέθα, Βαρετάδας, Τατάρνας), ενώ έδωσε και ένα πλευρό στον επίσκοπο Ρωγών Μακάριο που υπαγόταν τότε στον Μητροπολίτη Άρτης.

Σήμερα υπάρχουν τρεις λειψανοθήκες με οστά του Αγίου Ανδρέα, από τις οποίες οι δύο φυλάσσονται στον ενοριακό Ναό του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου στο χωριό Χαλκιόπουλοι και η τρίτη βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου στο χωριό Αρωνιάδα του Βάλτου κοντά στους Χαλκιόπουλους. 

Η είσοδος του σπηλαίου του Αγίου Ανδρέα
πηγή
Από το Ιερό Ναό στο χωριό λείπει η θαυματουργή εικόνα του Αγίου, αφού από το 1970 εκλάπη και σύμφωνα με αξιόπιστες μαρτυρίες βρίσκεται σε κάποιο μουσείο του Λονδίνου.

Ωστόσο, στο Ναό του Τιμίου Προδρόμου στο παλαιό Χαλκιόπουλο υπάρχει πιστό αντίγραφο της Ιεράς Εικόνας στο τέμπλο και η οποία χρονολογείται γύρω στα 1875.

Σήμερα στο σπήλαιο υπάρχει μία κόγχη και ένα τέμπλο που συνθέτουν το χώρο του ιερού και πίσω από το ιερό, το φυσικό σπήλαιο συνεχίζεται κι εκεί βρίσκεται ο τάφος του αγίου.

Το σπήλαιο του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη βρίσκεται κοντά στο χωριό Χαλκιόπουλο, στην περιοχή του ορεινού Βάλτου, πέντε χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού, σε υψόμετρο 1.520 μέτρων στο όρος Κανάλα και η διαδρομή από το χωριό μέχρι το σπήλαιο γίνεται από ένα βατό χωματόδρομο που οδηγεί σε ένα ξέφωτο, όπου οι επισκέπτες μπορούν να αφήσουν τα αυτοκίνητά τους και να συνεχίσουν με τα πόδια. 

Ο Τάφος του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη στο 
σπήλαιο που ασκήτεψε
πηγή
Η πεζοπορία διαρκεί περίπου 20 λεπτά και προσφέρει μια φανταστική σε φυσικό κάλλος διαδρομή με θέα την τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών και τον ποταμό Αχελώο. 

Η περιοχή αυτή ανήκει στο δίκτυο Natura 2000 και έχει χαρακτηριστεί ως βιότοπος CORINE, καθιστώντας την ιδανική για ορεινή πεζοπορία και φυσιολατρικές δραστηριότητες.

Το σπήλαιο του Αγίου Ανδρέα έχει βάθος περίπου 200 μέτρα, στο πρώτο τμήμα του, περίπου δώδεκα μέτρα από την είσοδο, σχηματίζεται κτιστή κόγχη που λειτουργεί ως ιερό, μπροστά από το οποίο υπάρχει ένα νεότερο κτιστό τέμπλο, στην κόγχη σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση σημαντική τοιχογραφία του 14ου αιώνα, η οποία απεικονίζει την Παναγία Πλατυτέρα και κάτω από αυτήν, τέσσερις συλλειτουργούντες ιεράρχες, ένα θέμα λειτουργικό που συνηθίζεται κατά την περίοδο αυτή. 

Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαίου.



Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Αρτοτίνας, Φωκίδα.

πηγή

Η Μονή του Αγίου Ιωάννου βρίσκεται στην περιοχή τού χωριού Αρτοτίνα τού Νομού Φωκίδος, σέ απόσταση δυόμισι χιλιομέτρων βόρεια και εξακοσίων μέτρων νότια τής κοίτης τού ποταμού Εύηνου (Φίδαρη), στην περιοχή τής συμβολής του με τὸ Καλογερικό Ρέμα, στη βόρεια απόληξη τού Τρίκορφου, σέ υψόμετρο 1.100 μέτρων περίπου.


Άποψη της Μονής

Η μονή εικάζεται – από τον Ιωάννη Ρουφαγάλη – ότι ιδρύθηκε στο μεταίχμιο τού 16ου προς τον 17ο αιώνα και ότι η ανέγερσή της σχετίζεται με την ίδρυση τού οικισμού τής Αρτοτίνας.

Τοπική προφορική παράδοση, που κατέγραψε το 1929 ο Δημήτριος Λουκόπουλος, αναφέρει ότι η μονή ήταν αρχικά αφιερωμένη στην αγία Παρασκευή και βρισκόταν σέ άλλη χαμηλότερη θέση κοντά στον Εύηνο ποταμό στην τοποθεσία πού βρίσκεται σήμερα το ομώνυμο εξωκλήσι και η μεταφορά της στη σημερινή υψηλότερη θέση και η αφιέρωσή της στην Αποτομή του Τιμίου Προδρόμου οφείλεται σέ προσταγή τού ίδιου του άγιου, που εμφανίστηκε σέ ενύπνιο ενός μοναχού.

Η παράδοση αυτή δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί λόγω απουσίας οποιασδήποτε παλαιάς γραπτής σχετικής μαρτυρίας ή ορατών ιχνών κτηριακών εγκαταστάσεων στην περιοχή πού βρίσκεται το ανακαινισμένο εξωκλήσι τής Αγίας Παρασκευής, το οποίο αποτελούσε εξάρτημα της μονής, όπως και το σχετικά κοντινό σ’ αυτό εξωκλήσι τού Αγίου Παντελεήμονα.

Η Δεσποτική εικόνα, στο τέμπλο, της Αγίας Παρασκευής
πηγή

Κάποια στοιχεία, όμως, μας βάζουν σέ υποψία ότι η παραπάνω προφορική παράδοση ίσως και να έχει ιστορική βάση. 

Στο τέμπλο τού Καθολικού, λοιπόν, υπάρχει (σήμερα όλες οι δεσποτικές εικόνες φυλάσσονται σε άλλο σημείο) εικόνα τής αγίας Παρασκευής, χρονολογημένη με επιγραφή το 1812 που αποτελεί μία από τίς μόλις τέσσερεις δεσποτικές εικόνες τού αρχικού τέμπλου τού ναού και σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη θέση της αριστερά τής Θεοτόκου, όπου τοποθετείται συνήθως η εικόνα τού άγιου ή της εορτής στην οποία είναι αφιερωμένος ένας ναός, πιθανότατα να απηχούσε ήδη από το 1812 την παράδοση τής παλαιότερης αφιερώσεως τής μονής στην αγία Παρασκευή.

Η ιδιαίτερη σχέση τής μονής με την αγία Παρασκευή τεκμαίρεται ακόμη από το γεγονός ότι παλαιότερα στο Καθολικό τής μονής φυλασσόταν μία ασημένια λειψανοθήκη με το χέρι της αγίας Παρασκευής, κειμήλιο πού πιθανότατα σχετίζεται με κάποια διαλυμένη Μονή τής Αγίας και σήμερα είναι αποθησαυρισμένη στη Μονή Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ τού Σαρώφ στο Τρίκορφο Φωκίδος.

Λιθανάγλυφη επιγραφή στην Μονή
Ανάλογη εικασία για τον χρόνο ίδρυσης της μονής εκφράζει και ο ιεροκήρυκας Ακαρνανίας και Ναυπακτίας ιερομόναχος
Ιωακείμ Σπετσιέρης, ο οποίος κατά την επίσκεψή του στον χώρο στις αρχές τού 20ου αιώνα παρατήρησε: «Από τε των ερειπίων καὶ εκ τινος δυσαναγνώστου επὶ λίθου μαρμαρίνου επιγραφής γίνεται δήλον οτι η Μονὴ δὲν αριθμεί πλέον των τριακοσίων ετών ηλικία δηλαδή εκτίσθη μετά την άλωσιν τής Κωνσταντινουπόλεως».

Χρονολογική ένδειξη ότι η μονή υπήρχε στη θέση αυτή στο τέλος τής 3ης δεκαετίας τού 18ου αιώνα αποτελεί η σωζόμενη εγχάρακτη σέ λίθο χρονολογία +1728 , η οποία είναι θραυσμένη σέ δύο τμήματα και βρίσκεται εντοιχισμένη σε δεύτερη χρήση στη βορειοανατολική γωνία ενός νεότερου κελιού, σημερινό αρχονταρίκι, νότια τού λεγόμενου Κελιού τού Διάκου ενώ ασφαλής ένδειξη ότι η μονή ήταν επανδρωμένη τὸ 1774 τυγχάνει η μνεία τού ιερομονάχου τής μονής, Παγκρατίου που τη χρονιά εκείνη υπογράφει μαζί μὲ άλλους ως μάρτυρας σε ομολογία πωλήσεως ακίνητων περιουσιακών στοιχείων στον πατέρα τού Αρτοτινού οπλαρχηγού Ανδρίτσου Σαφάκα.

Η Κτητορική επιγραφή πάνω από την βόρεια
είσοδο του Καθολικού της Μονής
Η σημαντικότερη γιὰ την ιστορία τής μονής χρονολογική μαρτυρία είναι η εντοιχισμένη πάνω απο την βορεινή είσοδο τού Καθολικού, λίθινη κτητορικὴ επιγραφή που αναφέρει το έτος κατασκευής τού ναού και μνημονεύει τὰ ονόματα των κτητόρων. 

Σύμφωνα με αυτήν, το κτήριο οικοδομήθηκε το 1806, την περίοδο που ήταν αγάδες στο Λιδορίκι, οι Χασάν και Μεχμέτ. 

Εκτός από τούς δύο Οθωμανούς αγάδες η κτητορικὴ επιγραφή μνημονεύει τὰ ονόματα διαφόρων κτητόρων, πέντε από τὰ οποία διακρίνονται ευκρινώς, ενώ στα δύο ποὺ βρίσκονται στὸν τελευταίο στίχο η φθορά των γραμμάτων δεν επιτρέπει την ασφαλή ανάγνωση των ονομάτων.

Ο πρώτος πού επιχειρεί ολοκληρωμένη ανάγνωση τής επιγραφής είναι ο Λουκόπουλος τὸ 1929, που σύμφωνα με αυτόν, στην επιγραφή μνημονεύονται τα ονόματα τεσσάρων μοναχών τής μονής (Γεράσιμος, Ιάκωβος, Παναγιώτης και Παγκράτιος) και τα ονόματα δύο λαϊκών: τού Αναγνώστη Φασίτσα και τού Τριώτη.

Το κελί του Αθανάσιου Διάκου στην Μονή
πηγή
Ενδιαφέρον προξενεί η απουσία τού ονόματός τού
Αθανασίου Διάκου, παρότι γνωρίζουμε ότι ανήκε στη δύναμη τής μονής.

Σύμφωνα με την ισχυρή παράδοση τής περιοχής, μπήκε στο μοναστήρι σέ ηλικία δώδεκα ετών στα 1793 - 1794, έμεινε σε αυτό αρχικά λίγο περισσότερο από μια δεκαετία και χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. 

Γύρω στο 1805, κυνηγημένος από τις οθωμανικές αρχές λόγω ακούσιου φόνου πού διέπραξε στην Αρτοτίνα στὸ πανηγύρι τής Παναγίας, εγκατέλειψε τὸ μοναστήρι γιὰ να ενταχθεί στο σώμα τού Τσὰμ Καλόγερου, ξακουστού Αρβανίτη κλέφτη ποὺ δρούσε στην Δωρίδα, έμεινε σε εαυτό δύο περίπου χρόνια και το 1807 επέστρεψε στο μοναστήρι τού Προδρόμου, έναν χρόνο μετά την ανέγερση τού νέου Καθολικού.

Άποψη  απο το κελί του Αθανάσιου Διάκου
πηγή
Συνεπώς το όνομά του δεν συμπεριλήφθηκε στην κτητορική επιγραφή τού Καθολικού λόγω τής απουσίας του απὸ τη μονή κατά την περίοδο των οικοδομικών εργασιών. 

Έναν χρόνο μετὰ, το 1808, ο Αθανάσιος Διάκος κυνηγημένος πάλι από τις οθωμανικές αρχές εγκαταλείπει οριστικά τὴ μονή τού Προδρόμου για να ενταχθεί ως πρωτοκλέφτης στο σώμα τού κλεφταρματωλού Σκαλτσοδήμου

Η ανάμνηση της στενής σχέσης τού Αθανασίου Διάκου με την Μονή τού Προδρόμου, στην οποία εγκαταβίωσε συνολικά δώδεκα περίπου χρόνια, διατηρείται ζωντανή στο παλαιότερο ίσως σωζόμενο κτίσμα τής μονής, τὸ επονομαζόμενο Κελί τού Διάκου, που υψώνεται νότια τού Καθολικού και  θεωρείτε ως το προσωπικό κελί του.

Άποψη  απο το κελί του Αθανάσιου Διάκου
πηγή
Το Κελί τού Διάκου είναι διαστάσεων 7.60 μέτρων Χ 6.00 μέτρων με δύο επίπεδα, στο ισόγειο περιλαμβάνει έναν μόνο χώρο που χρησίμευε ως στάβλος και αποθήκη και στον όροφο περιλάμβανε μικρό προθάλαμο, βοηθητικό χώρο με «φωτογωνιά» και γκλαβανή για την εσωτερική επικοινωνία με τὸ ισόγειο αλλά και χώρο διαμονής στα πρότυπα του Οθωμανικού «οντά», δηλαδή το τζάκι στην μέση της μιας πλευράς του και χώρο διαμονής - ύπνου, όπου οι άνθρωποι κάθονταν και κοιμούνταν σέ στρώματα, εκατέρωθεν τού τζακιού

Το 1930  και με αφορμή τους εορτασμούς για τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους η Κεντρική Επιτροπή Εκατονταετηρίδος τοποθέτησε στην ανατολική όψη του κελιού του Αθανάσιου Διάκου,  μια μαρμάρινη πλάκα, με την οποία αναγνωρίστηκε επισήμως ως ο χώρος στον οποίον διέμενε ο ήρωας της Επανάστασης.

Η μαρμάρινη πλάκα στο κελί
του Αθανάσιου Διάκου
Η καταγραφή αυτή είχε ως αποτέλεσμα και την κήρυξη το 1965 του Καθολικού και του κελιού του Διάκου ως ιστορικά διατηρητέων μνημείων. 

Το 1966 η Αρχαιολογική Υπηρεσία προχώρησε σε εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης του κελιού του Αθανάσιου Διάκου, ενώ συγχρόνως έγιναν διορθωτικές εργασίες στη στέγη του Καθολικού της Μονής αλλά και περιορισμένης έκτασης επισκευές στα οικήματα των υπόλοιπων κελιών και του ξενώνα.

Το Καθολικό τής μονής είναι ένας μεγάλων διαστάσεων (7.75 x 19.50 μ. περίπου) μονόχωρος δρομικός ναός που στην σημερινή του μορφή τὸ εσωτερικό του χωρίζεται απο τέμπλο απλής μορφής σέ κυρίως ναό και ιερό ενώ έχει ξύλινη χρωματισμένη οροφή χωρισμένη σὲ τρία διάχωρα και το δάπεδό του είναι στρωμένο με πήλινες πλάκες. 

Άποψη  του Καθολικού της Μονής
πηγή
Η είσοδος στον Ναό γίνεται μέσω τριών θυρών. 

Αρχικές είναι η δυτική και η βόρεια, που αποτελούσε και την κύρια θύρα του ενώ και οι δύο έχουν λίθινα ορθογωνικὰ πλαίσια με ανάγλυφο διάκοσμο. 

Ο φωτισμός τού ναού γίνεται από τέσσερα σχετικά μεγάλα νεότερα παράθυρα που ανοίγονται ψηλά στον βόρειο τοίχο του, στη θέση μικρότερων αρχικών, απὸ τὰ οποία διατηρούνται τὰ τόξα των αψιδωμάτων ποὺ ήταν διαμορφωμένα επάνω από τὰ ορθογωνικά τους πλαίσια, ενώ στην κόγχη τού ιερού είναι διαμορφωμένο παράθυρο μὲ λίθινο δίλοβο πλαίσιο. 

Άποψη  του Καθολικού της Μονής
πηγή
Οι τοίχοι του ναού είναι κτισμένοι μὲ προσεγμένης κατασκευής αργολιθοδομὴ απὸ πλακοειδείς φλύσχες, μεγάλο μέρος των οποίων καλύπτει φαρδύ αρμολόγημα ενώ στὶς όψεις της πεντάπλευρης κόγχης τού ιερού είναι διαμορφωμένα τυφλά αψιδώματα με τόξα χαρακτηριστικής οθωμανικής μορφολογίας, και καλύπτεται με ξύλινη τρίρριχτη στέγη επικαλυμμένη με σχιστόπλάκες.

Σημαντική μαρτυρία γιὰ την ακτινοβολία τής μονής στην περιοχή τής Δωρίδας αποτελούν οι αφιερωτικές επιγραφές των τεσσάρων δεσποτικών εικόνων του αρχικού τέμπλου τού Καθολικού, όλες φιλοτεχνημένες το 1812, αφιερώματα πιστών απὸ τὰ χωριά τής Δωρίδας Κωστάριτσα (σημερινό Διχώρι) και Πεντοάγιος (σημερινοί Πενταγιοί). 

Άποψη της εισόδου της Μονής από τον δρόμο
Οι δεσποτικές εικόνες, όπως αναφέρεται στην εικόνα του άγιου Γεωργίου στο τέμπλο τού ομώνυμου ναού στην Αρτοτίνα, φιλοτεχνήθηκαν από: «χεὶρ Γεωργίου αναγνώστου 1814», ενός αγνώστου εως τώρα εξαιρετικού αγιογράφου

Στην Επανάσταση το μοναστήρι δεν φαίνεται νὰ υπέστη καταστροφή λόγω τής ασφαλούς ορεινής θέσης της, ενώ απο τα σωζόμενα έγγραφα σχετικά με την Μονή στα Γενικά Αρχεία του Κράτους προκύπτει ότι συμπεριλήφθηκε και αυτή στα μοναστήρια που διαλύθηκαν με το βασιλικό διάταγμα του Αντιβασιλέα του Όθωνα, το 1833, παρά τις επίμονες προσπάθειες των κατοίκων να το αποτρέψουν.

Άποψη του αύλειου χώρου της Μονής
Έκτοτε το μοναστηριακό συγκρότημα πέφτει σε σταδιακή ερήμωση, τα μοναστηριακά κτήματα και ο νερόμυλος μὲ τὴ νεροτριβή ενοικιάστηκαν με δημοπρασία από τούς Αρτοτινούς, όμως το 1850, ο μύλος και η νεροτριβή καταστράφηκαν ολοκληρωτικά από πλημμύρα του Εύηνου και έμεινε μόνο τὸ τοπωνύμιο
Καλογερικός Μύλος

Παρα τη νομική διάλυση καὶ την αποψίλωση απὸ τὰ κειμήλια καὶ τὴν κτηματική περιουσία της η μονή λόγω τής ιστορικής της σημασίας, τής σημαντικής θέσης της στὴν θρησκευτική και κοινωνική ζωή τής περιοχής φαίνεται ότι δεν ερημώθηκε εντελώς. Περιστασιακά η κοινότητα της Αρτοτίνας παρείχε διευκολύνσεις σε μεμονωμένους μοναχούς πού ήθελαν νὰ παραμείνουν στους χώρους της παρέχοντας πνευματικές υπηρεσίες στους κατοίκους τής περιοχής, όπως ο ιερομόναχος Ζαχαρίας Νικολάου απὸ την Ζηλίστα (σημερινὴ Κυδωνιὰ) Ευρυτανίας, που τὴην διετία 1854 - 1855 διαμένει στη μονή ως πνευματικός τής περιοχής.

Λίθινη επιγραφή: 2 Μαίου 1885
Περιστασιακά γίνονταν μικρές οικοδομικές εργασίες, όπως μαρτυρεί η λίθινη επιγραφή με τη χρονολογία 2 Μαΐου 1885 πού σώζεται στον αύλειο χώρο τής μονής. 

Το 1888 έμενε για ένα διάστημα στον χώρο ένας περαστικός από την περιοχή ιερομόναχος, επ’ ονόματι Αθανάσιος, που έκτισε στο πλάτωμα κοντά στην είσοδο τής μονής ένα κελί και εντοίχισε σ’ αυτό τον εγχάρακτο λίθο με τὴ χρονολογία 1728, πού βρήκε στα ερείπια των παλιών κελιών τής μονής. 

Ο Σπετσιέρης το 1908 παρατηρεί ότι η «Μονή ... διελύθη μετὰ των άλλων, πάντα δὲ τα εν αυτή μετακομίσθηκαν εις τὴν Αρτοτίναν, ένθα περιέπεσαν εἰς τὸν σάκο τις λήθης» και ότι, μὲ εξαίρεση τὸ Κελί τού Διάκου, «τα λοιπά κτίρια εισὶ κατεστραμμένα εντελώς, τὰ δὲ κτήματα τής Μονής μετὰ την διάλυσίν κατέλαβαν οι κάτοικοι τής κωμοπόλεως Αρτοτίνας».

Λίθινη επιγραφή, 1922.
Οι σοβαρές φθορές πού θα είχε υποστεί μὲ την πάροδο τού χρόνου τὸ Καθολικό τής εγκαταλελειμμένης επι εξήντα χρόνια μονής οδήγησε τούς κατοίκους τής Αρτοτίνας στην απόφαση νὰ προβούν το 1896 σέ εκτεταμένη ανακαίνισή του αλλά και την δεύτερη δεκαετία τού 20ου αιώνα φαίνεται ότι αναλαμβάνονται εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες στη μονή. 

Λυτή θραυσμένη επιγραφή απὸ άγνωστο κτήριο μὲ χρονολογία 9 Μαρτίου 1922 στην αυλή τής μονής αναφέρεται σὲ κάποιον κτήτορα, το όνομα τού οποίου έχει εκπέσει. 

Τὸ 1998 συστήθηκε ερανική επιτροπή, η οποία το ίδιο έτος προέβη σὲ μικρότερης η μεγαλύτερης εκτάσεως εξωραϊστικές και βελτιωτικές επεμβάσεις στον χώρο καὶ στα βοηθητικά κτίσματα τού μοναστηριού καὶ παράλληλα σὲ συνεργασία με τὴ Μητρόπολη καταβλήθηκαν προσπάθειες γιὰ ανασύσταση τής μονής καὶ επάνδρωσή της, οι οποίες ωστόσο δεν τελεσφόρησαν. 

Έως τὴν ευόδωση των προσπαθειών η διοίκηση καὶ η διαχείριση τής μονής έχει ανατεθεί απο την Ιερά Μητρόπολη Φωκίδος σὲ πενταμελή Διαχειριστική επιτροπή, ενώ το 2018 αναγνωρίστηκε και επισήμως η σύσταση τής μονής. 

Έως σήμερα πνοή ζωής στο άδειο μοναστήρι δίνουν οι καθημερινοί προσκυνητές, τὸ μεγάλο πανηγύρι της Αποτομής τού Αύγουστου και ο πανηγυρικός εορτασμός τής εορτής τού Γενεθλίου τού Προδρόμου στις 24 Ιουνίου, την οποία τὰ τελευταία χρόνια οι μελισσοκόμοι της περιοχής γιορτάζουν στο μοναστήρι.



Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Ιερά Μονή Παναγίας Ελεούσας Κλεισούρας, Μεσσολόγι.

πηγή

Η Ιερά Μονή Παναγίας Ελεούσας Κλεισούρας Μεσολογγίου, βρίσκεται στο 20ο χιλιόμετρο τής εθνικής οδού Μεσολογγίου – Αγρινίου, είναι κτισμένη στη βόρεια πλευρά τού φαραγγιού, τού βουνού Αράκυνθος ή Ζυγός και χρονολογείται από τούς βυζαντινούς χρόνους.


Άποψη της Μονής
πηγή
Σημαντικό έγγραφο για την Ιστορία της Μονής αποτελεί ένα «σιγίλλιον» του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιωάννου Αποκαύκου προς τον ευνούχον Γεώργιον Τζιμισκή, στον οποίον ανατίθεται η εφορεία του μοναστηρίου. 

Το έγγραφο αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το μοναστήρι είναι βυζαντινό αφού το «σιγίλλιον» ανήκει στην περίοδο Απριλίου - Μαΐου 1229 έως 9 Μαρτίου 1230, όταν μετά την ήττα του Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα καταρρέει η αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης.

Η Μονή αποτελείται από τὰ κελιά (παραπλεύρως τής εθνικής οδού), τὸ παρεκκλήσιο τού Τιμίου Σταυρού και τον Ιερό Ναό τής Ζωοδόχου Πηγής “Παναγία Ελεούσα”, όπου φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. 

Ο Ναός 
Άποψη της Μονής
πηγή
βρίσκεται μέσα σέ μία κόγχη τού βράχου σέ υψόμετρο 150 μέτρων, ενώ στο μέσον τής διαδρομής που οδηγεί στον Ιερό Ναό, βρίσκεται ο μεγαλοπρεπής λευκός Σταυρός ύψους 16 μέτρων.

Συνδεδεμένη μὲ ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα τής νεότερης ιστορίας,η Μονή αποτελούσε ανέκαθεν σπουδαίο Προσκυνηματικό κέντρο και σημείο αναφοράς τής θρησκευτικής ζωής τού τόπου.

Η προφορική παράδοση αναφέρει, ότι στο παλαιό χωριό Χρυσοβέργι, στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται τὸ εκκλησάκι τής Αγίας Παρασκευής (σέ απόσταση 1,5 χλμ ΒΔ τής Μονής), περίπου το 1700, την ώρα τής Ανάστασης, κάποιος Τούρκος μέλος στρατιωτικού αποσπάσματος, χλεύασε τούς χριστιανούς, μὲ αποτέλεσμα ένας Έλληνας ονόματι Κουμπούρας να παρεξηγηθεί, συνεπλάκει μαζί του και τελικά τον σκότωσε. 

Άποψη του περιβάλλοντα χώρου της Μονής
πηγή
Οι συγχωριανοί του κατέβασαν τὸν Κουμπούρα με σχοινιά σὲ κοντινό σπήλαιο, πιὸ πάνω από τὸ σημερινό μοναστήρι, γιὰ να κρυφτεί και έμεινε εκεί ένα χρόνο κρυμμένος, τρεφόμενος από τοὺς χωριανούς, πού τού έδιναν τὰ απαραίτητα, μέσα σὲ αιωρούμενο καλάθι.

Όταν τὸ γεγονός λησμονήθηκε ο Κουμπούρας μὲ την βοήθεια σχοινιών επανήλθε και τότε διηγήθηκε ότι στο σημείο όπου σήμερα είναι χτισμένος ο ναός έβλεπε κάθε βράδυ ένα ζωηρό φως. Οι χωριανοί με μεγάλες δυσκολίες έφθασαν στὸ σημείο πού τούς υπέδειξε και έκθαμβοι αντίκρισαν την εικόνα της Παναγιάς και δίπλα της μία πηγή με νερό, που σήμερα είναι αγίασμα, έτσι στὸ σημείο εκείνο ανήγειραν από ευλάβεια τὸ πρώτο εκκλησάκι.

Η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ελεούσας
πηγή
Κατά την παράδοση επίσης, σε αυτό φιλοξενήθηκε και ο εθναπόστολος Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, σε μία από τις περιοδείες του και μάλιστα είπε ότι μία ήμερα θὰ γίνει ένα μεγάλο προσκύνημα, έτσι σέ ανάμνηση τής φιλοξενίας τού Αγίου στη Μονή, ο μακαριστός μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας Θεόκλητος πρωτοστάτησε στο στήσιμο ανδριάντα του στην είσοδο τής Μονής.

Μετά την πρώτη πολιορκία τού Μεσολογγίου (25 Οκτωβρίου - 31 Δεκεμβρίου 1822) από τούς Τούρκους, στην Άγια Ελεούσα βρήκε καταφύγιο ο Γιάννης Γούναρης (ονομάστηκε έτσι γιατί κυνηγούσε γουνοφόρα αγρίμια και αλεπούδες, το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Ζούκας και καταγόταν από τὰ Γιάννενα), ο οποίος λόγω τής σκοπευτικής δεινότητας, υπηρετούσε τον Ομέρ Βρυώνη ως κυνηγός, ενώ την οικογένεια του την κρατούσε σε ομηρεία ο πασάς στην Άρτα. 

Λόγω τής ιδιότητας του πληροφορήθηκε ότι ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής σχεδίαζαν αιφνιδιαστική επίθεση κατὰ τού Μεσολογγίου την νύχτα 24/25 Δεκεμβρίου τού 1822, όταν οι χριστιανοί θὰ κατέκλυζαν τὶς εκκλησιές γιὰ την Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία, και αποκάλυψε τὰ σχέδια των Τούρκων στους Έλληνες, αψηφώντας την τύχη τής οικογένειάς του.

Η προτομή του Γιάννη Γούναρη στην Ιερά Μονή
πηγή
Οι κάτοικοι τού Μεσολογγίου σώθηκαν, αλλά σφαγιάστηκαν όλα τα μέλη της οικογένειας τού Γούναρη από τον Ομέρ Βρυώνη, ενώ ο ίδιος για να ξεφύγει από τὴν μανία του, βρήκε καταφύγιο στο μικρό σπήλαιο στην Κλεισούρα, τρεφόμενος από τους βοσκούς και κατοίκους τής περιοχής ενώ μετά την απελευθέρωση έγινε καλόγερος, με τον αβάσταχτο πόνο της απώλειας των δικών του να τον συντροφεύει διαρκώς.

Όταν το 1837, διερχόμενος ο βασιλιάς της Ελλάδας, Όθων με την Βασίλισσα Αμαλία και την συνοδεία τους από την Μονή, οι αξιωματούχοι πού συνόδευαν το Βασιλικό Ζεύγος, τους εξιστόρησαν τα τραγικά γεγονότα της ζωής του καλόγερου τής Κλεισούρας.

Ο Όθωνας συγκινήθηκε τόσο ώστε θέλησε να τόν ανταμείψει. 

Όμως ο Γιάννης Γούναρης τὸ μόνο που ζήτησε ήταν να παραχωρήσει το κράτος τὴν περιοχή από τὴν είσοδο μέχρι τὴν έξοδο της Κλεισούρας στὸ μοναστήρι, όπως και έγινε. 

Ο Γούναρης άφησε στην Μονή την τελευταία του πνοή (περίπου τὸ 1840), ενώ τὰ οστά του βρέθηκαν στα θεμέλια τού Ναού κατά την ανακαίνιση τού 1997 και τοποθετήθηκαν στη βάση τής προτομής του και κάθε χρόνο η Συνομοσπονδία Κυνηγών Ελλάδος τιμά αυτόν τὸν αγωνιστή τὴν τρίτη Κυριακή τού Ιουνίου.

Άποψη του μεγαλοπρεπή λευκού Σταυρού
ύψους 16 μέτρων
πηγή
Από την Ελεούσα εμπνεύσθηκε και ο ποιητής
Κωνσταντίνος Κρυστάλλης που συνέθεσε το ποίημα με τίτλο «Ο καλόγερος της Κλεισούρας».

Το 1870 ένας άλλος καλόγερος έζησε στην Ιερά Μονή Αγίας Ελεούσης, ο Πανάρετος Παλαμάς - προερχόμενος από την γνωστή Μεσολογγίτικη οικογένεια – μία μορφή επιβλητική, δυναμική και αρκετά δραστήρια. 

Ο Πανάρετος Παλαμάς είναι ο κτήτορας τού πρώτου ξενώνα, το 1878, στον οποίο έβρισκαν φιλοξενία πολλοί επώνυμοι αλλά και απλοί διαβάτες ή προσκυνητές, κατασκεύασε ακόμη την σκάλα πρός τον Ιερό Ναό και απαγόρευσε την βοσκή στους χώρους τής Μονής. 

Το φαράγγι όπως ήταν πριν δεκαετίες

πηγή


Εκείνη την περίοδο πέρασε από την Παναγία Ελεούσα και προσκύνησε την Θαυματουργή εικόνα τής Παναγιάς ο βασιλέας
Γεώργιος ο Α΄ αλλά και ο Χαρίλαος Τρικούπης, που χρηματοδότησε την κατασκευή τής στέρνας, όπου συγκεντρώνονταν τὸ βρόχινο νερό και λειτουργούσε μέχρι το 1990. 

Ο Πανάρετος Παλαμάς συνέχισε την εξωραϊστική του προσπάθεια στην Ιερά Μονή της Αγίας Αγάθης, όπου πέθανε στις 22 Αύγουστου του 1891 σέ ηλικία 57 ετών και ενταφιάστηκε στον περίβολό της.

Το 1900 έρχεται στην Άγια Ελεούσα ο μοναχός Αλέξιος από τα Ιωάννινα, ο οποίος χτίζει ναύδριο αφιερωμένο στην Παναγία καὶ παραπλεύρως ένα μικρό κελί, όπου διέμεινε. Χαμηλότερα από εκείνο τὸ εκκλησάκι υπήρχε δεξαμενή όπου συγκεντρώνονταν τὸ βρόχινο νερό και εκεί ανεγέρθηκε το 1997 το παρεκκλήσιο τού Τιμίου Σταυρού. Τὸ μόνο πού έχει απομείνει σήμερα είναι κάποια σημάδια στο βράχο, από εκείνο το μικρό κελί τού Αλεξίου που θεωρείται, μετά τὸν Πανάρετο Παλαμά, ο δεύτερος κτήτορας τής Μονής.

Άποψη του Ναού της Μονής Ελεούσας
πηγή
Από το 1950 μέχρι τὸ 1953, μονάζει στην Ιερά Μονή ο Ιερομόναχος Αγάπιος από το Άνω Κεράσοβο ενώ τ
ο 1954 ήρθε στη Μονή ο Ιερομόναχος π. Ιερόθεος Σπανομήτσος από τὸ χωριό Λημέρι τής Ευρυτανίας, πρώην τελωνειακός υπάλληλος, που ηγουμένευσε 64 χρόνια. 

Το 1956, η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη ήρθε και προσκύνησε στην Παναγία Ελεούσα και ενήργησε νὰ γίνει η άρση τού ενοικιοστασίου βοσκής αιγοπροβάτων και την προώθηση τής αναδάσωσης. 

Το 1973 κατόπιν ενεργειών τού π. Ιεροθέου ανακηρύχθηκε όλη η περιοχή τής Κλεισούρας προστατευόμενη, ιστορική, μὲ φυσικό κάλλος, φρόντισε επίσης για την δενδροφύτευση, την ηλεκτροδότηση και την ύδρευση τής Μονής ενώ πρωτοστάτησε στη δημιουργία τηλεφωνικού κέντρου της Μονής, οργάνωσε τὸ αρχείο τής Μονής και προσέφερε σημαντικό πνευματικό και ποιμαντικό έργο.

Ο π. Ιερόθεος κοιμήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 2018 και ετάφη στὸν περίβολο τής Μονής παραπλεύρως τού μακαριστού Επισκόπου Θεοκλήτου και απο τὸν Οκτώβριο του 2019 η Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας ανέθεσε τὴ διοίκηση της Μονής σέ Διαχειριστική Επιτροπή που φροντίζει για τὸν εξωραϊσμό των εγκαταστάσεων αλλά και για την λατρευτική – μυστηριακή ζωή τής Μονής.

Άποψη της Μονής Ελεούσας
πηγή
Το φαράγγι τής Κλεισούρας τέμνει εγκάρσια το βουνό Αράκυνθος ή Ζυγός, έχει μήκος 3 χιλιόμετρα πλαισιώνεται από κάθετα βράχια μὲ τὸ μεγαλύτερο υψόμετρο στα 462 μέτρα στη βόρεια πλευρά τού φαραγγιού. 

Είναι δημιούργημα τής διαβρωτικής ενέργειας τού Αχελώου ποταμού, που ύστερα από γεωλογικές ανακατατάξεις στην περιοχή, βρήκε προσφορότερο πέρασμα πρὸς δυσμάς και άλλαξε ροή, όπως τὸν βλέπουμε μέχρι σήμερα. 

Αποτέλεσμα αυτών των ανακατατάξεων είναι τὸ φαράγγι τής Κλεισούρας να παραμείνει μιὰ ξερή κοίτη, δημιουργήθηκαν με αυτό τον τρόπο οι λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχία ενώ το φαράγγι τής Κλεισούρας και ο Αράκυνθος λόγω τής μεγάλης οικολογικής σημασίας, έχουν ενταχθεί στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000.

Απο τον Αύγουστο του 1962 μέχρι τον Μάρτιο τού 1963, διεξήχθησαν έρευνες στὸ φαράγγι για την ύπαρξη πετρελαίου από την «Αιτωλική Εταιρεία Πετρελαίων», στην οποία συμμετείχαν η «ΒΡ» καὶ ἡ «Εθνική Τράπεζα». Η γεώτρηση έφτασε σὲ βάθος 3.980 μέτρα όπου διαπιστώθηκε πράγματι η ύπαρξη πετρελαίου καὶ αερίων, αλλά κρίθηκε ασύμφορη ἡ εξόρυξη ενώ σήμερα στη θέση τής γεώτρησης υπάρχει ένα μεγάλο κοίλωμα στα νότια του δρόμου.

Επικοινωνία: Ιερά Μονή Παναγίας Ελεούσης, 20ο χλμ Ε.Ο. Μεσολογγίου – Αγρινίου, ΤΚ: 30400, Τηλ. 26320-22386. e-mail: imagiaeleousa@gmail.com

Μέρες Πανηγύρεων – Εορτών: Ζωοδόχου Πηγής (Παρασκευή τής Διακαινησίμου), Ύψωση τού Τιμίου Σταυρού († 14 Σεπτεμβρίου), Τρίτη Κυριακή Ιουνίου (μνημόσυνο τού Γιάννη Γούναρη).