Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟ - ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ π. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ΧΑΡΤΟΥΛΑΡΗ.

πηγή


Φυλάσσεται στον Ιερό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Γεωργίου Βροντάδου, στην Χίο.


Ο ιερός Καθεδρικός Ναός του Αγίου Γεωργίου
Βροντάδων Χίου.
πηγή
Την Μεγάλη Πέμπτη, στις 30 Μαρτίου του 1822  η τουρκική αρμάδα παρέπλεε τα παράλια τού Βροντάδου, βομβαρδίζοντας και σπέρνοντας τον πανικό στους κατοίκους της Χίου.

Την ίδια στιγμή ο Ιερο - εθνομάρτυρας πάτερ Σταμάτιος Χαρτουλάρης λειτουργούσε στο Ναό του Αγίου Γεωργίου Βροντάδων, μόνος, μη δεχόμενος να διακόψει την λειτουργία πριν από το τέλος της.

Οι Τούρκοι, πού βρίσκονταν μέσα στο φρούριο, πήραν θάρρος, άνοιξαν τίς πύλες και όρμησαν εναντίον των Χριστιανών. Μία ομάδα από τούς εξελθόντες Τούρκους με αρχηγό τον Χουσεΐν Βεζυράκη (Κανταρτζή), ιδιοκτήτη αγροκτήματος κοντά στον χείμαρρο Αρμένη, κατευθύνθηκε στόν Βροντάδο.

Το μαρτύριο του π. Σταμάτιου Χαρτουλάρη, πίνακας του
Γεώργιου Παναγιωτάκη.
πηγή
Αφού λεηλάτησαν και έκαψαν εγκαταλελειμμένες οικίες, έφθασαν στον περίβολο τού Ναού του Άγιου Γεωργίου, στην Ωραία Πύλη τού οποίου, ατάραχος, ο παπα Σταμάτης Χαρτουλάρης διάβαζε το Ευαγγέλιο τού Νιπτήρος.

Οι Τούρκοι εισέβαλαν με γυμνά ξίφη στο Ναό και, βλέποντες τον Ιερέα να συνεχίζει με δάκρυα στα μάτια την ανάγνωση τού ιερού Ευαγγελίου, ορμούν, με ύβρεις και λύσσα, εναντίον του: «Νταχά σολιορσούν Γκιαούρ» φωνάζουν και, με τα λόγια αυτά, τον αρπάζουν από τίς τρίχες τής κεφαλής, τον κτυπούν με τα ξίφη, τού κόβουν την γλώσσα, τον ποδοπατούν και αφού τον τυράννησαν, τον έσυραν αιμόφυρτο εντός τού Ιερού Βήματος και τον αποκεφάλισαν επί των βαθμίδων τής Άγιας Τραπέζης, κάτω από την οποία, έκρυψαν την κεφαλή του και αφού λεηλάτησαν τον Ναό, τον έκαψαν, έτσι αποτεφρώθηκαν και τα λείψανα του μάρτυρα ιερέα.

Μετά την επιστροφή των κατοίκων της Χίου από την Σύρο και τα άλλα νησιά που είχαν καταφύγει για να σωθούν από την σφαγή, οι κάτοικοι τού Βροντάδου, ανασκάπτοντες τα ερείπια τού Ναού, βρήκαν ημίκαυστη την τίμια κάρα τού μάρτυρος Ιερέως που φυλάσσεται σήμερα στο Ιερό Βήμα τού Ναού εντός απλού κιβωτίου.

Πάνω σέ αυτήν ο Αρχιμανδρίτης Στέφανος Τσιχλής, προϊστάμενος τού Ναού, αργότερα έγραψε: «Η πάνσεπτος Κάρα τού νέου Ἱερομάρτυρος Σταματίου Πρεσβυτέρου τής Εκκλησίας Αγίου Γεωργίου Βροντάδου τής Χίου, ευρόντος φρικτό μαρτυρικό θάνατον εν αυτώ το Ναό υπό των άπιστων Αγαρηνών εν ω ετέλει την Θεία Μυσταγωγία, μη θελήσαντος να την αφήσει ατελείωτων εν γνώσει τού μέλλοντος τέλους αυτού 1822».

Για τον μάρτυρα αυτό ιερέα ισχύουν τα εξής των Ιερών τής Εκκλησίας μας Κανόνων: «Ἐάν τόν λειτουργόν ἐπιπέσωσιν ἐχθροί ἤ ἀλλόφυλοι ἤ αἱρετικοί καί φονεῖς καί δέν δύναται νά τελειώσῃ τήν θείαν λειτουργίαν πρέπει νά συστείλῃ τά Ἅγια, διά νά μή μείνωσιν εἰς χλεύην καί ἐμπαιγμόν ἐκείνων τῶν ληστῶν. Αὐτός δέ θέλει φύγει ἄν δύναται. Εάν δέ μείνῃ κρεῖττον εἶναι, καί αν φονευθῇ, ως μάρτυς στεφανούται». (Ιερά Ανθολογία, έκδοσις Γ´, Περί των σεπτών καί θείων επτά Μυστηρίων της Εκκλησίας υπό Δανιήλ Γεωργοπούλου της εν Δημητσάνη Σχολής, σελ. 92, εγκριθείσα υπό Ανδρούσης Ιωσήφ, Ταλαντίου Νεοφύτου, Τριπόλεως Δανιήλ, καί Καλλινίκου Καστόρχη).

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με την εγκύκλιο 3047 στις 19 Ιουλίου του 2021 και αριθμό πρωτοκόλλου 3019 κατέταξε στα Αγιολογικά Δελτία, τους κατά του 1822 καταστροφή της Χίου αναιρεθέντων Ιερομαρτύρων και Εθνομαρτύρων, μεταξύ αυτών και του ιερέως Σταμάτιου Χαρτουλάρη. 

Η μνήμη του τιμάται, μαζί με τους υπόλοιπους μάρτυρες της Σφαγής της Χίου, που αναφέρονται ονομαστικά στην εγκύκλιο 3047, την Κυριακή του Παραλύτου (η τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα).


Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε' ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ.


Φυλάσσονται μέσα σε περίβλεπτη λάρνακα στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Αθήνα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Άγιος Γρηγόριος Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Τοιχογραφία στην Ι. Μ. Στροφάδων και Αγίου 
Διονυσίου Ζακύνθου.
 Έργο Ιωάννου Τσολάκου.
Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1745, από τον Ιωάννη και την Ασημίνα.

Σπούδασε στη σχολή της γενέτειράς του κοντά στον δάσκαλο Μελέτιο, Ιερομόναχο θείο και ανάδοχό του και στον Ιερομόναχο Αθανάσιο Ρουσόπουλο ενώ είκοσι ετών, το 1765 πήγε στην Αθήνα και μαθήτευσε για δύο χρόνια κοντά στον μεγάλο διδάσκαλο Δημήτριο Βόδα.

Το 1767 πήγε στη Σμύρνη στον θείο του, εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή και μετά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα ενώ μετά τις σπουδές του πήγε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός ως Γρηγόριος. 

Κατόπιν τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του ενώ όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στη Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.

Το 1785 ο Προκόπιος εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης και ο Γρηγόριος χειροτονείται επίσκοπος και ανέρχεται στο Μητροπολιτικό θρόνο της Σμύρνης. Η πλούσια δραστηριότητά του τον κάνει πλατιά γνωστό και γι᾽ αυτό τον Μάιο του 1797, μετά τη χηρεία του Οικουμενικού Θρόνου, εκλέγεται πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ως Γρηγόριος Ε´.

Η πατρική οικία του Γρηγορίου Ε΄στη Δημητσάνα.
Εκθρονίζεται από την Υψηλή Πύλη, εξορίζεται το 1798 και αποσύρεται στη Μονή Ιβήρων του Άθωνα, όπου μένει επτά χρόνια, επιδιδόμενος στην άσκηση και τη μελέτη.

Αγάπησε πραγματικά τη Μονή Εσφιγμένου και ενδιαφέρθηκε για την επαναφορά της στην κοινοβιακή τάξη, εξάλλου τέλεσε και τα εγκαίνια του κεντρικού Ναού της το 1811 και ανέλαβε τη εξόφληση της νότιας πτέρυγας της Μονής, για αυτό και θεωρείται κτίτωρά της.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 καλείται για 2η φορά από τους αρχιερείς στον Πατριαρχικό Θρόνο, τα προβλήματα όμως δεν παύουν αφού η αλλαγή της τουρκικής πολιτικής και η επανάσταση των Γενιτσάρων επιφέρουν και νέα πτώση του Γρηγορίου που εξορίζεται στην Πριγκηπόννησο και το 1810 αποσύρεται πάλι στο Άγιο Όρος, όπου μένει άλλα 9 χρόνια.

Εκλέγεται όμως και για τρίτη φορά Πατριάρχης στις 15 Δεκεμβρίου του 1818 χρονιά που μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του 1818 στο Άγιον Όρος και «Ἔδειξεν εὐθὺς ζωηρότατον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» και «ηὐχήθη ἀπὸ καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της και επιστρέφει στην Πόλη τον Ιανουάριο του 1819.

Η αναπαλαιωμένη κατοικία του Γρηγορίου Ε' στην Δημητσάνα,
πηγή
Το εκκλησιαστικό μουσείο της Δημητσάνας στεγάζεται στην
αναπαλαιωμένη κατοικία του Γρηγορίου Ε'.

πηγή
Το διαμορφωμένο εκκλησάκι εντός της κατοικίας του Γρηγορίου Ε' στην Δημητσάνα.
πηγή

Πορτρέτο του Αγίου Γρηγορίου Ε'.
ξυλογραφία στα 1861 - 1862

Η 3η Πατριαρχία του συνδέεται με κρίσιμες στιγμές του Γένους, η θέση του γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και η πατριαρχία του λήγει με τη μαρτυρική του θυσία όταν την νύχτα του Πάσχα, στις 10 Απριλίου του 1821 μαζί με 8 άλλους αρχιερείς τέλεσε τη θεία Λειτουργία της Αναστάσεως, συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε ενώ τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια και τον πίεζαν να δεχτεί τον Ισλαμισμό.

Ο Γρηγόριος ο Ε΄, μάλιστα είχε προείπει τον θάνατό του την Κυριακή των Βαϊων, λέγοντας: «Σήμερα τρώμε εμείς τα ψάρια, την άλλη Κυριακή - το Πάσχα δηλαδή - θα μας τρώνε εκείνα».

Ο Πατριάρχης απάντησε: «Μάταια κοπιάζετε. Ό Πατριάρχης των Χριστιανών, Χριστιανός γεννήθηκε και Χριστιανός θα πεθάνει», τότε τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον οδήγησαν δεμένο στην αποβάθρα του Φαναρίου.

Εκεί ο Γρηγόριος γονάτισε, έκανε τον Σταυρό του και περίμενε να αποκεφαλιστεί, όμως ένας δήμιος τον κλώτσησε και τον μετέφεραν στις Πύλες του Πατριαρχείου στις 3 το απόγευμα, όπου σε μία από αυτές με φρικτό τρόπο τον κρέμασαν. Επί τρεις ημέρες το σώμα του έμεινε μετέωρο, δεχόμενο τους εξευτελισμούς του μανιασμένου όχλου, μια σπείρα Εβραίοι αγόρασαν τον νεκρό, τον περιέφεραν στους δρόμους και τελικά αφού τρύπησαν όλο το σώμα του, έδεσαν στο λαιμό του ογκόλιθο και τον πέταξαν στον Κεράτιο κόλπο. 

H κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, που απαγχονίστηκε
ο Γρηγόριος Ε΄, η οποία παραμένει κλειστή ως σήμερα
Κατά θεία οικονομία όμως ο ογκόλιθος λύθηκε και το λείψανο του Πατριάρχη εθεάθη κάτω από τις γέφυρες κοντά στο Γαλατά ενώ ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Νικ. Σκλάβος βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε κρυφά στην Οδησσό, όπου τάφηκε στον Ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος αφού κηδεύτηκε με αυτοκρατορικές τιμές. 

Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», αλλά ήταν και «ἄκαμπτος εἰς τᾶς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίων, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε»

Ο ανδριάντας του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ στα προπύλαια
του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αποδίδεται σε μέγεθος μεγαλύτερο 

του φυσικού, όρθιος, σε μεγαλοπρεπή στάση, με το αριστερό χέρι 
στηρίζεται στη μπρούντζινη ποιμαντική ράβδο, ενώ το δεξί χέρι
απλώνεται χαρακτηριστικά προς τα εμπρός.
O Γρηγόριος, έταξε σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το Γένος, να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό ενώ για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του τη διπλωματική δεξιοτεχνία όμως στην προσπάθειά του να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνοντα μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου». «Ἂς μὴν λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν του κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τᾶς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων, μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τᾶς ὑπονοίας, ὄτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῆ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῆ διὰ τῆς φυγῆς».

Επιστολή του Γρηγορίου Ε´με την οποία αποκηρύσσεται
η εξέγερση και αφορίζεται ο Αλέξανδρος Υψηλάντης
Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 26 Δεκεμβρίου 1820 στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορική άποψη, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, σε όλες του τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση: «Ἀμφοτέρα τᾶς τιμίας ἐπιστολᾶς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φοῦντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τοὺς ἐν αὐταὶς τιμίους λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα, οἱ γὰρ χρόνοι πονηροὶ εἰσι καὶ ἐν ταὶς φιλοπατριώταις ἐστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανώνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευομένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιώται, οὖς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργούσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγείν. Οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσι μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοὶς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρυφὰ ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὄτε καὶ ἐπίκρινε τοὶς θεοσεβέσιν ἀδελφοὶς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶα πράυνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχεσιν, ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὒν ταὶς ἐμαὶς εὐχαὶς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατύνει αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἳ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἠασαΐα. Γεωργοὶ ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος».

"Ο θάνατος του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄"
Πίνακας του 
Ουγκ Φουρό
Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο, ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα: «Χρεωστοῦμεν», έλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἠμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώση....».

Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε: «Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας. 

Ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῆ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του».

Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση, μάλιστα oι Φιλικοί ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.

Στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας στην Οδησσό είχε ταφεί αρχικά
την 16η Απριλίου 1821 το λείψανο του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Γρηγορίου Ε’, ανευρεθέν στα
παράλια της Οδησσού από τον Κεφαλλονίτη πλοίαρχο Γεράσιμο
 Σκλάβο, έπειτα από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη από
τους Οθωμανούς την 10η Απριλίου 1821 και την ρίψη του
νεκρού σώματος του στον Κεράτιο Κόλπο.
Κατόπιν μεταφέρθηκε στην Αθήνα.
Όταν σε μια συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε' απάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Ὁ θάνατος ἠμῶν θὰ δώση δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίση τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἠμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύση ὅλον τὸ Ἔθνος».

Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε: «Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθη τᾶς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργούσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην. Εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετὰ τίνας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων. Δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τᾶς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῆ καὶ θριαμβεύση, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».

«Ο Πατριάρχης Γρηγορίος Ε΄συρόμενος στην αγχόνη»,
Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Νικηφόρου Λύτρα
Ο Γρηγόριος ο Ε', ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του, σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος, επωμίσθηκε το σταυρό του, ανέβηκε το Γολγοθά του, δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό, μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη.

Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί «γιαφτάς»), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του: «.…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως… ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώση πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς τῶν, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν. Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὄσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων…Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψη ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων».


Απόσπασμα από τον γιαφτά της καταδίκης του Αγίου Γρηγορίου Ε'

Το σώμα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε΄
ρίπτεται στο Κεράτιο κόλπο. Ελαιογραφία σε μουσαμά,
αγνώστου, αντίγραφο από την πρωτότυπη σύνθεση
του γερμανού ζωγράφου Peter von Hess.
Το 1871 η Εκκλησία της Ελλάδος θέλησε να μετακομίσει το λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα και για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β' ο Κατραμής και ο Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α' γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. 

Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου το οποίο έφθασε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου του 1871, με το ατμόπλοιο «Βυζάντιο» και οι Αθηναίοι του επιφύλαξαν πάνδημη υποδοχή και εναποτέθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα. 

Η εφημερίδα ΑΙΩΝ περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες την λαμπρή υποδοχή στο φύλλο της 27ης Απριλίου 1871 και ξεκινά την περιγραφή: «Η ημέρα της προχθές Κυριακής 25 Απριλίου, θα μνημονεύεται, εν τοις χρονικοίς της πόλεως Αθηνών, επί μακρούς χρόνους, ως μια των ωραιοτάτων και γραφικοτάτων αυτής. Την ημέραν αυτήν η πρωτεύουσα του ελληνικού Βασιλείου ετέλεσε διπλήν τελετήν, επανηγύρισε την πεντηκονταετηρίδα από της εθνικής εγέρσεως, υπεδέχθη δε όπως, εν μέσω τόσων άλλων κειμηλίων της δόξης του παρελθόντος και της καθ΄ημάς εποχής, φυλάξη πολύτιμον του Ελληνισμού κειμήλιον, το λείψανον του υπέρ της ελληνικής ελευθερίας μαρτυρήσαντος Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’». 

Στις 10 Απριλίου του 1921 ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και η μνήμη του τιμάται στις 10 Απριλίου.


Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ.


Φυλάσσονται σε μία απλή, ξύλινη λειψανοθήκη, στην Αρχιεπισκοπή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, στα Τίρανα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, με σκηνές του βίου του.
Φορητή εικόνα Ι. Κ. Αγίας Άννης - Καρυών (19ος αιώνας).
Από το βιβλίο "Οι Άγιοι του Αγίου Όρους" του Μοναχού
Μωυσέως Αγιορείτου (εκδ. Μυγδονία).
πηγή
Το κατά κόσμον όνομα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού ήτανε Κώνστας, ενώ τα σχετικά με το επώνυμό του αλλά και την τοποθεσία γέννησής του δεν είναι με ακρίβεια γνωστά.

Για τον τόπο γεννήσεώς του υπάρχει διχογνωμία, μεταξύ των χωριών Μέγα Δένδρο και Ταξιάρχης, τα οποία βρίσκονται κοντά στο Θέρμο στην περιοχή της Αιτωλίας. 

Από τις μαρτυρίες αυτές πιο αξιόπιστη θεωρείτε η πρώτη, αφού ο Νικόδημος ο Αγιορείτης είναι και αυτήκοος μάρτυρας κατά δήλωσή του, ενώ ως πιθανότερη ημερομηνία γέννησης είναι το 1714, από έμμεση μαρτυρία του Αγίου Νικοδήμου, αφού αναφέρει πως κοιμήθηκε σε ηλικία 65 ετών, χωρίς να απορρίπτονται και απόψεις, που αναφέρουν ως πιθανά έτη το 1700 ή το 1707. 

Στοιχειώδη μόρφωση άρχισε να λαμβάνει μόλις από την ηλικία των 8 ετών, όταν στάλθηκε δίπλα στον ιεροδιάκονο Γεράσιμο Λούτσικα στη Σιγδίτσα της Παρνασσίδος και αργότερα στη μονή της Αγίας Παρασκευής στα Βραγγιανά των Αγράφων, ενώ σε ηλικία 20 ετών άρχισε να διδάσκεται τα "γραμματικά" από τον ιεροδιάκονο Ανανία και εργαζόταν παράλληλα, και ως υποδιδάσκαλος στην Λομποτινά Ναυπακτίας καθώς και σε άλλα χωριά.

Τα θεμέλια του πατρικού σπιτιού του Αγίου Κοσμά,
στο χωριό Μεγάλο Δένδρο στο Θέρμο
της Αιτωλοακαρνανίας
Το 1749 πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους, την εποχή της μεγάλης άνθισης της σχολής υπό τη διεύθυνση του Ευγενίου Βούλγαρη όπου έκανε σπουδές ανωτέρου επιπέδου στη θεολογία και τη φιλοσοφία

Στην συνεχεία παραμένει στο Άγιο Όρος, για 17 χρόνια, ενώ σίγουρα την δεκαετία 1750 - 1760 παρέμεινε στη Μονή Φιλοθέου όπου άλλαξε το ονομά του σε Κοσμάς και σύμφωνα με δική του μαρτυρία, εκεί, έκλαιε 17 έτη για τις αμαρτίες του.

Για τα επτά χρόνια καμία ασφαλής πληροφορία δεν υπάρχει, παρά την αναφορά του Απόστολου Βακαλόπουλου, ότι ο Άγιος βρισκόταν από το 1767 στο Άγιο Όρος στο οποίο όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Άγιος Κοσμάς, έλαβε μεγάλο μέρος της μόρφωσής του αφού εκεί διδάχθηκε: «πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φραγκικά και από όλα τα έθνη» και για τη γενικότερη μόρφωσή του αναφέρει πως: «έφθειρα την ζωήν μου εις την σπουδήν σαράντα - πενήντα χρόνους, εγώ εδιάβασα και περί ιερέων και περί ασεβών και περί αθέων και περί αιρετικών, τα βάθη της σοφίας ερεύνησα»

Εικόνα του Αγίου Κοσμά που τεχνουργήθηκε εν Ζωή.
Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Ζίτσας, 1767.
πηγή
Η μόρφωση που απέκτησε ήταν πολυποίκιλη, αφού μέσα από το έργο του διακρίνονται ακόμα και φιλοσοφικές επιρροές, παρμένες από το Σωκράτη και τον Όμηρο, καθώς και επιστημονικές απόψεις των προσωκρατικών φιλοσόφων, η βάση όμως της μορφώσεως του αναμφιβόλως υπήρξε η εξαιρετική γνώση τόσο της Παλαιάς, όσο και της Καινής Διαθήκης

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός άφησε το Άγιο Όρος στα τέλη της δεκαετίας του 1760 και πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να πάρει ευλογία από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, Σεραφείμ Β΄, ώστε να ξεκινήσει το ιεραποστολικό του έργο και ο λόγος που τον οδήγησε σε αυτή την απόφαση ήταν κατά δική του ομολογία ο ιεραποστολικός ζήλος διότι όπως έλεγε: «Σιμά εις τα άλλα ηύρηκα και τούτον τον λόγον όπου λέγει ο Χριστός μας, πως δεν πρέπει κανένας χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, να φροντίζει δια του λόγου του και μόνον πως να σωθή».

H υπογραφή του Αγίου Κοσμά λίγες ημέρες
πριν το μαρτύριό του.

Η πρώτη περιοδεία του πατρο - Κοσμά διενεργήθηκε στην κεντρική Ελλάδα φτάνοντας ως και το Μεσολόγγι, το Αγρίνιο και τη Ναύπακτο. 

Το 1774 ξαναπήγε στην Κωνσταντινούπολη ώστε να ξαναπάρει άδεια να κηρύξει στα νησιά του Αιγαίου και μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στο Άγιο Όρος όπου μελέτησε για λίγο χρονικό διάστημα και άρχισε την τελευταία του περιοδεία, στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Ιονίου. 


Σε αυτό το σημείο εγείρονται και κάποιες διαφωνίες όσον αφορά για τον αριθμό των περιοδειών του, οι Σ. Παπακυριακού και Μ. Γκιόλιας υποστηρίζουν πως ο αριθμός τους είναι τρεις σε αντίθεση όμως με τον Απόστολο Βακαλόπουλο που υποστηρίζει πως είναι τέσσερις.

Φορητή εικόνα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού
Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Σάθα, οι περιοδείες του επεκτάθηκαν και στη βόρεια Πελοπόννησο, κυρίως όμως περιόδευσε σε στην ηπειρωτική Ελλάδα και στις περιοχές της Ηπείρου, γιατί έκρινε πως εκεί οι Ρωμιοί διέτρεχαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο από τους Φράγκους, και από τους Μουσουλμάνους. 

Περνούσε από χωριό σε χωριό και σταματούσε σε κάθε μέρος από δύο ημέρες, έκανε ένα πρώτο κήρυγμα το βράδυ της άφιξής του, ένα δεύτερο το επόμενο πρωί και ένα τρίτο την ίδια ημέρα το βράδυ, όμως οι περιοδείες αυτές δεν γίνεται να εντοπιστούν με χρονική ακρίβεια αφού δεν είχε κάποιο σταθερό πρόγραμμα, ούτε σε ότι αφορά την παραμονή σε κάποιο μέρος, ούτε σε ότι αφορά την κίνηση σε διάφορες πόλεις. 

Σύμφωνα με χειρόγραφες μαρτυρίες, το 1774 ο Άγιος Κοσμάς κήρυξε στην Καλαμπάκα, το 1777 στον Περίβλεπτο Ιωαννίνων, όπως και το 1779, με τις περισσότερες πάντως διδαχές του αναμφισβήτητα να έγιναν στην Ήπειρο. 

Το κήρυγμα του Πατροκοσμά είχε τεράστια απήχηση στον λαό, σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, προκαλούσε σεισμό στις συνειδήσεις, συνοδευόμενο από μετάνοια, εχθροί συμφιλιώνονταν, κλέπτες επέστρεφαν τα κλοπιμαία, ληστές μεταβάλλονταν, πλούσιες γυναίκες πρόσφεραν τα χρυσάφια τους για έργα φιλανθρωπίας κ.λπ.

Χειρόγραφη επιστολή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού
στους κατοίκους της Πρέβεζας, Απρίλιος του 1779.
πηγή
Ο Νικόδημος Αγιορείτης, αναφέρει ότι ο ΠατροΚοσμάς μοίρασε «υπέρ τα πεντακόσιας χιλιάδας σταυρούδια» και τις ομιλίες του παρακολουθούσαν χιλιάδες, τουλάχιστον 6.000 ήταν οι ακροατές του στο χωριό Μαύρο Μανδήλι στην Πρέβεζα και το 1775, στην Μονή Γηρομερίου στην Θεσπρωτία, πήγαν να τον ακούσουν 11.000 άνθρωποι, η μεγαλύτερη συγκέντρωση που είχε γίνει μέχρι τότε. 

Ο Πατροκοσμάς είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας ενώ δείγματα της αγιότητας του ήταν και οι προφητείες του, πολλές από τις οποίες βρήκαν την πραγμάτωση τους.

Έλεγε π.χ. «το ποθούμενο θα γίνη στην τρίτη γενεά. Θα τδ δουν τα εγγόνια σας» και πράγματι, η γενιά του 1821 ήταν η τρίτη από την εποχή του Κοσμά, «Πότε θαρθή το ποθούμενο;» - τον ρώτησαν στα Τσαραπλανά της Ηπείρου, «Όταν ενωθούν αυτά», απάντησε, δείχνοντας δύο μικρά δένδρα, τα οποία πράγματι μεγάλωσαν και ενώθηκαν το 1912.

Η πέτρα στο χωριό Γέρμα της Καστοριάς, στην οποία
πάτησε και κήρυξε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

Ο λαός τον τιμούσε για αυτό ως άγιο ήδη πριν από το μαρτύριο του, μετά του οποίου του αποδίδονταν τιμές μάρτυρα της πίστεως. 

Παρακινούσε με θέρμη τους Ορθοδόξους Χριστιανούς να ιδρύσουν σχολεία που θα διδάσκουν την ορθοδοξία, το σχολείο αντιμετωπίζεται από τον Κοσμά σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την προώθηση της ορθοδοξίας και η εκπαίδευση σαν ένα εργαλείο κατήχησης στην ορθοδοξία. 

Στις Διδαχές του παρότρυνε τους γονείς να σπουδάζουν τα παιδιά τους Ελληνικά, τα οποία είναι η «γλώσσα της Εκκλησίας»: «Να σπουδάζετε και εσείς, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον ημπορείτε και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είνε εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσεις τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα οπού ομολογεί η Εκκλησία μας».

Υποκάμισο του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Φυλάσσεται στον ομώνυμο ναό του στην Πρέβεζα.
Σε μια επιστολή του προς τον  αδελφό του Χρύσανθο που εκείνη την εποχή, ήτανε Σχολάρχης της Νάξου, μαθαίνουμε ότι ο ΠατροΚοσμάς, ταξίδεψε σε 30 επαρχίες, ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία που διδάσκονταν τα αρχαία ελληνικά αλλά και 200 δημοτικά. 

Στο τέλος της επιστολής του αυτής, γράφει: «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσο. Χιλιάδες εβραίοι θέλουσι τον θάνατό μου και ένας όχι. Αψοθ’ Μαρτίου β΄. Ο σός αδελφός Κοσμάς Ιερομόναχος».

Σύμφωνα με την βιογραφία του που τυπώθηκε πρώτη φορά στη Βενετία το 1814 αναφέρεται ότι «Ο αποστολικός ούτος διδάσκαλος ποτέ δεν άνοιξε το στόμα να ειπή λόγον εναντίον των Εβραίων, ούτε εις την Θεσσαλονίκην, ούτε εις την Καστορίαν, ούτε εις τα Ιωάννινα, ούτε εις κανένα άλλο μέρος οπού ήσαν Εβραίοι»

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.
Εικόνα στο χωριό Κολικόντασι της Β. Ηπείρου
(19ος αιώνας), όπου ο άγιος μαρτύρησε.
Από το βιβλίο "Οι Άγιοι του Αγίου Όρους" του
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου (εκδ. Μυγδονία).
πηγή
Οι Εβραίοι όμως των Ιωαννίνων, από καθαρό θρησκευτικό φανατισμό εναντίον των χριστιανών, «μη υποφέροντας να κηρύττεται η πίστις και το Ευαγγέλιον του Ιησού Χριστού», συκοφάντησαν τον άγιο στον τοπικό πασά, ότι δήθεν είναι «απεσταλμένος από τους Μοσχόβους» (Ρώσους), για να παρασύρει τους ραγιάδες και να πηγαίνουν στη Ρωσία. 

Όταν ο άγιος πήγε στα Ιωάννινα «εκατέπεισε τους χριστιανούς να μεταβάλουν το κοινόν παζάρι από την Κυριακήν εις το Σάββατον, το οποίον τους επροξένησε μεγίστην φθοράν» (στους Εβραίους), «τους εκήρυξε διά φανερούς εχθρούς, και ότι είνε έτοιμοι κάθε καιρόν να κάμουν κάθε κακόν εις τους χριστιανούς» και ακόμη, «θέλοντας να βγάλη από τας κεφαλάς των χριστιανών τας μακριάς φούντας και τα τοιαύτα, τα οποία ηγόραζον από τους Εβραίους, τους εδίδασκε πως είνε ακάθαρτα, ότι επί ταυτού διά τους χριστιανούς οι θεοκτόνοι τα μολύνουσι, και να μη τα αγοράζωσιν ολότελα».

Οι Εβραίοι της περιοχής, έξαλλοι, δωροδόκησαν τον Κούρτ Πασά για να τον βγάλει από τη μέση και έτσι ο άγιος συνελήφθη και απαγχονίστηκε, ημέρα Σάββατο, στις 24 Αυγούστου του 1779, στο  χωριό Mujalli (Μούγιαλι), δίπλα στον ποταμό Αψώ (Seman) στη νότια ακτή του, και στη θέση του μαρτυρίου του Αγίου Κοσμά υπάρχει σήμερα, και πάλι ένα δέντρο όπως εκείνο της αγχόνης του.

Ο άγιος Κοσμάς δεν αντιστάθηκε και το σώμα του ρίχτηκε στο ποτάμι Άψος, με μια πέτρα δεμένη στο λαιμό όμως τρεις ημέρες μετά έπλεε όρθιο, σαν να ήταν ζωντανός, το κορμί του το πήρε π. Μάρκος και το ενταφίασε στον νάρθηκα της εκκλησίας των Εισοδίων της Θεοτόκου που ήτανε εφημέριος, στο Κολικόντασι της Βορείου Ηπείρου, «αρχιερατεύοντος εν Βελεγράδοις Ίωάσαφ, ος και αυτός ην παρών εις τον ενταφιασμόν του Αγίου».

Χαλκογραφία του 1829 με 8 αναπαραστάσεις από την ζωή
του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. 
Ως  δημιουργός υπογράφει ο
Καλλίνικος Μυτιληναίος (Καλλίνικος Μυτιληναίος εχάραξε)
και που τυπώθηκε στην Σύρο το 1829.

Στο μέρος όπου ανασύρθηκε το λείψανό του, χτίστηκε ένα μικρό εκκλησάκι και αργότερα ο Αλή πασάς, που τον σεβόταν αλλά και τον θαύμαζε ιδιαίτερα, χρηματοδότησε την ανέγερση μιας μονής στη μνήμη του. 

Δεν υπήρξε καμία επίσημη κατηγορία εναντίον του, ούτε δικάστηκε πριν το θάνατό του ενώ για την καχυποψία των Ενετών απέναντί του σώζονται μέχρι σήμερα αναφορές ενός κατασκόπου τους στα ενετικά αρχεία. 

Είναι βέβαιο όμως ότι με το κήρυγμά του κατόρθωσε να μεταφερθεί η διενέργεια του παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο, γεγονός που έφερε τεράστιες οικονομικές ζημίες στους Εβραίους. 

Ο Άγιος συχνά αναφερόταν στα κηρύγματά του αρνητικά για τους Εβραίους, πάντως σε κήρυγμά του είχε πει ρητά: «Όσοι αδικήσατε χριστιανούς ή Εβραίους ή Τούρκους, να δώσετε το άδικον οπίσω»

Εναντίον του στρέφονταν οι Ενετοί, οι Εβραίοι, οι διάφοροι κοτσαμπάσηδες, οι πλούσιοι αλλά και άλλοι ισχυροί, οι οποίοι θεωρούσαν ότι θίγονται, αντίθετα όμως ο Άγιος Κοσμάς είχε τη μεγάλη λαϊκή στήριξη από τους Χριστιανούς, ακόμα όμως και από τους Τούρκους. 

Η κάτω γνάθος μεθ' ενός οδόντος, του Αγίου Κοσμά
του Αιτωλού, που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή
Αγίου Νικολάου στην Άνδρο.
Για το πώς σώθηκε η Μονή του Αγίου Κοσμά και ο τάφος του από την καταστρεπτική μανία του αθεϊστικού καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα, ο Χρήστος Μητρός από την πόλη Φίερι της Αλβανίας απεκάλυψε τα εξής: «Όταν το 1968 με Νόμο του Αλβανικού Κράτους απαγορεύθηκε κάθε θρησκευτική εκδήλωση, ήρθε διαταγή από τα Τίρανα να γκρεμισθούν οι Εκκλησίες και να εξαφα­νισθούν οι σταυροί από τους χριστιανικούς τάφους. 

Ο αστυνομικός διοικητής του Φίερι πήρε μαζί του το αρμόδιο συνεργείο και πήγαν στο Μοναστήρι, προκειμένου να το εξαφανίσουν ενώ γνωρίζοντας την ευλάβεια των Ελλήνων στον άγιο Κοσμά έδωσε εντολή να ξεκινήσει το έργο της κατεδαφίσεως από τον τάφο του αγίου.


Όταν οι εργάτες έδωσαν το πρώτο χτύπημα στο Ιερό μνημείο, τότε μια δυνατή βοή έσπασε την ησυχία του χώρου και μια δυνατή φωτιά ξεπήδησε μέσα από τον τάφο του αγίου και έντρομοι οι παριστάμενοι ετράπησαν σε φυγή και δεν επανήλθαν παρά τις απειλές των Τιράνων και παρά την καθησυχαστική δήλωση του καθεστώτος ότι δήθεν, εξερράγη ξεχασμένη από τον Β' Παγκό­σμιο πόλεμο βόμβα
»
 
(Άρχιμ. Τιμοθέου Ηλιάκη, Παρακλη­τικός Κανών... Κοσμά του Αιτωλού, Νέα Φιλαδέλφεια 1997, σ. 61)

Χάρτης της 4ης και τελευταίας περιοδείας του
Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. 

πηγή
Μία μέρα του 1778 όταν βρέθηκε έξω από το Τεπελένι, η σύναξή του στην οποία θα μιλούσε, διαλύθηκε από εξοργισμένους Οθωμανούς που πίστευαν ότι ήταν πράκτορας των Ρώσων και ότι προσπαθούσε να εξεγείρει τον κόσμο εναντίον τους. 

Ο Πατροκοσμάς κυνηγημένος, ζήτησε άσυλο από Χριστιανούς όμως τελικά, βρήκε καταφύγιο στο σπίτι της Χάμκως, της μητέρας του Αλή Πασά που τον υποδέχτηκε και του έδειξε μεγάλο σεβασμό. 

Εκείνη την ώρα ο Αλή, δεν ήταν στο σπίτι και όταν επέστρεψε το βράδυ κατά τη διάρκεια του δείπνου, ο Πατροκοσμάς του είπε: «Εσύ Αλή θα γίνεις σπουδαίος άνθρωπος. Θα κυριέψεις όλη την αρβανιτιά. Θα υποτάξεις τα Γιάννενα, την Πρέβεζα, την Πάργα, το Σούλι, το Δελβίνο, το Γαρδίκι και αυτό ακόμη το τάχτι του Κουρτ Πασά. Θα αφήσεις μεγάλο όνομα στην Οικουμένη».

Ο Αλή Πασάς, που τότε ήταν ένας απλός αρχηγός ομάδας ληστοσυμμοριτών, ενθουσιάστηκε και τον ρώτησε αν θα έφτανε και στην Κωνσταντινούπολη, με τον εθναπόστολο να του απαντά: «Και στην πόλη θα πας, μα με κόκκινα γένια. Αυτή είναι η θέληση της Θείας Πρόνοιας...», έτσι ο Αλή Πασάς του έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη. 

Το Καθολικό της Ιερά Μονής του Αγίου Κοσμά.
Βρίσκεται βόρεια της Απολλωνίας, στην ανατολική
όχθη του Αψου ποταμού, κοντά στο χωριό
Κολικόντασι της Μεγάλης Μουζακιάς.

πηγή
Πίστευε στις διδαχές του και δεν σταμάτησε να πιστεύει σε αυτόν και να σκέφτεται τα λόγια που του είχε πει, ακόμη και αφού είχε μαρτυρήσει ο Αγιος Κοσμάς, άλλωστε, μέρα με τη μέρα έβλεπε να γίνονται πραγματικότητα. 

Σύμφωνα με θρύλους έλεγε «Τούτο το κα­λό­γερο, ωρέ, ήταν αληθινός προφήτης. Ήρθε σπίτι μου, στο Τεπελένι, και με ευκή­θηκε, ωρέ, και μου είπε όλα όσα έκαμα, σαν να τα είχε γραμ­μέ­να στο κι­τάπι!»

Όταν ο Αλή Πασάς  περιέλαβε στο πασαλίκι του το Μπεράτι και την περιοχή του, κάλεσε τον Μητροπολίτη Βελεγράδων Ιωάσαφ Β' και τον πρόσταξε να κάνει την ανακομιδή του αγίου και να κτιστεί ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Κοσμά, στην περιοχή του Κολοκόντασι, με το μοναστήρι να ολοκληρώνετε το 1814 ενώ ακόμη και σήμερα έξω από την μονή του Αιτωλού σώζεται η μαρμάρινη επιγραφή που αναφέρει: «Ανεγέρθη εκ βάθρων ο θείος και ιερός τούτος ναός δια προσταγής, συνδρομής και προτροπής του υψηλοτάτου Βεζύρ Αλή Πασά από το Τεπελένι».

Η μαρμάρινη αφιερωτική επιγραφή στην Μονή του Αγίου
Κοσμά του Αιτωλού, στο Κολικόντασι της Αλβανίας.

πηγή
Ο Αλή Πασάς χρηματοδότησε επίσης και την πρώτη έκδοση της: «Ακολουθίας του Νεομάρτυρος Κοσμά του Αιτωλού» ενώ ακόμη όρισε προς τιμήν του και μία τριήμερη μεγαλειώδης γιορτή στο χωριό Κολικόντασι, από τις 23 μέχρι και τις 25 Αυγούστου. 

Όποιος τον κορόιδευε για τις ιδιαίτερες και μεγάλες τιμές που απέδιδε στον Πατροκοσμά, ο Αλή Πασάς απαντούσε: «Φέρετέ μου ένα μου­σουλμάνο, σαν κι αυτόν τον χριστιανό και να του φιλήσω τα πόδια»


Παρήγγειλε ακόμη, από τους διάσημους χρυσοχόους της εποχής, των Καλαρρυτών Ιωαννίνων μία πλούσια ασημένια θήκη για να μπουν τα οστά του ενώ η Τιμία Κάρα του Πατροκοσμά μεταφέρθηκε στον Αλή Πασά στα Ιωάννινα και σύμφωνα με έναν θρύλο την πήρε με σεβασμό στα χέρια του και είπε «Γιατί να μην έχω κοντά μου αυτόν τον Άγιο άνθρωπο να τον ρωτώ για οτιδήποτε με απασχολεί;».

Ο Τάφος του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Το 1819 ο Αλή Πασάς διοργάνωσε λιτανεία για τον Άγιο Κοσμά Αιτωλό στα Ιωάννινα με πλήθος κόσμου να ακολουθεί τα ιερά λείψανα και όπως διηγήθηκε ο Γάλλος περιηγητής Charles Louis Tupigny οι άνθρωποι έβγαιναν στις πόρτες τους και προσεύχονταν. 

Τους καλόγερους ακολουθούσαν οι σωματοφύλακες του Αλή πασά πάνω σε άλογα και μόλις έφτασαν στο σεράι, ο Αλή άρχισε να περπατά προς τα λείψανα μαζί με μια γυναίκα, την Ελληνίδα Βασιλική Κονταξή, την τελευταία σύζυγο του Αλή.

Οι καλόγεροι σήκωσαν ψηλά τα λείψανα του Πατροκοσμά και άρχισαν να ανεβαίνουν την πέτρινη σκάλα και αμέσως όλοι γονάτισαν και μαζί τους ο Αλή Πασάς και όταν ο παπάς φώναξε «από λιμού, λοιμού και πολέμου», ο Αλή Πασάς και η κυρά Βασιλική σηκώθηκαν και φίλησαν την ασημένια λειψανοθήκη, όπου φυλάγονταν τα λείψανα.

Το θαυματουργό αγίασμα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού,
στον περίβολο της Μονής Μεταμόρφωσης του Σωτήρος
στο Δρυόβουνο της Κοζάνης.
Στις 20 Απριλίου του 1961 ανακηρύχθηκε άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο υπογράμμισε, ότι: «άπασαν την πατρώαν γήν διέδραμε, κηρύττων ιεραποστολικώς τον λόγον του θεού, σχολεία πολλαχοϋ ιδρύων, ασθενούντας θεραπεύων, την άγίαν αυτού έκκλησίαν κρατύνων, τύπον δ' εαυτόν ταπεινώσεως, αύταπαρνήσεως, αρετής και εγκράτειας άναδείξας, έως ου και τον μαρτυρικόν ύπέμεινε θάνατον».

Ο άγιος Κοσμάς ονομάστηκε «Ο μεγαλύτερος μετά την άλωση Έλληνας»  και πατέρας του νεοελληνικού Έθνους και ίσως θα πρέπει να προστεθεί ότι υπήρξε πρότυπο νεοελληνικού ήθους και αναστηλωτής του αυθεντικού ελληνορθόδοξου ιδεώδους.

Το 1984 βρέθηκαν από τους συγγραφείς, κυρίους Π. Β. Πάσχο και Παναγιώτη Φ. Χριστόπουλο, μετά από ειδική άδεια του καθεστώτος της Αλβανίας, τα λείψανα του αγίου Κοσμά, στο κατεστραμμένο εκείνη την εποχή, μοναστήρι του στην Αλβανία και τα οποία, για λόγους ασφάλειας μεταφέρθηκαν από τότε στην Αρχιεπισκοπή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, στα Τίρανα, όπου και φυλάσσονται μέχρι σήμερα.

Η Ιερά Μονή του Αγίου Κοσμά βρίσκεται βόρεια της
Απολλωνίας, στην ανατολική όχθη του Αψου ποταμού,
κοντά στο χωριό Κολικόντασι της Μεγάλης Μουζακιάς.
Από το σκελετό των λειψάνων του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού σήμερα, λείπουν η Τιμία κάρα του, η κάτω γνάθος του που βρίσκεται στην ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου στην Άνδρο και η κερκίς της δεξιάς χειρός πού βρί­σκεται στον Ιερό Ναό του αγίου Κοσμά στην Κόνιτσα των Ιωαννίνων. 

Επίσης μικρά τεμάχια από τα δάκτυλα χειρών και ποδιών του αγίου Κοσμά, βρίσκονται σε διάφορα μέρη, όπως στα Γιάννινα, το Καρπενήσι, τα Τρίκαλα, την Ιερά Μονή Δουσίκου, στη Ιερά Μονή του αγίου Κοσμά στην Αιτωλοα­καρνανία και αλλού ενώ τεμάχιο λειψάνου του αγίου Κοσμά δώρισε πρόσφατα ο Αρχιεπίσκοπος Αλβα­νίας Αναστάσιος στην Εκκλησία της Ελλάδος, που φυλάσσεται σήμερα, στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. 

Η Τιμία Κάρα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, βρισκόταν στα Ιωάννινα, στην προσωπική συλλογή του Αλή Πασά και φυλάσσονταν σε χρυσή θήκη όμως χάθηκε μυστηριωδώς μετά την δολοφονία του, στις 24 Ιανουαρίου του 1822 και έκτοτε αγνοείται.

Διάφοροι μελετητές αναφέρονται στην εκδοχή η Κάρα να έχει κλαπεί από κάποιους Αυστρο - Ουγγαρούς και πιθανό να βρίσκεται σήμερα σε κάποιο μουσείο της Αυστρίας, ι
στορικά πάντως είναι γνωστό, ότι η περιουσία του μαζί με τα όποια κειμήλια που είχε στην κατοχή του ο Αλή Πασάς, μετά την δολοφονία του, κατασχέθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Η μνήμη του εορτάζεται από την Εκκλησία μας, στις 24 Αυγούστου ενώ το 2016 ανακηρύχθηκε Προστάτης της Δασικής Υπηρεσίας της Ελλάδας και των υπαλλήλων της.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΤΗΝ ΚΑΤΩ ΣΙΑΓΟΝΑ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ (ΚΛΙΚ ΕΔΩ)