Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ, ΤΗΣ ΕΠΙΒΑΤΙΝΗΣ.


Φυλάσσεται στον περικαλλή καθεδρικό Ναό του Ιασίου, στην Ρουμανία που τιμάται στην μνήμη της Οσίας Παρασκευής της Επιβατινής και του αγίου Γεωργίου.


Η Προστάτιδα Αγία των Βαλκανίων..

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Ο ναός της Αγίας Παρασκευής της Νέας Επιβατινής
στο Ιάσιο της Ρουμανίας
πηγή
Η οσία Παρασκευή γεννήθηκε στους Επιβάτες, παραθαλάσσια κωμόπολη της Προποντίδας της Θράκης, στις αρχές του 10ου αιώνα, ανάμεσα στα χρόνια 910 και 930, ήταν κατά σάρκα αδελφή του Αγίου Ευθυμίου του Μυροβλύτη Επισκόπου της Μαδύτου, και καταγόταν από την βυζαντινή οικογένεια Ρετσέλη με τον πατέρα της να ονομαζόταν Νικήτας ενώ για την μητέρα της δεν γνωρίζουμε το ονομά της.

Από μικρή ηλικία, ακολουθώντας το κάλεσμα του Ευαγγελίου, έκανε φιλανθρωπίες ανταλλάσσοντας τα ενδύματά της με τα σκισμένα ενδύματα ζητιάνων, ενώ κάποια άλλη στιγμή, μη μπορώντας να βοηθήσει διαφορετικά κάποια ζητιάνα που βρέθηκε στο δρόμο της, της έδωσε τον χρυσό σταυρό της. Η ομορφιά και η καλοσύνη της προσκάλεσαν το ενδιαφέρον πολλών επιφανών και πλουσίων νέων, οι οποίοι τη ζητούσαν σε γάμο, αλλά εκείνη απέρριπτε όλα τα προξενιά.

Προκειμένου να αποφύγει τον γάμο, εγκατέλειψε το σπίτι της, φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη, και μετά από προσκύνημα στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, έφτασε με τα πόδια μέχρι την Ηράκλεια του Πόντου, ούτως ώστε να την χάσουν οι γονείς της. Στην Ηράκλεια έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα, και κατόπιν επιβιβάστηκε σε πλοίο με προορισμό την Ιερουσαλήμ. Αφού προσκύνησε τα σημεία από όπου πέρασε ο Ιησούς Χριστός, μπήκε σε ένα γυναικείο μοναστήρι, όπου έλαβε την μοναστική κουρά και μετά από κάποια χρόνια εγκατέλειψε το μοναστήρι για να ζήσει ασκητικό βίο αναχωρητή.

Η Αγία Παρασκευή η Νέα Επιβατινή με τους τρείς Ιεράρχες.
Φορητή εικόνα του 15ου αιώνα στην 
Tretjakov Gallery, Μόσχα
πηγή
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της.

Στην έρημο παρέμεινε επί πέντε χρόνια με νηστεία και προσευχή, παρακαλώντας τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες της. Κάποια ημέρα της παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου, ο οποίος την πρόσταξε να εγκαταλείψει την έρημο και να επιστρέψει στην γενέτειρά της. 

Έφτασε στο λιμάνι της Ιόππης (σημερινή ονομασία Γιάφα), από όπου ξεκίνησε για τους Επιβάτες και όταν έφτασε, η όψη της είχε αλλοιωθεί τόσο πολύ από τις ταλαιπωρίες της ερήμου, ώστε δεν την αναγνώρισε κανένας. 

Αφού προσκύνησε τους τάφους των γονέων της, ξεκίνησε με τα πόδια για την Κωνσταντινούπολη, όπου αφού προσκύνησε σε διάφορα μοναστήρια και εκκλησίες, ξεκίνησε να επιστρέψει στους Επιβάτες αλλά σταμάτησε στην Καλλικράτεια, όπου και έμεινε σε ένα παράπηγμα δίπλα στο ναό των Αγίων Αποστόλων, διακονώντας την εκκλησία.

Τοιχογραφία της κοίμησης και ταφής της Οσίας
Παρασκευής της Επιβατινής ή Νέας.
πηγή
Έτσι παρέμεινε επί δύο χρόνια και ξαφνικά κάποια ημέρα αισθάνθηκε ένα μικρό πόνο στο κεφάλι και παρέδωσε έτσι το πνεύμα της ειρηνικά σε ηλικία 27 ετών.

Η φανέρωση του σκηνώματός της στην Καλλικράτεια.

Η άγνωστη υπομονετική καλόγρια τάφηκε στο Κοιμητήριο των Ξένων της Καλλικράτειας, ώσπου μετά από χρόνια αποκαλύφθηκε θαυματουργικά το σκήνωμά της, μεταξύ των ετών 1028 - 1038.

Μετά από χρόνια η θάλασσα ξέβρασε στην παραλία της Καλλικράτειας το νεκρό σώμα έναν ναύτη που ανέδιδε μία ανυπόφορη δυσοσμία. Όταν άνοιξαν έναν τάφο στο Κοιμητήριο των Ξένων να τον θάψουν βρήκαν ένα άφθαρτο σώμα στη γη που απόρησαν και καθώς ήταν άπειροι, δεν έδωσαν σημασία στο γεγονός και πέταξαν το δύσοσμο σώμα του ναύτη στον ίδιο τάφο, σκέπασαν τα δύο σώματα και ξεχάστηκε το συμβάν.

Τοιχογραφία που παριστάνει τον πνιγμένο δυσώδη
ναύτη και την ανεύρεση του αδιάφθορου σώματος
της Οσίας Παρασκευής της Επιβατινής ή Νέας.

πηγή
Ένας κάτοικος της Καλλικράτειας, ονόματι Γεώργιος, είδε σε ενύπνιο μία λευκοφορεμένη γυναίκα σαν βασίλισσα, καθισμένη σε ένα λαμπρό θρόνο, περικυκλωμένη από πλήθος λαμπρών στρατιωτών με έναν από αυτούς να του λέει: "Γεώργιε, γιατί περιφρονήσατε το σώμα της οσίας Παρασκευής; Πάρτε το γρήγορα και βάλτε το σε κιβώτιο λαμπρό, γιατί ο Βασιλιάς του Ουρανού την τίμησε στον ουρανό και θέλει να την δοξάσει στη γη" με το ίδιο όνειρο να βλέπει και μια γυναίκα ονόματι Μαρία.

Η λευκοφορεμένη βασίλισσα του είπε με την σειρά της: "Άρον τας σάρκας μου μακράν από εδώ! Σκότος και δυσωδίαν ουκ ηνείχομαι!" και του αποκαλύπτει τον τόπο που ήταν θαμμένη, το όνομά της και τον τόπο καταγωγής της.

Πολύ σπάνια απεικόνιση σε φορητή εικόνα του 1846
από τον Αγιορείτη ιερομόναχο Αγάπιο, μαζί των δύο αγίων
Παρασκευή της Νέας Επιβατινής και Αγίας Οσιομάρτυρος
Παρασκευής που βρίσκεται στον Ναό Αγίας Παρασκευής
Θεολόγου στην Θάσο

πηγή
Τότε ο λαός της Καλλικράτειας πήγε με εκκλησιαστική πομπή και μεγάλη συγκίνηση στα Κοιμητήρια των Ξένων, σαν να επρόκειτο να βρει εκέι ένα Μέγιστο θησαυρό και καθώς πλησίασαν στον τάφο της Οσίας Παρασκευής αισθάνθηκαν μια μεγάλη, απίστευτη ευωδία και σκάβοντας στο σημείο βρήκανε το σκήνωμα της αγίας τόσο άφθαρτο, σαν να κοιμότανε.

Οι κάτοικοι με μεγάλη κατάνυξη μετέφεραν το άφθαρτο σκήνωμα της Αγίας μέσα στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων της Καλλικράτειας και το τοποθέτησαν σε μία σκαλιστή λάρνακα που την είχε φτιάξει κάποιος κάτοικος από το Οικονομείο. 

Εκεί το σκήνωμα της Αγίας Παρασκευής της Νέας Επιβατινής θαυματουργούσε συνεχώς, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το αμέριστο ενδιαφέρον του αυτοκράτορα, ο οποίος ως ένδειξη ευγνωμοσύνης ανακαίνισε την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στην Καλλικράτεια.

Το άφθαρτο Σκήνωμα της Οσίας Παρασκευής της
Επιβατινής ή Νέας.

πηγή

Στην Καλλικράτεια το σκήνωμα της Οσίας Παρασκευής θαυματουργούσε τόσο, ώστε η φήμη της ξεπέρασε γρήγορα τα Βαλκάνια και έφτασε μέχρι και τη Ρωσία. Κατά το 1238, ο Τσάρος των Βουλγάρων Ασάν Β΄, έπεισε τους Λατίνους που κατείχαν τότε την Κωνσταντινούπολη να του δώσουν το σκήνωμα, το οποίο πήρε έτσι το δρόμο για το Τύρνοβο της Βουλγαρίας.

Το 1396 ή το 1398, κατά τον Λεόντιο Πάβλοβιτς, χάρη στις προσπάθειες της ηγεμονίδας Μίλιτσας, συζύγου του Σέρβου μάρτυρα ηγεμόνα Λάζαρου, ο οποίος μαρτύρησε στο Κόσσοβο το 1389, και της πρώην αρχόντισσας Ευφημίας του Ουγκλίεσα Μρνιάβτσεβιτς - μετέπειτα μοναχών της Λιουμποστίνιας, Ευγενίας και Ευφημίας - τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη Σερβία, όπως σημείωσε το 1402 - 1405 ο Βούλγαρος Γρηγόριος Τσάμπλακ στο λόγο του περί αυτής της μεταφοράς, «όλη η δόξα της οσίας Παρασκευής πάρθηκε από τη Βουλγαρία και δόθηκε στη χώρα της Σερβίας».

Το άφθαρτο Σκήνωμα της Οσίας Παρασκευής της
Επιβατινής ή Νέας.

πηγή
Είναι πολύ συγκινητική και αποκαλυπτική η μαρτυρία του Τσάμπλακ που αναφέρει ότι αυτές οι δύο Σέρβες χήρες με τη βοήθεια της κόρης της Μίλιτσας Ολιβέρας - η οποία για τη σωτηρία του λαού και της πατρίδας της θυσιάστηκε, παίρνοντας για άντρα της τον Σουλτάνο Βαγιαζήτ Α' - κατάφεραν τελικά με τις ικεσίες τους αλλά και το τεχνασμά τους να πάρουν από τον σουλτάνο το ιερό λείψανο της Αγίας Παρασκευής της Νέας Επιβατινής. 

Όπως μαρτυρεί λοιπόν ο Γρηγόριος Τσάμπλακ, όταν πήγανε οι γυναίκες σε αυτόν, ο Βαγιαζήτ ρώτησε τη Μίλιτσα ποια χάρη, ως μητέρα πλέον της συζύγου του Ολιβέρα, θα ήθελε να της κάνει και  εκείνη  αποφασιστικά του απάντησε να της χαρίσει τα λείψανα της αγίας Παρασκευής. Ο Σουλτάνος παραξενεύτηκε τόσο πολύ που της απαντησε: «Τι τα θέλεις αυτά τα ξερά κόκαλα;… Εγώ νόμιζα ότι θα μου ζητούσες χρυσό…». 

Η παλαιότερη απεικόνιση της Αγίας Παρασκευής
της Νέας Επιβατινής σε τοιχογραφία του Καθολικού
της Μονής Παναγίας Ασινού της Κύπρου, του 1332-33.
πηγή
Έτσι λοιπόν πήρανε τα άγια λείψανα και τα έφεραν πρώτα στο Σμεντέρεβο ή ίσως, στο Κρούσεβατς, πριν ο άρχοντας Στέφανος Λαζάρεβιτς με τον Μητροπολίτη του Βελιγραδιού διατάξουν να μεταφερθούν από εκεί και να τοποθετηθούν αρχικά στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Μητρόπολης του Βελιγραδιού και κατόπιν στον νέο ναό της Αγίας Παρασκευής, χτισμένο πλάι στη θαυματουργή πηγή, κάτω από το κάστρο του Βελιγραδιού, πριν από το 1417. 

Μετά την Πτώση της Σερβικής πρωτεύουσας στα χέρια των Τούρκων το 1521, ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής μετέφερε το σκήνωμα της Αγίας στην Κωνσταντινούπολη, αναγκάζοντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο να το αγοράσει έναντι 12.000 χρυσών δουκάτων, μαζί με έναν βραχίονα της Αγίας Αικατερίνης και μιας εικόνας της Θεοτόκου. 

Έτσι το σκήνωμα της Αγίας βρέθηκε στον Πατριαρχικό ναό, μέχρι το 1641, όταν παρουσιάστηκε ο Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Βασίλειος Λούπου και το ζήτησε ως αντάλλαγμα, της πληρωμής όλων των χρεών του Οικουμενικού Πατριαρχείου κάτι που ο Πατριάρχης Παρθένιος ο γέρων με την σύμφωνη απόφαση της Ιεράς Συνόδου το παραχώρησε.

Ο Λούπου πλήρωσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και απάλλαξε το Οικουμενικό Πατριαρχείο από το χρέος που είχε, δύο εκατομμύρια άσπρα και σαράντα οκτώ χιλιάδες άσπρα για το δεύτερο χρέος.

Η Οσία Παρασκευή η Επιβατινή, σε χαρακτικό του 1817
από την Ακολουθία της Οσίας Παρασκευής, εκδοθείσας
στο Ιάσιο της Ρουμανίας

πηγή
Το Λείψανο κατέβασαν κρυφά από τις τουρκικές αρχές από τα τείχη της πόλεως και το μετέφεραν με ασφάλεια στο Ιάσιο της Ρουμανίας, στην έδρα του ηγεμόνα Βασιλείου Λούπου στίς 13 Ιουνίου του 1641 ενώ για την μεταφορά και τις εορταστικές εκδηλώσεις ο ηγεμόνας ξώδευσε το ποσό των τετρακοσίων εξήντα οκτώ χιλιάδων άσπρων.

Αρχικά τοποθετήθηκε το άγιο λείψανο στον Ιερό Ναό των Τριών Ιεραρχών, ένα μεγαλοπρεπή Ναό που κτίσθηκε τότε με πολλά έξοδα. Ας σημειωθεί ότι η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ξεκίνησε με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη από το Ιάσιο της Μολδαβίας, στην αυλή της Ιεράς Μονής Τριών Ιεραρχών στις 23 Φεβρουαρίου 1821 και έγινε μετά την προσκύνηση στα Λείψανα της Οσίας Παρασκευής πού φιλοξενούνταν εκεί.

Στις 27 Δεκεμβρίου 1888 μεταφέρθηκε στον περικαλλή καθεδρικό Ναό του Ιασίου που τιμάται στην μνήμη της Οσίας Παρασκευής και του αγίου Γεωργίου με την μεταφορά στον νέο Ναό να γίνεται όταν ήταν Μητροπολίτης ο άγιος Επίσκοπος Ιωσήφ Νανιέσκου ο ελεήμων, ύστερα από ένα μεγάλο θαύμα. 

Το λείψανο της Οσίας φυλάσσονταν στον Ναό των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο της Ρουμανίας και το χειμώνα όμως διατηρούνταν στο Γοτθικού ρυθμού μέγαρο του ηγεμόνα Βασιλείου Λούπου μέσα σ' ένα παρεκκλήσιο.

Μπορεί από αμέλεια εκείνων που έμεναν εκεί ή από παραχώρηση Θεού, τη νύχτα της 26ης προς 27ης Δεκεμβρίου του 1888, ξεχάστηκε μία λαμπάδα αναμμένη στο ξύλινο κηροπήγιο που ήταν κοντά στην Λειψανοθήκη και τη νύχτα πήρε φωτιά το παρεκκλήσιο και κατακάηκαν όλα εκτός από το άφθαρτο Σκήνωμα της Αγίας.

Διεκδικήσεις της εθνικότητάς Της.

Όλες αυτές οι μετακινήσεις του σκηνώματός της, καθιέρωσαν την Οσία Παρασκευή ως Προστάτιδα των Βαλκανίων δημιουργώντας και διεκδικήσεις της εθνικής της ταυτότητας, χωρίς κάποια ιστορική βάση, από τους λαούς που κατείχαν κατά καιρούς το σκήνωμά Της.

Έτσι, καλείται από τους Βούλγαρους ως Βουλγάρα (Петка Българска), από τους Σέρβους ως Σερβίδα (Света Петка ή Параскева Сербская) ενώ τελευταία και από τους Ρουμάνους που κατέχουν το σκήνωμα από το 1641, ως Παρασκευή του Ιασίου (Cuvioasa Parascheva de la Iași).

Η  μνήμη της Αγίας Παρασκευής της Νέας Επιβατινής τιμάται στις 14 Οκτωβρίου.


Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΥΦΗΜΙΑΣ.

πηγή

Φυλάσσεται στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου Φαναρίου Κωνσταντινουπόλεως.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Αγία Ευφημία, τοιχογραφία τού 17ου αιώνα
Εκκλησία της Αγίας Τριάδος στο Nikitniki της Μόσχας
Φυλάσσεται σε μία αργυρή λάρνακα στο παρεκκλήσιο της Παμμακαρίστου του Πατριαρχικού Ναού, επάνω σε μια μαρμάρινη βάση δίπλα στα σκηνώματα των αγίων Σολομονής και Θεοφανούς, της πρώτης συζύγου του Αυτοκράτορα  Λέοντος ΣΤ´ του Σοφού.

Η Αγία Ευφημία γεννήθηκε στη Χαλκηδόνα από τον πατέρα της Συγκλητικό Ψιλόφρων και την Θεοδωριανή ενώ έζησε και μαρτύρησε στα χρόνια του αυτοκράτορα  Διοκλητιανού που όταν κίνησε μεγάλο διωγμό εναντίον των χριστιανών στην Ανατολή ήταν ηγεμόνας ο Πρίσκος με συνάρχοντα τον φιλόσοφο Απελλιανό, που ήτανε και ιερέας του θεού Άρη. 

Όταν έφθασε η γιορτή του θεού τους, έστειλαν γράμματα και κήρυκες σε όλη την επαρχία της Χαλκηδόνας, προσκαλώντας όλους να γιορτάσουν ενώ όσοι δεν θα πήγαιναν στη Χαλκηδόνα, όπου ήταν ο ναός του Θεού τους, θα τιμωρούνταν με θάνατο.

Το άφθαρτο το Σκήνωμα της Αγίας Ευφημίας
Η Ευφημία αποφάσισε μαζί και με άλλους χριστιανούς να απέχει από τη γιορτή αυτή των ειδωλολατρών και έτσι συνελήφθη και φυλακίσθηκε.

Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να πείσουν την Αγία να αρνηθεί την πίστη της και να ασπασθεί τα είδωλα και ό
ταν συνειδητοποίησαν πως η ευφημία δεν επρόκειτο να αλλάξει την πίστη της, την βασάνισαν φριχτά. 

Η Αγία δεν έπαθε τίποτε από τα βασανιστήρια και οι δήμιοι, την έριξαν σε άγρια θηρία, πέντε λιοντάρια και τρεις αρκούδες τα οποία αντί να της επιτεθούν, της φιλούσαν ευλαβικά τα πόδια όμως μία αρκούδα της δάγκωσε το σώμα, δεν σχηματίστηκε πληγή ούτε έτρεξε αίμα αλλά έτσι  η αγία παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο, και την ίδια στιγμή έγινε σεισμός που προκάλεσε αναστάτωση και οι γονείς της βρήκαν την ευκαιρία να πάρουν το σώμα της και να το θάψουν με τα χέρια τους κοντά στη Χαλκηδόνα.

Η αγία Ευφημία παρέδωσε το πνεύμα της στις 16 Σεπτεμβρίου του 303 και την στιγμή εκείνη,  φωνή  ακούστηκε από τον ουρανό πού έλεγε: «Ἀνελθε πρός τόν στεφανοδότην ἡ τόν καλόν ἀγώνα ἀγωνισαμένη καί τόν δρόμον ἤδη τελέσασα, διά νά λάβης τούς μισθούς καί τάς ἀμοιβάς τῶν κόπων σου...» Ταυτόχρονα έγινε μεγάλος σεισμός και οι κάτοικοι φοβήθηκαν, έφευγαν έξω και βρήκαν την ευκαιρία οι γονείς της Αγίας, πήραν το μαρτυρικό σώμα της και το έθαψαν με τα χέρια τους σ’ ένα τόπο κοντά στην Χαλκηδόνα. 


Το Θαύμα τής Αγ. Ευφημίας. Τοιχογραφία 16ου αιώνα
Ιερά Μονή Voronet, νότια Μπουκοβίνα, Ρουμανία.
Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΥΦΗΜΙΑΣ.

Αυτήν την ήμερα, στις 11 Ιουλίου, τιμάμε την ανάμνηση του θαύματος που έγινε από την αγία Ευφημία: κατά την εποχή των βασιλέων Μαρκιανού και της Πουλχερίας, συντάχθηκαν δύο τόμοι που περιείχαν τον όρο της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στη Χαλκηδόνα το 451 παρουσία 630 Θεοφόρων Πατέρων και ήταν ένας των ορθοδόξων και ένας των Μονοφυσιτών.

Για να πάψει λοιπόν η έριδα μεταξύ των δύο πλευρών, αποφασίστηκε να τεθούν και οι δύο τόμοι μέσα στη λάρνακα του Σκηνώματος της αγίας Ευφημίας, για να φανεί ποιον από τους δύο θα δεχτεί η Αγία πράγμα που έκαναν και μετά την αποσφράγιση της λάρνακας, βρέθηκε ο μεν των αιρετικών τόμος στα πόδια της Αγίας πεταμένος, ο δε των ορθοδόξων στο στήθος της.

Το Μαρτύριο της Αγίας Ευφημίας. 
Τοιχογραφία του Τζώρτζη στα 1547 στην Ιερά Μονή 
Διονυσίου, Αγίου όρους. 
πηγή
Η αγία Ευφημία άθλησε στις 16 Σεπτεμβρίου του 303 και το άφθαρτο Σκήνωμα της μεταφέρθηκε από τον τόπο της ταφής της αρχικά στο Ναό των Αγίων Αποστόλων. 

Μετά την Άλωση της Πόλης στον Ναό της Παμμακαρίστου και αργότερα στο Φανάρι όπου στο δεξιό μέρος του ναού του Αγίου Γεωργίου έγινε παρεκκλήσι της Αγίας Ευφημίας, την εποχή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Γρηγορίου.

Για την μεγάλη μάρτυρα Ευφημία ο Πατριάρχης Γαβριὴλ ο Γ´, σύμφωνα με «Απόδειξιν» που έστειλε στους χριστιανούς της Κωνσταντινούπολης στις 8 Ιουλίου του 1704 (κῶδιξ Δ', ἔγγραφο 25 - 26) ορίζει:  «ἵνα ἡ ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Εὐφημίας τελεῖται ἐτησίως μετὰ πομπῆς ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ ἐν μέσῳ τιθεμένου τοῦ Ἱεροῦ λειψάνου της».

Η μνήμη της Τιμάται από τη εκκλησία μας στις 16 Σεπτεμβρίου τη δε μνήμη του θαύματος που συνέβη τότε στη Χαλκηδόνα, στις 11 Ιουλίου.


Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΕΙΔΑ, ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ.

πηγή

Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα του Αγίου όρους, της οποίας είναι Προστάτης.



Η σχισμή 8 εκατοστών στο μέτωπο του Αγίου Νικολάου
δημιουργήθηκε  όταν οι μοναχοί ξεκόλλησαν το όστρακο
και έτρεξε αίμα το οποίο φαίνεται ακόμη και σήμερα.
Στο μέτωπο του αγίου Νικολάου υπάρχει κάθετα μία σχισμή οκτώ εκατοστών, πάνω στην οποία  είχε κολλήσει ένα μεγάλο «όστρακο» κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, πού η εικόνα είχε μείνει στο βυθό της θάλασσας πρίν την ψαρέψουν μοναχοί - ψαράδες της Μονής και έτσι η εικόνα αυτή του Αγίου έλαβε την προσωνύμιο: «Αγιος Νικόλαος ο Στρειδάς ή Αστρειδάς».

Η παράδοση αναφέρει ότι «εξήχθη εκ τής θάλασσας, υπό τών αλιέων τής Μονής κατά τούς χρόνους τής ανιδρύσεως αυτής», και την ανέσυραν κατά τύχη  με τα δίχτυα τους αφού αυτά πιάστηκαν επάνω στο όστρακο.

Το όστρακο αυτό ήτανε κολλημένο επάνω στο μέτωπο του αγίου Νικολάου, στην εικόνα και όταν  προσπάθησαν πολύ προσεχτικά οι μοναχοί να το αποκολλήσουν μόλις το έκαναν αυτό, στο μέτωπο του αγίου έτρεξε αίμα και αυτό φαίνεται θαυματουργικά ακόμη μέχρι και σήμερα κάτι που βεβαιώνει έτσι το θαύμα της ανεύρεσης της εικόνας του Αγίου Νικολάου.

Η Ιερά Μονή Σταυρονικήτα
πηγή
Στο μέρος όπου τοποθετήθηκε η Εικόνα του Αγίου Νικολάου, όταν την βγάλανε οι μοναχοί  από  την θάλασσα, έρευσε με θαυματουργό τρόπο, γλυκό  νερό με το αγίασμα αυτό να βρίσκεται ακόμη και σήμερα στο βάθος του Αρσανά της Μονής  Σταυρονικήτα, κάτι που δεν είναι γνωστό σε πολλούς.

Εξ' αιτίας αυτού του θαύματος ο πατριάρχης Ιερεμίας όρισε, να εορτάζει και να τιμάται η Μονή επ' ονόματι του αγίου Νικολάου. 


Το δέ όστρακο αυτό, διατηρήθηκε σαν ιερότατο κειμήλιο με το μισό να βρίσκεται στην Μονή και το άλλο μισό το έκαναν, σύμφωνα με την παράδοση, εγκόλπιο - δώρο στον πατριάρχη Ιώβ τής Ρωσίας. 

Τό πιο πιθανό είναι η εικόνα να ρίχτηκε στο βυθό από τούς Καταλανούς πειρατές μετά από μία επιδρομή στην περιοχή το 1306 και αυτό επιβεβαιώνεται και από την χρονολόγησή της στα τέλη περίπου του 13ου αιώνα ενώ ανελκύστηκε από ψαράδες - μοναχούς της Μονής το 1589, επί πατριαρχίας Ιερεμίου Β΄, έτσι η εξαιρετικής τέχνης ψηφιδωτή αυτή εικόνα του Αγίου Νικολάου έμεινε ανέπαφη στον βυθό της περιοχής του Αγίου όρους για 283 ολόκληρα χρόνια. 

Η Μονή Σταυρονικήτα είναι 15η στην τάξη των Αγιορείτικων μονών με την ιστορία της να αρχίζει τον 10ο αιώνα, είναι ελληνική, κοινοβιακή από το 1968 και εορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου του Αγίου Νικολάου. 

Aρχιμανδρίτου Νίκων Κουτσίδη, Ο άγιος Νικόλαος ο θαυματουργός, Εκδόσεις Παπαδημητρίου, 1998, σελίδες 82 - 83.



Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2018

ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ.

πηγή

Φυλάσσονται στον Ιδρυματικό Ναό των Αγίων Αναργύρων του Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής "Αγία Βαρβάρα" και τίθενται σε προσκύνηση, μαζί με το ράσο και το μοναχικό του σχήμα.

«Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; 
με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, 
με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. 
Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» 
(πατήρ Νικηφόρος).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Το πατρικό σπίτι τού Αγίου Νικηφόρου
πηγή
Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμον Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε το 1890 σε ένα ορεινό χωριό των Χανίων, το Σηρικάρι. 

Οι γονείς του κοιμήθηκαν νωρίς, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο παππούς του να τον στείλει στα Χανιά στην τρυφερή ηλικία των 13 ετών, προκειμένου να μάθει την τέχνη του κουρέα. 

Εκεί γρήγορα έγινε αγαπητός λόγω της κοινωνικότητας, της εξυπνάδας και της ομορφιάς του όμως εκεί ήτανε και η περίοδος, που άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της λέπρας (νόσος Χάνσεν), που θα τον ταλαιπωρούσε φρικτά στην υπόλοιπη ζωή του έτσι στα 16 του, ο Νικόλαος για να αποφύγει τον επερχόμενο εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα, καθότι τα σημάδια της νόσου είχαν αρχίσει να γίνονται πολύ εμφανή, διέφυγε ακτοπλοϊκώς στην Αλεξάνδρεια. 

Τα ιερά Λείψανα μαζί με το ράσο και το μοναχικό του σχήμα
του Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού
πηγή


Ο Αγιος Νικηφόρος σε νεαρή ηλικία στήν Αλεξάνδρεια
της Αιγύπτου

πηγή
Η λέπρα την εποχή εκείνη αντιμετωπιζόταν με φόβο και αποτροπιασμό ως μια μεταδοτική και ανίατη ασθένεια (η φαρμακευτική αγωγή ανακαλύφθηκε μόλις το 1947). Ο Νικόλαος σύντομα έγινε αγαπητός και στην ανθούσα τότε ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας εργαζόμενος σαν κουρέας όμως η εξέλιξη της αρρώστιας του ήταν τέτοια, που ήταν αδύνατον να την κρύψει πλέον.

Με τη μεσολάβηση ενός αρχιερέως πήγε στο λωβοκομείο της Χίου, σε ηλικία 24 ετών και μέσα στις άπειρες θλίψεις και κακουχίες του, ο Θεός ευδόκησε να γνωριστεί και να συνδεθεί άρρηκτα πνευματικά με τον Άγιο Άνθιμο Βαγιάνο (εορτάζεται στις 15 Φεβρουαρίου), που υπηρετούσε τον καιρό εκείνο τις λειτουργικές ανάγκες του λεπροκομείου. 

Ο Νικόλαος, με ασφαλή οδηγό τον Άγιο Άνθιμο ξεκίνησε με ζήλο τον εκεί πνευματικό του αγώνα, παρεδόθη ολοκληρωτικά στα χέρια του Αγίου πνευματικού του πατρός, και σε διάστημα δύο ετών έλαβε το αγγελικό σχήμα, υπό το μοναχικό όνομα Νικηφόρος. 

Ο αγώνας του πατρός Νικηφόρου ήταν αξιοζήλευτος ακόμα και σε υγιείς μοναχούς, παρά το γεγονός ότι η εξέλιξη της νόσου ήταν ραγδαία και οι αλλοιώσεις στο σώμα του ήταν πλέον ιδιαίτερα εμφανείς.

Ο Αγιος Νικηφόρος, νέος μοναχός στήν Χίο
πηγή
Προσευχόταν ώρες ατελείωτες κατά διάρκεια της νύχτας, κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες, που συνδύαζε με αυστηρή νηστεία και αδιάκριτη γνήσια υπακοή στον γέροντά του και καθημερινά εργαζόταν στου κήπους του λωβοκομείου και παράλληλα ασκούσε καθήκοντα ψάλτη. 

Ακόμα και όταν η ασθένειά του κατέστρεψε την όρασή, δεν πτοήθηκε καθόλου, συνεχίζοντας να ψάλλει από στήθους ενώ οι συνασθενείς του λάβαιναν δύναμη και κουράγιο από την παρουσία του που η δύναμή του ιδίου ήταν η προσευχή.

Το 1957, όταν έκλεισε το λωβοκομείο της Χίου, ο Άγιος Άνθιμος ο εκ Χίου μερίμνησε και έστειλε τον π. Νικηφόρο στον αντιλεπρικό σταθμό της Αγίας Βαρβάρας Αθηνών. 

Μάλιστα στην συστατική επιστολή προς το θεοφόρο πατέρα Ευμένιο, που υπηρετούσε το ίδρυμα των Αθηνών, του εφιστούσε την προσοχή να προσέξει «τον θησαυρό που του έστελνε η Παναγία διότι είχε πολλά να ωφεληθεί από εκείνον». 

Ο πατήρ Ευμένιος υποδέχθηκε με πολλή αγάπη τον 67 ετών περίπου πατέρα Νικηφόρο, του οποίου τα μέλη και τα μάτια είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από τη νόσο όμως σύντομα, όταν αντιλήφθηκε την πνευματική του κατάσταση του π. Νικηφόρου έγινε υποτακτικός του.

Ο Αγιος Νικηφόρος δεξιά με τον Αγιο Ανθιμο αριστερά
και τροφίμους του Λωβοκομείου Χίου.

πηγή
Πλέον τα χαρίσματα της Θεία Χάριτος, που επεσκίαζαν τον Άγιο Νικηφόρο ήταν εμφανή από όλους και ως εκ τούτου μεγάλο πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό του εκείνο κελάκι του λεπρού μονάχου Νικηφόρου, για να πάρει την ευχή του και παρά το γεγονός, ότι ο ίδιος ήταν κατάκοιτος με πάμπολλες πληγές και αφόρητους πόνους, παρηγορούσε πάντα τους θλιμμένους και πονεμένους που τον επισκέπτονταν. 

Τα μάτια του ήτανε μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελάχιστη, τα χέρια του αγκυλωμένα και τα κάτω άκρα του εντελώς παραλυμένα, τίποτα από όλα αυτά όμως δεν τον εμπόδιζε να είναι γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός και ευχάριστος προς τους επισκέπτες του και το φαγωμένο πρόσωπο του, από τα στίγματα της ασθένειας, έλαμπε ολόκληρο με αποτέλεσμα να γεμίζουν με χαρά, ειρήνη και πίστη οι επισκέπτες του πάμπτωχου και φαινομενικά ασθενή ανθρώπου, που συνέχεια δοξολογούσε τον Θεό του.

Ο Ιδρυματικός Ναός των Αγίων Αναργύρων του Γενικού
Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής "Αγία Βαρβάρα"
πηγή
Το Παρεκκλήσιο του Αγίου Νικηφόρου στον χώρο του Ιδρυματικού
Ναού των Αγίων Αναργύρων του Γενικού Νοσοκομείου
Δυτικής Αττικής "Αγία Βαρβάρα".
πηγή

Προσκυνητάρι στον χώρο που βρισκόταν το κελάκι του
Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού.
πηγή



Ο Αγιος Νικηφόρος τα τελευταία του χρόνια στο
κελάκι του στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων
της Αγίας Βαρβάρας Αττικής.

πηγή
Κοιμήθηκε στις 4 Ιανουαρίου του 1964, σε ηλικία 74 ετών, κηδεύθηκε στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων και ετάφη στο εκεί κοιμητήριο.

Στην ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του αυτά ευωδίαζαν ενώ αγιοκατατάχθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 με τη μνήμη του να τιμάται την 4 Ιανουαρίου κάθε έτους.

Η εκκλησία των αγίων Αναργύρων την οποία ο Άγιος υπηρετούσε ανελλιπώς ως ψάλτης, είναι επισκέψιμη από τις 17.00 - 19.00 κάθε Τετάρτη και Σάββατο απόγευμα, καθώς και τις πρωινές ώρες της Κυριακής κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.

Δυστυχώς το κελλάκι του Αγίου δεν υφίστανται πλέον και ο τάφος του έχει απαλλοτριωθεί από τον Δήμο για την δημιουργία γηπέδου και στην αρχική θέση του κελλιού του Αγίου που υπήρχε τότε, υπάρχει σήμερα ένα υπαίθριο προσκυνητάρι - εκκλησίδιο λίγα μέτρα μακρύτερα του Ναού των αγίων Αναργύρων ενώ στον ίδιο χώρο ο προσκυνητής μπορεί να επισκεφθεί, το κελί του αγιασμένου σύγχρονου γέροντα πατρός Ευμενίου Σαριδάκη καθώς και τον τάφο του, όπως επίσης και το παρακείμενο, αφιερωμένο στον Άγιο Νικηφόρο παρεκκλήσιο.

Το μοναδικό έργο που έχουμε εκ χειρός του Αγίου Νικηφόρου είναι μια πρόχειρη, αλλά περιεκτική επιστολή που έγραψε προς στην Ηγουμένη της Ιεράς Μονής της Παναγίας Βοηθείας της Χίου, στις 22 Ιουλίου του 1961, που περιέχει τα θαύματα του Αγίου Βαγιάνου στα οποία υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.

Η μνήμη του τιμάται στις 4 Ιανουαρίου.