Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

Ιερά Μονή Μελέ, Μεσσηνία.

πηγή


Βρίσκεται σε μια κατάφυτη τοποθεσία στον Ταΰγετο, μόλις 800 μέτρα δυτικά από το χωριό Αρτεμισία και στο φρούριο Μελέ των Παλαιολόγων, στον δρόμο Καλαμάτας - Σπάρτης, φρούριο από το οποίο πήρε το ονομά της.


Άποψη του εσωτερικού χώρου του νάρθηκα
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών

πηγή
H Iερά Μονή, είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή και ιδρύθηκε πριν από το 1600, άγνωστο όμως πότε ακριβώς, αν και η αρχιτεκτονική του καθολικού της την συνδέει με κάποια μοναστηριακά συγκροτήματα της ευρύτερης περιοχής που χρονολογούνται στον 16ο και στον 17ο αιώνα.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, από το 1712, λειτουργούσε από τους ηγουμένους του μοναστηριού Δανιήλ και Νεόφυτο η περίφημη σχολή στην οποία διδάσκονταν αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς, μαθηματικά, λογική, γεωγραφία και φιλοσοφία, σχολή στην οποία δίδαξαν σπουδαίοι δάσκαλοι και μαθήτευσαν ανάμεσα σε άλλους, επιφανείς Μεσσήνιοι, όπως ο μετέπειτα πατριάρχης Προκόπιος, οι αγωνιστές Αναγνωσταράς και Νικηταράς, οι προύχοντες Παναγιώτης Μπενάκης και Παναγιώτης Τζάνες κ.α, τ
η φήμη της σχολής επιβεβαιώνει και ο Κώδικας της μονής, στον οποίο αναγράφονται ονόματα που κατέθεταν αφιερώματα στη μονή από πολλές πόλεις.

Άποψη των τοιχογραφιών του νάρθηκα
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών

πηγή
Η μονή διαλύθηκε με το διάταγμα της αντιβασιλείας του Όθωνα, το 1833 και αργότερα, την περίοδο 1854 - 1902, στους χώρους της στεγάζονταν τα Δημάκεια Εκπαιδευτήρια, ένα αλληλοδιδακτικό και ένα ελληνικό σχολείο, που λειτούργησαν με τη χρηματοδότηση του Εθνικού ευεργέτη, Πέτρου Δημάκη.

Το 1902 οι εγκαταστάσεις των εκπαιδευτηρίων καταστράφηκαν από μεγάλη φωτιά και αργότερα ανοικοδομήθηκε ένα νέο κτήριο, όπου λειτούργησαν κατά διαστήματα διάφορα σχολεία, μέχρι και τη δεκαετία του 1980 ενώ από το συγκρότημα εκείνο, σήμερα σώζεται μόνο το καθολικό της Μονής και τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου, ενώ από τα κελιά και τους βοηθητικούς χώρους έχουν απομείνει μόνο κάποια ίχνη των τοίχων.

Άποψη του περίτεχνα στολισμένου τρούλου του ναού
Αρχείο ΙΑΑ - © Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών

πηγή
Το Καθολικό, είναι μικρός Ναός, μονόχωρος, και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του ελεύθερου σταυρού με νάρθηκα και τρούλο ενώ εσωτερικά διακοσμείται με θαυμάσιες τοιχογραφίες που ανήκουν σε δύο περιόδους: οι παραστάσεις του κυρίως ναού και του ιερού χρονολογούνται στον 17ο αιώνα, ενώ η εικονογράφηση του νάρθηκα έχει γίνει το 1716, όπως μας ενημερώνει σχετική επιγραφή. 

Οι τοιχογραφίες του κυρίως ναού και του ιερού βήματος πρέπει να αναχθούν με βάση τα τεχνοτροπικά τους στοιχεία στον 17ο αιώνα. 

Το εικονογραφικό πρόγραμμα του νάρθηκα ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό αυτό του νάρθηκα της πλησιόχωρης Μονής Μαρδακίου, που φιλοτεχνήθηκε από το Δημήτριο Κακαβά στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα ενώ οι τοιχογραφίες του νάρθηκα χρονολογούνται με βάση μία μεγαλογράμματη αφιερωματική επιγραφή στα 1716. 

Το μνημείο αναστηλώθηκε πρόσφατα από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Η μονή Μελέ, εορτάζει στις 29 Αυγούστου, την Αποτομή της Τιμίας κεφαλής του Προδρόμου.


Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Μαρδακίου.

πηγή

Βρίσκεται στην κορυφή ενός μικρού λόφου του Ταΰγετου, με εξαίρετη θέα μέχρι τον Μεσσηνιακό κόλπο, νότια της Νέδουσας, στην περιοχή της Αλαγονίας, στην Πελοπόννησο. 

  
Άποψη του Καθολικού της Μονής
πηγή
Η μονή είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μας είναι περισσότερο γνωστή ως Μονή Μαρδακίου και κτίστηκε το 1504 από τον Θεόδωρο Χανδρινό, άρχοντα από την Αλαγονία, που έγινε μοναχός με το όνομα Θεοδόσιος, όπως αναφέρει και η κτητορική επιγραφή στον νάρθηκα του καθολικού, δίπλα από το πορτρέτο του κτήτορα

Διάφορα ευρήματα δείχνουν ότι η μονή είχε ιδρυθεί νωρίτερα, ίσως επάνω σε ερείπια ενός αρχαιοελληνικού ναού, και το 1504 πιθανόν να ανακαινίσθηκε ενώ πατριαρχικά σιγίλια που διαφωτίζουν την ιστορία της διαλυμένης σήμερα σταυροπηγιακής μονής υπάρχουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, τα δύο πλέον ενδιαφέροντα των οποίων, των ετών 1707 και 1798, έχουν δημοσιευθεί και κατονομάζουν σαφώς τον κτήτορά της «…πλησίον του χωρίου μεγάλης Αναστάσοβας, εν τη αυτόθι θέσει Μαρδάτσια και επικαλουμένου Μαρδάκη… Θεόδωρος τις μουσελίμης Χανδρινός λεγόμενος εξ ιδίων αναλωμάτων ανήγειρε εκ βάθρων το μοναστήριον τούτο…».

Ο Ναός μετά την ανακαίνισή του
Το γεγονός ότι ο Αλαγόνιος μουσελίμης (αξίωμα ανάλογο του κοινοτάρχη ή δημάρχου επί Τουρκοκρατίας) Θεόδωρος Χανδρινός υπήρξε ο κτήτωρ επιβεβαιώνεται τόσο από την κτητορική επιγραφή, όσο και από επιγραφή στην προσωπογραφία του στο νάρθηκα του ναού.

Ο Θεόδωρος Χανδρινός προίκισε το Μοναστήρι με πολλά κτήματα και με το πλούσιο μετόχι του Γαρδικίου που το αγόρασε από κάποιον Οθωμανό με δέκα τέσσερις χιλιάδες (14.000) γρόσια.

Το «σιγίλιο» δηλαδή το πατριαρχικό έγγραφο, με το οποίο ιδρύθηκε το μοναστήρι εκδόθηκε από τον εκ Βεροίας της Συρίας, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο το Β' το 1639 ενώ το σιγίλιο αυτό το επαναλαμβάνει και το ανανεώνει το 1702 ο Πατριάρχης  Γαβριήλ ο Γ' με ένα δεύτερο σιγίλιο.

Άποψη του τρούλου της Μονής
πηγή
Η μονή ήταν σταυροπηγιακή, απέκτησε μεγάλη περιουσία και αναδείχθηκε σε σημαντικό πνευματικό κέντρο, ενώ δεν καταστράφηκε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας χάρη σε ειδική προνομιακή διαταγή του σουλτάνου, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης επειδή ο ηγούμενος της μονής είχε θεραπεύσει την κόρη του.

Το Μαρδάκι δεν πατήθηκε ποτέ από τους Τούρκους και για αυτό απόκτησε ακμή, δύναμη και πλούτο και στα χρόνια της δουλείας και της Επαναστάσεως του 1821 προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο Έθνος. 

Εκτός από τη μεγάλη του σημασία σαν Θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο, χρησιμοποιήθηκε σαν ασφαλές και μόνιμο ορμητήριο κατά των τυράννων, σαν αποθήκη παντός είδους εφοδίων για τον αγώνα και σαν καταφύγιο των γυναικοπαίδων και ασθενών κατά τις φοβερές επιδρομές των Τούρκων και ιδιαίτερα του Ιμπραήμ.

 
Άποψη του ιερού εξωτερικά
πηγή
Η Φιλική Εταιρεία είχε ισχυρή βάση στο Μαρδάκι, γιατί σε αυτό κάνανε της συναντήσεις και της συσκέψεις τους με ασφάλεια οι οπλαρχηγοί του αγώνα. 

Στις 18 Μαρτίου 1821, εδώ συναντήθηκαν οι Νικηταράς, Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς, Κεφάλας και άλλοι, και αφού συνεννοήθηκαν με τον Πετρόμπεη και τον Κολοκοτρώνη, κατέβηκαν και πολιόρκησαν την Καλαμάτα, που την κατέλαβαν στις 23 Μαρτίου του 1821.
 
Για όλα αυτά δίκαια το Μαρδάκι μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένας από τους πολλούς «Βωμούς της ελευθερίας» που ίδρυσε μέσα στον Ελληνικό χώρο η αρετή των Ελλήνων ενώ υπάρχει και η παράδοση ότι εκατοντάδες βιβλία από την πλούσια βιβλιοθήκη της έγιναν φυσίγγια για τον αγώνα.

Άποψη του τέμπλου
πηγή
Από το συγκρότημα σήμερα σώζεται μόνο το καθολικό, ενώ τα κελιά και τα υπόλοιπα κτίσματα είναι σε ερειπιώδη κατάσταση.

Ο ναός ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του ελεύθερου σταυρού με οκτάπλευρο τρούλο και στη δυτική πλευρά του σχηματίζεται καμαροσκεπής μονόχωρος νάρθηκας, έχει χαμηλό τύμπανο και φέρει τέσσερα στενά παράθυρα.

Όλος ο ναός είναι κατάγραφος, στο εσωτερικό του σώζονται αξιόλογες τοιχογραφίες του 1635, έργο του Δημητρίου Κακαβά, ενός από τους πιο σπουδαίους ζωγράφους της εποχής στην Πελοπόννησο ενώ το εικονογραφικό θέμα «Επί Σοι Χαίρει», που συνήθως αναπτύσσεται στο νάρθηκα των μεταβυζαντινών ναών, εδώ καταλαμβάνει το τεταρτοσφαίριο της κόγχης του Ιερού. 

Ο Παντοκράτορας στον περίτεχνο τρούλο
πηγή
Στο ανώτερο τμήμα της παράστασης, το ουράνιο, εικονίζεται η Θεοτόκος εντός στρογγυλής δόξας ένθρονη Βρεφοκρατούσα περιβαλλόμενη από εξαπτέρυγα και αγγελικές δυνάμεις. 

Στο βάθος προβάλλουν τρεις τρουλαίοι ναοί ανάμεσα σε δέντρα και παραδείσια βλάστηση, τα γνωστά σύμβολα της Παναγίας που εξυμνείται ως «ηγιασμένος ναός και παράδεισος λογικής» στο τροπάριο «Επί Σοι Χαίρει Κεχαριτωμένη πάσα η κτίσις»

Στο κάτω τμήμα, το επίγειο εικονίζονται μοναχοί, κληρικοί, άρχοντες, νεανίδες και ανάμεσά τους ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο μέγας εγκωμιαστής της Θεοτόκου.

Στον τρούλο του κυρίως ναού ο Παντωκράτωρ περιβάλλεται από επιγραφή «εξ ουρανού επέβλεψεν ο Κύριος…», στον δε νάρθηκα εικονίζονται η Δευτέρα Παρουσία και οι Αίνοι, προσφιλές θέμα κατά την μετά την Άλωση περίοδο, εμπνευσμένο από τους Ψαλμούς 148 και 149. 

Άποψη των τοιχογραφιών
πηγή
Στο μέσο της καμάρας ο Χριστός ένθρονος, εντός κύκλου που περιβάλλεται από την επιγραφή «Αινείτε τον Κ(ύριο)ν εκ των ου(ρα)νών, αινείτε αυτόν εν τοις υψίστοις…», σε δεύτερο κύκλο οι Ουράνιες Δυνάμεις και σε τρίτο κύκλο τα δώδεκα ζώδια. 

Από τις παραστάσεις του «Πάσα πνοή», που απλώνονται στους πλάγιους τοίχους του νάρθηκα, ιδιαίτερα επιτυχής είναι η απεικόνιση των θηρίων και των πτηνών, καθώς και των έξι νεανίδων που χορεύουν συρτό, ενώ ένας νέος κτυπάει το τύμπανο και με τις χαριτωμένες αυτές κινήσεις τους, τις ωραίες ενδυμασίες, τα λευκά μαντήλια που αφήνουν να φαίνονται τα μαλλιά και τα λευκά περιδέραια προσδίδουν ζωή μέσα στο σκιερό και βραχώδες τοπίο.

Άποψη των τοιχογραφιών
πηγή
Σημαντική επίσης είναι και η προσωπογραφία της παράστασης του κτήτορα, Θεόδωρου Χανδρινού, ο οποίος είναι ολόσωμος, στραμμένος δεξιά, δεόμενος όπως μαρτυρεί η επιγραφή που τον συνοδεύει «Δέησις του δούλου του Θε(ού) Θεοδωρί Χαντρινού». 

Εικονίζεται με μαύρη γενειάδα, μεσήλικας, με πλούσια ενδύματα και σκούφο από βελούδο ή τρίχα. Το όνομά του επαναλαμβάνεται και στην κτητορική επιγραφή, πάνω από την είσοδο του κυρίως ναού, της οποίας οι δύο τελευταίοι στίχοι έχουν υποστεί μεγάλη φθορά.

Στον ναό παλαιότερα, φυλάσσονταν η εικόνα της Παναγίας Μαρδακιώτισσας, η οποία βρέθηκε το 1867 από τον τότε δήμαρχο Αλαγονίας και θεωρείται έργο του ευαγγελιστή Λουκά, σήμερα όμως φυλάσσεται για λόγους ασφαλείας, στην Νέδουσα.  

Η εικόνα της Παναγίας Μαρδακιώτισσας,
βρέθηκε το 1867 από τον τότε δήμαρχο Αλαγονίας.

πηγή
Στη Δυτική πλευρά του και δεξιά της εισόδου του Καθολικού της Μονής, είναι εντοιχισμένα τα λείψανα του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Προκοπίου του Πελοποννησίου (1785 - 1789). 

Ο Πατριάρχης Προκόπιος πέθανε και τάφηκε στη γενέτειρα του Σίτσοβα (νυν Αλαγονία), από εκεί τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Μαρδάκι και φυλάσσονταν μέσα σε ξύλινη οστεοθήκη, που κάθε χρόνο στη λειτουργία στις 15 και 23 Αυγούστου, που πανηγυρίζει το μοναστήρι, την έβαζαν μπροστά στο τέμπλο, κάτω από την εικόνα του Χριστού. 

Το 1927 με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ.κ Μελετίου έγινε στο Μαρδάκι πάνδημο αρχιερατικό μνημόσυνο του Πατριάρχη και τα οστά του  εντοιχίστηκαν τότε στη θέση, που βρίσκονται σήμερα και επάνω στη μαρμάρινη πλάκα, που καλύπτει την κρύπτη, γράφονται τα εξής:  «ΤΗΝ ΚΟΝΙΝ  ΚΡΥΠΤΩ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ  ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ  ΕΚ ΣΙΤΣΟΒΙΣ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΕΝ  ΣΜΥΡΝΗ ΠΡΟΕΧΕΙΡΙΣΑΤΟ  ΕΙΣ ΔΙΑΚΟΝΟΝ  ΤΟΝ  ΕΙΤΑ ΔΙΑΔΟΧΟΝ  ΤΟΥΤΟΥ  ΚΑΙ  ΕΙΤΑ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ  ΓΡΗΓΟΡΙΟΝ ΤΟΝ  Ε!  ΜΕΤΑ ΠΕΝΤΑΕΤΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑΝ  ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ  ΕΝ  ΑΘΩ  ΚΑΤΗΛΘΕ ΤΕΛΟΣ  ΚΑΙ  ΕΤΕΛΕΥΤΗΣΕΝ  ΕΝ  ΣΙΤΣΟΒΗ  1803».

Η μονή σήμερα στην οποία η πρόσβαση γίνεται μόνο με πεζοπορία,  δεν έχει μοναχούς, αποτελεί μετόχι της Μονής Βελανιδιάς και εορτάζει με πλήθος κόσμου από τα γειτονικά χωριά, στις 15 και στις 23 Αυγούστου.


Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΟΦΙΑΝΟΥ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΔΡΥΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ.

πηγή

Φυλάσσονται στον κεντρικό ιερό Ναό των Ταξιαρχών της Πολύτσιανης του Πωγωνίου.

Ο Άγιος Σοφιανός, ήταν μία σημαντική θρησκευτική προσωπικότητα της εποχής του στην περιοχή της Ηπείρου και θεωρείται ο πρόδρομος του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).

Ο Άγιος Σοφιανός, υπήρξε σημαντική θρησκευτική προσωπικότητα της εποχής του στην περιοχή της Ηπείρου και θεωρείται ο πρόδρομος του Κοσμά του Αιτωλού και του αγίου Νεκταρίου του Τέρπου, οι οποίοι όλοι μαζί αγωνίστηκαν να διδάξουν το Χριστό στο Ανατολικό Ιλλυρικό (Ήπειρος) και αναχαίτισαν τους εξισλαμισμούς των Ελλήνων κατοίκων του. 

Γεννήθηκε πιθανότατα στο χωριό Πολύτσιανη (περιοχή Πωγωνίου της Βορείου Ηπείρου) και έμεινε γνωστός από τη στιγμή που ανέλαβε επίσκοπος Δρυινουπόλεως (περιοχή Αργυροκάστρου, Δέλβινου, Χειμάρρας).

Την εποχή που έζησε, οι εξισλαμισμοί ήταν ιδιαίτερα σύνηθες φαινόμενο και θέλοντας να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση περιόδευε από χωριό σε χωριό για να πείσει τον κόσμο να διατηρήσει τις παραδόσεις και την θρησκεία του. 

Πολλούς χριστιανούς της Ηπείρου τους επέστρεψε στην πατρώα πίστη και τους τόνιζε ότι είναι Ρωμιοί ενώ όλοι οι ιστοριοδίφες της Ηπείρου αναφέρουν πως αν δεν υπήρχε ο άγιος Σοφιανός, οι Μουσουλμάνοι θα εγκαθιδρύονταν μέχρι τη Ναύπακτο. 

Το καθολικό της Μονής του Αγίου Αθανασίου
στην Πολύτσιανη
Το 1711, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, ο Σοφιανός, παραιτείται από τα αρχιερατικά του καθήκοντα και γίνεται ένας απλός μοναχός στην Ιερά Μονή του Αγίου Αθανασίου στην Πολύτσιανη, την πατρίδα του, που ο ίδιος ο Σοφιανός ίδρυσε, για να αποδοθεί έτσι αποκλειστικά και μόνο στο ιεραποστολικό του έργο.

Λόγω του χαρακτήρα του, ο Σοφιανός, ήτανε ιδιαίτερα σεβαστός ακόμη και από τους ίδιους τους μουσουλμάνους, οι οποίοι μάλιστα λέγεται ότι ορκιζόντουσαν στο όνομά του, μαρτυρείται επίσης η περίπτωση μιας νεαρής γυναίκας μουσουλμάνας, που απελπισμένη προσέφυγε στον Άγιο Σοφιανό, αδυνατώντας να βρει το κεντημένο με χρυσά φλουριά φέσι της που είχε χάσει.

Τα χέρια του Αγίου Σοφιανού
Ο Σοφιανός προσευχήθηκε και της αποκάλυψε ότι το φέσι της βρισκόταν στην φωλιά ενός πελαργού, υποδεικνύοντας μάλιστα το ακριβές σημείο, όπου λίγο αργότερα το βρήκε ευγνωμονώντας τον Άγιο.

Ένα ακόμη θαύμα του Αγίου μαρτυρούν οι ιστορικές πηγές και οι προφορικές μαρτυρίες, όταν την Μονή του Αγίου Αθανασίου επισκέφτηκε ένας διαβάτης, στον οποίο οι μοναχοί διηγήθηκαν κάποιο θαύμα και στη διήγηση αυτή ήτανε παρών και ο Άγιος Σοφιανός, ο οποίος άκουγε προσεκτικά. 

Ο διαβάτης αρχικά φάνηκε δύσπιστος στη διήγηση των μοναχών και κατόπιν εξέφρασε έντονα την απιστία του, τότε ο Άγιος σηκώθηκε και διέταξε ένα νεαρό καλόγεροι να πάρει από το τζάκι τρία κομμάτια ξύλου κερασιάς, που καίγονταν. 

Η Τιμία Κάρα και τα λείψανα του Αγίου Σοφιανού
Ζήτησε από τον ξένο και άπιστο διαβάτη και τον νεαρό καλόγερο να τον ακολουθήσουν στην αυλή της Μονής.

Εκεί παίρνοντας την αξίνα, φύτεψε τα καμένα τρία κομμάτια ξύλου λέγοντας στο διαβάτη ότι αυτά θα ανθίσουν και θα καρποφορήσουν μέχρι την επόμενη άνοιξη, για να του δείξει ο Θεός έμπρακτα ότι η διήγηση των μοναχών για το αναφερόμενο θαύμα ήταν πέρα για πέρα αληθινή.

Και με τις προσευχές του Αγίου το θαύμα έγινε, τα καμένα ξύλα έπιασαν ρίζες, έβγαλαν φύλλα και καρπούς, όπως εκείνος είχε προβλέψει και βρίσκονται ακόμη και στις μέρες μας στον περίβολο της Ιεράς Μονής, που σήμερα φέρει πλέον και το όνομα του Αγίου και ονομάζεται Μονή Αγίων Αθανασίου και Σοφιανού.

Ο Άγιος Σοφιανός κοιμήθηκε στις 26 Νοεμβρίου του 1711 και η Τιμία του Κάρα καθώς και τα ιερά του λείψανα μεταφέρθηκαν για λόγους ασφαλείας από τον ιερέα του χωριού π. Ευθύμιο Καλαμά και τους κατοίκους του στο κεντρικό ιερό Ναό των Ταξιαρχών της Πολύτσιανης. 

Οι αρχικές αργυρές λειψανοθήκες κατασκευάστηκαν από τον δραστήριο ηγούμενο της Πολύτσανης, ιερομόναχο Χατζή Άνθιμο από τη Σιάμου (1821 - 1890).

Μετά από τις αλλεπάλληλες καταστροφές της Μονής, και κυρίως κατά το απολυταρχικό κομμουνιστικό καθεστώς, που επέβαλε η εξουσία της χώρας, η πολύτιμη παλιά ασημένια θήκη κλάπηκε, για να πουληθεί, ενώ απορίας άξιο είναι πως τα ιερά λείψανα του οσίου έμειναν στο τόπο του ενώ κατά την περίοδο αυτή το άθεο καθεστώς μετέτρεψε τη Μονή σε στρατόπεδο.
Μετά από την αφαίρεση της μεταλλικής θήκης του Ανθίμου, τα ιερά λείψανα μέχρι τις αρχές του 2000 ήταν τοποθετημένα σε ξύλινη πρόχειρη θήκη που τώρα είναι εγκολπωμένη σε προσκυνητάρι, που έχει τη μορφή του ιεράρχη και στηρίζεται στο δεξιό κίονα του κυρίως ναού της Μονής Αγίου Αθανασίου και Οσίου Σοφιανού στην Πολύτσιανη.
Η Πολύτσανη στην Αλβανία,
πατρίδα του Αγίου Σοφιανού
Τα σωζόμενα ιερά λείψανα του οσίου Σοφιανού συγκεντρώθηκαν από κάποιον κληρικό, ο οποίος τα βρήκε σε πρόχειρη κατάσταση, τα έπλυνε με προσοχή και τα τοποθέτησε όλα μαζί σε ένα μεταλλικό κουτί, κατασκευασμένο στα Ιωάννινα.
Πολλά τεμάχια λειψάνων χάθηκαν είτε γιατί οι κάτοικοι τα έπαιρναν, για να τα βάλουν στους αγρούς ή στα ποίμνιά τους για προστασία, εφόσον ο όσιος τιμάται ως ποιμενικός άγιος, είτε διότι τα κρεμούσαν από το λαιμό των παιδιών ως φυλακτά.
Ιδιαίτερο σημείο της Χάρης του Θεού είναι ότι από την παραμονή της εορτής του, στις 25 Νοεμβρίου, μέχρι την κυριώνυμη ημέρα το χέρι του Αγίου, ένα από τα άγια λείψανα που έχουν διασωθεί, είναι ιδιαιτέρως θερμό.

Τα πρώτα υμνογραφικά του ανήκουν στον Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας,  ενώ η ιερά ανδρώα Μονή του αγίου Νικολάου εν Βουνένοις στα Καμπιά Θεσσαλίας αγιογράφησε την εικόνα του.

Η μνήμη του τιμάται στις 26 Νοεμβρίου.


Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Ο Ναίσκος του Αγίου Μοδέστου, Κορώπι Αττικής.



Ο ναΐσκος του Αγίου Μοδέστου ή Αγίου Θεοδώρου όπως ονομαζόταν μέχρι το 1958, βρίσκεται, στην οδό Δελφών, στην περιοχή της Μεταμόρφωσης, νοτιοανατολικά του Κορωπίου, πολύ κοντά στον εξαίρετο βυζαντινό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, του 10ου αιώνα.

 

Άποψη του ιερού εξωτερικά με το δίλοβο παράθυρο
Στην ίδια περιοχή βρίσκονται και άλλοι μεταβυζαντινοί ναοί, όπως ο Άγιος Παντελεήμων, ο Άγιος Γεώργιος με βυζαντινό νάρθηκα και πιο πέρα οι Άγιοι Ανάργυροι με τριμερές βυζαντινό Ιερό καθώς επίσης και ο μεταβυζαντινός Παναγία του Σκουπέρη. 

Η ύπαρξη αυτών των ναών καθώς όμως και τα διάφορα διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη στην περιοχή αυτή, υποδηλώνουν την ύπαρξη ενός σημαντικού, παλαιότερου, μικρού βυζαντινού οικισμού.

Η περιοχή αυτή που μέχρι το 1970 αποτελούνταν από αμπέλια, αγροτικές καλλιέργειες, συκιές και ελαιόδεντρα, άρχισε στη συνέχεια να υφίσταται τις πιέσεις της οικιστικής και βιομηχανικής ανάπτυξης του Κορωπίου, ιδιαίτερα όμως μετά την κατασκευή της Αττικής οδού και του αεροδρομίου. 

Οι νέες αυτές πολυσύχναστες οδικές αρτηρίες που περικλείουν την ευρύτερη περιοχή, την έχουν αποκόψει από την πόλη, όμως διατηρείται, έστω και κάπως υποβαθμισμένα, ο υπαίθριος χαρακτήρας της περιοχής ενώ η παρουσία αυτών των ναών διασώζει μια πνοή του σπουδαίου ιστορικού παρελθόντος.

Άποψη του Ναού
Ο ναός κείται χωρίς περίβολο σε μια υπαίθρια τοποθεσία, ελεύθερη από κατοικίες, μπροστά από αγρούς και θερμοκήπια, με φόντο την οδική αρτηρία που τον αποκόπτει από την πόλη, δυτικά βρίσκεται ο λόφος Παλάτι, βορειοδυτικά η πόλη και στο βάθος ο Υμηττός.

Πρόκειται για ένα μονόχωρο ναΐσκο των χρόνων της όψιμης τουρκοκρατίας, που διασώζει τρεις φάσεις επεμβάσεων, με παλαιότερη την βυζαντινή φάση στο ανατολικό τμήμα του. 


Χαρακτηριστικό του ναού είναι το στενόμακρο σχήμα του, με την ημιτελή υπερύψωση της δυτικής όψης και τους δύο κιονίσκους από λευκό μάρμαρο σε μικρή απόσταση από την είσοδο, που ανήκουν πιθανότατα στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. 

Άποψη του Ναού
Ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η βυζαντινή ανατολική όψη με το δίλοβο παράθυρο της κόγχης του Ιερού και την παλαιά τοιχοποιία και ο τρόπος με τον οποίο παλαιότερα στοιχεία και μέλη έχουν ενσωματωθεί στο μεταγενέστερο κτίσμα, διασώζοντας το χαρακτήρα και την ιστορική φυσιογνωμία των εποχών που πραγματοποιήθηκαν οι επεμβάσεις.

Περιγραφή του Ναού.

Ο ναός στη σημερινή του μορφή αποτελεί μια απλή παραλλαγή του ευρύτατα διαδεδομένου - την εποχή της όψιμης Τουρκοκρατίας στην περιοχή των Μεσογείων - τύπου της ξυλόστεγης, μονόχωρης, δρομικής βασιλικής, που χαρακτηρίζεται από την ανώνυμη λαϊκή αρχιτεκτονική, την απλότητα της κατασκευής, τα μικρά ανοίγματα, τη χρήση παλαιών υλικών σε δεύτερη χρήση (spolia). 

Στους ναούς αυτού του τύπου η στέγη υποστηρίζεται εσωτερικά από ένα ή περισσότερα εγκάρσια τόξα, πιθανότατα για να αποφευχθούν τα ζευκτά και να εξοικονομηθεί ξυλεία που ήταν δυσεύρετη στην περιοχή ενώ ο ναΐσκος του Αγίου Μοδέστου έχει διαστάσεις 3.70 X 9.20 μέτρα και καταλήγει σε ημιεξαγωνική κόγχη Ιερού με δίλοβο παράθυρο και όπως ήδη αναφέραμε διασώζονται τρεις φάσεις επεμβάσεων. 

Άποψη του Ναού
Στην πρώτη βυζαντινή φάση ανήκουν η τρίπλευρη αψίδα του Ιερού και τα λείψανα της παλαιάς τοιχοποιίας που είναι ενσωματωμένη στον ανατολικό τοίχο. 

Στη χρονολόγηση της αρχικής αυτής φάσης βοηθά η παλιά τοιχοποιία αλλά κυρίως το δίλοβο παράθυρο της κόγχης του Ιερού, που παρουσιάζει ομοιότητα με το αντίστοιχο του Αγίου Πέτρου Καλυβίων, όπως και με άλλους βυζαντινούς ναούς και οδηγεί στη τοποθέτηση της φάσης αυτής στα τέλη του 12ου με αρχές του 13ου αιώνα. 

Η αρχική μορφή του βυζαντινού ναού δε μπορεί να διαπιστωθεί χωρίς ανασκαφές, εικάζεται όμως κάποιο σχήμα μονόχωρης δρομικής (ή ίσως και σταυρεπίστεγης) βασιλικής ή ακόμη και σχήμα ελεύθερου σταυρού.

Άποψη του Ναού
Στη δεύτερη φάση, που είναι αυτή που χαρακτηρίζει το ναό, ανήκει το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού ναού. Από τα γενικότερα τυπολογικά χαρακτηριστικά που προαναφέραμε (απλούστατη μορφή, μικρά ανοίγματα, λαϊκότροπα στοιχεία, κλπ.) τοποθετείται στα χρόνια της όψιμης Τουρκοκρατίας και συγκεκριμένα τα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα.

Στην τρίτη φάση ανήκουν οι επισκευές, που έχουν γίνει ανάμεσα στα 1920 - 1940 και αφορούν τις επεμβάσεις και επισκευές στο δυτικό τοίχο και τη δυτική πόρτα εισόδου, στο κτιστό τέμπλο και στο δάπεδο, ι
διαίτερα ο δυτικός τοίχος της εισόδου παρουσιάζει μια ημιτελή ανύψωση στην κεντρική περιοχή, ίσως σε μια προσπάθεια τονισμού του κατακόρυφου άξονα και απομίμησης της ανατολικής όψης που εμφανίζει παρόμοια υπερύψωση.

Κάτοψη του ναίσκου
Εκτός από τη δυτική είσοδο υπάρχει και μία είσοδος στο νότιο τοίχο, η ύπαρξη δύο εισόδων είναι συνηθισμένη σε μεταβυζαντινούς ναούς, που προορίζονταν η δυτική για τις γυναίκες συνήθως και η νότια για τους άνδρες.

Γύρω από το ναό, εκτός από τους δύο παλαιοχριστιανικούς κιονίσκους στην είσοδο, υπάρχουν και άλλα διάσπαρτα μέλη (spolia) διαφόρων εποχών με άγνωστη προέλευση. 

Επίσης τα πεζούλια εκατέρωθεν της δυτικής εισόδου είναι διαμορφωμένα από ογκώδεις λίθους που προέρχονται πιθανά από αρχαίο κτίριο.


Άποψη του εσωτερικού του ναίσκου
Εσωτερικό του Ναού - Διάκοσμος. 

Μέσα στο εκκλησάκι αναδεικνύεται περισσότερο η κατακόρυφη διάσταση, λόγω του μικρού πλάτους του Ναού και της βύθισης του δαπέδου του κατά μισό μέτρο. 

Αυτό σε συνδυασμό με τις ταπεινές διαστάσεις και την απλότητα της μορφής, αναδύει κατανυκτικότητα στο εσωτερικό του, παρόλο που ο τοιχογραφικός διάκοσμος απουσιάζει.

Το συνηθισμένο εγκάρσιο τόξο στο μέσο του ναού (σφενδόνιο) είναι αρκετά χαμηλό και τον χωρίζει σε δύο χώρους, χωρίς να διακόπτεται η συνέχεια με το σφενδόνιο να είναι πιθανότατα κατασκευασμένο από θολίτες και η
 στέγη αποτελείται από ακατέργαστη, άγρια ξυλεία, ακάλυπτη και ορατή στο εσωτερικό. 


Η«Πλατυτέρα» στην κόγχη του Ιερού
Δύο ακατέργαστοι κορμοί δέντρων αποτελούν τον κορφιά  και καθέτως στον άξονα τοποθετούνται τα επίσης σχεδόν ακατέργαστα άγρια ξύλα που στηρίζουν τα κεραμίδια.

Ο φωτισμός του ναού γίνεται από δύο στενόμακρα πολεμιστροειδή παράθυρα στο βόρειο και στο νότιο τοίχο όπως και από το άνετο δίλοβο παράθυρο της αψίδας του Ιερού. Το τέμπλο είναι κτιστό των νεωτέρων χρόνων, με μία είσοδο την Ωραία Πύλη.

Από τον εσωτερικό διάκοσμο του Ναού διασώζεται μόνο η «Πλατυτέρα» στην κόγχη του Ιερού, με δύο αγγέλους αριστερά και δεξιά, π
ρόκειται για μια τοιχογραφία καλής μεταβυζαντινής τέχνης, στην οποία διασώζεται σήμερα μόνο το Πρόσωπο, που είναι σοβαρό, γαλήνιο και στη μορφή της μπορεί κανείς να διακρίνει ένα καλό τεχνίτη με γνώσεις των τρόπων ζωγραφικής της Κρήτης και των Ιονίων νήσων.

Στα 1917, κατά την επιδημία της γρίπης, ο ναός χρησίμευε σαν νεκροταφείο του Κορωπίου, σήμερα είναι προσβάσιμο στους επισκέπτες, ανήκει στην ενορία της Αναλήψεως του Κυρίου Κορωπίου και πανηγυρίζει την 16η Δεκεμβρίου, ημέρα της εορτής του Αγίου Μοδέστου, με πανηγυρικό εσπερινό και θεία Λειτουργία.

Τηλέφωνο ναού Αναλήψεως Κορωπίου: 210 - 6622220, 210 - 6628028, Fax: 210 - 6622220

πηγή: www.imml.gr


Βιβλιογραφία:

(1) Μαμαλούκος Στ., Άγιος Μόδεστος (Άγιος Θεόδωρος) στο Κορωπί, Εκκλησίες μετά την Άλωση, τόμος ΙΙ, Αθήνα 1982, σ. 223-230.
(2) Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών - Βυζαντινά μνημεία.



Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, λόφος Κόντρα, Κορωπί Αττικής.



Bρίσκεται στη κορυφογραμμή του λόφου Κόντρα, 2 χιλιόμετρα νότια του Κορωπίου, με πρόσβαση από την οδό Γ. Γεωργά μέσα από το Κορωπί ή από την οδό Ζήνωνος από τη Λεωφόρο Κορωπίου – Βάρης.


Η είσοδος του ναού
Ο πανέμορφος αυτός ναΐσκος βρίσκεται μέσα σε ένα όμορφα, διαμορφωμένο περίβολο πλούσιο από δέντρα και η θέση του που βρίσκεται ψηλά στο λόφο, προσφέρει μία απέραντη και αρκετά εντυπωσιακή θέα στον κάμπο, κυρίως προς τα νοτιοανατολικά. 

Η προσθήκη του μεταγενέστερου επιμήκους νάρθηκα, που είναι ενοποιημένος εξωτερικά με τον κυρίως ναό, δημιουργεί σήμερα ένα νέο εντυπωσιακό μορφικό σύνολο που τονίζει τον οριζόντιο άξονα του Ναού. 

Ο Ναίσκος, είναι ένα αρκετά εξαιρετικά ενδιαφέρον καθώς και πολύ εντυπωσιακό εκκλησάκι από πλευράς, αρχιτεκτονικής άποψης αλλά επίσης και για την περίτεχνη, την εσωτερική του αγιογράφηση.

Η κατηφορική είσοδος του ναού
Χαρακτηριστικό του ναού είναι η τρίκογχη σταυροειδής μορφή του και οι «ταπεινές» εξωτερικά αναλογίες του, στο εσωτερικό όμως το αισθητό κατέβασμα του δαπέδου (συνολικά πλέον του 1 μέτρου από την είσοδο) και ο τρούλλος στο χώρο του κυρίως ναού αναδεικνύουν την τρίτη διάσταση. 

Ο ναός είναι ο μοναδικός σωζόμενος τρίκογχος με κυλινδρικές κόγχες και κυλινδρικό τρούλλο στην περιοχή των Μεσογείων και αν αγνοήσουμε τις προσθήκες του νάρθηκα, παρουσιάζει ομοιότητα με τον Άγιο Ιωάννη Θεολόγο της  Κερατέας. Ο τελευταίος όμως έχει οκταγωνικό τρούλλο και ημιεξαγωνική ανατολική κόγχη Ιερού. Ο άλλος σωζόμενος τρίκογχος ναός του Αγίου Δημητρίου Σαρωνικού, με ημιεξαγωνικές κόγχες, οκταγωνικό τρούλλο, μεγαλύτερες διαστάσεις και διαφορετικές αναλογίες, αναδύει αρκετά διαφορετικό αίσθημα.

Περιγραφή του Ναού.

Άποψη του Ναού
Είναι σταυροειδής με κυλινδρικό τρούλλο και τρεις ημικυλινδρικές κόγχες, ενώ έχει προστεθεί μεταγενέστερος καμαροσκέπαστος νάρθηκας με δίρριχτη στέγη, διαστάσεων 4.80 Χ 6.00 μέτρα. 

Οι διαστάσεις του παλιότερου κεντρικού κλίτους είναι 3.60 Χ 6.00 μέτρα, χωρίς την αψίδα του Ιερού ενώ το πλαϊνό κλίτος έχει διαστάσεις 3.70 Χ 7.50 μέτρα, μαζί με τις πλάγιες αψίδες και οι συνολικές διαστάσεις του ναού είναι 4.80 Χ 13.00 μέτρα, μαζί με την κόγχη του Ιερού.

Το τύμπανο του τρούλλου είναι χαμηλό και είχε άλλοτε 4 στενόμακρα παράθυρα που σήμερα έχουν κλειστεί, στην κόγχη του Ιερού το παράθυρο ήταν αρχικά δίλοβο όμως σήμερα δεν υπάρχει ο κιονίσκος του και στη νότια κόγχη έχει ανοιχτεί μεγάλη θύρα και στη βόρεια κόγχη ένα νεώτερο παράθυρο. 


Ο τρούλος
Η διαμόρφωση των στεγών ακολουθεί επακριβώς την διάταξη των εσωτερικών θόλων και αψίδων, με αποτέλεσμα στο εξωτερικό του ναού να προκύπτει μια ποικιλία κεραμοσκεπών επιπέδων και καμπύλων επιφανειών.

Οι αναλογίες, τα μικρά ανοίγματα, η μορφή του τυμπάνου του τρούλλου, η αργολιθοδομή, τα μεγάλα πάχη της τοιχοποιίας και άλλες λεπτομέρειες οδηγούν στη χρονολόγηση του ναού κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Εσωτερικό του Ναού – Τοιχογραφικός διάκοσμος.

Ο ναός εσωτερικά χωρίζεται σε δύο διακριτούς χώρους, το νάρθηκα και τον κυρίως ναό, η
 είσοδος στο νάρθηκα γίνεται από μια χαμηλή δυτική θύρα, όπου με τέσσερα σκαλοπάτια κατεβαίνουμε στο επίπεδο του δαπέδου. 

η Παναγία ένθρονη, αριστερά της Ωραίας Πύλης
ο Χριστός ένθρονος, δεξιά της Ωραίας Πύλης

το τέμπλο του ναού
Ο καμαροσκέπαστος νάρθηκας, πολύ διαφορετικός από τον κυρίως ναό, δεν έχει τοιχογραφίες ούτε παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, χρησιμοποιείται δε σαν χώρος που κάθονται οι πιστοί, λόγω του μικρού μεγέθους του κυρίως ναού.

Μέσα από μια χαμηλή τοξωτή πόρτα, με άλλα δύο σκαλοπάτια κατεβαίνουμε στο επίπεδο του κυρίως ναού που οι μικρές διαστάσεις, η πλαστικότητα των όγκων και οι επί μέρους λεπτομέρειες σε συνδυασμό με τις εξαιρετικές αγιογραφίες και τον περιορισμένο φωτισμό, κάτω από την ενοποίηση και την προς τα Άνω έλξη του δεσπόζοντος τρούλλου, δημιουργούν μια ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα.

Ο φωτισμός, μετά το κλείσιμο των παραθύρων του τρούλλου, γίνεται μόνο από το παράθυρο της βόρειας κόγχης και στο Ιερό από το παράθυρο της κόγχης του Ιερού.


Το τέμπλο είναι χτιστό και σε αυτό υπάρχουν οι τοιχογραφίες που διασώζονται σε καλή κατάσταση, αριστερά της Ωραίας Πύλης η Παναγία ένθρονη,  δεξιά ο Χριστός ένθρονος και ο Άγιος Νικόλαος ενώ οι τοιχογραφίες χρονολογούνται γύρω στα τέλη του 17ου ή αρχές του 18ου αιώνα και είναι της σχολής του Γεώργιου Μάρκου.

Ο Ναός ανήκει στον Ενοριακό Ιερό Ναό Αγίων Πάντων του Κορωπίου, είναι επισκέψιμος και πανηγυρίζει την ημέρα της εορτής του Αγίου την 6η Δεκεμβρίου με πανηγυρικό εσπερινό και θεία Λειτουργία, επίσης τελούνται και κάποια μυστήρια, όπως και στα περισσότερα εκκλησάκια.

Ιερός Ναός Αγίων Πάντων Κορωπίου, Τηλέφωνο: 210 - 6020793, 210 - 6626923

Βιβλιογραφία: Μπούρας Χαρ.- Ανδρεάδη Ρ.- Καλογεροπούλου Α., Εκκλησίες της Αττικής, Αθήνα 1969 σ. 85 (2) Κατάλογος χριστιανικών μνημείων Μεσογείων και Λαυρεωτικής – 1ης εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων