Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Ιερά Μονή Γενέσιον της Παναγίας Στομίου, Κόνιτσα.

πηγή

Γνωστή και ως Παναγιά η Στομιώτισσα, είναι χτισμένη στη νότια όχθη της χαράδρας του Αώου, μεταξύ των βουνών Τύμφη και Τραπεζίτσα σε ένα ύψωμα με μαγευτική θέα μέσα στον Εθνικό Δρυμό Βίκου και κοντά στην Κόνιτσα.




Άποψη του Καθολικού της Μονής
πηγή
Η αρχική Μονή (15ος – 16ος αιώνας) βρισκόταν στη θέση Παλιομονάστηρο, στη βόρεια όχθη του ποταμού ενώ η προσωνυμία (Στομίου) αναφέρεται πιθανότατα στη φυσική διαμόρφωση της περιοχής, που σαν στόμιο ανοίγεται προς τη χαράδρα.

Η πρόσβαση ακόμη και σήμερα γίνεται με τα πόδια μέσω Κόνιτσας, ακολουθώντας για 2 ώρες περίπου τη διαδρομή στη δεξιά (νότια) όχθη του Αώου, από το ύψος του Γεφυριού της Κόνιτσας μέσα στην επιβλητική χαράδρα του ποταμού.

H Ιερά Μονή Στομίου ιδρύθηκε αρχικά το 1412 ή κατά άλλους το 1590 και στη σημερινή της θέση μεταφέρθηκε το 1774, σύμφωνα με την επιγραφή της εισόδου, από τον Ηγούμενο Κωνσταντίνο.


Άποψη της Μονής
Άποψη της Μονής


Άποψη της Μονής, χτισμένη στην άκρη του γκρεμού
πηγή
Σύμφωνα την παράδοση, αιτία της μετεγκατάστασης αυτής υπήρξε το θαυμαστό γεγονός της μετακίνησης της εικόνας της Παναγίας στη σημερινή θέση, ενώ από την αρχική Μονή μεταφέρθηκαν και τμήματα του τέμπλου, εικόνες αλλά και τα λείψανα των αγίων που διέθετε.

Η Μονή Στομίου, γνώρισε μεγάλη και σπουδαία ακμή ενώ απέκτησε και μεγάλη περιουσία και ακόμη διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή με αγαθοεργίες και σημαντική οικονομική στήριξη των σχολείων της περιοχής.

Το 1798 με Σουλτανικό φιρμάνι, το Στόμιο ορίζεται ως τμήμα της κοινότητας Βρυσοχωρίου (Λεσινίτσας) όμως με την απόφαση αυτή δεν συμμορφώθηκαν οι τότε αρχές της Κονίτσης. 

Έτσι, το 1812 ο Αλή Πασάς, δεχόμενος τις συνεχείς και επίμονες διαμαρτυρίες της κοινότητας του Βρυσοχωρίου, στέλνει στον ηγούμενο της Μονής Στομίου, Λαυρέντιο, το παρακάτω αυστηρό μήνυμα: «Καλόγηρε Παπά Λαυρέντιε. Άμα λάβεις το μπουγιουρτί μου αυτό, να παραδώσεις αμέσως το Μοναστήρι στους Λεσιντσιώτες και να είναι δικό των. Διότι σύμφωνα με το φιρμάνι του Πολυχρονεμένου μας Σουλτάνου, που έχουν, και τη Κόνιτσα να έγραφε θα ήταν δική των. Αν δε το κάμεις, θα σε φάει το μαύρο φίδι με τις σιδερένιες μύτες. Όχι άλλο. Αλή Πασάς Ιωάννινα, Ιουλίου 5, 1812».


 Εντυπωσιακές αεροφωτογραφίες της Μονής



Άποψη του τρούλου του Καθολικού
πηγή
Το γράμμα αυτό του Πασά των Ιωαννίνων προς τον ηγούμενο του Μοναστηριού, το βρήκαμε στο βιβλίο του Νικολάου Εξάρχου «το Βρυσοχώρι Ζαγορίου», εκεί δημοσιεύεται, μεταφρασμένο φέροντας και τη σχετική βεβαίωση για τη ορθή αντιπαραβολή από το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων το 1916 και το Σουλτανικό φιρμάνι του 1798 που προαναφέραμε.

Στο ίδιο βιβλίο διαβάζουμε επίσης ότι ο ηγούμενος του Μοναστηριού μόλις έλαβε το γράμμα παρέδωσε αμέσως τα κλειδιά της Μονής στους Βρυσοχωρίτες, λίγο καιρό αργότερα όμως, με τη παρέμβαση και του τότε επισκόπου Κονίτσης, τα δυο αντιμαχόμενα μέρη ήρθαν σε κάποιον συμβιβασμό.

Οι Κονιτσιώτες πήραν το Μοναστήρι και τα γύρω κτίσματα και οι Βυσοχωρίτες τα βοσκοτόπια της Μονής, αμέσως όμως μετά τον θάνατο του Αλή Πασά, οι αμφισβητήσεις και οι διαμάχες μεταξύ των δυο κοινοτήτων ξεκίνησαν και πάλι.

Η είσοδος στην Μονή.
πηγή
Σε δικαστικές διαμάχες που έγιναν τον 20ο αιώνα, αρχικά δικαιώθηκαν οι Βρυσοχωρίτες αλλά η υπόθεση έκλεισε οριστικά το 1960 όταν και τελεσίδικα η Μονή πέρασε στη κυριότητα της Ιεράς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης.

Στο διάστημα από το 1923 μέχρι και το 1958 ήταν ουσιαστικά έρημη, έχοντας υποστεί καταστροφές, με σημαντικότερη την πυρπόλησή της από τους Γερμανούς το 1943, από την οποία διασώθηκε μόνο το Καθολικό ενώ το 1956 ξεκίνησε μια πρώτη προσπάθεια αποκατάστασης και το 1989 επισκευάστηκε.

Η Μονή Στομίου είναι σήμερα ενεργό ανδρικό μοναστήρι, υπαγόμενο στην Ιερά Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης και είναι χαρακτηρισμένη ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, διαθέτει 11 καινούρια κελιά, καθώς και το Καθολικό, μία σταυρεπίστεγη βασιλική με τρούλο, το οποίο είχε διασωθεί από την πυρκαϊά του 1943. 

Το Καθολικό κοσμείται με ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τμήματα του παλαιότερου τέμπλου και οι λίγες βυζαντινές εικόνες που μεταφέρθηκαν από την παλαιά Μονή ενώ στα κειμήλιά της περιλαμβάνονται παλαιά λειτουργικά βιβλία καθώς και λείψανα αγίων, Μεγάλου Βασιλείου, Ιωάννη Χρυσοστόμου, Αγίου Κοσμά του Αναργύρου, Σαμωνά μάρτυρος και ομολογητού, Αγίου Νείλου και Οσίου Αλυπίου του Κιονίτου

Η είσοδος στο Καθολικό.
πηγή
Τα τελευταία χρόνια στο μοναστήρι έχουν ξεκινήσει πολλές εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης των κτιρίων, η δε στέγη του Καθολικού καλύφθηκε από φύλλα μολύβδου

Από τις σημαντικές μορφές που μόνασαν στη Μονή ήταν ο μακαριστός Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο οποίος, στο διάστημα που έμεινε εκεί (1958 - 1962), κατάβαλε, με τη συνδρομή επιτρόπων και άλλων, σημαντική προσπάθεια για την αποκατάστασή της.

Ο Άγιος Παΐσιος συνέβαλε τα μέγιστα στην αναμόρφωσή της Μονής, κουβαλώντας ακόμα και με τα χέρια του βαριά φορτία από κάτω από το ποτάμι, κινητοποιώντας και ευαισθητοποιώντας τους αγαθούς κατοίκους των γύρω χωριών, συγκεντρώνοντας εισφορές που του έστελνε η Παναγιά με ευσεβείς ανθρώπους, μαζεύοντας εργάτες, φτιάχνοντας ο ίδιος κουφώματα, πατώματα, στέγες, σαν μαραγκός και μάλιστα από τους καλύτερους, πάντα με χαρά, αγάπη και προσευχή! 

Ο γέροντας Παΐσιος είχε πόθο να ασκητέψει στο Άγιο Όρος, στα Κατουνάκια, όμως η Παναγία του έδειξε στο κελί του οφθαλμοφανώς, σαν σε «πνευματική τηλεόραση», τη Μονή Στομίου Κονίτσης και του είπε ολοζώντανα: «δεν θα πας στα Κατουνάκια. Θα πας στη Μονή Στομίου»! 

Το κελάκι του Αγίου Παισίου στην Μονή Στομίου.
Το κρεβάτι που βλέπετε το κατασκεύασε ο ίδιος.
πηγή
Έλεγε ο ίδιος ο Άγιος Παίσιος: «Το τάμα που είχα κάνει στην Παναγία, αν με διαφυλάξη η χάρι της κατά τον πόλεμο, να πάω τρία χρόνια να βοηθήσω να κτισθή το καμένο Μοναστήρι της, νόμισα ότι η Παναγία πλέον δεν θα το ζητήσει, μιας και έγινα μοναχός, αλλά φαίνεται ότι το ήθελε».

Περιστατικά από την ζωή του Αγίου Παισίου, αναφέρουν ότι συνομιλούσε με τα άγρια ζώα, ότι θεράπευε ασθενείς, ότι επέβαλε το σεβασμό απαγορεύοντας τα γλέντια και φαγοπότια εντός του χώρου της μονής, ότι πήδηξε από έναν γκρεμό για να διαφυλάξει μια λειψανοθήκη με ιερά λείψανα που έπεσε κ.α.

Σύμφωνα και με τις διηγήσεις του σημερινού Ηγούμενου της Μόνης γέροντα Κοσμά, ο Άγιος Παΐσιος έφτιαξε και το πλακόστρωτο στον εξωτερικό χώρο του μοναστηρίου. 

Μαρτυρίες κατοίκων της ευρύτερης περιοχής αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια της επισκευής του μοναστηριού, οι τεχνίτες απευθύνθηκαν στον γέροντα Παΐσιο λέγοντάς του πως δεν θα φτάσει το τσιμέντο. 

Εκείνος φέρεται ότι τους είπε να μην ανησυχούν, να συνεχίσουν τη δουλειά τους και πήγε να προσευχηθεί και όπως διηγούνται οι κάτοικοι, το τσιμέντο όχι μόνο έφτασε, αλλά περίσσεψε κιόλας.

Φωτογραφία του Αγίου Παισίου του 1961 κατά την
ανακαίνιση της Μονής Στομίου.

Το 1962 ο γέροντας έφυγε για το Σινά και επέστρεψε το 1964 οριστικά στο Άγιον Όρος, όμως το μικρό κελί στο οποίο διέμενε κατά τα 4 χρόνια της παρουσίας του στη μονή, διατηρείται μέχρι σήμερα. 

Είναι ένα μικρό, στενό κελάκι, με ένα ξύλινο κρεβατάκι που είχε κατασκευάσει ο ίδιος το οποίο είναι και το μοναδικό έπιπλο στο κελί και διάφορες εικόνες βρίσκονται μέσα σε αυτό. 

Εντύπωση προκαλεί η πινακίδα που είχε τοποθετήσει ο Γέροντας πριν τη Μονή «ΠΡΟΣ ΑΩΟΝ ΟΙ ΑΣΕΜΝΩΣ ΕΝΔΕΔΥΜΕΝΟΙ – ΠΡΟΣ Ι.Μ.Σ ΟΙ ΣΕΜΝΩΣ», για να υπενθυμίσει στους προσκυνητές πως πρέπει να εισέρχονται ευλαβώς στο Μοναστήρι, «Η νύχτα για τον καλόγερο δεν είναι ποτέ μεγάλη», έλεγε ο Παίσιος και αυτό γιατί δεν κοιμόταν πολύ, την ημέρα δούλευε και το βράδυ προσευχόταν ενώ στον τοίχο είναι κρεμασμένες εικόνες Αγίων, μία από αυτές απεικονίζει τον Χριστό στην αγκαλιά της Παναγίας. και ο Παΐσιος είχε κολλήσει γύρω της κουκουνάρες για να την ομορφύνει.

Άποψη του τέμπλου της Μονής

Σύμφωνα και με κάποιες ενθυμίσεις, μεταξύ των αφιερωτών της Μονής Στομίου, συγκαταλέγεται και ο γνωστός ληστής Νταβέλης, ο οποίος φέρεται να ενίσχυσε οικονομικά την οικοδόμηση του εξωτερικού περιβόλου.

Σύμφωνα με τον Α. Ευθυμίου: ”Το μοναστήρι είχε αρκετά γιδοπρόβατα και βόδια. Ένα βόδι μάλιστα το είχαν αγοράσει με χρήματα του λήσταρχου Νταβέλη όπως διόρθωσαν και ψήλωσαν και την μάντρα του Μοναστηριού με τα φλωριά του μαναριού του. Ο Νταβέλης είχε πάντα ένα μανάρι μαζί του μασκώτ της ομάδας του χρυσοστολισμένο. Κάποια μέρα που το είχαν μπλοκάρει τα τούρκικα αποσπάσματα, το μανάρι του ξεκόπηκε και μπλέχτηκε με τα πρόβατα του μοναστηριού που βοσκούσε ο Μήτρος Ρετζούλης. Εκείνος το παρουσίασε στο μοναστήρι και οι καλόγεροι ειδοποίησαν με την σειρά τους τον Νταβέλη ότι βρισκόταν εκεί. Ο Νταβέλης μαθαίνοντας ότι το μανάρι του βρισκόταν εκεί και πιστεύοντας ότι η Παναγία η Στομιώτισσα τον βοήθησε να νικήσει τα Τούρκικα στρατεύματα, έστειλε είδηση να κρατήσουν τα φλωριά για το μοναστήρι και να του στείλουν το μανάρι του.”

Άποψη της Μονής

Για να προσεγγίσουμε την Μονή, ξεκινάμε από το μεγάλο πέτρινο γεφύρι της Κόνιτσας στον Αώο ποταμό, ακολουθούμε τον χωματόδρομο στη δεξιά όχθη, ο οποίος σε περίπου 2 χιλιόμετρα καταλήγει σε ένα μικρό τσιμεντένιο φράγμα στην κοίτη του ποταμού.

Από εκεί ένα φαρδύ μονοπάτι που εναλλάσσεται κατά διαστήματα με στενό δρόμο, συνεχίζει για περίπου 40 λεπτά, παράλληλα με τη δεξιά όχθη του ποταμού, και στη συνέχεια ανηφορίζει για τη μονή Στομίου μέσα από ωραίο δάσος με γάβρους και οστριές (50 λεπτά).

Στα δεξιά σας κρέμονται από πάνω οι κορυφές της Τύμφης και στα αριστερά οι πλαγιές του Σμόλικα.

Ανεβαίνοντας προς τον ξύλινο σταυρό, πίσω από τη μονή θα έχετε εντυπωσιακή θέα προς τη χαράδρα και το φαράγγι Στόμιο ενώ στη διαδρομή σας θα συναντήσετε τρεις πηγές, μία στη μέση της διαδρομής, μία στο ποτάμι Γράβο, 15΄ πριν φτάσετε και 180 μέτρα έξω από τη μονή.

Εναλλακτικά, σε 30 λεπτά περίπου από το τσιμεντένιο φράγμα, μπορεί κανείς να ακολουθήσει το παλιό μονοπάτι που βρίσκεται στα δεξιά του δρόμου, από όπου προσφέρεται μια πιο ζωντανή αίσθηση της άγριας ομορφιάς του τοπίου και της μοναδικής βλάστησης της χαράδρας.

Στην μονή εγκαταβιούν σήμερα δύο μοναχοί με ηγούμενο τον γέροντα Κοσμά, οι μοναχοί εκεί ζουν χωρίς βατό δρόμο, μετακινούνται με τα πόδια, και χωρίς ρεύμα ενώ έχουν μια γεννήτρια, που κι αυτή δεν δουλεύει πάντα και χρειάζεται πετρέλαιο για καύσιμο.

Η Ιερά Μονή της Παναγίας Στομίου πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου, στο Γενέσιον της Θεοτόκου.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 26550 - 23067.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ ΒΙΝΤΕΟ



Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε' ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ.


Φυλάσσονται μέσα σε περίβλεπτη λάρνακα στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Αθήνα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Άγιος Γρηγόριος Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Τοιχογραφία στην Ι. Μ. Στροφάδων και Αγίου 
Διονυσίου Ζακύνθου.
 Έργο Ιωάννου Τσολάκου.
Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1745, από τον Ιωάννη και την Ασημίνα.

Σπούδασε στη σχολή της γενέτειράς του κοντά στον δάσκαλο Μελέτιο, Ιερομόναχο θείο και ανάδοχό του και στον Ιερομόναχο Αθανάσιο Ρουσόπουλο ενώ είκοσι ετών, το 1765 πήγε στην Αθήνα και μαθήτευσε για δύο χρόνια κοντά στον μεγάλο διδάσκαλο Δημήτριο Βόδα.

Το 1767 πήγε στη Σμύρνη στον θείο του, εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή και μετά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα ενώ μετά τις σπουδές του πήγε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός ως Γρηγόριος. 

Κατόπιν τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του ενώ όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στη Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.

Το 1785 ο Προκόπιος εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης και ο Γρηγόριος χειροτονείται επίσκοπος και ανέρχεται στο Μητροπολιτικό θρόνο της Σμύρνης. Η πλούσια δραστηριότητά του τον κάνει πλατιά γνωστό και γι᾽ αυτό τον Μάιο του 1797, μετά τη χηρεία του Οικουμενικού Θρόνου, εκλέγεται πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ως Γρηγόριος Ε´.

Η πατρική οικία του Γρηγορίου Ε΄στη Δημητσάνα.
Εκθρονίζεται από την Υψηλή Πύλη, εξορίζεται το 1798 και αποσύρεται στη Μονή Ιβήρων του Άθωνα, όπου μένει επτά χρόνια, επιδιδόμενος στην άσκηση και τη μελέτη.

Αγάπησε πραγματικά τη Μονή Εσφιγμένου και ενδιαφέρθηκε για την επαναφορά της στην κοινοβιακή τάξη, εξάλλου τέλεσε και τα εγκαίνια του κεντρικού Ναού της το 1811 και ανέλαβε τη εξόφληση της νότιας πτέρυγας της Μονής, για αυτό και θεωρείται κτίτωρά της.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 καλείται για 2η φορά από τους αρχιερείς στον Πατριαρχικό Θρόνο, τα προβλήματα όμως δεν παύουν αφού η αλλαγή της τουρκικής πολιτικής και η επανάσταση των Γενιτσάρων επιφέρουν και νέα πτώση του Γρηγορίου που εξορίζεται στην Πριγκηπόννησο και το 1810 αποσύρεται πάλι στο Άγιο Όρος, όπου μένει άλλα 9 χρόνια.

Εκλέγεται όμως και για τρίτη φορά Πατριάρχης στις 15 Δεκεμβρίου του 1818 χρονιά που μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του 1818 στο Άγιον Όρος και «Ἔδειξεν εὐθὺς ζωηρότατον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» και «ηὐχήθη ἀπὸ καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της και επιστρέφει στην Πόλη τον Ιανουάριο του 1819.

Η αναπαλαιωμένη κατοικία του Γρηγορίου Ε' στην Δημητσάνα,
πηγή
Το εκκλησιαστικό μουσείο της Δημητσάνας στεγάζεται στην
αναπαλαιωμένη κατοικία του Γρηγορίου Ε'.

πηγή
Το διαμορφωμένο εκκλησάκι εντός της κατοικίας του Γρηγορίου Ε' στην Δημητσάνα.
πηγή

Πορτρέτο του Αγίου Γρηγορίου Ε'.
ξυλογραφία στα 1861 - 1862

Η 3η Πατριαρχία του συνδέεται με κρίσιμες στιγμές του Γένους, η θέση του γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και η πατριαρχία του λήγει με τη μαρτυρική του θυσία όταν την νύχτα του Πάσχα, στις 10 Απριλίου του 1821 μαζί με 8 άλλους αρχιερείς τέλεσε τη θεία Λειτουργία της Αναστάσεως, συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε ενώ τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια και τον πίεζαν να δεχτεί τον Ισλαμισμό.

Ο Γρηγόριος ο Ε΄, μάλιστα είχε προείπει τον θάνατό του την Κυριακή των Βαϊων, λέγοντας: «Σήμερα τρώμε εμείς τα ψάρια, την άλλη Κυριακή - το Πάσχα δηλαδή - θα μας τρώνε εκείνα».

Ο Πατριάρχης απάντησε: «Μάταια κοπιάζετε. Ό Πατριάρχης των Χριστιανών, Χριστιανός γεννήθηκε και Χριστιανός θα πεθάνει», τότε τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον οδήγησαν δεμένο στην αποβάθρα του Φαναρίου.

Εκεί ο Γρηγόριος γονάτισε, έκανε τον Σταυρό του και περίμενε να αποκεφαλιστεί, όμως ένας δήμιος τον κλώτσησε και τον μετέφεραν στις Πύλες του Πατριαρχείου στις 3 το απόγευμα, όπου σε μία από αυτές με φρικτό τρόπο τον κρέμασαν. Επί τρεις ημέρες το σώμα του έμεινε μετέωρο, δεχόμενο τους εξευτελισμούς του μανιασμένου όχλου, μια σπείρα Εβραίοι αγόρασαν τον νεκρό, τον περιέφεραν στους δρόμους και τελικά αφού τρύπησαν όλο το σώμα του, έδεσαν στο λαιμό του ογκόλιθο και τον πέταξαν στον Κεράτιο κόλπο. 

H κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, που απαγχονίστηκε
ο Γρηγόριος Ε΄, η οποία παραμένει κλειστή ως σήμερα
Κατά θεία οικονομία όμως ο ογκόλιθος λύθηκε και το λείψανο του Πατριάρχη εθεάθη κάτω από τις γέφυρες κοντά στο Γαλατά ενώ ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Νικ. Σκλάβος βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε κρυφά στην Οδησσό, όπου τάφηκε στον Ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος αφού κηδεύτηκε με αυτοκρατορικές τιμές. 

Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», αλλά ήταν και «ἄκαμπτος εἰς τᾶς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίων, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε»

Ο ανδριάντας του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ στα προπύλαια
του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αποδίδεται σε μέγεθος μεγαλύτερο 

του φυσικού, όρθιος, σε μεγαλοπρεπή στάση, με το αριστερό χέρι 
στηρίζεται στη μπρούντζινη ποιμαντική ράβδο, ενώ το δεξί χέρι
απλώνεται χαρακτηριστικά προς τα εμπρός.
O Γρηγόριος, έταξε σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το Γένος, να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό ενώ για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του τη διπλωματική δεξιοτεχνία όμως στην προσπάθειά του να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνοντα μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου». «Ἂς μὴν λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν του κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τᾶς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων, μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τᾶς ὑπονοίας, ὄτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῆ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῆ διὰ τῆς φυγῆς».

Επιστολή του Γρηγορίου Ε´με την οποία αποκηρύσσεται
η εξέγερση και αφορίζεται ο Αλέξανδρος Υψηλάντης
Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 26 Δεκεμβρίου 1820 στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορική άποψη, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, σε όλες του τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση: «Ἀμφοτέρα τᾶς τιμίας ἐπιστολᾶς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φοῦντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τοὺς ἐν αὐταὶς τιμίους λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα, οἱ γὰρ χρόνοι πονηροὶ εἰσι καὶ ἐν ταὶς φιλοπατριώταις ἐστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανώνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευομένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιώται, οὖς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργούσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγείν. Οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσι μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοὶς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρυφὰ ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὄτε καὶ ἐπίκρινε τοὶς θεοσεβέσιν ἀδελφοὶς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶα πράυνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχεσιν, ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὒν ταὶς ἐμαὶς εὐχαὶς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατύνει αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἳ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἠασαΐα. Γεωργοὶ ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος».

"Ο θάνατος του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄"
Πίνακας του 
Ουγκ Φουρό
Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο, ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα: «Χρεωστοῦμεν», έλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἠμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώση....».

Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε: «Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας. 

Ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῆ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του».

Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση, μάλιστα oι Φιλικοί ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.

Στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας στην Οδησσό είχε ταφεί αρχικά
την 16η Απριλίου 1821 το λείψανο του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Γρηγορίου Ε’, ανευρεθέν στα
παράλια της Οδησσού από τον Κεφαλλονίτη πλοίαρχο Γεράσιμο
 Σκλάβο, έπειτα από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη από
τους Οθωμανούς την 10η Απριλίου 1821 και την ρίψη του
νεκρού σώματος του στον Κεράτιο Κόλπο.
Κατόπιν μεταφέρθηκε στην Αθήνα.
Όταν σε μια συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε' απάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Ὁ θάνατος ἠμῶν θὰ δώση δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίση τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἠμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύση ὅλον τὸ Ἔθνος».

Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε: «Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθη τᾶς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργούσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην. Εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετὰ τίνας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων. Δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τᾶς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῆ καὶ θριαμβεύση, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».

«Ο Πατριάρχης Γρηγορίος Ε΄συρόμενος στην αγχόνη»,
Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Νικηφόρου Λύτρα
Ο Γρηγόριος ο Ε', ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του, σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος, επωμίσθηκε το σταυρό του, ανέβηκε το Γολγοθά του, δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό, μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη.

Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί «γιαφτάς»), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του: «.…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως… ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώση πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς τῶν, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν. Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὄσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων…Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψη ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων».


Απόσπασμα από τον γιαφτά της καταδίκης του Αγίου Γρηγορίου Ε'

Το σώμα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε΄
ρίπτεται στο Κεράτιο κόλπο. Ελαιογραφία σε μουσαμά,
αγνώστου, αντίγραφο από την πρωτότυπη σύνθεση
του γερμανού ζωγράφου Peter von Hess.
Το 1871 η Εκκλησία της Ελλάδος θέλησε να μετακομίσει το λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα και για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β' ο Κατραμής και ο Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α' γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. 

Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου το οποίο έφθασε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου του 1871, με το ατμόπλοιο «Βυζάντιο» και οι Αθηναίοι του επιφύλαξαν πάνδημη υποδοχή και εναποτέθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα. 

Η εφημερίδα ΑΙΩΝ περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες την λαμπρή υποδοχή στο φύλλο της 27ης Απριλίου 1871 και ξεκινά την περιγραφή: «Η ημέρα της προχθές Κυριακής 25 Απριλίου, θα μνημονεύεται, εν τοις χρονικοίς της πόλεως Αθηνών, επί μακρούς χρόνους, ως μια των ωραιοτάτων και γραφικοτάτων αυτής. Την ημέραν αυτήν η πρωτεύουσα του ελληνικού Βασιλείου ετέλεσε διπλήν τελετήν, επανηγύρισε την πεντηκονταετηρίδα από της εθνικής εγέρσεως, υπεδέχθη δε όπως, εν μέσω τόσων άλλων κειμηλίων της δόξης του παρελθόντος και της καθ΄ημάς εποχής, φυλάξη πολύτιμον του Ελληνισμού κειμήλιον, το λείψανον του υπέρ της ελληνικής ελευθερίας μαρτυρήσαντος Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’». 

Στις 10 Απριλίου του 1921 ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και η μνήμη του τιμάται στις 10 Απριλίου.


Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΛΑΠΑΛΙΚΗ.


Φυλάσσονται στον ιερό Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου, στο Χιλιόδενδρο της Καστοριάς.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Φορητή εικόνα του αγίου
Ιερομάρτυρα Βασίλειου Καλαπαλίκη
Για τον βίο του Νέου Ιερομάρτυρα Βασίλειου Καλαπαλίκη, η ιερά Μητρόπολη Καστοριάς μας πληροφορεί:

Ο ένδοξος του Χριστού Νέος Ιερομάρτυς Βασίλειος, Καλαπαλίκης, ην έγγαμος Ιερεύς, πατήρ τριών τέκνων, δύο υιών και μιάς θυγατρός, εφημέριος της ενορίας Χιλιοδένδρου Καστορίας.

Εγεννήθη εν έτει 1858 και ηνάλωσεν εαυτόν τη διακονία του πλησίον, τη απλανεί ποδηγεσία αυτού και τη Θεία Λατρεία.

Φιλακόλουθος ων ετέλει τας Ιεράς Ακολουθίας εν τω τότε ενοριακώ Ναώ του Αγίου Δημητρίου και έχαιρε της τιμής και της ευλαβείας της λογικής αυτού ποίμνης.

Διά τας πολλάς αυτού προς άπαντας ευεργεσίας εφθονήθη υπό των απίστων εκγόνων της Άγαρ και δη των οικούντων εν τη γείτονι Μεσοποταμία.

Εξ αυτής ανόσιοι άνδρες την εσπέραν της 21ης Ιουνίου του έτος 1902 επέδραμον εις τον Ναόν, ένθα αυτός ετέλει την εσπερινήν ακολουθίαν και δι’ όπλου πυροβόλου αυτόν ιστάμενον έμπροσεν της Αγίας Τραπέζης ετραυμάτισαν.

Η Τιμία Κάρα του αγίου
Ιερομάρτυρα Βασίλειου Καλαπαλίκη
Εξελθών ο πανόσιος Βασίλειος του Ναού ερευνήσαι την αιτίαν του αυτού τραυματισμού κατεκρεουργήθη υπό των απίστων, ανηλεώς κτυπώντων αυτόν διά ξύλων και πελέκεων, εθραύσθη την κεφαλήν, εστρεβλώθη την γνάθον και εκακώθη το σαρκίον άχρι θανάτου.

Το αιμόφυρτον αυτού σκήνος μετά δυσκολίας αργότετον ανεγνωρίσθη εκ της γενειάδος και των ιερών αυτού αμφίων και ενεταφιάσθη όπισθεν του Ιερού Βήματος.

Κατόπιν συνεχών εμφανίσεων του Ιερομάρτυρος εγένετο ανακομιδή των πανσέπτων αυτού μαρτυρικών λειψάνων τη 2α Μαΐου του 1987 και κατ’ αυτήν το τίμιον του Μάρτυρος σκήνος ευρέθη μετά του δέρματος, της γενειάδος, της κώμης και της δεξιάς χειρός εχούσης τα δάκτυλα εις σχήμα ευλογίας.


Η Πράξη Αναγραφής στο Αγιολογόγιο των 7 Νεομαρτύρων
εκ Καστοριάς μεταξύ αυτών και του Ιερομάρτυρα
Βασίλειου Καλαπαλίκη.
Μετά τον, οίμοι, καθαρισμόν εξ αγνοίας των οστέων εκ του δέρματος ετοποθετήθησαν αύθις ταύτα εν ξυλίνω κιβωτίω εντός του ιδίου τάφου. 

Εκ δευτέρου ανακομιδή αυτών εγένετο τη 28η Νοεμβρίου του 2014 παρουσία Αρχιερέων και πλήθους πιστών και ευρέθησαν άρρητον εκπέμποντα ευωδίαν, ήτις άχρι τούδε παραμένει έντονος.
Την Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο υπογράφηκε η πράξη αγιοκατατάξεως των 7 Νεομαρτύρων της Καστοριάς, μεταξύ αυτών και του Ιερομάρτυρα Βασίλειου Καλαπαλίκη. 
Την πράξη κόμισε, εκ μέρους του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ, ο συντοπίτης μας Αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος Σίσκος, Προϊστάμενος των Ιερών Ναών Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κουμαριωτίσσης και Αγίου Νικολάου Νεοχωρίου καθώς και Αρχειοφύλαξ των Πατριαρχείων.

Η Α.Θ.Π., ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος και η περί αυτού Αγία και Ιερά Σύνοδος υπέγραψαν την πράξη αγιοκατάταξης των 7 Νεομαρτύρων που επικυρώνει την από 3ης Οκτωβρίου 2019 απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου περί «αναγραφής εις το Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας των μαρτυρικώς τελειωθέντων υπέρ της αμωμήτου ημών πίστεως: α) Μάρκου Πέτρου Μαρκούλη εκ Κλεισούρας, β) Ιωάννη – Νούλτζου εκ Καστορίας, και των συν αυτώ αθλησάντων, γ) Γεωργίου του εκ Καστορίας, δ) ιερέως Βασιλείου Καλαπαλίκη, εφημερίου Χιλιοδέντρου Καστορίας και ε) Αρχιμανδρίτου Πλάτωνος Αϊβαζίδη».


Τρίτη 7 Απριλίου 2020

ΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ.


Φυλάσσεται στον ομώνυμο Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου, στο Σκαλοχώρι της Λέσβου και φέρει επιγραφή «Ἅγιος Γιόργις».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια όμως δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς». Μακαριστός π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ).


Άγιος  Γεώργιος  Μυτιλήνης. 
Τοιχογραφία (Fresco) περίπου του 1350 στην  Εκκλησία του 
Χριστού Παντοκράτορα τής Ιεράς Μονής Βισόκι Ντετσάνι, 
Κοσσυφοπέδιο, Σερβία. 
Ο Γεώργιος ο επονομαζόμενος Σημαιοφόρος γεννήθηκε γύρω στα 776 στα παράλια της Μικράς Ασίας, ήτανε γόνος εύπορης οικογένειας που μετά το θάνατο των γονέων του μοίρασε την πατρική του περιουσία σε φτωχούς και σε ηλικία 18 ετών εκάρη μοναχός σε άγνωστη προς εμάς, κοινοβιακή Μονή, στην οποία έμεινε δύο χρόνια.

Στη Μυτιλήνη τον συναντούμε αυστηρά ασκούμενο σε σπήλαιο και το 804 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Μυτιλήνης και στη δεύτερη φάση της Εικονομαχίας στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον Πατριάρχη Νικηφόρο υπερασπίσθηκε τους εικονοφίλους, για αυτό και εξορίστηκε σε κοντινό στην Πόλη νησί. 

Κατά την περίοδο της εξορίας του ο βιογράφος του διασώσει τη μαρτυρία τριών θαυμάτων, τη θεραπεία ενός δαιμονιζόμενου ονόματι Κωνσταντίνος, ενός ακόμη δαιμονιζομένου κωφαλάλου και ενός τυφλού. 

Εξαιτίας της αυστηρής άσκησης και των κακουχιών κοιμήθηκε στις 7 Απριλίου του 821, σε ηλικία 45 ετών και επί πατριαρχείας Μεθοδίου (842 - 847) τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη Μυτιλήνη και αυτό το γεγονός περιγράφεται στον βίο του: «Πάντες οἱ τῆς νήσου Μυτιλήνης οἰκήτορες, ἅμα πρεσβυτέροις καὶ παντὶ τῷ κλήρῳ παρεγένοντο ἔνθα κατέκειτο τὸ σῶμα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἠμῶν καὶ ὁμολογητοὺ Γεωργίου, καὶ δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς ἀγρυπνήσαντες, τὴ ἐπιούση ἡμέρα λαβόντες τὸ σῶμα μετὰ ψαλμῶν καὶ ὕμνων ἀπεκόμισαν αὐτὸ εἰς τὴν ἰδὶαν νῆσον καὶ κατέθεικαν αὐτὸ μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν πατέρων, δόξαν ἀναπέμποντες τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι»..

Κατά μια άλλη όμως παράδοση το σώμα του Γεωργίου τάφηκε στη Μυτιλήνη στη θέση «τρία κυπαρίσσια» ή «Σαρή Μπαμπά», όπου εικάζεται ότι εδώ ο άγιος ίδρυσε και Μονή, στην οποία κατά τα τελευταία έτη του βίου μόνασε και σύμφωνα με σωζόμενα πατριαρχικά έγγραφα του 1256, η Μονή αυτή ήταν η πρώτη στη Μυτιλήνη, υπήρξε «αυτοδέσποτη» και δεν υπάγονταν στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά ούτε στη Μητρόπολη Μυτιλήνης ενώ οι μοναχοί της ονομάζονταν «οσιογεωργίται».

Κατά τον 18ο αιώνα σωζόταν και τιμόταν στη Μυτιλήνη η χείρα του Αγίου, αυτή είναι η δεξιά χείρα που σώζεται σήμερα στο Σκαλοχώρι και φέρει επιγραφή «Ἅγιος Γιόργις».

Δεν είναι γνωστό τι απέγιναν με το πέρασμα του χρόνου τα λείψανα του Αγίου, είναι όμως γνωστό, ότι το χέρι του Αγίου παρέμεινε στη Μυτιλήνη και εγκωμιάζεται στην ακολουθία του σαν θαυματουργό, όπως βλέπομε στις παρακάτω φράσεις: «Πηγήν ανεξάντλητον η ση ποίμνη των ιάσεων την ιεράν κεκτημένη σου χείρα...». «Τους πλουτούντας, μάκαρ, χείρα την σην, την σεπτήν και θείαν και τιμώντας πανευλαβώς». «Εορτάζει σήμερον η Εκκλησία την σεπτήν σου κοίμησιν, αρχιεράρχα του Χριστού σημειοφόρε Γεώργιε, σου προσκυνούσα την χείρα την πάνσεπτον».

Η μνήμη του τιμάται στις 7 Απριλίου. 

πηγή