Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Ιερά Μονή Αγίου Λαυρεντίου, Πήλιο.

πηγή φωτογραφίας: imd.gr

Βρίσκεται σε ένα από τα υψηλότερα και ωραιότερα σημεία, στην βορειοανατολική είσοδο του χωριού Αγιος Λαυρέντιος ακριβώς κάτω από τον δρόμο και απέχει 25 χιλιόμετρα από τον Βόλο.

 

φωτογραφία Sofia Siatravani
φωτογραφία:volospelionmagnesia.blogspot.gr
Δίπλα στην Μονή βρίσκονται οι κατασκηνώσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος ενώ σύμφωνα με τον Α. Παπαθανασίου «το μοναστήρι του Αγίου Λαυρέντιου είναι ένα από τα παλιότερα μοναστήρια - κτίσματα του Πηλίου.

Πιθανολογείται ότι κτίστηκε το δεύτερο μισό του 12ου αιώνα από Βενεδικτίνους μοναχούς, οι οποίοι κατάγονταν από την ιταλική πόλη Αμάλφι. Σύμφωνα με πηγές αλλά και σωζόμενη επιγραφή, εντοιχισμένη στη βόρεια πλευρά του ναού, στα ερείπια του παλιού μοναστηριού κτίζεται το 1378 η νέα μονή, επί βασιλείας του Αλεξίου Γ΄ Κομνηνού, από τον Όσιο Λαυρέντιο, και αφιερώνεται στον Άγιο Λαυρέντιο

Ο Άγιος Λαυρέντιος ήταν αρχιδιάκονος, ο οποίος μαρτύρησε στη Ρώμη το 258, επειδή δε θέλησε να απαρνηθεί την πίστη του και ανακηρύχθηκε άγιος της Δυτικής Εκκλησίας. 

Όσο για τον Όσιο Λαυρέντιο, όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι μελετητές, ήταν μοναχός στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους.

Κατά την εποχή της μεγάλης διαμάχης μεταξύ των Ησυχαστών και των Βαρλααμιτών – περίπου το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα – ο Οσιος Λαυρέντιος έφυγε από το Άγιο Όρος, ίσως μαζί και με άλλους μοναχούς, και ήρθε στο Πήλιο αναζητώντας κάποιο μοναστήρι για να μονάσει εν ηρεμία. 


Το Μοναστήρι ανακαινίστηκε πολλές φορές, όπως μαρτυρούν και άλλες επιγραφές που είναι εντοιχισμένες στο ναό. Ως εκ τούτου, το σωζόμενο κτήριο μαρτυρεί με τις επάλληλες χρονολογικές περιόδους κατασκευαστικών εργασιών την ιστορική του εξέλιξη και αποτελεί έναν τόπο ιστορικού, αρχιτεκτονικού αλλά και θρησκευτικού ενδιαφέροντος. 

Ο ναός της Μονής είναι βυζαντινού ρυθμού, τρίκογχος βασιλική με τρούλο και υψηλό τύμπανο. Είναι κτισμένος στο κάτω μέρος με ορθογώνιους σχιστόλιθους μεγάλων διαστάσεων και στο πάνω με μικρότερων διαστάσεων ορθογώνιους πώρινους ή σχιστόλιθους, από τους οποίους κάποιοι έχουν ανάγλυφες διακοσμήσεις, σταυρούς, ζώα, φυτά και άλλα. Η στέγη του ναού και των κελιών καλύπτεται από πλάκες.

Στο εσωτερικό του ναού, σώζεται η βάση μαρμάρινου τέμπλου. Ο ναός στηρίζεται σε έξι μονόλιθους κίονες μαρμάρινους, τα κιονόκρανα των οποίων φέρουν διακοσμήσεις. Δεν υπάρχουν τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ναού, εκτός από το χώρο του Ιερού Βήματος, όπου υπάρχει η αγιογραφία του Παγώνη, με θέμα τη γέννηση του Χριστού. 

Οι φορητές εικόνες του εικονοστασίου είναι έργα βυζαντινής τέχνης, πιθανότατα του 16ου αιώνα. Στο ναό υπάρχουν αξιόλογες παλιές εικόνες, ιερά σκεύη και εκκλησιαστικά βιβλία. Στο προαύλιο του ναού, υπάρχουν διάφορα γλυπτά, κυρίως κομμάτια από κίονες και κιονόκρανα με διακοσμήσεις, που διαφέρουν ως προς το ρυθμό.

Αποτέλεσε τον πυρήνα, γύρω από τον οποίο σταδιακά διαμορφώθηκε το χωριό Άγιος Λαυρέντιος. Αυτό αποδεικνύει η σωζόμενη σφραγίδα του χωριού που αποτελείται από τέσσερα κομμάτια και φέρει την επιγραφή: «Σφραγίς της Μονής και χώρας του Αγίου ιερ(ομάρτυρος) ΑΚ (αρχιδιακόνου) Λαυρεντίου ΖΣΖ΄ (1067 από Αδάμ, από δε Χριστού 1559)».

Η κατασκευή του αρχικού κτίσματος τοποθετείται από πολλούς ερευνητές στα μέσα του ΙΒ αιώνα, τότε που ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μανουήλ Α’ Κομνηνός (1143 – 1180) παραχώρησε εμπορικά προνόμια στους κατοίκους των ναυτικών πόλεων Πίζας, Γένοβας και Αμάλφι. 


Από εντοιχισμένες λατινικές επιγραφές που υπάρχουν και σήμερα στο καθολικό του μοναστηριού, φαίνεται ότι οι πρώτοι ιδρυτές του ήταν Λατίνοι που κατάγονταν από την ιταλική πόλη Αμάλφι και το μοναστήρι κτίστηκε με χρήματα δικά τους. 

Όμως τίποτε δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο για το αρχικό ιδρυτικό του μοναστηριού, το οποίο να προκύπτει από επίσημες πηγές. 

Το θέμα αυτό εξακολουθεί και σήμερα να απασχολεί τους ερευνητές, επειδή υπάρχουν στο κυρίως κτίσμα του καθολικού στοιχεία οικοδομικών φάσεων τοιχοποιίας προγενέστερων του ΙΒ αιώνα, όπως η ισόδομη τοιχοποιία πώρινων λαξευτών λίθων, την οποία παρατηρούμε γύρω από τη μεσαία κόγχη και στην ανατολική πλευρά του καθολικού. 

Λόγω της πληθώρας των εξωτερικών κατασκευαστικών και μορφολογικών στοιχείων το μοναστήρι κατατάσσεται στη χορεία των πιο παλιών αλλά και των πιο ιδιόμορφων, από μορφής ναοδομίας, κτισμάτων της περιοχής του Πηλίου».

Στην υποσημείωση της σελίδας 30 του συγγράμματος του αναφέρει ο Παπαθανασίου: «Κατά την ταπεινή μου γνώμη, βάσει συγκριτικών ιστορικών, μορφολογικών και λοιπών κατασκευαστικών στοιχείων, η αρχική κατασκευή του Καθολικού της Μονής πρέπει να ανάγεται στα τέλη του Ι – αρχές του ΙΑ’ αιώνα».

Το μοναστήρι λοιπόν, που έκτισαν οι Βενεδικτίνοι μοναχοί από το Αμάλφι της Ιταλίας, το αφιέρωσαν στη μνήμη του προστάτη της πόλεώς τους, Αγίου Ανδρέα. Η μονή διατηρήθηκε για έναν περίπου αιώνα και μετά παρήκμασε, πιθανότατα εξαιτίας του Σχίσματος που επήλθε μεταξύ των δυο Εκκλησιών, το έτος 1054. 

Ο Όσιος Λαυρέντιος, μοναχός στη Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους, όταν έφτασε το 1378 στην περιοχή, βρήκε το μοναστήρι ερειπωμένο. Tο επισκεύασε εκ βάθρων και το αφιέρωσε στη μνήμη του Αρχιδιάκονος Λαυρεντίου, που μαρτύρησε στη Ρώμη το 258. 

Oπως αναφέρει και ο Κώστας Λιάπης: πιθανότατα κολίγοι του μοναστηριού του Αγίου Λαυρεντίου να ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού, που, όπως και τα υπόλοιπα χωριά του Πηλίου, αναπτύχθηκε και πρόκοψε ως βακούφι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Από το ύψος ήδη του δρόμου θαυμάζουμε την εξαίρετη τοιχοποιία, τον οκτάγωνο τρούλο με χρώμα βυζαντινό κεραμιδί, την συνολική ωραιότητα του Καθολικού, ωστόσο, μόνον από κοντά μπορούμε να αντιληφθούμε τις λεπτομέρειες των σπάνιων αρχιτεκτονικών και κατασκευαστικών του χαρακτηριστικών. 





Πάνω από τρεις ώρες μένουμε στο χώρο της μονής, εντυπωσιασμένοι από την άφθαστη τέχνη των λιθοξόων στο εξωτερικό και των αγιογράφων στο εσωτερικό του Καθολικού.

Το κτίσμα είναι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο από λαξευτούς λίθους, οι οποίοι στις γωνίες των τοίχων, στην κόγχη του Ιερού και, ιδιαίτερα κοντά στο έδαφος, είναι μεγάλων διαστάσεων. Οι ισόδομοι λαξευτοί πωρόλιθοι άλλοτε είναι ελεύθεροι, χωρίς περίβλημα πλίνθων και άλλοτε περίκλειστοι από πλίνθους, που παρεμβάλλονται είτε οριζόντια είτε κάθετα στους αρμούς. Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό, αποπνέει όλη την αίγλη της μακρινής βυζαντινής εποχής δημιουργίας του ναού.

Στην βόρεια πλευρά θαυμάζουμε την εντοιχισμένη πλάκα με την κτητορική επιγραφή, από την οποία προκύπτει το έτος 1378. 

Το υπέρθυρο της εισόδου της νότιας πλευράς παρουσιάζει σχήμα αψιδωτό. Πάνω σε μαρμάρινη πλάκα υπάρχει σκαλισμένος διπλός σταυρός και ρόδακας που περικλείεται από κύκλο.

Επίσης πάνω από την είσοδο υπάρχει πλούσιο επιπεδόγλυφο κόσμημα σε λευκό μάρμαρο που απεικονίζει φυτική παράσταση. Κοσμήματα επίσης σχήματος αλυσίδας υπάρχουν εντοιχισμένα στη βόρεια και νότια πλευρά. Ανάγλυφα κριάρια, ανάγλυφο ψάρι, φυτικά και ζωικά μοτίβα, περίτεχνοι σταυροί. 


Όσο περισσότερο παρατηρούμε, τόσο περισσότερα ανακαλύπτουμε. Στην δυτική πλευρά της τοιχοποιίας σώζεται ένα βυζαντινό ηλιακό ωρολόγιο χαραγμένο σε μαρμάρινη πλάκα. Είναι διηρημένο σε 11 ίσα μέρη με γράμματα της αλφαβήτου, που αρχίζουν από τα δεξιά προς τα αριστερά. Το τρίγωνο μεταλλικό έλασμα, που υπήρχε παλιά στο κέντρο του ημικυκλίου, σε συνάρτηση με την κατεύθυνση του ηλίου, έριχνε τη σκιά του πάνω στα γράμματα της αλφαβήτου, προσδιορίζοντας έτσι την ώρα της ημέρας, από της ανατολής μέχρι και της δύσεως του ηλίου. Στο προαύλιο επίσης σώζονται κιονόκρανα εξαιρετικής τέχνης ακαθόριστου ρυθμού.  Όλα πιθανολογούν την ύπαρξη στην περιοχή μεγάλης παλαιοχριστιανικής εκκλησίας του Ζ – ΙΒ’ αιώνα.

φωτογραφία Sofia Siatravani
φωτογραφία:volospelionmagnesia.blogspot.gr
Υποβλητικό είναι και το εσωτερικό του Καθολικού με μεγάλα τμήματα αυθεντικού πλακόστρωτου δαπέδου, έξι μονόλιθους μαρμάρινους κίονες με κιονόκρανα, θαυμάσιο ξύλινο τέμπλο και αγιογραφίες εξαιρετικής τέχνης στο Ιερό Βήμα, πιθανότατα του 16ου αιώνα. 

Ο 19ος αιώνα συνδέεται με τη μορφή του ελλόγιμου Δοσίθεου του Β, του επικαλουμένου Φιλοσόφου. Το 1819 γίνεται ηγούμενος και ιδρύει στο μοναστήρι Φιλοσοφική Σχολή. Πρόκειται για την τελευταία περίοδο αναλαμπής της Μονής στην πορεία της στο χρόνο' σημειωτέον ότι και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας λειτούργησε «Κρυφό σχολείο» στο Καθολικό της Μονής.

Σήμερα εγκαταβιώνει στο μοναστήρι η Τρίτη κατά σειρά γυναικεία αδελφότητα από το 1987 και αγωνίζεται να το ανασυγκροτήσει και να συντηρήσει τα εναπομείναντα κτίσματα. Ηγουμένη είναι η Μαριάνθη Ανανιάδου και η αδελφότητα αριθμεί 3 μοναχές.

Πανηγυρίζει στις 9 και 10 Μαίου την μνήμη του κτήτορος της Οσίου Λαυρεντίου

Τηλέφωνο: (+30) 24280 96226