Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Μονή Πατέρων Λίθινου, Ζίτσα Ιωαννίνων

πηγή φωτογραφίας: www.zitsa.gov.gr
Είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και βρίσκεται απέναντι από το χωριό Λίθινο σε πλάτωμα χαμηλού λόφου, σε υψόμετρο 400 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και χτισμένη σε δάσος με αιωνόβιες βαλανιδιές, το οποίο δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχει ενώ απέχει 5 χιλιόμετρα από την Ζίτσα. 


  

Το γείσο και η επιγραφή ανέγερσης στο Καθολικό
Σύμφωνα με μαρτυρίες η Μονή ιδρύθηκε αρχικά στην αριστερή όχθη του Καλαμά, στη θέση που σώζεται σήμερα το παρεκκλήσι του Αγ. Αθανασίου, στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην απέναντι όχθη κοντά στο Θεογέφυρο, στη θέση του ναού Αγ. Νικολάου. Μαζί με το Θεογέφυρο αποτελούν τα πιο βασικά μνημεία της περιοχής και φυσικά τα πιο ενδιαφέροντα ενώ πήρξε στην μακρόχρονη ιστορία του, ένα από τα πιο πλούσια μοναστήρια της Ηπείρου και μαζί μ΄ αυτό του Προφήτη Ηλία, από τα πιο μεγάλα, μάλιστα οι ιστορικοί αναφέρουν ότι το μοναστήρι των Πατέρων ήταν πιο πλούσιο και πιο μεγάλο απ΄ αυτό του Προφήτη Ηλία στην Ζίτσα. Άλλωστε η σημαντικότητά του αυτή δικαιολογείται και από το γεγονός ότι πολλοί ιστορικοί, γεωγράφοι, περιηγητές αναφέρονται σ΄ αυτό.  Η σημερινή μορφή της Μονής είναι αποτέλεσμα πολλών επεμβάσεων, προσθηκών και ανακαινίσεων διαφόρων εποχών που οφείλονται σε λειτουργικές ανάγκες, πολεμικές συγκρούσεις ή και στα φιλόδοξα σχέδια των μοναχών του. 

Η Μονή ιδρύθηκε πιθανόν το 16ο αιώνα. Περιβάλλεται από δύο περιβόλους με έντονο φρουριακό χαρακτήρα που σώζονται σήμερα σε ερειπώδη κατάσταση. Τα διώροφα, ερειπωμένα συγκροτήματα κελιών και οι βοηθητικοί χώροι κτίσθηκαν σε διάφορες εποχές. Τα κελιά της δυτικής πτέρυγας έγιναν το 1848, σύμφωνα με πλίνθινη επιγραφή. Παλαιότερο θεωρείται το νότιο συγκρότημα. Το κωδωνοστάσιο βρίσκεται ανατολικά του Καθολικού και κτίσθηκε το 1850. Η πρόσβαση στη Μονή γίνεται από τη δυτική πλευρά και η είσοδος διαμορφώνεται με τοξωτό πλαίσιο.  Το καθολικό κτίστηκε πιθανόν το 1590, σύμφωνα με εντοιχισμένη επιγραφή στο νότιο τοίχο του ναού. Στο αρχιτεκτονικό του σχέδιο συνδυάζονται με τον τετρακιόνιο σταυροειδή εγγεγραμμένο τύπο με πλάγιους χορούς. Υπάρχει επίσης νάρθηκας ενιαίος με τον κυρίως ναό και μεταγενέστερος εξωνάρθηκας. 

Στο εσωτερικό οι τοιχογραφίες σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση. Το 1631 αγιογραφήθηκε ο τρούλος του καθολικού με δαπάνη των ιερομονάχων Καλλίστου και Σταύρου και πιθανόν την ίδια χρονιά ή λίγο αργότερα ολοκληρώθηκε η αγιογράφηση του υπόλοιπου ναού. Το 1676 επισκευάσθηκε η καμάρα πιθανόν και η στέγη από τον “κυρ Λεοντάρη”, σύμφωνα με χάραγμα. 

Οι τοιχογραφίες του τρούλου και του Ιερού αποδίδονται στον ζωγράφο Μιχαήλ από το Λινοτόπι της Καστοριάς ο οποίος έχει εικονογραφήσει μια σειρά σημαντικών εκκλησιαστικών μνημείων στην Ηπειρο όπως ο Αγιος Νικόλαος στη Βίτσα και ο Αγος Μηνάς στο Μονοδένδρι. 


Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι επιχρυσωμένο και χρονολογείται στο 17ο αιώνα. Τα αποστολικά ζωγραφίστηκαν το 1680 από το Ζιτσαίο ζωγράφο Δημήτριο επί ηγουμενίας Φιλοθέου. Οι περισσότερες δεσποτικές εικόνες είναι έργα του 1857. Οι παλαιότερες σημαντικές εικόνες της Μονής και τα βημόθυρα φυλάσσονται σήμερα στο παρεκκλήσι του Μητροπολιτικού μεγάρου.   Ο Λαμπρίδης στα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ υποστηρίζει πως αρχικά η έδρα της Μονής ήταν δεξιά του Καλαμά, στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Άγνωστο πότε, η έδρα της Μονής μεταφέρεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, δίπλα στο Θεογέφυρο και το 1668 μεταφέρεται στην θέση που βρίσκεται σήμερα. Συγκεκριμένα στο βιβλίο του ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ τεύχος έκτον ΙΕΡΑ ΕΝ ΗΠΕΙΡΩ ΣΚΗΝΩΜΑΤΑ ΕΞ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΔΩΡΕΩΝ ΤΥΧΟΝΤΑ σημειώνει: «..Η δε των Πατέρων παραποτάμιος ούσα απέναντι από του χωρίου Λιθίνου και επί βράχου πετρώδους. Έκειτο δε αύτη κατ΄ αρχάς μεν εις την δεξιάν όχθην του θυάμιδος, ένθα και παρεκκλήσιον του Άγιου Αθανασίου σώζεται. Εκείθεν δε μετετέθη επί του Θεογεφύρου, ένθα και ναός Αγίου Νικολάου υπάρχει, τω δε 1668 όπου και νυν παρ΄ αρχαιότατα ασκητήρια εκτίσθει...» 


Ο Βασίλειος Οικονόμου στο βιβλίο του Η ΖΙΤΣΑ ΚΩΜΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ έκδοση 1979 σελίδες 108 - 109, αναφερόμενος στη Μονή των Πατέρων σημειώνει: «..Όταν το μοναστήρι αυτό ήταν στην δεξιά όχθη του Καλαμά και στο Θεογέφυρο, ήταν εντελώς ασήμαντο. Ύστερα όμως από την οριστική του μεταφορά έφθασε σε μεγάλη οικονομική ακμή...» και προσθέτει για την περιουσία της Μονής: «...Όλη η τεράστια έκταση από το Θεογέφυρο μέχρι της πηγής Τριάμινα ήταν ιδιοκτησία του...» 

Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις δύο μαρτυρίες η έδρα της Μονής δεν ήταν από την αρχή στην σημερινή θέση όπου βρίσκεται ο ναός. Ωστόσο από επιγραφή που βρέθηκε πάνω από την κύρια είσοδο του ναού, στο εσωτερικό μέρος, όπως την κατέγραψε ο Χρήστος Σούλης στο βιβλίο του «Επιγραφαί και ενθυμήσεις Ηπερωτικαί» μαθαίνουμε πως το καθολικό του μοναστηριού θεμελιώθηκε στα 1590. 

Ο Εμμανουήλ Γεωργιάδης στο βιβλίο του για την Ζίτσα έκδοση 1889 στην σελίδα 30 σημειώνει τα εξής σχετικά με την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και της Μονής Πατέρων: «..Μονή Αγίου Νικολάου: Δεξιόθεν του ποταμού και εγγύτατα του Θεογεφύρου κείται ο Άγιος Νικόλαος μονίδριον αρχαιότατον, διατηρόν έτι τα κατηχούμενα. Τα εισοδήματα τούτου ως και τα της ετέρας του Αγίου Αθανασίου αντίπερον της κειμένης, ηρπάγησαν υπό των μοναχών της Μονής των Πατέρων..» 

Ο Γεωργιάδης δηλαδή υποστηρίζει ότι ο Άγιος Νικόλαος ήταν Μοναστήρι όταν χτίστηκε το καθολικό της Μονής Πατέρων και για ένα χρονικό διάστημα λειτουργούσαν ταυτόχρονα. 

Πάντως μελέτη της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων η οποία συνετάγει το 1992 και αφορά το μοναστήρι, σημειώνει ότι ο ναός του Αγίου Νικολάου έχει δεχθεί πρόσφατα κακότεχνες επισκευές, κάτω από τις οποίες διακρίνεται η πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία, σημαντικό στοιχείο για την χρονολόγηση του ναού την υστεροβυζαντινή εποχή. Δηλαδή μετά το 1204. 

Είναι προφανές ότι ο ναός του Αγίου Νικολάου είχε κατά το παρελθόν υποστεί διαδοχικές καταστροφές. Η θέση του δίπλα στο Θεογέφυρο δικαιολογεί την εκτίμηση αυτή, αφού το γεφύρι ήταν στρατηγικής σημασίας και σε κάθε εξέγερση αποτελούσε τον προμαχώνα των επαναστατών. Μια από τις εξεγέρσεις αυτές ήταν το 1854, όταν στο Θεογέφυρο οχυρώθηκε ο γνωστός στην αθηναϊκήν κοινωνία φαρμακοποιός Βασίλειος Βιδεβής. Με την κατάπνιξη αυτής της επαναστατικής απόπειρας, η εκκλησία του Αγίου Νικολάου καταστρέφεται για να επισκευαστεί λίγο πριν το 1895. 

Σχετικά τώρα με την πληροφορία που μας δίνει ο Λαμπρίδης για την αρχική έδρα του μοναστηριού στον ιερό ναό του Αγίου Αθανασίου, η μελέτη της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων διευκρινίζει: «...Οι μαρτυρίες του Λαμπρίδη για την αρχική φάση της Μονής δεν είναι δυνατόν σήμερα να επιβεβαιωθούν, αφού ο ναίσκος του Αγίου Αθανασίου έχει επισκευασθεί...» Αυτό σημαίνει ότι μετά την επισκευή του δεν υπάρχουν πια τα στοιχεία εκείνα που θα βοηθούσαν τον επιστήμονα να σχηματίσει άποψη για αλήθεια των λεγομένων του Λαμπρίδη.

ΑΣΚΗΤΑΡΙΑ

Η Μονή των Πατέρων χτίστηκε το 1590, όπως αποκαλύπτει σχετική πινακίδα για την οποία κάνουμε λόγο πιο πάνω, κοντά σε μια περιοχή που και σήμερα ακόμη ονομάζονται «Aσκηταριά». Μια ονομασία κάθε άλλο παρά τυχαία, αφού στις πολλές σπηλιές που υπάρχουν για δεκάδες χρόνια πολύ πριν την ανέγερση της Μονής, ζούσαν ασκητές. Άνθρωποι οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τα εγκόσμια και είχαν αφιερωθεί στον Θεό. Όπως διέσωσε η παράδοση, στα ασκηταριά ασκήτευαν κάτοικοι από τα χωριά της γύρω περιοχής και οι δικοί τους πήγαιναν σ΄ αυτούς μια, φορά την βδομάδα, ψωμί. 

Ο Βασίλειος Οικονόμου μάλιστα σημειώνει ότι οι ασκητές, μόλις έβλεπαν από μακριά κάποιον να έρχεται, έτρεχαν να κρυφτούνε: «...Οι οικείοι τους πήγαιναν μια φορά την εβδομάδα ψωμί και κανά ξερό προσφάγι, δεν το έδιναν δε στους ίδιους, γιατί αυτοί μόλις τους έβλεπαν από μακριά φρόντιζαν να κρυφτούν, αλλά κρεμούσαν το σακούλι με το περιεχόμενο σε κανά δέντρο κοντά στην είσοδο της σπηλιάς. Ήταν τόση η περιφρόνηση και η αποστροφή τους προς τα εγκόσμια ώστε απαρνιόταν και τα προσφιλέστερά τους πρόσωπα κι ούτε να τ΄ αντικρίσουν ακόμη ήθελαν...»

Για την ύπαρξη ασκητών στην περιοχή, γράφει και ο Λαμπρίδης, στην περιγραφή του για την τοποθεσία όπου κτίσθηκε η Μονή των Πατέρων: 
«...πάρ΄ αρχαιότατα ασκητήρια εκτίσθη...» 

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονίσουμε ότι το μοναστήρι, καίτοι είναι αφιερωμένο στην Παναγία (Κοίμηση της Θεοτόκου) αποκαλείται Μονή Πατέρων, γιατί εκεί ακριβώςυπήρχαν οι ασκητές (Πατέρες) της Θρησκείας που προσεύχονταν για την σωτηρία των ανθρώπων. 

Από τους δεκάδες ασκητές που έζησαν στις σπηλιές δίπλα στο μοναστήρι, πιο γνωστοί ήταν ο Δαυίδ, ο Δαμιανός και ο Παρθένιος. Τα ονόματά τους έγιναν γνωστά κι έμειναν στην ιστορία, από μια επιστολή την οποία έστειλαν στον τότε μητροπολίτη Ιωαννίνων Κλήμεντα, με την οποία ζητούσαν να παρέμβει έτσι ώστε οι γυναίκες να πάψουν πια να χρησιμοποιούν το ψιμύθιο (ψιμύθιο σημαίνει βάψιμο). Για να ολοκληρώσουμε το κεφάλαιο που αναφέρεται στην κατοίκηση της ευρύτερης περιοχής του μοναστηριού από ασκητές να πω πως τα ασκηταριά υπήρχαν μέχρι το 1850 μ.χ. οπότε και τελευταίος «κάτοικος» τους ήταν ένας Ζιτσαίος ονόματι Κατσουλίδης.

ΠΛΟΥΣΙΑ ΜΟΝΗ

Η Μονή των Πατέρων ήταν, όπως όλοι το καταμαρτυρούν, από τις πιο σημαντικές και πιο πλούσιες στην ευρύτερη περιφέρεια της Ηπείρου. Είχε στην κατοχή της μεγάλες εκτάσεις γύρω από το μοναστήρι, καθώς και μετόχια στην Βλαχιά. 

Ο Αθανάσιος Ψαλίδας στο βιβλίο του ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑΣστην σελίδα 61 σημειώνει: «...Μεγάλα δε μοναστήρια εις την επαρχίαν των Ιωαννίνων είναι του Προφήτη Ηλιού στην Ζήτζαν, των Πατέρων, της Βελλάς, το Ντουρούτι και καθεξής..» 

Ο Αραβαντινός στην Χρονογραφία της Ηπείρου κάνοντας αναφορά στην σημαντικότητα του μοναστηριού τονίζει: «...Ούτοι (οι ασκητές) δια της ως είρηται αρετής των προμήθευσαν ικανήν περιουσίαν κτηματικήν επιτοπίως και κατά καιρόν αποδημούντες τινές αυτών εις Δακίαν, προσεκτήσαντο ικανά αφιερωματικά κτήματα...» «...Ήτο πλουσιωτέρα της (Μονής) του Προφήτη Ηλιού και είχε λαμπράν βιβλιοθήκην, πλούσιαν εις χειρόγραφα και επί μεμβράνης, εκκλησιαστικά ως επί το πλείστον και άλλα, τα οποία δυστυχώς μετά την παρακμήν διηρπάγησαν...» 

Ο Βασίλειος Οικονόμου στην αναφορά του για την αξιόλογη περιουσία του μοναστηριού υπογραμμίζει: «...Το Μοναστήρι αυτό είχε μεγάλη βιβλιοθήκη με αρκετές εκατοντάδες τόμους, μεμβράνες, ευαγγέλια, χειρόγραφα, χρυσά δισκοπότηρα, πολύτιμα σκεύη και άμφια, έπιπλα σκαλιστά κλπ, τα οποία όμως διαρπάχτηκαν κατά την παρακμή του από «ευλαβείς» καλογήρους και επιτρόπους...» 

Ο Ιωάννης Λαμπρίδης στα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ καταγράφει τα περιουσιακά στοιχεία που είχε το Μοναστήρι τόσο στην Βλαχία όσο και στην Ρωσία. «...Υπέρ της Μονής Πατέρων ο ηγεμών τους Ουγγροβλαχίας Ματθαίος Βασσαράβας και όχι ο πεθερός αυτού Σερμπάν Βόδας ο Α΄, όπως σημειώνεται σε κάποιο εθνικό βλάχικο ημερολόγιο, σε κεντρικό δρόμο του Βουκουρεστίου και δίπλα στην Ρωσική πρεσβεία, ανήγειρε το 1635 Μονή αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Έκτισε δε γύρω από αυτή εργαστήρια, και δωμάτια, αφήνοντας μεγάλη πλατεία μετά κήπου σ΄ ένα κατηφορικό μέρος του οικοπέδου. Η Μονή αυτή ΣΑΡΑΝΤΑΡΙΟΝ απεκλήθη, διότι ο ιδρυτής της είχε στο μεταξύ ανεγείρει ήδη 39 ακόμη σε διάφορα άλλα μέρη της Βλαχίας. Ο ναός αυτός ανακαινίστηκε το 1861 και αριθμούσε πολλά τιμαλφή. Μεταξύ αυτών κι ένα ευαγγέλιο αργυροκέντητο με επιχρυσωμένη πλάκα. Ήταν σημειωμένο πάνω σ΄ αυτό το έτος 1695 και το όνομα του δωρητού Σερμπάν προς ανάμνησην της συζύγου του Ελένης Πάπεϊ, Ελληνίδα στην καταγωγή. Στο ναό του μετοχίου τούτου ετελούντο αι θρησκευτικαί τελεταί της Ρωσίας, εψάλλοντο οι δοξολογίες, εστέφοντο οι άρχοντες και εκκλησιαζόταν οι ηγεμόνες, ιδιαίτερα δε κατά την επέτειο της Μονής ». 

Να επιστρέψουμε όμως στα περιουσιακά στοιχεία της Μονής των Πατέρων στην Βλαχία για να πούμε ακόμη ότι ο Ναός (το Σαραντάριο) με δαπάνες της Ρουμανικής Κυβέρνησης (7000 φλουριά) επεκτάθηκε και έγινε μεγαλοπρεπής. Ο χώρος όπου βρισκόταν το υψηλό περιτείχισμα, τα εργαστήρια και τα οικήματα μεταβλήθηκε σε οικόπεδο δέκα στρεμμάτων, το οποίο σιγά-σιγά εκποιήθηκε προς 100 φλωριά τον τετραγωνικό πήχη. Το Σαραντάριο είχε στην κατοχή του 17 γεώργια τα οποία απέφεραν 16.000 φλωριά ενώ τα εργαστήρια πριν οικοπεδοποιηθούν απέφεραν 16.500 φλωριά. 

Σύμφωνα πάντα με τον Λαμπρίδη τα 17 γεώργια του Σαρανταρίου βρισκόταν στις εξής επαρχίες της Βλαχίας: Έξη στο νομό Ιλφόβ, τέσσερα στο νομό της Βλάσκας, δύο στο νομό Πράχοβας και ανά ένα στους νομούς Βουζαίου, Ιβαίλας, Τελεορμάν, Γιαλομίτσας και Διμποβίτσας. 

Η Αμαλία Παπασταύρου κάνοντας λόγο για το Σαραντάριο υπογραμμίζει: «...Το δε της Μονής των Πατέρων Σαραντάριον είναι και σήμερον ως και πριν ο καθεδρικός ναός της πρωτεύουσας της Ρουμανίας...» 

Ο Ν. Jorga στο βιβλίο του Fundatiunice domnilor Romani in Epir, αναφέρει: «Ούτω η Μονή Πατέρων (SFINTILOR PARINTI) είχε μετόχια εν Βουκουρεστίω την εκκλησίαν SARINDAR του ηγεμόνος ΜATEI BASARAB η οποία απετέλει το κόσμημα της Ρουμανικής πρωτευούσης, την εκκλησία ΒALAMUGIJFLON και την μονήν MISLEA». 

Τόσο λοιπόν πλούσιο και σημαντικό ήταν το μετόχιο αυτό του μοναστηριού που αποτελούσε και αποτελεί τον κάθεδρικό ναό του Βουκουρεστίου. Δεν είναι όμως μόνο το Σαραντάριο που αποτελεί το περιουσιακό στοιχείο του μοναστηριού. Είναι και άλλα μετόχια επίσης σημαντικά, όπως για παράδειγμα το μετόχιο στην Μίσλαν ή Μιόλαν της Ρουμανίας. Αυτό ανεγέρθηκε στο Βουκουρέστι από τους Βοεβόδα Πέτρο, επιλεγόμενο και Ραδιήλ και τον Παίσιο Βασσαράβα, ο οποίος διατέλεσε και αρχιμανδρίτης της Μονής, κατά την διάρκεια της ηγεμονίας του και ήταν αφιερωμένο στην Αγία τριάδα. Απέφερε δε περίπου 18.000 φλωριά τον χρόνο. 

Σε ότι αφορά την ίδρυση του συγκεκριμένου μοναστηριού, υπάρχει και μια άλλη πληροφορία την οποία σημειώνει στο βιβλίο του «Ιερά Μονή Ταξιαρχών Γκούρας» ο Βασίλειος Δήμου, σύμφωνα με την οποία η Μίσλα ανεγέρθηκε το 1772. Στοιχείο το οποίο μνημονεύεται στην κατάσταση «δια τινά Ρουμελιωτικά Μοναστήρια» η οποία συντάχθηκε το 1863 και περιλαμβάνεται στο έργο του Μ. Καραβοκυρού στο βιβλίο του για το «Μοναστηριακόν Ζήτημα» σελίδες 14-15. Ο ίδιος καταγράφει στα περιουσιακά στοιχεία τόσο της Μονής Πατέρων όσο και του Προφήτη Ηλία το μετόχιο του Αγίου Ιωάννου το οποίο ιδρύθηκε το 1647 από τον Ανθ. Λογοθέτη και τον αδελφό του Δημήτριο. Το μετόχιο αυτό, βρισκόμενο επίσης στην Βλαχία, επεκτάθηκε από τον Κωνσταντίνο Βασσαράβα, ηγεμόνα του Βραγκοβάνου και ανακαινίσθηκε το 1820 από τον Ζήση Καραπάνο η καταγωγή του οποίου ήταν από την Κόνιτσα και το οποίο, όπως μας πληροφορεί ο Ν. Jorga, δεν υπάρχει σήμερα. 

Τέταρτο μετόχιο ήταν αυτό του Δαδαλετσίου για το οποίο δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες παρά μόνο το έτος ιδρύσεως που φαίνεται να είναι το 1625, όπως αναφέρεται στην κατάσταση των Ρουμελιωτικών Μοναστηρίων του Μ. Καραβοκυρού. Μάλιστα στην κατάσταση φέρνει το όνομα ΔΕΔΟΥΛΕΤΣΙΟΝ. 

Ο Βασίλειος Οικονόμου υποστηρίζει ότι το Σαραντάριο ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της Μονής των Πατέρων ενώ τα υπόλοιπα τρία ήταν συνιδιόκτητα με το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. 

Οι επιστολές αυτές, μας πληροφορεί η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, φυλάσσονται σήμερα στο αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και αναφέρονται στα μετόχια Σαραντάριον και Μίσλαν, που βρίσκονται, όπως υποστηρίζει η υπηρεσία και τα δύο στο Βουκουρέστι.

Η ίδια υπηρεσία μας ενημερώνει ότι η Μονή των Πατέρων ελάμβανε επιχορήγηση από το ρωσικό αυτοκρατορικό ταμείο. 

Ακόμη και ο τσάρος Αλέξιος Μιχαήλοβιτς, όπως και ο Ρώσος Πατριάρχης Νίκων, αφιέρωσαν για την ψυχική τους σωτηρία, χρήματα και κτήματα. Είναι γνωστό ότι ο τσάρος Αλέξανδρος με χρυσόβουλο (αυτοκρατορική έγγραφη διαταγή) του 1753 επιχορηγούσε αρκετές μονές στην Ήπειρο. Μάλιστα, όπως εκτιμά η 8η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στην επιχορηγία αυτή στηρίχθηκε ο αρχιμανδρίτης και ηγούμενος της Μονής Κλήμης, ο οποίος το 1848 ανακαίνισε τα κελιά της Μονής, κτίζοντας μια σειρά νέων, τα ερείπια των οποίων σώζονται και είναι ορατά μέχρι σήμερα. Και αυτό ως ένα βαθμό είναι σωστό. Λέω ως ένα βαθμό γιατί τα εν λόγω μετόχια ανήκαν πολλά χρόνια πριν στη Μονή Πατέρων και δεν αφιερώθηκαν το 1848, οπότε και έγιναν οι εργασίες συντήρησης και επέκτασης του μοναστηριού από τον Κλήμεντα. 

Σε ότι αφορά την αρχιτεκτονική των μονών στην Βλαχία ο βέλγος Γ. Τσιοράν υποστηρίζει ότι όλες σχεδόν απομιμούνται την αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους. 

Το Μοναστήρι των Πατέρων, προσθέτει ο Βασίλειος Οικονόμου, εκτός από τα περιουσιακά του στοιχεία στην Βλαχία και την Ρωσία, είχε τεράστια έκταση γύρω απ΄ αυτό. Μια έκταση που άρχιζε από το Θεογέφυρο και κατέληγε στην πηγή Τριάμινα, κάτω από το Σακελλαρικό. Η έκταση αυτή είναι σχεδόν πεδινή και σε ένα μεγάλο μέρος της τα χωράφια που υπάρχουν ήταν σχεδόν ποτιστικά. Υπήρχαν πολλά λιβάδια, αρκετά στρέμματα ελαιώνες και αμπελώνες. Η υπόλοιπη έκταση ήταν πετρώδης και καλυπτόταν από πυκνό δάσος πουρναριών. Και το Λίθινο για ένα χρονικό διάστημα ήταν ιδιοκτησία του μοναστηριού. Το αγόρασε από τούρκους αγάδες που το κατείχαν. 

Ο Λαμπρίδης υποστηρίζει ότι το μοναστήρι, εκτός από το Λίθινο, είχε αγοράσει τα χωριά Ριάχοβο και Ιερομνήμη. Σχετικά με αυτό το γεγονός ο Λαμπρίδης σημειώνει ότι μετά την πτώση του Αλή στα 1822 το Λίθινο, η Ιερομνήμη και το Ριάχοβο έγιναν Εθνικά. Δεν ήταν δηλαδή ιδιοκτησία κανενός, αλλά ενοικιαζόταν από διάφορους προύχοντες. Η Ιερομνήμη ήταν ιδιοκτησία αρχικά του Χαϊρεδίν Πασά. Οι κάτοικοι όμως αρνήθηκαν να δώσουν το γεώμορο (φόρο) σ΄ αυτόν, αν και πολλές φορές βασανίστηκαν ή υποχρεώθηκαν να χαλικοστρώσουν τους δρόμους προς τα Ιωάννινα. Εκείνη την εποχή η Μονή των Πατέρων ήταν πλούσια. «...Βλέποντας τα βασανιστήρια που υπέφεραν οι κάτοικοι, αποφάσισαν να αγοράσουν την Ιερομνήμη στα 1848. Μόνο όμως κατ΄ όνομα η Ιερομνήμη ήταν γεώργιο της Μονής αφού, οι δύστροποι αυτοί χωρικοί, ποτέ δεν έδωσαν χρήματα ή κάτι από την σοδιά τους στο Μοναστήρι...» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ιστορικός. 

Στα περιουσιακά στοιχεία της Μονής περιλαμβάνονται ακόμη ο μύλος, που βρισκόταν στην νοτιοανατολική πλευρά της αγροτικής περιοχής, γνωστός ως Μύλος των Πατέρων, (ερείπιά του σώζονται μέχρι σήμερα), περισσότερα από χίλια γίδια, πεντακόσια πρόβατα, καθώς και τριακόσιες κυψέλες εγχώριες, σε ειδικό περιτειχισμένο μελισσομάντρι. 

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς το μέγεθος της τεράστιας περιουσίας που είχε η Μονή όταν βρισκόταν στην ακμή της. Με βάση αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, τα ετήσια έσοδά της ήταν τεράστια. Εκτός όμως από την μεγάλη, υλική, περιουσία και συνεισφορά του, το μοναστήρι ήταν και πνευματικό κέντρο της περιοχής. Μαζί με το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Βοηθούσε ποικιλοτρόπως τους κατοίκους της περιοχής. Μάλιστα συνχρηματοδότησε με το παραπάνω μοναστήρι στα 1858 την ανέγερση κτιρίου στην Ζίτσα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως δημοτικό σχολείο. Το κτίριο ανηγέρθηκε δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο κέντρο του μεγάλου μαχαλά, όπως αναφέρουν οι ιστορικοί. Το σχολείο αυτό επονομάστηκε ΔΑΣΚΑΛΙΟ. Δίδαξαν πρώτα εκεί κάποιος με το επίθετο Σιδέρης και κάποιος με το όνομα Νικόλαος. Ακόμη και σήμερα είναι γνωστή η τοποθεσία αυτή στην Ζίτσα με το όνομα «Δασκαλιό». Το γεγονός της συνχρηματοδότησης των δύο μοναστηριών για την ανέγερση του δημοτικού σχολείου στην Ζίτσα, αναφέρουν και οι δύο ιστορικοί που έγραψαν για την ιστορία του χωριού. Ο Εμμανουήλ Γεωργιάδης και η Αμαλία Παπασταύρου.

ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ – ΜΕΤΟΧΙΑ ΤΗΣ ΒΛΑΧΙΑΣ

Αξίζει στο σημείο αυτό να εξηγήσουμε το σκεπτικό πως τα μοναστήρια στην Βλαχία και την Μολδαβία μετατράπηκαν σε μετόχια Μονών που είχαν έδρα την Ελλάδα. Στοιχεία που μνημονεύει ο Βασίλειος Δήμου στο σχετικό βιβλίο του. Μετά την πτώση λοιπόν του Βυζαντίου και την γενική οθωμανική κατάκτηση στην Ανατολή, η οικονομική κατάσταση της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας περιέπεσε σε σοβαρή κρίση. Η Οθωμανική Κυβέρνηση δεν ενίσχυε και δεν παρείχε τα μέσα συντηρήσεως στις ορθόδοξες Κοινότητας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η ανάγκη εξεύρεσης πόρων. Στην κατεύθυνση αυτή βοήθησαν υλικά ευσεβείς χριστιανοί. Έτσι άλλοι ίδρυσαν σωματεία και αδελφότητες και άλλοι έκτιζαν μοναστήρια τα οποία επροίκιζαν με κινητή και ακίνητη περιουσία.

Στο πνεύμα αυτό της εποχής κινήθηκαν κάποιοι πλούσιοι και κάποιοι ηγεμόνες στις περιοχές της Βλαχία και της Μολδαβίας. Πολύ δε περισσότερο κάποιοι Έλληνες Χριστιανοί που είχαν εγκατασταθεί εκεί και οι οποίοι προέβησαν στην ανέγερση πολλών εκκλησιών και μοναστηριών τα οποία στην συνέχεια αφιέρωναν εις τους Αγίους Τόπους. Άγιοι τόποι ονομαζόταν τότε οι τέσσερις έδρες ορθόδοξων πατριαρχείων: Της Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, καθώς και πολλά εκκλησιαστικά σωματεία ελληνικής εθνικότητας στις τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Ιδιαίτερα από τον ΙΕ αιώνα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής, απέκτησαν στην Βλαχία και την Μολδαβία μεγάλο αριθμό μοναστηριών και εκκλησιών. Τα ιερά αυτά ιδρύματα στηριζόταν σε ειδικές πράξεις αφιερώσεως και ονομαζόταν ως εκ τούτου «
αφιερωματικαί μοναί». Τα δε αφιερωματικά έγγραφα έγραφαν σαφώς τον σκοπό της ιδρύσεως και της αφιέρωσης. Σύμφωνα με τα αφιερωματικά έγγραφα η διοίκηση των Γραικικών Μοναστηριών ήταν εμπιστευμένη στους Έλληνες ηγούμενους οι οποίοι όφειλαν να τηρούν όλες τις καθορισμένες από τους κτήτορες μοναστηριακές διατάξεις. Ο τρόπος διοίκησης των μοναστηριών το πρώτο χρονικό διάστημα ήταν σωστός. Δεν βοηθούσαν μόνον τις Μονές που βρισκόταν στην Ελλάδα αλλά, πολλές φορές βοηθούσαν ηθικά και οικονομικά το Ρουμανικό κράτος. Για τον λόγο αυτό οι κατά καιρούς ηγεμόνες σεβάστηκαν τα δίκαια των μοναστηριών και με επίσημα έγγραφα επικύρωσαν τις περιουσίες αυτών, χωρίς να αναμειχθούν τα πρώτα τετρακόσια χρόνια στην διαχείριση των Γραικομοναστηριακών κτημάτων.


Η κατάσταση αυτή διεκόπη κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο ελληνικός κλήρος στην Ρουμανία κατηγορήθηκε ως ταραχοποιός και υποκινητής επαναστάσεων κατά της Πύλης. Για τον λόγο αυτό και εκδιώχτηκε με αυτοκρατορικό φιρμάνι από τα μοναστήρια που βρισκόταν στις Ρουμανικές Ηγεμονίες. Τον Ιούνιο του 1827 οι εκδιωχθέντες Έλληνες κληρικοί με αυτοκρατορικό Χατί-Σερίφ (διάταγμα) ανακλήθηκαν και εγκαταστάθηκαν εις τας Μονάς αυτών, η δε ηγεμονική κυβέρνηση παρέδωσαν σ΄ αυτούς τον απολογισμό της εξαετούς διαχείρισης. Θα πρέπει να σημειώσουμε αυτό το σημαντικό γεγονός το οποίο θα μας φανεί χρησιμότατο για να δικαιολογήσουμε κάποια γεγονότα τα οποία μνημονεύω στην συνέχεια. Θα πρέπει από τώρα λοιπόν να γνωρίζουμε ότι για έξη χρόνια η Μονή Πατέρων δεν έπαιρνε οικονομική ενίσχυση, γεγονός που δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα, σε βαθμό που ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Βενέδικτος, έφθασε, να το πουλήσει σε αλβανούς για έντεκα χρόνια, κάπου στα 1826 - 1828. 

Το δεύτερο στοιχείο που θα πρέπει να κρατήσουμε από την παραπάνω εξέλιξη, έχει να κάνει με τον διορισμό ηγουμένου στην Μίσλα. Ένας διορισμός που έγινε με πλαστά έγγραφα, όπως καταγγέλλει στις επιστολές του ο ηγούμενος της Μονής Πατέρων Κλήμης. 

Έτσι λοιπόν το μοναστήρι αποκτά σιγά - σιγά περιουσία. Γίνεται ένα από τα πιο πλούσια στην Ήπειρο με σημαντική θρησκευτική, πνευματική και οικονομική συνεισφορά για την ευρύτερη περιοχή. Αυτό όμως δεν συμβαίνει καθ΄ όλη την ιστορική του διαδρομή. Υπήρχαν χρονικά διαστήματα στα οποία η Μονή αντιμετωπίζει μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Και αυτό γιατί βρέθηκαν, δυστυχώς, ηγούμενοι οι οποίοι κάθε άλλο παρά διακρινόταν για την ιεροσύνη τους. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στα μετόχια: «...Υπήρξαν σποραδικά περίοδοι που οι ηγούμενοι των μετοχίων αυτών ήσαν ασυνείδητοι, κοσμικοί και σπάταλοι. Δεν πειθαρχούσαν στις διαταγές των ηγουμένων του Αηλιά και των Πατέρων, όπως είχαν καθήκον, αλλά σπαταλούσαν τα εισοδήματά τους για ιδιωτικούς σκοπούς...» αναφέρει ο Βασίλειος Οικονόμου και προσθέτει: «Τούτο συνέβη περί τα 1759 και 1797 οπότε τα δύο αυτά μοναστήρια, υπέφεραν οικονομικά, χρεώθηκαν και φυτοζωούσαν...» 

Ο Λαμπρίδης στην ενότητα «παραγνώρισις του σκοπού της ιδρύσεως των εν Βλαχία Μονών» στο κεφάλαιο «Ιερά εν Ηπείρω Σκηνώματα εξ αλλοδαπής δωρεών τυχόντα» του έργου του ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ καταγράφει μια σειρά από παρατυπίες που είχαν γίνει κατά καιρούς σε βάρος της περιουσίας του μοναστηριού. Η απόδοση του κειμένου σε ελεύθερη μετάφραση: «...Κύριος σκοπός της σύστασης και προικοδότησης των εν Βλαχία Μονών, ήταν η περίθαλψη των μονών της Ηπείρου. Διότι ιδρυτές και κτήτορες δώρισαν αυτές σε μερικές εκκλησίες της Ηπείρου, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από την διαθήκη των Ιωαννικίου, του Παγούνη, του Πατριαρχικού γράμματος του Διονυσίου τετάρτου, αλλά και από τους ηγεμόνες Δούκαν και Κωνσταντίνον Βασσαράβα ».  Στην διαθήκη σημείωναν πως οι εν Ηπείρω ηγούμενοι, θα πρέπει να στέλνουν κατά καιρούς στην Βλαχία, άξιους μοναχούς οι οποίοι θα γινόταν ηγούμενοι, με σκοπό να εισπράττουν ανελλιπώς τα έσοδα αυτών, να διατηρούν αξιοπρεπώς τα εκεί μετόχια, να τα επισκευάζουν, να τα συντηρούν και αυτά που περισσεύουν μετά φόβον Θεού να τα στέλνουν στις δικαιούχες μονές, χωρίς να σφετερίζονται την περιουσία. Αλλά συνεχίζει ο Λαμπρίδης, κάποιοι ηγούμενοι, τόσο στις μονές της Ηπείρου, όσο και της Βλαχίας, χρησιμοποιώντας προφάσεις και μύριας αφορμάς, παραγνώρισαν τον σκοπό και κράτησαν παράνομα τα έσοδα...» 

Γύρω στα 1828 γίνεται μια προσπάθεια να αντιμετωπισθεί το μεγάλο πρόβλημα. Υπήρξε η εκτίμηση ότι το κακό φαινόμενο της κακοδιαχείρισης, θα μπορούσε, αν όχι να εκμηδενισθεί τουλάχιστον να περιορισθεί, με την καθιέρωση ελέγχου στον τρόπο διορισμού των ηγουμένων στα μετόχια. Ο Βασίλειος Δήμου στην διατριβή του με τίτλο Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΓΚΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΙΣ ΒΛΑΧΙΑΝ ΜΕΤΟΧΙΑ ΑΥΤΗΣ ΒΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΕΩΣ, η οποία δημοσιεύτηκε το 1983, στην σελίδα 255 και στο κεφάλαιο που κάνει λόγο για την διοίκηση και την διαχείριση των μοναστηριακών μετοχίων υπό των ηγουμένων αυτών, σημειώνει σχετικά με την διαδικασία ορισμού των ηγουμένων στα μετόχια της Βλαχίας: «...Δια τούτο οι ηγούμενοι των Μοναστηριακών μετοχίων εγένοντο το πρώτον γνωστοί εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, επεκυρώνετο υπ’ αυτού η ηγουμενία των και εν συνεχεία εφοδιαζόμενοι δια των προς τούτο απαιτουμενων συστατικών γραμμάτων απήρχοντο εις την Βλαχίαν, όπου ανελάμβανον την ηγουμενίαν και διοίκησιν των Ιερών Μοναστηρίων...» 

Ο Βασίλειος Δήμου κάνει γνωστή την διαδικασία αυτή στηριζόμενος σε φιρμάνι του Σουλτάνου Μαχμούτ, το οποίο απευθύνεται στον Ηγεμόνα της Βλαχίας. Ένα κείμενο - διαταγή που απεστάλη το 1828 και αναφέρει τα εξής: «...Διατάττω ίνα τα εν τη ρηθείση Ηγεμονία κείμενα και ανέκαθεν υπό των Ρωμαίων καλογήρων κατεχόμενα και διοικούντα ειρημένα μοναστήρια και τα τούτοις αφιερωμένα κτήματα κατέχονται τουντέφθεν και διοικώνται υπό καλογήρων οίτινες διορίζονται κατ΄ εκλογήν και επί εγγυήσει του Πατριάρχου και στέλλονται υπ’ αυτού...» Μέχρι τότε οι διαχειριστές ηγούμενοι των μετοχίων επιλέγοντο από τας κυριάρχους Μονάς, χωρίς να απαιτείται η εγγύηση του Πατριαρχείου. Εκτός και αν το μοναστήρι ήταν Σταυροπήγιον. Υπαγόταν δηλαδή διοικητικά στο Πατριαρχείο. 

Αυτό δυστυχώς το μέτρο δεν αλλάζει τα πράγματα σε ότι αφορά την κακοδιαχείριση των περιουσιών στην Βλαχία. Το φαινόμενο συνεχίστηκε και μετά την παρέμβαση του Πατριαρχείου για την επικύρωση του ηγουμένου. Αν και σε μερικές περιπτώσεις περιεπλάκει περισσότερο, όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια. Περιεπλάκει γιατί το Πατριαρχείο δεν στάθηκε μόνο στην εγγύηση. Ήθελε να επιβάλει και τους δικούς του ανθρώπους-καλογέρους, όπως συνέβη στο μετόχιο Μίσλας της Μονής Πατέρων. 

Ο Αθανάσιος Ψαλίδας στην ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑΣ αφού χαρακτηρίζει τα δύο μοναστήρια μεγάλα και πλούσια υπογραμμίζει: «Αλλά τι ωφελούν το Γένος, όπου κατατρώγουν τόσα εισοδήματα πολλά ολίγοι καλόγηροι αμαθείς και κακότροποι;» Είναι γραμμένο ότι κάποιος παπα-Στέργιος από το Τσερνέση, (Ελατοχώρι Ζαγορίου σήμερα) μέχρι και λαμπάδες από το ιερό σκήνωμα του Σαρανταρίου έκλεψε. 

Το έτος 1757 η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο. Τα δύο μοναστήρια κινδύνευαν άμεσα από τα χρέη τους και τις υποχρεώσεις τους. Τα μετόχια στην Βλαχία και την Ρωσία, έπαψαν να στέλνουν οικονομική ενίσχυση κατασπαταλώντας την περιουσία. Βρέθηκαν έτσι σε αδιέξοδο. Ζήτησαν τότε την βοήθεια των Ιωαννιτών. Αυτοί για να τα συνδράμουν, υποχρέωσαν και τα δύο μοναστήρια με Πατριαρχικό σιγίλιο (είδος συμβολαίου), να βοηθήσουν οικονομικά την σχολή Γκιούμα που λειτουργούσε στα Γιάννινα, όταν, μετά την παρέμβασή τους, λύνονταν τα προβλήματα και θα ερχόταν πάλι, κανονικά η οικονομικά βοήθεια από τα μετόχια της Βλαχίας. Οι Ιωαννίτες έχοντας δύναμη και πολλές γνωριμίες, μερίμνησαν να εκδοθούν τα σιγίλια, απήλλαξαν αυτές από τα χρέη τους και στην συνέχεια ενήργησαν για την αποκατάσταση της τακτικής οικονομικής ενίσχυσης των μονών, από τα έσοδα των μετοχίων που είχαν στην Βλαχία. Προσωρινά τα πράγματα διορθώθηκαν. Έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες και τα χρήματα από τα μετόχια άρχισαν να φθάνουν και πάλι κανονικά στα δύο μοναστήρια. Όμως από τα ποσά αυτά ήταν πια υποχρεωμένοι να δίνουν ένα μέρος υπέρ της σχολής Γκιούμα στα Γιάννινα. Μια σχολή που είχε ιδρυθεί το 1676 μ.χ. και είχε ονομαστεί «η πρώτη σχολή των Ιωαννίνων» εξ αιτίας των πολλών χρημάτων που άφησε για την λειτουργία της ο γιαννιώτης έμπορος στην Βενετία Εμμανουήλ Γκιούμας, όπως αναφέρει στον βιβλίο του για την ΖΩΣΙΜΑΙΑ ΣΧΟΛΗ ο Σπύρος Εργολάβος.  Το κακό όμως δεν σταματάει ολότελα. Κατά καιρούς κάποιοι ηγούμενοι παρακρατούσαν και κατασπαταλούσαν την περιουσία του μοναστηριού. Από το έτος 1828 και μετά, το κακό παράγινε. 

Σημειώνει για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο ο Λαμπρίδης: «...Επειδή οι υποτακτικοί στην Βλαχία καταπατούσαν από το 1828 και μετά πολύ περισσότερο τις υποχρεώσεις τους προς τις κυριαρχούσες μονές, παρά την Ζίτσαν, στέλνοντας μόνον θυμιατήρια, μερικά σκεύη, άμφια και μερικούς ημίονους, με την προτροπή του μητροπολίτη Βενέδικτου, οι ηγούμενοι των μοναστηριών και οι Ιωαννίτες, (οι οποίοι, όπως αναφέραμε, από το 1757 μ.χ. ακόμη, ήταν ουσιαστικά «συνεταίροι» στα χρήματα που ερχόταν από την Βλαχία, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω), ζήτησαν την βοήθεια του Αλέξιου Παπάζογλου από το Ζαγόρι για να θεραπεύσουν το κακό...».  

Από τις επιστολές του Κλήμεντα δεν προκύπτει ότι η Μονή Πατέρων βοηθήθηκε από τον Ζαγορίσιο Παπάζογλου. Αντίθετα τέτοιο όνομα δεν αναφέρεται πουθενά. Αναφέρονται ονόματα άλλων αρχόντων, όπως για παράδειγμα του Κωνσταντίνου Μπρούζου από το Καπέσοβο Ζαγορίου, που διέμεινε στην Κωνσταντινούπολη ήταν τραπεζίτης είχε υψηλές γνωριμίες και από τον οποίο ζητήθηκε η βοήθεια εκ μέρους του μοναστηριού. Μη έχοντας και πάλι άλλη επιλογή οι δύο μονές, συνεχίζει ο Λαμπρίδης, δέχτηκαν υποχρεωτικά την πρόταση. Τα έσοδα αυξήθηκαν κατακόρυφα, έστω και αν τα δύο μοναστήρια έπρεπε να δίνουν τώρα μερίδιο τόσο στους Ιωαννίτες για την σχολή Γκιούμα, όσο και για το Ζαγόρι. Το 1832 από την εκμίσθωση των ακινήτων τα έσοδα των δύο μοναστηριών έφθασαν τα 10.000 φλωριά. Το 1856 έφθασαν τα 15.000 φλωριά και το 1862 τα 30.000 φλωριά το χρόνο.

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ


Στα 1828 το μοναστήρι βρίσκεται σε οικονομικό αδιέξοδο σε σημείο που πωλήθηκε. Ένα σημαντικό γεγονός το οποίο δεν αναφέρει ο Λαμπρίδης, ίσως γιατί δεν το γνώριζε. Μια κατάσταση η οποία είχε αρχίσει πολλά χρόνια νωρίτερα. Δύο επιστολές ηγουμένων, καταγράφουν την κατάσταση που επικρατούσε μια χρονική περίοδο στα δύο πιο σημαντικά μετόχια της μονής στην Βλαχία, του ΣΑΡΑΝΤΑΡΙΟΥ και της ΜΙΣΛΑΣ. Επιστολές γραμμένες το 1808 και τις χρονιές 1830, 1831, 1832. Συνολικά λοιπόν βρήκα 25 επιστολές με κάποια ημιτελή κείμενα με την μορφή σημειώσεων περισσότερο. Από αυτές, οι πιο πολλές, αναφέρονται σε γεγονότα που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 20 Οκτωβρίου 1830 μέχρι και 28 Απριλίου 1832. Διαβάζοντας λοιπόν κανείς αυτές τις επιστολές διαπιστώνει την αλήθεια των πληροφοριών που δημοσίευσαν οι ιστορικοί οι οποίοι ασχολήθηκαν αποσπασματικά με το Μοναστήρι και οι οποίες αφορούν την κακοδιαχείριση που είχαν τα μετόχια στην Βλαχία, αλλά και την άσχημη οικονομική κατάσταση που περιέπεσε η Μονή των Πατέρων λίγο μετά το 1800. Μέσα από τις επιστολές μαθαίνουμε πια κάποια ιστορικά στοιχεία. Το ένα αφορά το γεγονός ότι το μοναστήρι με βασιλικό φιρμάνι και Πατριαρχικό σιγίλιο ορίστηκε ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΟ. Αυτό σημαίνει ότι προστατευόταν από το Πατριαρχείο και όχι από την μητρόπολη, στα γεωγραφικά όρια της οποίας βρισκόταν. Διοικητικά δηλαδή έδινε λόγο μόνο στο πατριαρχείο και καμιά σχέση δεν είχε με την μητρόπολη. Το δεύτερο μεγάλο γεγονός που γίνεται γνωστό μέσα από τις επιστολές, είναι ότι το μοναστήρι στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1826 - 1828 πωλήθηκε από τον τότε μητροπολίτη Ιωαννίνων Βενέδικτο, σε αλβανούς, για έντεκα χρόνια. Σαν δικαιολογία της πώλησης αναφέρονται τα υπέρογκα χρέη που είχε το μοναστήρι. Ωστόσο κι εφ΄ όσον το περιεχόμενο των επιστολών που βρέθηκαν καταγράφει την αλήθεια, δεν ήταν μόνο τα χρέη που υποχρέωσαν τον Βενέδικτο να πωλήσει το μοναστήρι. Ήταν και τα ίδια οφέλη που ήθελαν να αποκομίσουν κάποιοι γιαννιώτες, μεταξύ των οποίων και ο μητροπολίτης, ο οποίος φέρετε να πήρε 15.000 γρόσια και κατακράτησε ασήμι και άλλα τιμαλφή- αφιερώματα. Μάλιστα μια επιστολή κατονομάζει κάποιον Δημήτριο Δρόσο ο οποίος πήρε μεσιτικά από τον Βενέδικτο και ο οποίος «ενδιαφερόταν» για την περιουσία του μοναστηριού. Από την κατάσταση των πωληθέντων αντικειμένων, που εμφανίζεται στην ίδια επιστολή, μπορεί να επιβεβαιώσει κανείς, ότι το μοναστήρι ήταν σε κάποιες χρονικές περιόδους πλούσιο. Για παράδειγμα μεταξύ των αντικειμένων που εκποιήθηκαν ήταν ένας μαλαματένιος σταυρός, αφιέρωμα της Βασιλεύουσας Αικατερίνης. Οι αλβανοί κράτησαν και εκμεταλλεύτηκαν το μοναστήρι τέσσερα χρόνια. Μέχρι τον Μάρτιο του 1831, οπότε με συνεχείς προσπάθειες του ηγούμενου Κλήμεντα, την βοήθεια του Πατριαρχείου αλλά και του ζαγορίσιου άρχοντα στην Κων/πολη Κωνσταντίνου Μπρούζου, το χρέος προς τους αλβανούς πληρώθηκε και τα «μούλκια» του μοναστηριού ελευθερώθηκαν. 

Στο χρονικό διάστημα που το μοναστήρι βρισκόταν υπό την κατοχή των αλβανών η εκκλησία είχε μετατραπεί σε αποθήκη και αχυρώνα. «...Αυτόθι η εκκλησία του μοναστηριού είναι γιομάτη από ζαϊρέδες, βουτύρατα, τυριά κρασιά και του εξής. Έχει τέσσερα χρόνια χωρίς λειτουργία και χωρίς κερί καθόλου...»τονίζεται σε μια από τις επιστολές

Άλλες πληροφορίες που βγαίνουν από τις επιστολές, έχουν να κάνουν με την διαχείριση κύρια του μετοχίου της Μίσλας. Από το 1808 ακόμη ο τότε ηγούμενος των Πατέρων Αγάπιος επισημαίνει σε επιστολή του: «...λαμβάνοντας το θάρρος να αναφέρω δια τον Κωνστάντιον Μισλιάνον οπού δεν έμεινεν εις την συμφωνίαν και υπόσχεσιν οπού είχαμε προς ημάς ο οποίος ου μόνον δεν έστειλε εις το εδώ μοναστήριον άρχι του νύν (έτους) ιδέ παραμικράν βοήθειαν ως υπόσχετο, αλλ΄ έτι κατακρατεί και το συμφωνηθέν (ποσό) ετησίως ικανών ετών προφασιζόμενος των τούτου αποστολήν και αναβολήν και αναβάλλει διαφόρως...» Πολύ απλά ο Αγάπιος καταγγέλει κάποιον Μισλιάνον επίτροπο, ηγούμενο ή διαχειριστή των μετοχίων (δεν το προσδιορίζει) ότι χρόνια έχει να στείλει το ετήσιο συμφωνηθέν ποσό. Και σαν να μην έφθανε αυτό, ο συγκεκριμένος (Μισλιάνος) προχώρησε και στην κατασκευή πλαστής σφραγίδας του μοναστηρίου των Πατέρων για να αποφεύγει τον έλεγχο. Να δούμε όμως και κάποιες ακόμη βασικές επισημάνσεις, από τις επιστολές που δημοσιεύουμε στην συνέχεια οι οποίες θα βοηθήσουν τον αναγνώστη στην κατανόηση του θέματος. 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα κακής διαχείρισης - στο χρονικό διάστημα που αναφέρονται οι επιστολές - παρουσιαζόταν στο Μετόχιο της Μίσλας που βρισκόταν στην περιοχή Τζιώρας και ήταν αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα, ενώ το μετόχια του Σαρανταρίου ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, όπως άλλωστε και η Μονή των Πατέρων. Ηγούμενος είχε τοποθετηθεί στην Μίσλα κάποιος παπα-Νικόλας χωρίς όμως να είχε την έγκριση της κυρίαρχης μονής, ο οποίος «...κατέτρωγε χρόνια την περιουσία του μοναστηρίου μας...» όπως αναφέρει σε πολλές επιστολές του ο Κλήμεντας. Μάλιστα ο Κλήμεντας υποστηρίζει ότι ο παπα - Νικόλας ορίστηκε ηγούμενος με πλαστά έγγραφα και αποφάσεις. «...εμείς δεν τον εγνωρίζομε και δεν τον θέλομε...» επιμένει σε κάθε επιστολή του ο Κλήμεντας. Ωστόσο φαίνεται πως ο παπα-Νικόλας είχε γερές πλάτες και η εκδίωξή του ήταν δύσκολη υπόθεση. Τελικά μέσα από τις επιστολές που βρήκαμε δεν μαθαίνουμε αν διώχτηκε η όχι από την Μίσλα. 

Χρονικά η τοποθέτηση του παπα - Νικόλα στην Μίσλα συμπίπτει με την απόφαση του σουλτάνου να επιτρέψει την επιστροφή των ελλήνων μοναχών και την δυνατότητά τους να διοικήσουν και πάλι τα μοναστήρια στην Βλαχία. Θυμίζουμε ότι το 1821, με την έκρηξη της Ελληνικής επανάστασης, οι έλληνες καλόγεροι εκδιώχτηκαν, γιατί κατηγορήθηκαν ότι υποκινούν την εξέγερση. Επέστρεψαν όμως και πάλι στα 1827 με την έκδοση Χατί - Σερίφ (σουλτανικό διάταγμα). 

Φαίνεται ότι με βάση αυτή την απόφαση, πιθανώς το Πατριαρχείο, ορίζει νέους ηγουμένους στα εν Βλαχία ευρισκόμενα μετόχια των ηπειρωτικών μονών, χωρίς να ερωτηθούν οι εδώ ηγούμενοι. Ένας ορισμός που γίνεται ...παράνομα, αφού δεν υπήρχε η έγκριση των κυρίαρχων μονών και η έκδοση του απαραίτητου συστατικού-εγκριτικού εγγράφου. Γι’ αυτό ο Κλήμεντας υποστηρίζει ότι ο παπα-Νικόλας βρίσκεται ηγούμενος στην Μίσλα με πλαστά έγγραφα. Πληροφοριών συνέχεια και φαίνεται μια προσπάθεια των γιαννιωτών να μετατραπεί το μοναστήρι των Πατέρων από Σταυροπηγιακό σε ενοριακό. Να υπαχθεί δηλαδή στην μητρόπολη των Ιωαννίνων, γιατί έτσι θα ήταν πιο εύκολο σ΄ αυτούς να το ελέγξουν. Το ευτύχημα είναι ότι στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο που εκδηλώνονται οι επιθυμίες των γιαννιωτών, μητροπολίτης Ιωαννίνων βρισκόταν ο Ιωακείμ, που έβλεπε με συμπάθεια τη Μονή Πατέρων. Ίσως η ενέργεια του προκατόχου του Βενέδικτου, να το πωλήσει, λειτούργησε αποφασιστικά στην νέα δοκιμασία που ήθελαν να βάλουν την Μονή.

ΟΙ ΚΡΟΥΝΟΙ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ

Σχεδόν ταυτόχρονα, από το 1862 ακόμη τα εισοδήματα από τα μετόχια της Ρωσίας κατακρατούνται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο έστελνε μόνο 50 ναπολεόντεια και αυτά κάθε τρία χρόνια. Ακόμη όμως και αυτή η ελάχιστη οικονομική ενίσχυση σταμάτησε από το Πατριαρχείο στα 1890. Από τότε αρχίζει η παρακμή. Το πάλαι ποτέ πλούσιο και σημαντικό μοναστήρι, που στα 1807 - όπως αναφέρει ο Πουκεβίλ - είχε 25 μοναχούς, έσβηνε και ερήμωνε. 

Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα του Βασίλη Οικονόμου για τον επίλογο μιας ένδοξης ιστορίας, όπως αυτή του Μοναστηριού των Πατέρων: «... Υπαίτιοι για το κατάντημα αυτό είναι οι τελευταίοι του ηγούμενοι, γιατί το μοναστήρι αυτό μπορούσε να κρατηθεί πολύ καλά με τους τοπικούς πόρους οι οποίοι ήταν υπεραρκετοί. Αλλά αυτοί συνηθισμένοι στην χλιδή και στην σπατάλη καθώς και στην ηγεμονική ζωή που ζούσαν όταν το μοναστήρι είχε εξωτερικούς πόρους, δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις καινούργιες οικονομικές συνθήκες και εξανέμισαν και τους τοπικούς πόρους σε σημείο που κατά το 1890 μ.χ. να μην είναι σε θέση να πληρώσει ακόμη και την μισθοδοσία ενός παπάγια να λειτουργεί...» 

Ήταν τόση και τέτοια η σπατάλη που ο ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ στα 1856 γράφει: «...Περί της σπουδαιότητος των μοναστηριών των Πατέρων και του Προφήτη Ηλιού εν Ζίτση απαιτείται εκτεταμένη ιδιαίτερη διατριβή εις κατάδειξιν πολλών αξιόποινων και αξιόμεμπτων πράξεων. Αναφέρομεν δε μόνον ενταύθα (σκοπεύοντες ίνα όσον ούπω συν Θεώ επιληφθώμεν την αμερόληπτον εξιστόρησιν της ιεροσυλίας), ότι του πρώτου ήτοι του των Πατέρων τα ήδη εκ βλαχίας διαβιβαζόμενα ελεύθερα εισοδήματα φθάνουσιν εις 6.000 ολλανδικά φλωρία τα Δε του Β’ εις 4.000...» 

Ο Στέφανος Μπέττης στο θέμα αυτό προσθέτει πως από τα έσοδα των Μετοχίων της Βλαχιάς της μονής και του Προφήτη Ηλία Ζίτσας χτίστηκε το 1858 - 60 η εκκλησία του Αρχιμανδρειού στα Γιάννινα καθώς υπέρθυρη στην τελευταία αυτή επιγραφή, διαμνημονεύει. Από πού άραγε να προέρχεται η παροιμιακή έκφραση. «...Άκουσαν λάχανα στ΄ς Πατέρες κίνσαν μάνες και θυγατέρες...» Και μόνον αυτά τα στοιχεία είναι αρκετά για να βγάλει κανείς τα συμπεράσματά του για το μέγεθος της κακής διαχείρισης που γινόταν στην Μονή των Πατέρων. 

Κατά το 1910 πέθανε και ο τελευταίος ηγούμενος ονόματι Διονύσιος Καρώνης από την Ζίτσα. Από τότε κανείς πια καλόγερος δεν μόνασε. Η Μητρόπολη Ιωαννίνων διόρισε τον παπά του γειτονικού χωριού Κουτρουλάδες, (Σακελλαρικό σήμερα), ο οποίος μη έχοντας πόρους για να το συντηρήσει, το παραμέλησε αναγκαστικά, ώστε τα κελιά του να καταρρεύσουν κατά το 1915 και μόνο η εκκλησία να σώζεται μέχρι σήμερα. Μετά την απαλλοτρίωση των μοναστηριακών κτημάτων το 1930 η αγροτική έκταση μοιράστηκε στα γειτονικά χωριά Λίθινο και Σακελλαρικό. Στην δασική δε έκταση πήρε δικαίωμα ξύλευσης και η Ζίτσα. 

Αυτό λοιπόν ήταν το τέλος για το μοναστήρι. Ευτυχώς όχι οριστικό, αφού σήμερα μπορεί να μην έχει τεράστια περιουσιακά στοιχεία, μπορεί να μην έχει μοναχούς, ασκητές και ηγεμόνες, έχει όμως μια πλούσια ιστορία.  Για πολλά χρόνια η Μονή των Πατέρων ήταν εγκατελελειμένη. Τον τελευταίο καιρό, όμως, χάρη στις επίμονες προσπάθεις του αρχιμανδρίτου Δοσιθέου, ηγουμένου της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Γενεσίου της Θεοτόκου Βελλάς, η κατάσταση αλλάζει και γίνονται τα πρώτα σταθερά και αποφασιστικά βήματα για τη συντήρησή της, με σκοπό να να λειτουργήσει ξανά, μέσω του προγράμματος leader II. Η Μονή Πατέρων αποτελεί Μετόχι της Μονής Βελλά. 

Εορτάζει στις 15 Αυγούστου.